Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Μεγάλη ζημιά μας έχει κάνει ο Χαρούκι.

Η φρενίτιδα της δίαιτας Ντουκάν συνεχίζεται, το πίτουρο ρέει σε άφθονες ποσότητες, τώρα θα κολλήσει κι η Μαρίνα και στο τέλος θα γίνουμε όλες μοντέλα. Βέβαια, εγώ προσωπικά, είναι πιο πιθανό να γίνω δυσκοίλια, αλλά εντάξει, αυτό είναι too much information, που λέμε και στη Λαμία.
Πέραν τούτου, κρυώνουμε. Άλλος ένας τρόπος, βέβαια, να χάσουμε θερμίδες. Εδώ, στα νότια προάστια, πάντως, το κρύο δεν είναι τόσο αισθητό, και η σκληραγωγημένη, πιονέρα, αγωνιστική γράφουσα πήγε για τρέξιμο μία ολόκληρη φορά αυτή τη βδομάδα. Δε θα πήγαινα ούτε αυτή τη μία, το ομολογώ, αλλά ας όψεται ο Χαρούκι, που έχει γράψει ένα βιβλίο που λέγεται «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο». Τώρα, φανταστείτε το: και Χαρούκι και τρέξιμο στο ίδιο βιβλίο, έπαθε πλάκα η δικιά σου, εγώ δηλαδή. Και το διαβάζω μέσα στα λεωφορεία και τα τραμ και όλες οι φυλές του κόσμου κάθονται δίπλα μου. Αγχώθηκα, λοιπόν, με στενοχώρησε ο Χαρούκι καθώς περιέγραφε την αφοσίωσή του στο τρέξιμο, το αυστηρό πρόγραμμα που είχε βάλει στον εαυτό του, καλά, ας μη μιλήσουμε για χρόνους και αποστάσεις, γιατί θα κλάψουμε και σκεφτόμουν εγώ πόσο το έχω παρατήσει και ευαισθητοποιήθηκα λοιπόν και σηκώθηκα και πήγα.
Διάβασα κάτι που πολύ με άρεσε σ’ αυτό το βιβλίο. Έλεγε ο Χαρούκι ότι και αυτός βαριέται καμιά φορά να πάει για τρέξιμο και δεν έχει όρεξη κι αναρωτιόταν αν το παθαίνουν και οι μεγάλοι αθλητές, οι κανονικοί δρομείς ή μόνο οι γιαλαντζί τεμπελιάζουν. Ρώτησε λοιπόν, ένα Ιάπωνα μαραθωνοδρόμο, ο οποίος, λέει, τον κοίταξε σα να του έκανε την πιο ηλίθια ερώτηση στον κόσμο και του απάντησε «φυσικά!», ε, τότε κι ο Χαρούκι σκέφτηκε έναν τρόπο να κινητοποιεί τον εαυτό του για τρέξιμο. Με συμπαθάτε για την πολυλογία, αλλά θα παραθέσω εδώ τα ίδια τα λόγια του Χαρούκι, διότι φτάνει πια να κατακρεουργώ τη λεπτή γλώσσα του ανθρώπου.
«Όποτε αισθάνομαι ότι δεν έχω όρεξη να τρέξω, κάνω πάντα την ίδια ερώτηση στον εαυτό μου: έχεις καταφέρει να ζεις γράφοντας μυθιστορήματα, να δουλεύεις στο σπίτι σου, να φτιάχνεις εσύ το πρόγραμμά σου όπως θέλεις, ώστε να μην είσαι αναγκασμένος να στριμώχνεσαι κάθε πρωί στο τρένο ή να χάνεις την ώρα σου σε βαρετά συμβούλια. Το συνειδητοποιείς πόσο τυχερός είσαι; (Πιστέψτε με, το συνειδητοποιώ.) Σε σχέση μ’ αυτό, δεν είναι τίποτα να τρέξεις μια ώρα στη γειτονιά, έτσι δεν είναι;»
Αυτό, λοιπόν, τον παρακινεί και ξεκινάει για το τρέξιμό του. Εγώ, βέβαια, καμία σχέση, ζω λέγοντας ως επί το πλείστον ψεύτικες ιστορίες σε τουρίστες, αλλά τέλοσπαντων, βρήκα κι εγώ έναν τρόπο να ξεκινάω το τρέξιμο, λέω αν δεν τρέξω, θα είμαι άξια της μοίρας μου. Έτσι, πάω για τρέξιμο, όχι πολύ συχνά, αλλά πάντως πάω. Κοιτάω τους γλάρους, ένας μελαψός ευγενής κύριος που περιμένει στη στάση του τραμ μου λέει καλημέρα κάθε μέρα, αναρωτιέμαι αν αυτό που βλέπω απέναντι είναι η Καστέλλα, φωτογραφίζω την άμμο και τους φοίνικες για το instagram και κάπου εκεί ανάμεσα, τρέχω κιόλας. Η πλάκα είναι που λόγω του θέματος στο instagram (running morning), με ακολουθάνε διάφορα φρικιά του φίτνες και γεμίζει η οθόνη με κάτι φουσκωτούς και κάτι τουρλωτά οπίσθια.
Κι έτσι περνάει η ζωή. Μετά, γυρίζω σπίτι και για την υπόλοιπη μέρα ζωγραφίζω, θα έλεγε κανείς με τόσο ζωγραφικό διαλογισμό που έχω κάνει, θα είχα γίνει γκουρού του ζεν ως τώρα. Αμ δε. Ακόμα παραπαίω ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μαλακία, ξύνω τα μολύβια μου και με τα σκουπίδια φτιάχνω πεταλούδες, μασουλάω πίτουρα και έχω αρχίσει να μετράω τις μέρες για το νησί. Από τη μία.

Από την άλλη, κρυφά, θα ήθελα να συνεχιστεί η περιπλάνηση στην Αθήνα στο διηνεκές, πόσο τρελαίνομαι να γυρνάω γύρω γύρω στην πόλη και να μαθαίνω ονόματα οδών και μέρη και το μετρό και τα λεωφορεία, δεν ξέρετε. Νομίζω πως αυτό θα ήθελα πολύ να το κάνω σε διάφορες πόλεις, δεν ξέρω πως ζουν οι άνθρωποι μόνο σε μία πόλη ή σε ένα μέρος ολόκληρη τη ζωή τους. Εντάξει, το ξέρω, πρέπει να το κοιτάξω αυτό, θα το κοιτάξω πιο μετά, τώρα ας μαζέψω τα ξύσματα απ’ το πάτωμα.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Τι άλλο θα κάνω.

Αγαπημένοι μου, μακρινοί μου φίλοι και κοντινοί, ποτέ δε φημιζόμουν για την επιμονή μου, κι αυτό καθρεφτίζεται στο ιστολόγιο, το οποίο ωστόσο παρά το γεγονός ότι εγώ το έχω παρατήσει στη μοίρα του, σαν κουταβάκι στα σκουπίδια, επίμονο, ανθεκτικό και καρτερικό είναι εδώ κι έρχεται στα όνειρά μου και με παρακαλεί να το μαζέψω από τα σκουπίδια και να γράψω πάλι.
Ο Βασίλης λέει πως δε γράφω γιατί περνάω καλά. Η αδελφή μου λέει ότι είμαι τεμπέλα. Η Στέλλα λέει ότι δε βάφω καλά τα φρύδια μου. Η Ελένη, ότι γεράσαμε, η Μαρίνα, ότι θα γεράσουμε σύντομα κι η Βίβιαν με το Στέφανο λένε Καλά Χριστούγεννα: τη γαλοπούλα που είχαν αγοράσει πριν από 4 χρόνια για να τη μαγειρέψουν εκείνα τα Χριστούγεννα, τη μαγείρεψαν χτες. Προφανώς η γαλοπούλα ήταν βαλσαμωμένη, για ν’ αντέξει τόσα χρόνια στην κατάψυξη.
Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, πιστεύω πως δε γράφω κυρίως γιατί βαριέμαι και γιατί φοβάμαι πως θα γεράσω. Στο ενδιάμεσο, περνοδιαβαίνω στην Αθήνα, μελετώ ενδελεχώς τα ΜΜΜ, έως τα παίζω στα δάχτυλα και μην κοροϊδεύετε, κάνω τον τουρίστα με τεράστια επιτυχία και ξοδεύω σα να μην υπάρχει αύριο.
Αυτό όμως που μονοπωλεί το χρόνο μου τις τελευταίες μέρες είναι μια δίαιτα. Δε μπορώ να σας περιγράψω πόσες ώρες έχω περάσει στην κουζίνα μαγειρεύοντας γι’ αυτή τη δίαιτα και πόσα πειράματα έχω κάνει. Τη Δευτέρα είναι μέρα ζυγαριάς, όπως στα σφαγεία, και την Τρίτη μέρα μετάνοιας και προσευχής. Αν δεν έχει πέσει η ζυγαριά (όχι από το μπαλκόνι, γιατί είναι ξένη), θα πλακωθώ στις πίτσες και σε κάθε μπουκιά θα μουτζώνω τον Ντουκάν. Ο Ντουκάν είναι ο εμπνευστής της δίαιτας, προς ενημέρωσή σας, ο οποίος έχει στοιχειώσει με τη σειρά του τα όνειρά μου. Μαγειρεύω, ψήνω, διαβάζω, υπολογίζω, μετράω, ζυγίζω, τι να σας λέω. Ας είναι καλά μια κοπέλα που έφτιαξε ένα ιστολόγιο γι’ αυτή τη δίαιτα κι έχει γίνει το ευαγγέλιό μας.
Βασικά, τώρα βαριέμαι να σας περιγράψω όλη τη δίαιτα, καλά, δε γίνεται κιόλας. Τεσπαν, το θέμα είναι πως τρως κυρίως πρωτεϊνη, δηλαδή κρέας, αυγά, γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά. Δεν ξέρω αν ξέρετε, όμως, αυτή η διατροφή είναι μεν πολύ καλή για να χάσεις λίπος και να κερδίσεις μυική μάζα (Παναγία μου, ποιος θα μου δώσει το πτυχίο του διατροφολόγου δεν ξέρω) αλλά δημιουργεί δυσλειτουργία σε διάφορα απαραίτητα για τη ψυχική σου ηρεμία συστήματα του ανθρώπινου σώματος. Ως εκ τούτου, πρέπει απαραιτήτως να τρως πίτουρο. Ναι. Πίτουρο. Βρώμης και σταριού. Σε όποιον το λέω, γελάει τουλάχιστον 3 λεπτά. Εγώ, πάντως, δε γελάω καθόλου, διότι κουβαλήθηκα μέχρι ένα παντοπωλείο στην Πατησίων να βρω τα πίτουρα. Τι να σας πω; Ότι έχω φτιάξει μπριός, ρολάκια κανέλας, ψωμί για τοστ, μπιφτέκια με τα πίτουρα; Θεέ μου, να με άκουγαν αυτοί που στην Κατοχή τρώγανε πίτουρα από ανάγκη… Ντροπή.
Κάθε μέρα, βγαίνω γύρα στα σούπερ μάρκετ, να βρω διάφορα περίεργα πράματα για τη δίαιτα, που επιπλέον είναι και πανάκριβα. Τα μισά λεφτά από τη σεζόν έχουν πάει υπέρ δίαιτας. Χαλάλι. Τουλάχιστο γελάμε. Την προηγούμενη βδομάδα, περπάτησα είκοσι λεπτά να πάω σ΄ένα σούπερ μάρκετ που είχε ένα ειδικό τυρί. Είδα όλο το Παλαιό Φάληρο, πολύ ωραία περιοχή, όμορφες πολυκατοικίες, καταπράσινες! Φυσικά, το τυρί δεν το είχε το σούπερ μάρκετ κι επειδή ντράπηκα να φύγω έτσι χωρίς να πάρω τίποτα, πήρα μια χλωρίνη, δυο γάλατα και τρία γιαούρτια και τα κουβαλούσα μέχρι το σπίτι, η ηλίθια. Δε μου ΄κοψε να πάρω ένα σακουλάκι κανέλα. Στο δρόμο έφαγα το ένα γιαούρτι και παραλίγο να πιω και τη χλωρίνη από την απελπισία μου.
Ε, να, με τούτα και με κείνα, περνάει ο καιρός εδώ. Θα προσπαθήσω ειλικρινά να γράψω πάλι σύντομα, να σας πω πόσο μου αρέσει η Αθήνα και πόσο μου αρέσει να βλέπω τη θάλασσα και την Ακρόπολη κι ότι φυσικά χαίρονται τα γλυκούλια που έρχονται από την άλλη άκρη του κόσμου εδώ.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Το τραπέζι της κουζίνας.

Ήθελα να γράψω «έτσι είμαστε οι γυναίκες», αλλά θα θυμώσετε.
Έτσι είμαι εγώ, λοιπόν, τέτοια κάνω. Μαγειρεύω, φτιάχνω μελομακάρονα και κουλουράκια χριστουγεννιάτικα, ψωνίζω μικρά δωράκια σε σχήμα καρδιάς. Πλένω τα πιάτα, βάφω τα νύχια μου, ένα διαφορετικό, πάντα, το δάχτυλο με το δαχτυλίδι έχει άλλο χρώμα το νύχι, να ξεχωρίζει, λες και δεν είναι σημάδι ήδη, βαθύ, πικρό, κλαμένο, αυτό το δαχτυλίδι.
Και μετά, κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας, περιμένω να στεγνώσουν τα νύχια μου, διαβάζω, αυτά τα τραπέζια της κουζίνας, πόσα έχουν ακούσει, δει, υποφέρει, τα τραπέζια της κουζίνας να τα προσέχετε, είναι σημαντικά αντικείμενα, πάντα υπάρχει ένα τραπέζι της κουζίνας, να σε κρατήσει όταν πας να πέσεις, να χτυπήσεις το χέρι σου, να ακουμπήσεις τον πωπό σου όταν γελάς, να πετάξεις το κινητό όταν θυμώνεις, να ακουμπήσεις τον καφέ και τους αγκώνες, να σταυρώσεις τα χέρια όσο περιμένεις να στεγνώσουν τα νύχια σου.
Κάθομαι, που λέτε, στο τραπέζι της κουζίνας και περιμένω. Μου αρέσει να περιμένω. Έτσι, περιμένοντας, νιώθω καμιά φορά όλες τις γυναίκες όλων των εποχών όλου του κόσμου μέσα μου. Ξέρεις αν θα έρθει ή όχι, το ξέρεις, άσχετα που δεν το λες ποτέ στον εαυτό σου. Η αναμονή, όμως, έχει σημασία, μη τη βλέπετε βαρετή και ανούσια. Περιμένεις, στεγνώνουν τα νύχια, τα πιάτα στη σίτα, τα μάτια. Μου αρέσει να περιμένω. Το σπίτι, ήσυχο, καθαρό, τακτοποιημένο, το τραπέζι της κουζίνας γυαλισμένο, περιμένει μαζί μου υπομονετικό και καρτερικό, οι δρόμοι έξω σκοτεινοί και σιωπηλοί υποδέχονται τα βήματα, όταν έρχονται.
Γι’ αυτό ήθελα στην αρχή να γράψω «έτσι είμαστε οι γυναίκες». Γιατί πάντα, σε κάθε χώρα, σε κάθε ιστορία, σε κάθε επανάσταση, κάθε βράδυ, παντού, υπάρχει μια γυναίκα που περιμένει μέσα σε ένα σπίτι. Αυτή η αναμονή δεν είναι θλιβερή, είναι η ζωή η ίδια, κλείνει αντοχή και ανυπομονησία, είναι η ανάσα του κόσμου, μη σας πω το ροχαλητό του κόσμου. Περιμένεις, έτοιμη, γυναικεία, ζωντανή, στη μέση των πάντων. Περιμένω σα γυναίκα.
Μη μου πείτε ότι ποτέ δεν έχετε περιμένει έτσι, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας.

Έτσι είμαστε οι γυναίκες.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Ο επιπλέων κόσμος.

Μάρτυς μου ο Θεός, προσπαθώ κάθε γαμημένη μέρα να γράψω. Excuse my language, αλλά δεν τα καταφέρνω. Πάντα κάτι γίνεται και δε γράφω ποτέ.
Αλλά, να, αυτή τη φορά, για άλλη μια φορά σ’ αυτή την, όχι, μωρέ, δε θα την πω άθλια, να την πω μάταιη, μπα, κι αυτό βαρύ είναι, θα την πω επιπλέουσα, σαν το floating world των Γιαπωνέζων αστών, σ’ αυτή λοιπόν τη ζωή που επιπλέει, γι’ άλλη μια φορά ένα βιβλίο ήρθε και βούλιαξε.
Βασικά, δεν ήταν ένα το βιβλίο, ήταν δύο, αλλά έτσι είναι με τα βιβλία: δε μπορείς να τα εμπιστευτείς ποτέ. Ή που θα είναι απλώς λέξεις τυπωμένες στο χαρτί ή που θα είναι καταιγισμός. Και ποτέ δεν είναι μόνο ένα. Ποτέ. Μην ακούτε που λένε, ένα βιβλίο μου άλλαξε τη ζωή και το αγαπημένο μου βιβλίο και τέτοια, τα βιβλία είναι σαν τις προτάσεις για έξω, ή δε θα υπάρχει κανένα ή θα υπάρχουν δύο τουλάχιστον.
Το ένα βιβλίο, φυσικά, αβίαστα και αβασάνιστα, ήταν ο Κάφκα, του Χαρούκι. Να με συμπαθάτε που αναφέρομαι στους συγγραφείς με τα μικρά τους ονόματα, αλλά δε μπορώ να το βοηθήσω (δεν ξέρω αν το πιάσατε, αν το πιάσατε, είστε φίλοι μου, αν όχι, σπεύστε να γίνετε), είναι σα να τους ξέρω. Το λοιπό, ο Κάφκα στην ακτή, θα κάνω εδώ ένα σπόιλερ, είναι ένας πίνακας. Που επιζεί, επιπλέει και ταξιδεύει στο χρόνο, παρασύροντας μαζί του τον ήρωα του βιβλίου. Βέβαια, να τα λέμε κι αυτά, σιγά μην υπάρχει σε βιβλίο του Χαρούκι μόνο ένας ήρωας, αλλά τελοσπάντων, χάριν ευκολίας, ας πούμε έτσι. Ο ήρωας είναι ο δεκαπενταετής Κάφκα Ταμούρα, που φεύγει από το σπίτι του για να αποφύγει την εκπλήρωση της προφητείας που του κοπανούσε ο πατέρας απ’ όταν ήταν μικρός (ο Κάφκα, όχι ο πατέρας): ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα κοιμηθεί με τη μητέρα του. Σας θυμίζει κάτι; Θα διαβάσετε πως το βιβλίο αποτελεί και καλά μια ερμηνεία του μύθου του Οιδίποδα. Δε συμφωνώ. Το βιβλίο μιλάει για την ενδυνάμωση και την ωρίμανση του Κάφκα και για το πως αφήνεις πίσω και συγχωρείς την οικογένειά σου. Για να το κάνεις αυτό, λέει ο Χαρούκι, πρέπει να ταξιδέψεις στο χρόνο. Ο Κάφκα το κάνει αυτό και πληρώνει το τίμημα, διότι όπως έχουμε όλοι πλειστάκις διαπιστώσει επιπλέοντας, τίποτα δεν είναι τζάμπα.
Το άλλο βιβλίο ήταν το 22/11/63, του Στίβεν Κινγκ, το οποίο επίσης περιγράφει, πιο εύληπτα, ας παραδεχτούμε, ένα ταξίδι στο χρόνο. Ένας θλιμμένος φιλόλογος (αυτό που υπάρχουν φιλόλογοι στην Αμερική, εμένα με ξεπερνάει, αλλά ας μη γίνομαι ελιτίστρια) ανακαλύπτει μια ρωγμή στο χρόνο, που οδηγεί στο 1958 και, για διάφορους λόγους, αποφασίζει να πάει εκεί και να μείνει μέχρι το 1963 και να εμποδίσει τη δολοφονία του Κένεντι. Στο παρελθόν, ωστόσο, στη Χώρα του Χτες, που λέει κι ο Στίβεν, όλα γίνονται όπως και στο παρόν και ο φιλόλογος ερωτεύεται τη Σέιντι. Δε θα σας πω τι γίνεται στο τέλος, πρέπει να το διαβάσετε, αλλά θα σας πω πως τα ταξίδια στο παρελθόν είναι όπως όλα τα άλλα ταξίδια. Συναρπαστικά, εύκολα και παντελώς αδύνατον να προβλέψεις τι θα σου κάνουνε στην ψυχή σου.
Σε περίπτωση που αναρωτιέστε πως διάτανο κατάφερα να συνδυάσω τον Στίβεν Κινγκ και το Χαρούκι Μουρακάμι και γιατί, θα σας πω, αυτή είμαι εγώ, διαβάζω όλα αυτά τα πράματα και μου καταστρέφουν το μυαλό. Και οι δύο μιλάνε για ταξίδια στο χρόνο. Με σκοπό να διορθώσεις κάτι. Και οι δύο καταλήγουν στο ότι αν το κάνεις αυτό, υπάρχει μεγάλο τίμημα.
Κι εγώ, δηλαδή, εκεί κατέληξα. Για σκέψου, να μπορούσες να πας πίσω στο χρόνο και να αλλάξεις κάτι, να κάνεις ή να μην κάνεις κάτι ή να εμποδίσεις ή να προτρέψεις, ή δεν ξέρω γω τι. Πόσες ιδέες σας έρχονται, ε; Και πόσο πιστεύετε πως θα βελτιώνατε τον κόσμο ή τη ζωή σας. Ναι, είναι πειρασμός μεγάλος. Αλλά, από την άλλη, έχετε ακούσει για το φαινόμενο της πεταλούδας, σωστά; Λοιπόν, τα βιβλία αυτά λένε πως ισχύει το φαινόμενο της πεταλούδας και πως αν αλλάξεις κάτι στο παρελθόν, έστω και κάτι μικρό, αλλάζεις κάτι πολύ μεγάλο στο παρόν σου, εν ολίγοις ζεις μια τελείως διαφορετική ζωή. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά αντέχουμε στ’ αλήθεια μια τελείως διαφορετική ζωή; Και, διαφορετική προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; Κι οι υπόλοιποι γύρω μας; Και, πως ξέρεις ότι αλλάζεις το σωστό πράμα;
Εγώ προσωπικά, συνεχίζω να επιπλέω στην πραγματικότητά μου, που δημιουργήθηκε εν μέρει από μένα, εν μέρει από σας, εν μέρει από το τζίμλα, την ακατανίκητη δύναμη του τυχαίου. 
Για άλλη μια φορά οι Ιάπωνες αποδεικνύονται σοφοί. Πρώτοι αυτοί μίλησαν για τον επιπλέοντα κόσμο, που τον έκρυψαν κάτω από την ερμηνεία της τρυφηλότητας, της καλοπέρασης και της ματαιότητας αλλά θαρρώ πως στην πραγματικότητα μιλούσαν για το αναπόδραστο της πορείας και το ακατανίκητο της συνέχειας και το γοητευτικό του δρόμου. Τραβάμε το κουπί μας, λοιπόν, επιπλέουμε στα ποτάμια των ζωών μας και αγναντεύουμε τις όχθες. Μην κοιτάτε πίσω, δε θα δείτε και πολλά, παρά την ομίχλη, κι αν γυρίσετε, με την ελπίδα πως θα πάρετε τη σωστή στροφή αυτή τη φορά, το πιθανότερο είναι πως θα χάσετε τελείως το δρόμο.
Ε, να, αυτά μου κάνουν τα βιβλία! Μη αναστρέψιμη βλάβη.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.




Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Je ne sais plus ce que je suis.

Ξεκίνησα να μαθαίνω Γαλλικά όταν ήμουν στην Πέμπτη δημοτικού, κυρίως επειδή είχαν μάθει και οι αδερφές μου (γενικώς, πολλά από τα πράγματα που έκανα στη ζωή μου τα έκανα κυρίως γιατί τα είχαν κάνει και οι αδερφές μου πριν από εμένα, αλλά αυτό είναι ένα άλλο άρθρο). Τα αντιπαθούσα σφόδρα. Στην τάξη των Γαλλικών, όμως, στις αίθουσες του αξέχαστου Γαλλικού Ινστιτούτου Λαμίας, που όσο απίθανο κι αν σας φαίνεται, υπήρχε και ανθούσε, ω, ναι, εκείνα τα χρόνια η Λαμία ήταν μια άλλη πόλη, αλλά επίσης αυτό είναι ένα άλλο άρθρο, εκεί μέσα λοιπόν γνώρισα τη φίλη μου τη Μαρίνα, που έμελλε να γίνει από τους πιο αγαπημένους ανθρώπους μου επί γης, οπότε τις θυμάμαι με γλύκα. Επίσης, στα Γαλλικά χρωστάω τα περίτεχνα, εντελώς γερτά και ενοχλητικά καλλιγραφικά γράμματά μου, διότι μέρος του μαθήματος, μεγάλο κιόλας, αποτελούσε το να μάθουμε να γράφουμε τις καμπυλωτές και δαντελένιες ουρίτσες του Βίκτορος Ουγκό, σε εκείνα τα τετραγωνισμένα χαρτιά, που είχαν κόκκινες και μπλε γραμμές να διασταυρώνονται κι έπρεπε η ουρά του p να φτάνει σε συγκεκριμένο μήκος και το accent circonflexe να μπαίνει ανάμεσα σε συγκεκριμένες γραμμές και με συγκεκριμένη κλίση.
Αργότερα, παράτησα τα Γαλλικά, διότι ηράσθην το σαξόφωνο και ήρθε και η ώρα των Πανελληνίων και τα ανέσυρα από τη μνήμη μου χρόνια μετά, όταν πήγα στη Σαντορίνη για δουλειά. Περιέργως πως, ενώ πίστευα πως τα είχα πλήρως λησμονήσει, όταν ξεκίνησα τα μαθήματα για να πάρω την άδεια ξενάγησης στα Γαλλικά, αυτά ξεπηδούσαν από το στόμα μου αβίαστα. Έπειτα, έπεσα κατευθείαν στα βαθιά, ξεκίνησα να δουλεύω με τα Γαλλάκια μου και τους Γαλλοκαναδούς μου, δεύτερη μέρα στη Σαντορίνη και στο Ακρωτήρι κι εγώ έκανα δίγλωσσο, φριχτή εμπειρία, παρακαλούσα να εκραγεί το ηφαίστειο και να τελειώσει το μαρτύριό μου.
Σιγά σιγά, με σάλιο και υπομονη, ωστόσο, οι Γάλλοι άρχισαν να καταλαβαίνουν τι τους έλεγα κι εγώ άρχισα να καταλαβαίνω τους Γάλλους και να τους αγαπώ, κι ας λένε ότι θένε οι συνάδελφοι. Φυσικά, εγώ δουλεύω κυρίως με Γαλλοκαναδούς, που μικρή σχέση έχουν με τους Γαλλογάλλους, αλλά και πάλι κάποια επαφή με τους δεύτερους την έχω. Δεν είναι πάντα ευγενικοί, αλλά έχουν κατανόηση, εκτιμούν το χιούμορ και την προσπάθειά σου, γνωρίζουν την Ελλάδα και την ιστορία της και την αγαπούν πολύ. Εγώ προσωπικά με τα Γαλλάκια μου περνάω, τώρα πια, πολύ καλά, κάνουμε εκεί τα γλου γλου μας και διασκεδάζουμε, le crater du volcan και la ville prehistorique και δε συμμαζεύεται. Μέχρι και αστεία τους λέγω και τα καταλαβαίνουν και γελάνε, πάντα με εντυπωσιάζει αυτό!
Γιατί σας τα λέω όλα αυτά
Για να εξηγήσω, στον εαυτό μου κυρίως, γιατί έκλαιγα με λυγμούς όταν είδα τον Πύργο του Άιφελ σκοτεινό και γιατί με συγκλόνισε τόσο το χτύπημα στο Παρίσι και γιατί με επηρέασε τόσο πολύ αυτό, ενώ οι εικόνες και οι ειδήσεις που αφορούν τους πρόσφυγες, τον πόλεμο στη Συρία και όλα τα δυστυχή και άθλια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι ότι δε με συγκλόνισαν και δε με συγκλονίζουν ακόμα, αλλά το χτύπημα στο Παρίσι ήταν χτύπημα στην καρδιά μου. Ακούω και διαβάζω, γιατί είστε μόνο Γάλλοι και Παριζιάνοι και δεν είστε Κούρδοι, Αφγανοί, Σύριοι και πολλά άλλα.
Εγώ προσωπικά, και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, υποθέτω, έχω μια μικρή επαφή με τη Γαλλία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη νοοτροπία των Γάλλων, έχω εικόνες από τη Γαλλία . εκτός αυτού, θεωρώ ότι η Γαλλία, παρά το σωβινισμό και το συντηρητισμό που της καταλογίζουν, είναι μια χώρα προοδευτική, ανοιχτόκαρδη, με βαθιές ρίζες στη δημοκρατία και την ελευθερία. Και ότι οι Γάλλοι είναι ως επί το πλείστον μορφωμένοι, σκεπτόμενοι, πνευματώδεις άνθρωποι. Εν πάση περιπτώσει, την έχω, με διάφορους τρόπους, στην καρδιά μου τη Γαλλία. Είναι δύσκολο να νιώσω έτσι για τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Κουρδιστάν. Αντιλαμβάνεστε τι εννοώ; Δεν γίνεται να είσαι τόσο πολύ πολίτης του κόσμου, κάπου συρρικνώνεται η παγκόσμια συνείδησή σου. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι αναισθητοποιείσαι.
Επιπλέον, είναι και το γεωγραφικό ζήτημα. Η Ευρώπη είναι ο χώρος αναφοράς μου, τις ευρωπαϊκές χώρες γνωρίζω, γι’ αυτές έμαθα στο σχολείο, όπως και να το κάνουμε. Και η Γαλλία είναι κοντά μου, στο Παρίσι έχω πάει, στο Μονπελιέ έχω στείλει γράμματα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, το χτύπημα στο Παρίσι ήταν ένα χτύπημα και στη δική μου καρδιά και ασφάλεια. Γι’ αυτό κλαίω και μουδιάζω όταν βλέπω εικόνες και διαβάζω μαρτυρίες. Γι’ αυτό πιστεύω πως τα πράγματα δεν είναι απλά και κάτι αλλάζει τώρα πια στον κόσμο μου. Μη λέτε πως είναι υποκρισία, είναι αναπόφευκτο, αυτό που συμβαίνει κοντά σου σε συγκλονίζει και σου μένει αξέχαστο, αναγκαστικά, όλοι ζούμε στον κόσμο μας.
Και κάτι άλλο έχω να πω. Δεν είναι μόνο στην Ελλάδα που πάθαμε αυτόν τον συγκλονισμό. Σε όλες τις ευρωπαϊκες χώρες οι άνθρωποι ταρακουνήθηκαν, γιατί, και να κοροϊδεύετε όσο θέλετε και να με πείτε και αφελή, δε με νοιάζει, όσο και να τρίζει αυτό το κατασκεύασμα που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, εμείς, οι άνθρωποι που ζούμε σε αυτή τη γη, δεν είμαστε μόνο ότι μας λέει το έθνος μας, αλλά είμαστε και Ευρωπαίοι. Κι αυτό το αίσθημα της εγγύτητας στους Γάλλους, οφείλεται στην κοινή συνείδηση που έχουμε, διότι την έχουμε κι ας την αρνιόμαστε με όλη τη δύναμη του πνεύματος μας. Αιώνες τώρα, είμαστε και ζούμε μαζί. Αιώνες τώρα, οι συγγραφείς και οι ζωγράφοι και οι ποιητές και οι αρχαιολόγοι και δεν ξέρω γω ποιοι άλλοι της Ευρώπης αναμετάξυ τους τσακατίζονται και αγαπιούνται και κοιτάζονται.
Θαρρώ πως αυτό δείχνει όλη αυτή η δραστηριότητα στο ίντερνετ. Το χτύπημα στο Παρίσι μας φόβισε όλους και ένας τρόπος να δεχτούμε και να αντέξουμε αυτόν τον φόβο είναι να νιώσουμε μέρος ενός συνόλου, να κοιτάξουμε δίπλα μς και να δούμε κι άλλα φοβισμένα μάτια. Εγώ, προσωπικά, αυτό δεν το θεωρώ κακό, το θεωρώ γόνιμο.

Κι επειδή τώρα το παράκανα, μέχρι που πείνασα και λίγο, σας αφήνω και ως συνήθως, σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Έτσι, να ξεμπλοκάρουμε.

Μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω γιατί δε γράφω. Έχω πάθει συγγραφικό μπλοκ. Ένα μπλοκ από δω ως την Ανάφη.
Το καλοκαίρι έφυγε, επισήμως, και δεν το πήρε η βροχή. Ήταν ένα περίεργο καλοκαίρι, με πολλή ταραχή, πολλή δουλειά, πολλή κούραση, ξενύχτια και μπαρ. Εγώ προσωπικά ζορίστηκα πολύ φέτος το καλοκαίρι. Δεν είχα καμία ψυχική ηρεμία και καμία συναισθηματική ψυχραιμία. Γι’ αυτό μάλλον σταμάτησα να γράφω. Τώρα λέω πάλι εδώ τον πόνο μου, αλλά δεν ξεχνώ πρώτον τη Βόρεια Ήπειρο και δεύτερον ότι γι’ αυτό το έκανα το ιστολόγιο, για να λέω τον πόνο μου. Ήταν ένα καλοκαίρι ταραχής. Αυτό. Η καλύτερη λέξη είναι η ταραχή. Δεν ήμουν ακριβώς λυπημένη ούτε ακριβώς χαρούμενη, σίγουρα δεν ήμουν ήρεμη. Ήμουν εξαιρετικά ταραγμένη, δεν είχα λεπτό ησυχίας, που να κοιτάω μέσα μου και γύρω μου, ακόμα κι όταν τρέχω, που, όπως λέει κι ο Χαρούκι, είναι η μόνη ώρα της ημέρας που δε χρειάζεται να μιλάω ή να ακούω κάποιον, ακόμα και τότε, εμένα το μυαλό μου στριφογύριζε σαν την Ούρσουλα που προσπαθεί να απαλλαγεί από το κουδούνι που της κρέμασα.
Ίσως η γιατρειά να είναι ν’ αρχίσω πάλι να γράφω και να σας λέω τις περιπέτειές μου, που δεν είναι και λίγες, εδώ που τα λέμε. Ίσως πάλι όχι. Λέτε να πληρώνω τώρα το κόστος του ηφαιστειακού μύδρου που εξαπέλυσε ο κατάπτυστος πριν από έναν χρόνο; Να μου πήρε ένα χρόνο να το χωνέψω; Πολύ μου αρέσει αυτή η ψυχοθεραπεία. Δεν ξέρω.
Εσείς έχετε χωρίσει ποτέ; Κι αν ναι, πως την παλέψατε; Αν όχι, πάλι, πως την παλέψατε; Τώρα που πέρασε ο καιρός, θα μου πεις σιγά τον καιρό που πέρασε, λέω πως σωστά μιλούν για τραύματα. Διότι έτσι το νιώθω κι εγώ στην ψυχή μου, σαν τραύμα, μια πληγή που βγάζει αίμα ακόμα αν τεντώσω το δέρμα εκεί κοντά. Συγγνώμη για τις αηδιαστικές περιγραφές, αλλά αν δε μιλήσεις με ακρίβεια, μη μιλάς καθόλου καλύτερα. Αν δεν το πειράξω ή δεν το ξύσω, το ξεχνάω. Είναι εκεί όμως, και μου δημιουργεί την ταραχή μου, μια μικρή φαγουρίτσα. Δεν έχει,φυσικά, καμία σχέση με το κύμα της θλίψης που σε τυλίγει στην αρχή, αλλά είναι, είναι κάτι, σε τρωει, υπάρχει, δεν πέθανε, σηκώνεις το χέρι να χτενιστείς και σε τραβάει.
Χτενίζεσαι, όμως. Διότι πρέπει να πας στη δουλειά και να μιλήσεις αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, σουαχίλι και βραζιλιάνικα. Και να χαζολογήσεις με τους οδηγούς και να νταντέψεις τα πελατάκια σου. Καμιά φορά θυμάμαι τη Βίκυ, μια συνάδελφο, που έλεγε ένα πρωί στο λιμάνι (εγώ δεν κατεβαίνω ποτέ στο λιμάνι, πως βρέθηκα τη μέρα εκείνη εκεί, ακόμα αναρωτιέμαι) ότι όταν πραγματώνεσαι μέσα από τη δουλειά σου, δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτή και άρα δε σταματάς ποτέ να δουλεύεις, και ανατριχιάζω. Ελπίζω ειλικρινά να μην το πάθω αυτό και αν το πάθω, αγαπημένοι μου, ευχή και κατάρα σας αφήνω, να με σκουντήξετε!
Με τα πολλά, χτενιζόμουν κάθε μέρα και πέρασε το καλοκαίρι. Ήρθε κόσμος, μετά φύγανε, ήρθαν άλλοι, γενικώς υπήρχε μια κινητικότητα, καλό είναι αυτό, ξέρετε, δε βαριέσαι. Είχα την Ευγενία με τα γαλαζοπράσινα μάτια της και την Ιταλία της, είχα την Τάνια με φουστάνια της και την Οία της, είχα κάθε μέρα τη λίστα με το μάζεμα των πελατών για την επόμενη μέρα, χτυπούσε το Viber κι έτρεμε το φυλλοκάρδι μου, είχα το τρέξιμό μου και τα βιβλία μου, είχα την Ούρσουλα, ντάξει, κάτι έγινε, πέρασε.
Τώρα, κοιτώ τα σύννεφα, μετρώ τις μέρες, μυρίζω τη βροχή, πληρώνω λογαριασμούς, διαβάζω τα βράχια, λέω τις τελευταίες μου ιστορίες στις εκρού πέτρες του Ακρωτηρίου και περιμένω. Να σας ξαναδώ όλους και να φιλήσω τα ιερά χώματα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Κι ελπίζω να συνεχίσω να γράφω.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.  

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Σάββατο πρωί.

Μόνο εγώ τα κάνω αυτά, σηκώθηκα, κυρία, η ώρα 6 το πρωί είδα το ξημέρωμα, πήγα για τρέξιμο, καταχαρούμενη που είμαι στην ώρα μου, μπανιαρίστηκα, έβαλα το φακιόλι και ξεκινάω να πάω στις τράπεζες, να κάνω τις δουλειές μου. Μιλάμε για οργάνωση, όμως, έτσι; Έχω μοιράσει τα λεφτά σε φακελάκια, έχω γράψει αριθμούς, σημειώσεις, τα έχω στη σειρά ανάλογα με το που θα πάω πρώτα, όλα, σας λέω, τυπική. Και μετά, μου στέλνει η Έφη τη λίστα με τα γλυκούλια για σήμερα και της λέω, φεύγω, πάω για τράπεζες κι εκεί, έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης: σαββατιάτικα; μου γράφει η Έφη. Σαββατιάτικα.
Έτσι τρελαίνεσαι, να ξέρετε. Εδώ, η κάθε μέρα είναι ίδια. Το έχουμε πει, τείνουμε όμως να το ξεχάσουμε. Και κάπως έτσι, βρίσκεσαι να στέκεσαι απορημένος έξω από την κλειστή τράπεζα, Σάββατο πρωί, και τα παιδιά που γυρνάνε απ’ τα μπαρ και τα ξενύχτια, με τα γυαλιστερά τσαντάκια τους στα χέρια και τα υγρά τσιγάρα στα ταλαιπωρημένα στόματα να σε κοιτάνε απλανώς και νυσταγμένα, φωνάζοντας το ένα στο άλλο, γιατί τους έμεινε κουσούρι από τη μουσική στο μπαρ.
Γυρνάω στην Ούρσουλα, που ξαπλώνει αποκαμωμένη στα πλακάκια και της λέω, Ούρσουλα, που θα καταλήξουμε; Θα γίνουμε ποτέ αθρώποι ή θα παραμείνουμε γίββωνες με πετσετέ παντόφλα ξενοδοχείου, να περιφερόμαστε στα πλακόστρωτα, να περιμένουμε τις τράπεζες να ανοίξουν και τις τρίτες εκλογές για φέτος;
Η Ούρσουλα απαξίωσε να απαντήσει κι εγώ στράφηκα στην αρχαία συνταγή, άνοιξα εδώ, μια λευκή σελίδα κι είπα να σας πω τον πόνο μου.
Καλά,όχι ότι έχω και κάναν φοβερό πόνο, τα γνωστά: μολονότι ζω στη Σαντορίνη, πράγμα που στους περισσότερους φαντάζει το απαύγασμα της επιτυχίας (τις περισσότερες φορές και σε μένα), έχω βαρεθεί καλντέρες και τα συναφή, το μόνο που με νοιάζει πια είναι το frozen yoghurt που τρώμε καμιά φορά με την Ευγενία μπροστά στη μητρόπολη. Λέω καμιά φορά πότε θα τελειώσει η σεζό, να φύγω, και μετά λέω και να πάω που και ας μείνω καλύτερα εδώ για πάντα, στο αέναο αλισβερίσι με τους τουρίστες, να ανεβοκατεβαίνω στα λεωφορεία στο διηνεκές του χρόνου, ένας ιπτάμενος Ολλανδός με φακιόλι στο κεφάλι.
Κι επειδή στεναχωρέθηκα τώρα, θα σας πω για προχτές που είχα μια οικογένεια από μαχλαμπούχλες στο γκρουπ, ξέρω γω, Αιγύπτιοι ήταν, Λίβυοι, κάτι τέτοιο τελοσπάντων, κι είχαν 5 παιδιά, το ένα πιο φασαριόζικο, κακομαθημένο και κατασαρομάλλικο από το άλλο. Έλεγα εγώ τα αστειάκια μου, με κοιτούσαν τα παιδάκια ανέκφραστα. Λέω στο φίλο μου τον Παναγιώτη, που είχε έρθει στο τουρ «αυτά έχουν πάθει εγκεφαλικό σίγουρα» και γελάμε, όπως κάνουμε συνήθως με τον Παναγιώτη. Σταματάμε στο γραφικό Μεγαλοχώρι και μου ‘ρχονται τα μαχλαμπούχλικα με ένα παγωτό γρανίτα έκαστο. Δε μπορούμε να πάρουμε τη γρανίτα στο λεωφορείο, δηλώνω απερίφραστα. Και δως του, καταπίνουν τη γρανίτα γκλουπ, με τη μία, γουρλώνουν και τα μάτια και λες, τώρα θα πνιγούν. Πριν συνεχίσω, πρέπει να ξέρετε πως αυτή η σκηνή, με τον χ πελάτη να καταπίνει σούμπιτο αυτό που τρώει, από παγωτό μέχρι σουβλάκι, για να μην το πετάξει, είναι γνωστή σε όλους τους ξεναγούς ανά τον κόσμο. Επιστροφή στα μαχλαμπούχλικα. Λέει, το λοιπό, ο Παναγιώτης, τώρα να δεις εγκεφαλικό, αυτά θα πάθουν brain freeze από τη γρανίτα, θ’ απομείνουν μες στο λεωφορείο και τότε θα σε κοιτάνε ανέκφραστα κι αντί για σάλια, από το στόμα θα τρέχει γρανίτα. Η ξεναγός έφτυσε το μικρόφωνο από τα γέλια κι έτσι πέρασε η μέρα.
Είδατε; Πέρασε η ώρα. Πάω στην τράπεζα. Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσέις και τα μωρα σας.