Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Τα καινούργια παπούτσια των πριγκίπων.

Μμμ, μάλιστα, δε βλέπω να έχω λείψει και σε κανέναν. Το παραβλέπω, με τη χαρακτηριστική μου ανωτερότητα, και συνεχίζω. Καταρχάς (και όχι καταρχήν, όπως λέει περίπου 4 φορές τη μέρα η αδελφή μου), βρίσκομαι σε ένα μέρος που, αν είναι δυνατόν, είναι πιο ζεστό από την Κέρκυρα. Και όμως υπάρχει. Επίσης, σε αυτό το μέρος περνάνε γύρω στους 8 παλιατζήδες κάθε πρωί έξω από το μπαλκόνι, ο καθένας με το δικό του ρεπερτόριο: άλλος εξειδικεύεται στους θερμοσίφωνες, άλλος στα πλυντήρια, άλλος στα σίδερα γενικώς και μόνο ένας τονίζει πως τα μαζεύει όλα ανεξαιρέτως. Αυτό θα πει εκσυγχρονισμός, παιδί μου, εξειδίκευση και στους παλιατζήδες, καταμερισμός εργασίας σε όλους τους τομείς της μεταποιητικής βιομηχανίας. Παράλληλα, η Λαμία (διότι εδώ βρίσκομαι, σε περίπτωση που δεν το καταλάβατε), μαζί με όλες τις άλλες ιδιαιτερότητες που έχει ως πόλη, πρέπει να είναι η μοναδική στον κόσμο, όπου επιβιώνει εκείνη η φοβερή συνήθεια των ελληνικών επαρχιακών πόλεων, να περνάνε διάφορα αγροτικά αυτοκίνητα εφοδιασμένα με θεόρατα μεγάφωνα στη καλύτερη περίπτωση ή απλές ντουντούκες στη χειρότερη, τα οποία διαφημίζουν επιθεωρήσεις, παραστάσεις του Καραγκιόζη και λοιπά πολιτιστικά προγράμματα.
Πιστεύω πως η Λαμία πρέπει να ενταχθεί στα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, ως πρότυπο διατήρησης λαογραφικών εθίμων της αθάνατης Ρούμελης.
Ακούγοντας, λοιπόν, σήμερα το πρωί, παλιατζήδες, αγροτικά, κλπ, συζητούσα με τον μπαμπά μου την προοπτική να πάρει το λεωφορείο για να πάει σε μια δουλειά που είχε, δεδομένης της απεργίας των ταξί, που ειδικά στη Λαμία δεν έχει καμία βάση: μόνο από τη δική μου οικογένεια, ζούνε άνετα οι ταξιτζήδες. Ο μπαμπάς μου αναρωτήθηκε «πως μπορεί να μπει σε αυτό το λεωφορείο» κι η μαμά μου του είπε πως πρέπει να πάρει ένα εισιτήριο που κάνει 1,10€ και να το χτυπήσει. «Που;» ρωτάει ο μπαμπάς. Εγώ πνίγηκα πίνοντας το γάλα μου. Αφού ξαναβρήκα την ανάσα μου του εξηγώ πως υπάρχει δίπλα στον οδηγό ένα κουτί με μια σχισμή μέσα στην οποία βάζει το εισιτήριο. «Κάθετη ή οριζόντια είναι η σχισμή;», ρωτάει ο μπαμπάς και ξαναπνίγομαι. Οριζόντια, του λέω, κι έληξα εκεί την κουβέντα, διότι ήθελα να πιω το γάλα μου σαν άνθρωπος.
Τελικά, αποφάσισε να πάει με τα πόδια, καθώς μετά θα ανέκυπτε το ζήτημα της στάσης, οπότε, καταλαβαίνετε, δεν ήθελα να υπεισέλθω, ο μπαμπάς είναι λίγο της παλιάς σχολής.
Βέβαια, ας είμαστε επιεικείς με τον πατέρα, διότι πρόσφατα έγινε παππούς, πράγμα το οποίο αντιλαμβάνεστε πως έχει μια κάποια επίδραση στον ψυχισμό του ανθρώπου. Λοιπόν, εγώ έχω να πω πως κάθε φορά που συναντώ μωρά, ενδυναμώνεται μέσα μου η πεποίθηση πως εγώ δεν θα κάνω ποτέ: τα μωρά είναι πολύ περίεργα πλάσματα και, παράλληλα, μηχανές που τρώνε λεφτά, οπότε, αν δεν έχεις ατσαλωθεί ψυχικά και οικονομικά, μην το επιχειρήσεις. Τα μωρά της αδελφής μου, συγκεκριμένα, που είναι και δύο τα γλυκά μου, κοιτούν με κάτι τεράστια γκρι μπλε μάτια, λες και ξέρουν, ρε παιδιά, τα πάντα ήδη και δε χρειάζεται να τους μάθεις εσύ τίποτα. Ειδικά το αγοράκι είναι, όπως είπε κι η Βάσια, σα σοφός γέρος. Άσε που νομίζω ότι κλαίνε από τα νεύρα τους επειδή δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν κι ας είναι τόσο σοφά κι εξαρτώνται από τους άλλους. Επίσης, πιστεύω βαριούνται φριχτά και γι΄αυτό κοιμούνται τόσο πολύ. Παρόλαυτα, είναι καταπληκτικά, μαλακά, χαριτωμένα, μυρωδάτα μικρά ανθρωπάκια, είναι ήσυχα και βολικά, με πατουσάκια και δαχτυλάκια, είναι αξιολάτρευτα, αν δεν είναι δικά σου. Η αδελφή μου με λέει θεία Παρλαπίπα Μίντλετον και με κοροϊδεύει γιατί τα κοιτάω με ανοιχτό το στόμα συνέχεια. Μα τι να κάνω; Είναι πολύ περίεργα, με κοιτάνε σα να με ξέρουν.
Το χειρότερο είναι η άλλη μου η αδελφή, η οποία έχει καταπιαστεί και τους φτιάχνει ραφτά υφασμάτινα παπουτσάκια, με όλα τα ρετάλια της μαμάς μου, ακόμα κι ένα λαμέ με κάτι ασημένια λαχούρια που έχει περισσέψει από τα μαξιλάρια του σαλονιού θα τους το κάνει παπουτσάκια, να μην έχουν τα παιδιά ένα επίσημο υπόδημα για μια περίσταση; Τα έρμα, τι τα περιμένει.
Μετά από όλα αυτά, θα σας αφήσω, να συνεχίσω τις καταπληκτικές διακοπές μου και να πάω να τα δω, γιατί χτες έραβα παπούτσια, σαν τους νάνους του παραμυθιού, και δεν πρόλαβα.

3 σχόλια:

nefelokokkugia είπε...

Σκάσε και ράβε...

...και μη νομίζεις...
προσέξαμε ότι έλειψες.
Μεσημεριανά φιλιά σε σένα και στα ανηψάκια.
Αχ, λατρεύω τη μωρουδιακή μυρωδιά.

Anzouya είπε...

Πέθανα στο γέλιο! Καθημερινές ιστορίες οικογενειακής τρέλλας!
Όντως, εντυπωσιακό που υπάρχει και μέρος πιο ζεστό από την Κέρκυρα γιατί η αλήθεια είναι ότι έχουμε λιώσει κυριολεκτικά εδώ και μέρες!
Όσο για τα μωρά, δεν θα μπορούσες να με βρεις περισσότερο σύμφωνη! Άσε που όσο μεγαλώνω συνειδητοποιώ ότι αρχίζω και χάνω και την υπομονή μου. Με τα δικά σου λέει θα είσαι αλλιώς, αλλά δεν θέλω να το ρισκάρω. Προτιμώ, καλή ώρα, να είμαι θεία ή νονά γιατί όταν αρχίζουν να κλαίνε θέλω να έρχεται κάποιος και να τα μαζεύει. Τέλος το παραλλήρημα!
Καλό υπόλοιπο ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΩΝ διακοπών και περιμένουμε να δούμε και τα καταπληκτικά παπουτσάκια. By the way, αυτό ήταν ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια. Να υποθέσω ότι είχες κι εσύ τις κασσέτες Abra Katabra? ;-)

Κατερίνα είπε...

Αχ καλέ Νεφελοκοκκυγία, το ξέρω, απλά ψαρεύω κοπλιμέντα...

Anzouya, πολύ θα σου αρέσουν εσένα τα παπουτσάκια. Όσο για τις κασέτες, εμείς δεν είχαμε τόσο εξελιγμένη τεχνολογία, κάτι βιβλία μόνο είχα!

Φιλιά.