Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Αμαρτίες αλλωνών.


Ήμαρτον, η συγγραφεύς κάλους θα βγάλω στα ακροδάχτυλα από το γράψιμο, σήμερα και χτες ολημέρα γράφω με ένα διάλειμμα χτες για ένα κοκτέιλ κι ένα διάλειμμα σήμερα για μια βουτιά. Βλέπετε, η Δώρα τελευταία στιγμή μου είπε για ένα διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τη Θεσσαλονίκη και σιγά που δε θα έγραφα εγώ για τη Θεσσαλονίκη, αλλά τι να κάνεις που ο διαγωνισμός έληγε σήμερα, οπότε έκατσα η δικιά σου κι έγραψα κοτζαμάν διήγημα σε 2 μέρες, εντάξει, το ξέρω, δεν παίζομαι, μη μου το πείτε, δε χρειάζεται. Θα σας πω αν θα νικήσω στο διαγωνισμό.
Μέχρι, βέβαια, να νικήσω στο διαγωνισμό, ας είμαι λίγο πιο συνεπής στο ιστολόγιο-η αδελφή μου με μάλωσε που δεν έγραψα το προηγούμενο σαββατοκύριακο και μάλλον είχε δίκιο, αλλά, ρε παιδιά, τι να κάνω, με φάγανε οι συναναστροφές. Ήμουν εκτός, όπου, στο εκτός, γνώρισα κάτι πολωνέζες που είχαν γίνει φίλες με τον καλό μου μέσω του Couch surfing, το ξέρετε το Couch surfing; Πολύ ενδιαφέρον πράγμα, είναι κάτι σαν κοινωνικό δίκτυο, όπου φτιάχνεις το προφίλ σου και λες ότι μπορείς να φιλοξενήσεις κάποιον στο σπίτι σου ή μπορείς να του προσφέρεις βόλτα και ξενάγηση στην πόλη που μένεις και σε βρίσκουν διάφοροι από όλο τον κόσμο και μπορείς, αν δεν πέσεις στο σχιζοφρενή δολοφόνο με το πριόνι που το έχει σκάσει από το Hostel, να κάνεις πολλούς φίλους και να έχεις σε όλα τα μέρη του κόσμου έναν καναπέ να κοιμηθείς, βρε αδερφέ! Αν, όμως, πέσεις στον προαναφερθέντα φαντάζομαι ότι το μόνο που θα κάνεις είναι να βρεις είναι τους προγόνους σου.
Τέλοσπαντων, γνωρίσαμε, λοιπόν, αυτές τις πολωνέζες κι από τις βόλτες και τα έξω δεν άδειασα να γράψω. Τώρα, όμως, γύρισα. Στο νησί. Στη δουλειά (όποιος ξαναπεί ότι τίποτα δε δουλεύει τον Αύγουστο, θα τον βαρέσω). Στο ιστολόγιο. Στη Ρενάτα. Στα μπάνια. Στο μουσειάκι. Εντάξει, το παράκανα.
Χτες είπαμε να βγούμε, αλλά η Ειρήνη είχε γάμο πριν και μας ξόρκισε να βάλουμε φουστάνια και τακούνια για να μην είναι σαν τη μύγα μες το γάλα. Ξεκίνησα, σας ορκίζομαι, νωρίς να ετοιμάζομαι, αλλά, ρε παιδιά, δε μου άρεσε τίποτα, δε μου έκανε τίποτα, όλα μου φαινόντουσαν χάλια, με τη μαύρη τη φούστα ήμουν σαν καλόγρια, με το μαύρο φόρεμα σαν τον καρδινάλιο, το ροζ ήταν μακρύ, άστε με, άλλαξα 5 φορές ρούχα και το χειρότερο; Άλλαξα και τα ανάλογα βρακιά, άλλο βρακί για κάθε φουστάνι, τι είναι αυτό το πράγμα, να θες να βάλεις ένα ρούχο και να σκέφτεσαι μισή ώρα το βρακί, έλεος, μόνο σακιά θα φοράω. Εν πάση περιπτώσει, έβαλα το κλασικό άσπρο φόρεμα, έχω καταντήσει γραφική, η τρελή με τα άσπρα, και πήγαμε να πιούμε το ρημαδοκοκτέιλ. Στο μεταξύ, η Ελένη εννοείται ότι ήρθε με τη σαγιονάρα και το τζιν, διότι αντιμετώπισε το ίδιο ακριβώς πρόβλημα, το οποίο μας το περιέγραφε μεγαλοφώνως στο αυτοκίνητο. Και πάνω που έλεγε όξω φωνή (έτσι λένε στην Κέρκυρα το ουρλιάζω) ότι το φόρεμα που έβαλε δεν της έκανε καθόλου βυζί, συνειδητοποιούμε ότι είμαστε σταματημένες σε φανάρι κι ο μαγαζάτορας του μαγαζιού στο φανάρι συμμερίζεται απόλυτα τον πόνο της Ελένης σχετικά με το βυζί και κουνάει το κεφάλι. Για άλλη μια φορά εγίναμε ρεντίκολο τση κοινωνίας.
Με τα πολλά φτάνουμε στο μπαρ όπου διαπιστώνουμε ότι έχει μετασχηματιστεί σε οικογενειακή ταβέρνα και πολύ διακριτικά ξαναφεύγουμε με φουστάνια, τακούνια, σαγιονάρες και τα σχετικά. Και πάμε σε ένα άλλο μπαρ, όπου πιάνουμε κουβέντα για τον ύπνο και πόσο όλα συνωμοτούν εναντίον σου όταν θέλεις να κοιμηθείς παραπάνω μια φορά, ρε παιδί μου. Και θυμάμαι εγώ αυτό που έλεγα με τη Στέλλα στην Αθήνα πριν από κάνα μήνα, ότι όταν κοιμόσουν το ιερό Σάββατο το πρωί, τότε ακριβώς της θυμιόταν της μαμάς να βάλει σκούπα κι όχι μόνο έμπαινε να σκουπίσει την ώρα που κοιμόσουν (βζζζζ, συγγνώμη, είναι δυνατόν; Δηλαδή έπρεπε να σκουπίσει την ώρα που κοιμόσουν; Δεν υπήρχε άλλη ώρα; ), παρά άνοιγε την πόρτα του δωματίου με το κοντάρι της σκούπας (γκντουπ), αν τυχόν δεν είχες ξυπνήσει ακόμα, να βεβαιωθεί ότι ξύπνησες. Και κατουρηθήκαμε από τα γέλια (κι άλλο βρακί).
Μετά γυρίσαμε κι εγώ έπρεπε να αδειάσω το κρεβάτι από όλα τα δοκιμασμένα ρούχα για να κοιμηθώ κι επίσης το πρωί που ξύπνησα έπρεπε να τα βάλω πίσω στη ντουλάπα, όπως καταλαβαίνετε, σιχτίρισα. Όλα θα τα δώσω, όλα.
Παράλληλα με τα γραψίματά μου, σήμερα η μαμά μου ανακάλυψε το Skype και μόνο τα κλάματα που δεν έβαλε (αχ, κορίτσια μου, πόση πρόοδο έχετε κάνει, λες και το ανακαλύψαμε εμείς το Skype) και δεν έλεγε και να το κλείσει, να με αφήσει να γράψω. Επίσης, οι απέναντι γείτονες έχουν πιάσει έναν καυγά άνευ προηγουμένου και ουρλιάζουν λες και σφάζονται, ελπίζω να μη συνεχιστεί αυτό για να κοιμηθούμε κάποτε, δεδομένου ότι οι ίδιοι γείτονες έχουν ένα σκυλί που γαβγίζει όλη τη νύχτα.
Τι αμαρτίες πληρώνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: