Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Βιβλικές ιστορίες.



Αγαπώ τα βιβλία πάρα πολύ, τα αγαπώ σχεδόν όσο και τις χειροτεχνίες, μη σας πω και πιο πολύ, καθώς για να διαβάσω βιβλία βρίσκω χρόνο, για να κάνω χειροτεχνίες, δε βρίσκω, μόνο την τσέπη από το παλτό μου έραψα γιατί το χέρι έφτανε ως το στρίφωμα (μόνο το χέρι, τίποτε άλλο δε μπαίνει στη ρημάδα τσέπη). Νομίζω πως αν είχα πολλά λεφτά, θα τα ξόδευα κυρίως στα βιβλία κι ας πούνε οι haters (όπως έλεγε κι ένας φίλος μου στη Σχολή Ξεναγών) πως θα τα ξόδευα στα ρούχα. Εντάξει, θα έπαιρνα και λίγα ρούχα, αλλά νομίζω θα έπαιρνα πιο πολλά βιβλία. Όταν σκέφτομαι τι δώρο θα μπορούσα να κάνω σε κάποιον, κατευθείαν μου έρχεται το βιβλίο. Προχτές, πήγαμε να πάρουμε ένα δώρο με το Γιάννη και κολλήσαμε 3 τέταρτα στο ράφι με τα λευκώματα και μετά αναρωτιόμασταν αν μπορούμε να κάνουμε λίστα γάμου σε βιβλιοπωλείο. Θέλουμε όλα αυτά τα coffee table books, που τα λέει κι η αδερφή μου, η οποία νομίζει πως ζει στη Νέα Υόρκη τουλάχιστον, εγώ προσωπικά θέλω κι ένα δωμάτιο αρχαιολογικά και ταξιδιωτικά βιβλία και οδηγούς μουσείων και καταλόγους εκθέσεων. Παράλληλα, θέλω όλα τα πονήματα τουλάχιστον 5 συγγραφέων, που μου έρχονται έτσι πρόχειρα στο μυαλό. Άμα σκεφτώ, θα βρω κι άλλους.
Τα βιβλία είναι πολύ όμορφο πράμα, είναι σα να ταξιδεύεις χωρίς τα εισιτήρια (ο τζάμπας ζει), είναι σα να μπαίνεις σε άλλους κόσμους. «Τα μυθιστορήματα είναι ζωντανά. Ζουν στην άλλη πλευρά της ζωής μας και μας επηρεάζουν σαν καλοί φίλοι. Το έμαθα αυτό από το ίδιο μου το κορμί. Για δυο ώρες, για μια νύχτα, ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο. Είναι κοινοτοπία, έχει ειπωθεί ξανά και ξανά, αλλά είναι η αλήθεια.»
Ναι, καλά, πολύ θα ήθελα να το έχω γράψει εγώ αυτό, αλλά αυτοί είναι ευσεβείς πόθοι, η αλήθεια είναι πως το έγραψε μια γιαπωνέζα συγγραφέας (αυτοί οι γιαπωνέζοι είναι φοβεροί, είναι όλοι φίλοι μου και τους λατρεύω) και είναι ακριβώς αυτό που πιστεύω για τα βιβλία. Και για να μη νομίζετε πως τα θυμάμαι όλα όσα διαβάζω απέξω, έχω ένα αρχείο με τα βιβλία που έχω διαβάσει κι εκεί μέσα αντιγράφω κι ότι μου άρεσε από το κάθε βιβλίο. Το ξεκίνησα αυτό από τον Απρίλιο του 2010. Είμαι εντελώς άρρωστη, έτσι; Αυτή είμαι εγώ.
Επίσης, κάθε χρόνο κάνω τα καλλιστεία των βιβλίων που έχω διαβάσει-η ανωμαλία δεν έχει τέλος. Το 2010 κέρδισε «Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας» του Γουίλιαμ Θάκερεϊ (το γνωστό Vanity Fair-είδατε πόσα μαθαίνει κανείς από τα βιβλία; Είναι μαγικά, σας λέω) και το 2011 το «Νορβηγικό Δάσος» του Χαρούκι Μουρακάμι- αχ, ο Χαρούκις είναι ο έρωτάς μου και τώρα θα σας πω τι έχω πάθει: βγάζει ο Χαρούκις το καινούργιο του βιβλίο το «1Q84» και μου το παίρνει η Δώρα δώρο. Κατασυγκινημένη εγώ ανοίγω το θαύμα στα χέρια μου και βλέπω πως είναι ο δεύτερος τόμος και πώς να διαβάσω το δεύτερο τόμο αν δεν έχω διαβάσει τον πρώτο; Και τώρα κάθεται εκεί, στο ράφι της βιβλιοθήκης, και με κοροϊδεύει μέχρι να καταφέρω να πάρω τον πρώτο τόμο. Αφού χτες νευρίασα και το έβαλα ανάποδα, να μη το βλέπω και μπαίνω στον πειρασμό να το διαβάσω και χάσω την ομορφιά. Συνεχίζω. Το 2012, το καλύτερο που διάβασα ήταν «Η αηδονόπιτα», του Ισίδωρου Ζούργου, και το 2013 τώρα ξεκίνησε, έχουμε ακόμη μέλλον, αλλά διαβάζω τώρα το «Θεώρημα του παπαγάλου» κι έχω ενθουσιαστεί.
Τώρα θα αναρωτηθείτε (διότι παίρνω ως δεδομένο το ότι είστε ακόμα εδώ και παρακολουθείτε το παραλήρημα) που τα βρίσκω όλα αυτά τα βιβλία. Κυρίως τα κλέβω από διάφορα σπίτια στα οποία βρίσκομαι. Επίσης, τα δανείζομαι από τη δημοτική βιβλιοθήκη, το παλάτι των θησαυρών που είχα ανακαλύψει όταν ήμουν στη Δευτέρα Γυμνασίου, στη Λαμία. Εξαιρετικός θεσμός οι δημοτικές βιβλιοθήκες, ελπίζω να συνεχίσουν να υπάρχουν. Διότι, εγώ αγαπώ τα βιβλία, το χαρτί και τα τυπωμένα γράμματα, τα εξώφυλλα, τη σελιδοποίηση, τις υποσημειώσεις, τους σελιδοδείκτες, τους χρονολογικούς πίνακες στο τέλος και την αίσθηση του βιβλίου στο χέρι ή στην τσάντα μου. Δε μπορώ άμα μου λένε για ηλεκτρονικά βιβλία, τα ηλεκτρονικά βιβλία είναι το πιο απρόσωπο και ψυχρό και αντιφατικό και θλιβερό πράγμα που επινόησε ο άνθρωπος.
Λοιπόν, αυτά είχα να πω για τα βιβλία, που τα αγαπώ τόσο πολύ. Κι ενώ θα μπορούσα μέχρι μεθαύριο να σας λέω για διάφορα βιβλία που έχω διαβάσει, πείνασα, οπότε, ως υλιστής άνθρωπος που είμαι, θα πάω να πείσω το Γιάννη να φτιάξει κρέπες και θα κλείσω με κάτι που έγραψε η Μάργκαρετ Άτγουντ στην «Πηνελοπιάδα» της, δηλαδή την ιστορία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας από την πλευρά της Πηνελόπης. Τέλειο;
Λέει, λοιπόν, η Πηνελόπη, στην αρχή του βιβλίου: «Τώρα που όλοι οι άλλοι έχουν ξεθυμάνει, ήρθε η δική μου σειρά ν’ ασχοληθώ με την κατασκευή ιστοριών. Το χρωστάω στον εαυτό μου. Χρειάστηκε να δώσω μάχη με τον εαυτό μου για να τα καταφέρω: είναι πολύ ταπεινή τέχνη η αφήγηση. Αρέσει στις γριές, στους περιπλανώμενους ζητιάνους, στους τυφλούς τραγουδιστές, στις υπηρέτριες, στα παιδιά-σε ανθρώπους δηλαδή με άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους.» και μετά τους ξεμπροστιάζει όλους.

2 σχόλια:

Calliope είπε...

Μα είναι δυνατόν να σου αρέσουν οι υποσημειώσεις; Αυτό είναι ολίγον μαζοχιστικό! Σου κόβει τον ειρμό! Άσε που θεωρείται από μερικούς η ντροπή του μεταφραστή (εντάξει λίγο υπερβολικό αυτό, τι να κάνει κι αυτός ο άμοιρος μερικές φορές!).

Κατερίνα είπε...

Πρώτον, αγαπημένη μου φίλη, χαίρομαι που πάντα αφήνεις ένα σχόλιο εδώ. Οι υπόλοιποι το κάνουν στο facebook και μου τη σπάει. Δεύτερον, αν είναι στην ίδια σελίδα και όχι στην τελευταία και να πρέπει να πηγαίνω εκεί για να τη δω χωρίς να χάσω τη σελίδα που διαβάζω, δε με πειράζει. Επίσης, γιατί ντροπή, ακλέ, πολύ ενημερωτικές είναι μερικές φορές. Δηλαδή πως να το ερμηνεύσεις το ανερμήνευτο χωρίς υποσημείωση; Κι άμα ο αναγνώστης είναι και ντουγάνι;