Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Οι μέρες του φωτός.


Χάζευα τώρα στο facebook κι είδα που η φίλη μου η Μαρία ανέβασε αυτό το τραγούδι της Μποφίλιου και το άκουσα κι είναι πολύ ωραίο κι αισιόδοξο και φωτεινό, σαν τα καλοκαίρια.
Κι είμαι στην Κέρκυρα, στο σπίτι της αγαπημένης μου φιλενάδας που έχει γενέθλια κι είμαι πολύ χαρούμενη, διότι έφυγα από το νησί για να μπορώ να κάνω αυτό ακριβώς: να έρχομαι και να το βλέπω να πλησιάζει και να συναντάω ξανά τους φίλους μου και τους δρόμους μου και να γελάμε με την Ελένη, που τους βρίσκει όλους μαλάκες ή ναρκομανείς ή και τα δύο. Και να καθόμαστε όλο το απόγευμα στο Μπρίστολ και να χαζεύουμε τους γνωστούς αγνώστους. Και να πετάγονται ξαφνικά μπροστά μας διάφορα παλιά κι αγαπημένα, όπως και να το κάνουμε, πράγματα. Και το μουσειάκι ήταν εκεί, πάντα κίτρινο σαν την άμμο και μεγάλο και όμορφο. Κι όλα αυτά με κάνουν πολύ χαρούμενη (πράγμα το οποίο με κάνει να βάζω το και μπροστά από κάθε πρόταση).
Με κάνουν χαρούμενη, διότι βασικά είναι μακριά και συνηθισμένα κι από μια εποχή που τελειώνει και ταυτόχρονα από μια άλλη που αρχίζει κι είναι οι μέρες του φωτός και της σκοτεινιάς μαζί. Σας μπέρδεψα; Ωραία, αυτός ήταν ο σκοπός μου, το έχω ξαναπεί. Τέλοσπαντων, αυτό που θέλω να πω είναι πως ποτέ δεν ξέρεις που είναι η αρχή και που είναι το τέλος και πάντα αναμιγνύονται αυτά τα δύο και άκρη να βγάλεις δεν μπορείς.
Επίσης, θέλω να πω πως και κάτι άσχετο, που όμως μου ήρθε τώρα. Είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις τις διάφορες μακρινές σχέσεις, πρέπει να θυμάσαι να παίρνεις τηλέφωνο και να έχεις υπομονή να ξαναπαίρνεις και να μιλάς και να λες τα νέα σου 3 φορές, πρέπει να μην παρασύρεσαι από την καθημερινότητα και να μην ανοίγεις απλά τον υπολογιστή, να ανοίγεις και το στόμα σου ενίοτε, πρέπει να έχεις μεγάλη καρδιά κι ακόμα μεγαλύτερη υπομονή. Οι μακρινοί φίλοι είναι λίγο σαν τα λουλούδια στο μπαλκόνι: ξέρεις ότι είναι εκεί, αλλά αν δεν τα ποτίσεις ποτέ, μια μέρα δε θα είναι πια εκεί.
Ξέρω πως γράφω ελαφρώς ασυνάρτητα, αλλά έχω μεγάλη χαρά και χάνω τα λόγια μου κι επίσης η Ελένη λέει απ’ έξω την ξενάγηση στο Αχίλλειον στα αγγλικά και με μπερδεύει. Παράλληλα, νυστάζω, διότι στο λεωφορείο δεν κοιμήθηκα λεπτό, η κυριούλα δίπλα μου ήθελε να μου πει το παράπονό της πως ο γιος της ζει στην Κέρκυρα, αλλά δεν του αρέσει καθόλου (γιατί άραγε;) κι αυτή έρχεται για να του κάνει λίγο παρέα. Νομίζω πως ήθελε να μου τον προξενέψει κι είπα να μην την απογοητεύσω, αλλά μετά φτάσαμε κι εγώ άρχισα να ουρλιάζω στο τηλέφωνο «έφτασα, έφτασα» και προφανώς φοβήθηκε κι έφυγε. Οπότε πάω να κοιμηθώ, για να συνεχίσω αύριο την περιπλάνησή μου στο νησί και, αμάν, ρε Μαρία, με τις εμπνεύσεις σου βραδιάτικα.

1 σχόλιο:

gebagia είπε...

το κείμενο σου ταιριάζει επίσης και με αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=xAcIjIkHQ34&feature=autoplay&list=FL2v3W0AbvIhf2Jqv1onw4lA&playnext=1

τσέκαρε!