Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Ε, να μην πω κι εγώ το μακρύ μου;



Καλέ, ο Σταύρος Θεοδωράκης έκανε κόμμα. Πολιτικό κόμμα, το ονόμασε, λέει, το Ποτάμι. Από χτες, να έχει γίνει ένας χαμός στο Διαδίκτυο.
Εγώ τον συμπαθώ το Σταύρο Θεοδωράκη, μου έχει κάνει πλύση εγκεφάλου κι η Ρενάτα 4 χρόνια στην Κέρκυρα, που είναι ο μεγάλος της έρωτας. Μιλάει καλά, είναι εμπεριστατωμένος, αν και μονόπλευρος, ενίοτε. Το protagon το παρακολουθώ ανελλιπώς, μου αρέσει που έχει πολλές γνώμες και διάφορα θέματα, όχι μόνο πολιτική ή μόνο αθλητικά ή μόνο μαγειρική, έχει πολλά, μου αρέσει το στήσιμο και μερικοί από αυτούς που γράφουνε αγγίζουν την καρδιά μου και το νου μου. Μερικοί άλλοι, βέβαια, αγγίζουν τη μαλακία. Αλλά, έλα, δεν μπορείς να τα έχεις όλα.
Επίσης, συμπαθώ γενικώς τις αλλαγές. Και ο Σταύρος Θεοδωράκης με το Ποτάμι του, ο Τζήμερος με τη Δημιουργία του, οι 58 και διάφορα άλλα που δεν έχουν πέσει στην αντίληψή μου, διότι δεν είμαι και ο έγκυρος πολιτικός αναλυτής, είναι κάτι σε αλλαγή, νομίζω. Δεν είναι το τέλειο ούτε αυτό που σίγουρα αξίζει ή σίγουρα θα επιζήσει. Είναι, όμως, μια πρόταση ή δύο ή μισή.
Όταν βγήκε ο Τζήμερος, κι αυτός μου άρεσε και συμφωνούσα με πολλά που έλεγε, συμφωνούσα με την τακτοποίηση του δημοσίου, με την παραγωγικότητα και με τη διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας, όχι των επιχειρηματιών, της επιχειρηματικότητας. Όταν έφτιαξε τη Δημιουργία, έκατσα, φίλε, και διάβασα ότι είχε γράψει στη σελίδα. Και τα κατάφερα, τα διάβασα ως το τέλος. Μετά προσπάθησα να κάνω το ίδιο στις σελίδες των άλλων κομμάτων, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Σύριζα, ΔΗΜΑΡ, Καμένος (ναι, διάβασα και τον Καμένο!), ΚΚΕ. Δε μπόρεσα να φτάσω στο τέλος, δυστυχώς. Ο Τζήμερος, όμως, έγραφε σαν άνθρωπος.
Αργότερα, μου τα χάλασε λίγο ο Τζήμερος, είπε κάτι κοτσάνες και κάτι ασυμμάζευτα. Ωστόσο, ακόμα συμφωνώ με μερικά που λέει κι ακόμα θεωρώ πως μιλάει σαν άνθρωπος. Η πολιτική είναι αδηφάγο και ύπουλο πράμα και είναι πολύ δύσκολο έως ακατόρθωτο να αντέξεις, νομίζω αυτό έπαθε ο Τζήμερος. Αυτό, και του προσκολλήθηκε και αυλή κι η αυλή είναι ηθικός θάνατος για τον πολιτικό.
Τελοσπάντων, ο Τζήμερος βγήκε και έκανε ότι έκανε, είπε ότι είπε, πήρε όσους πήρε. Το θέμα, όμως, είναι πως ήταν κάτι καινούργιο, κάτι που δεν το ήξερα, πιο πολύ αυτό με τράβηξε να τον μελετήσω (εντάξει, είμαι και ένα νεοφιλελεύθερο γουρούνι, το παραδέχομαι), ένα καινούργιο πρόσωπο-πόσο ανόητη ακούγεται, Θεέ μου, αυτή η φράση, αλλά και πως αλλιώς να το πεις, ναι, ρε παιδί μου, ένα καινούργιο πρόσωπο. Επίσης, για μένα, το θέμα είναι πως μια μερίδα απέρριψε το Τζήμερο (και θα απέρριπτε οποιονδήποτε, όπως απορρίπτει τώρα και το Θεοδωράκη) συλλήβδην, δίχως να ακούσει τι έχει να πει, δίχως να του δώσει μια ευκαιρία, όπως στις ξανθιές.
Αυτή η μερίδα δεν έχει εμπιστοσύνη καμία στην προσπάθεια, στη δοκιμή, στο «πάμε και βλέπουμε», δικαίωμά της της μερίδας, απλά εγώ εκνευρίζομαι όταν το καινούργιο πετιέται στα σκουπίδια με δικαιολογίες ηλίθιες, παρωχημένες και χωρίς άλλο επιχείρημα πέραν του παρελθόντος.
Το ίδιο τώρα έγινε και με το Θεοδωράκη. Έκανε κόμμα ο Θεοδωράκης, έκανε κόμμα το Mega, διάβασα. Και διάφορα άλλα, παιδί του συναφιού, πουλημένος, δεν ξέρω γω τι. Και μόνο που το ανακοίνωσε, έτσι, δεν είπε απολύτως τίποτε. Εντάξει, μπορεί και να είναι. Κάτσε, ρε φίλε, όμως, να δεις, ΔΙΑΒΑΣΕ τι έχει να πει, γενικώς, διάβασε, ξεστραβώσου, ασχολήσου, άκου, και μετά συμπέρανε. Τα δικά σου συμπεράσματα, όμως. Αυτό νομίζω είναι το πιο δύσκολο και το ζητούμενο, αλλά ταυτόχρονα αυτό που μπορεί και να καταφέρουν αυτά τα νέα κόμματα. Να βάλουν τον κόσμο να διαβάσει, να ασχοληθεί, να σκεφτεί. Σηματοδοτούν μια αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό, όσο κι αν αποτυγχάνουν στην αρχή ή κατρακυλούν ή αφομοιώνονται.
Σιγά σιγά, σταδιακά, θα γίνει κι ένα τρίτο ή ένα τέταρτο ή ένα εκατοστό κόμμα κι αυτό θα πετύχει ή θα ωριμάσει. Κι έτσι έρχεται η πολυπόθητη αλλαγή. Δε γίνεται σε μία μέρα να καθαρθεί η ελληνική κοινωνία ή το ελληνικό δημόσιο, θα πάρει πολλά χρόνια και πολλά κόμματα. Αλλά ας μην την πνίξουμε στην αρχή της. Εμένα, πρώτα και πάνω απ’ όλα, αυτό μου λένε αυτά τα καινούργια κόμματα.
Όσο για το Θεοδωράκη, περιμένω. Θέλω να δω τι θα πει και τι θα κάνει. Το αρχικό κείμενο που έγραψε μονορούφι το διάβασα και συμφώνησα. Για να δούμε και παρακάτω.

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

I was crafty before crafting was cool.



Χα! Εδώ είμαι, δεν έφυγα, όχι ακόμα τουλάχιστον, αλλά που θα μου πάει, θα φύγω, θα ανοίξω τα φτερά μου και το πορτοφόλι μου και θα βρεθώ στο νησί, ανεμοδαρμένη κι ενθουσιασμένη. Έχω μεγάλα σχέδια για τη Σαντορίνη φέτος, θα γίνει χαμός, δε θα προλαβαίνουμε τουρίστες και άλλα. Το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου κατασκευάζει ΤΟΝ πάγκο του χρυσοχόου, ο οποίος έχει 31 συρτάρια, ειδικό εξάρτημα για το χαρτί κουζίνας με ειδικό περιστρεφόμενο καλαθάκι απορριμμάτων από κάτω, έχει κρεμάμενη μια σωλήνα επικών διαστάσεων για εξαερισμό, έχει φως, ειδική υποδοχή για την οθόνη του υπολογιστή και ειδικό κουτί για τον ίδιο τον υπολογιστή, κρυφά συρτάρια για τα διαμαντικά και τώρα επεξεργαζόμαστε να κατεβαίνει κι ένα ντιβάνι από πάνω για τις δύσκολες ώρες του μεσημεριού και τη σιέστα. Όπως καταλαβαίνετε, το άτομο αυτό σκοπεύει να κοιμάται στα εργαστήριο, οπότε έχουμε έξτρα χώρο στο σπίτι, σας λέω, θα γίνει χαμός, όλοι θα έρθετε στη Σαντορίνη φέτος! Ο πάγκος είναι ο σταρ των ημερών, εγώ του είπα να τον βάψουμε ροζ, αλλά δεν ήθελε, ο άτολμος, κι επίσης του είπα ότι δεν πρόκειται να ξαναγοράσω έπιπλα, θα μου τα φτιάχνει όλα αυτός. Καλέ, σας λέω, τύφλα να έχει ο Βαράγκης, τέτοια κατασκευή. Κι ο γλυκός μου συγκινείται κιόλα, σήμερα με πήρε τηλέφωνο να μου πει «μπέμπα, τι θα απογίνει ο πάγκος μου μετά από 50 χρόνια, που εγώ θα έχω πεθάνει; Θα τον πάρει κανένας άξιος ή θα γίνει κοτέτσι;»
Πυρετός δραστηριότητας, εγώ διαβάζω τα Γαλλικά μου κι ακούω γαλλικά ραδιόφωνα (όχι ότι καταλαβαίνω τίποτα, αλλά έτσι, για να ξεγελιέμαι), κάνω λίστες με πράγματα που πρέπει να γίνουν ώσπου να φύγουμε και μετά τις κοιτώ έντρομη και καταφεύγω στο pinterest. Έχω ράψει μιλιούνια τσάντες, δεν ξέρω τι θα τις κάνω, μάλλον θα τις γεμίσω πράγματα για το νησί, μεταποιώ όλα μου τα παλιά ρούχα, καθώς λεφτά για καινούργια δεν έχω, αλλά ένα περίεργο πράμα, γιατί όλα θέλουν με κάποιο τρόπο να τα φαρδύνω και κανένα δε θέλει στένεμα, δεν το καταλαβαίνω, συνομωσία θα είναι κι αυτό, να δείτε.
Επίσης, καταγγέλλω, τώρα, με την αφορμή της μεταποίησης, το γεγονός πως όταν εμείς ψωνίζαμε στην Αμερικάνικη Αγορά στη Μαρτίου, στη Θεσσαλονίκη, ρούχα από δεύτερο χέρι και περίεργα πουκάμισα, μας κορόιδευαν, τώρα μου έχουνε μάθει όλοι το thrift-shopping και τα μαγαζιά που πουλάνε με το κιλό. Άσε που όταν εγώ έβαζα φιόγκους στα παπούτσια μου όλοι εσείς που μου κουνιέστε για crafters, δεν ξέρατε ούτε τον τσαγκάρη, χα!
Θυμάμαι, τω καιρώ εκείνω, δηλαδή πριν από καμιά 15 χρόνια, το χειροποίητο ήτο γραφικό, παλιομοδίτικο, άχρηστο, μη σας πω και κατάπτυστο κι εγώ ήμουν ψιλοφρίκουλο, που καθόμουν κι έφτιαχνα πράματα με τα χέρια μου, τώρα, όλοι έχουν γίνει μόδιστροι, ανακαλύπτουν το ντεκουπάζ δίπλα στην Αμερική και περνάνε 2 χάντρες σ’ ένα σύρμα και χαίρονται. Όχι, δεν είμαι πικρόχολη, όσο κι αν ακούγεται έτσι. Αντιθέτως, εγώ πολύ χαίρομαι που η χειροτεχνία έχει γίνει της μοδός, διότι είχε παραγίνει το κακό με την κατανάλωση, τώρα, αντί να αγοράζουμε μυριάδες άχρηστα πράματα, αγοράζουμε μυριάδες άχρηστα υλικά για να φτιάξουμε κάποτε κάτι με αυτά, όσο να πεις, αυτό είναι μια αναβάθμιση.
Ας αναβαθμιστούμε, το λοιπό, κι ας ανακυκλώσουμε τα παλιά σε καινούργια ή σε κάτι άλλο, εντελώς άσχετο με το προηγούμενο, που είναι και το αγαπημένο μου, πρέπει να ξέρετε, τρελαίνομαι να βλέπω πράγματα σε εντελώς άλλη χρήση από αυτή για την οποία προορίζονταν. Νομίζω ότι βασικά ήρθα στην εξωτική Κατερίνη, επειδή ο Γιάννης έχει εδώ ένα τερατώδες εργαστήριο, όπου μπορούμε να φτιάξουμε σχεδόν τα πάντα.
Εντάξει, είναι και το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, οκ.
Η χειροτεχνία είναι η σωτηρία του κόσμου, να ξέρετε. Έχω σχέδιο, σας το έχω εξηγήσει, έτσι; Τα 3 άλφα: αλληλεγγύη, ανακύκλωση, αποκέντρωση, θα σας πω τις λεπτομέρειες μια άλλη φορά, τώρα πάω να ντύσω τις παλιές μου μπότες με καινούργια, μαλακή, αστραφτερή σουετίνα.
Και είπαμε, έτσι; Στη Σαντορίνη.

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ευτυχώς, έμαθα και μια τέχνη, που έλεγε κι η γιαγιά μου.

Καταρχάς, δε με παρατάτε με τις χειροτεχνίες για τον Άγιο Βαλεντίνο; Πιο βαρετό πεθαίνεις. Όπου και να κοιτάξω, βλέπω καρδούλες, κανένα εξεπιτούτου κανείς δε φτιάχνει, που λέει κι ο Γιάννης, μόνο που δε λέει εξεπιτούτου, λέει κάτι άλλο, που δεν είναι της ανατροφής μου, όπως έχω πολλάκις σημειώσει.
Η γιορτή του έρωτα, σου λέει, είναι, καλέ, όχι του καρδιολόγου. Καρδούλες από χαρτί, καρδούλες origami, καρδούλες πάνω σε κέικ, γύρω από κέικ και μέσα σε κέικ, μέχρι και το Lidl, καλέ, στο Θεό σας, έβγαλε τυρί σε σχήμα καρδιάς και κροκέτες κοτόπουλου σε σχήμα καρδιάς. Μα, κροκέτες κοτόπουλου; Τι έμπνευση.
Εξαφανίστηκα, διότι ανακάλυψα το pinterest. Αν δεν ξέρετε τι είναι (πράγμα απίθανο, αλλά ζούμε σε έναν απίθανο κόσμο), καλύτερα. Αν ξέρετε τι είναι, με νιώθετε. Φίλε, λιώνω στο pinterest. Και δέκα ζωές να έχω δεν παίζει να προλάβω να τις κάνω όλες αυτές τις χειροτεχνίες. Εν τω μεταξύ, διακρίνω μία προτίμηση του pinterest στο βελονάκι: μόνο για βρακιά δεν έχει σχέδιο να πλέξεις με βελονάκι, έχει να πλέξεις κασκόλ, κουβέρτες, θήκες για όποιο gadget σου κατέβει στο κεφάλι, βρήκα κι ένα κάλυμμα για τον πύργο του υπολογιστή, μια άλλη είχε ντύσει την κούνια στην αυλή της, τι να σας πω, καμιά φορά δεν τους καταλαβαίνω αυτούς τους Αμερικάνους-διότι η συντριπτική πλειοψηφία των κράφτερς είναι Αμερικάνοι ή μάλλον Αμερικάνες. Βέβαια, ίσως είναι της φαντασίας μου αυτή η προτίμηση, διότι όποιος έχει τη μύγα, ως γνωστόν, μυγιάζεται. Κι εγώ απέκτησα τη μύγα του βελονακίου προσφάτως, αλλά είμαι παντελώς άχρηστη, άχρηστη, καλέ, εντελώς, σας λέω. Έδωσα, πήρα, δεν τα καταφέρνω, θα αφοσιωθώ στη ραπτική, τέλος. Και να ‘χεις εκεί να σου κοπανάνε «το πιο εύκολο λουλούδι», «ένα κασκόλ σε δυο ώρες», «φτιάξε όλο το ζωολογικό κήπο για το παιδί σου με το βελονάκι» κι εγώ προχτές κόντεψα να δεθώ μόνη μου με το νήμα. Δε με παρατάτε. Αφήνω, λοιπόν, το βελονάκι στην άκρη και στρέφομαι στη ραπτομηχανή μου, που δε με πρόδωσε ποτέ. Κλέβω τα ρούχα του Γιάννη και τα μετατρέπω σε δικά μου.  Επίσης, ράβω τσάντες, τόσες τσάντες πια δεν ξέρω ούτε που θα τις βάλω ούτε τι θα τις κάνω. Συνεχίζω, όμως.
Επίσης, πήγα στην Αθήνα. Ινκόγκνιτο. Και γύρισα με την ίδια απορία με την οποία γυρνάω κάθε φορά: πως και γιατί ζούνε άνθρωποι σε αυτή την πόλη. Πήγα σε ένα σεμινάριο για τους ξεναγούς, όπου επιμορφώθηκα δεόντως. Ακόμα, αναπτερώθηκαν οι ελπίδες μου γι’ αυτό το επάγγελμα: σε λίγα χρόνια θα έχουν απομείνει ζωντανοί ελάχιστοι ξεναγοί, οπότε κάτι θα δουλέψουμε κι εμείς οι καινούργιοι, διότι, ναι, πρέπει να ξέρετε, 4 χρόνια αφότου έχεις αποφοιτήσει από τη σχολή και δουλεύεις, πληρώνεις φόρους, εισφορές και τις αμαρτίες σου, είσαι ακόμα καινούργιος. Ο μέσος όρος ηλικίας στο σεμινάριο ήταν τα 65-μία κυρία έπλεκε και βελονάκι, παρεμπιπτόντως, αλλά η Βίβιαν δε με άφησε να πάω να της ζητήσω να μου δείξει.
Δε θέλω να με παρεξηγήσετε, σέβας έχω για τους μεγαλύτερους, αλλά δεν ξέρω άλλο επάγγελμα, όπου συνεχίζεις να δουλεύεις κανονικά και με το νόμο ΚΑΙ αφού έχεις πάρει σύνταξη. Εσείς ξέρετε; Οι συνταξιούχοι ξεναγοί δουλεύουν νομιμότατα, όποτε, όπου και όπως θέλουν ή μπορούν, τη στιγμή που ομολογουμένως δεν έχει δα και τόση πολλή δουλειά. Αυτό μπορεί να εξυπηρετούσε πριν από 30 χρόνια, όταν οι ξεναγοί ήταν λίγοι κι οι τουρίστες πολλοί ή, τουλάχιστον, οι τουρίστες που πλήρωναν για ξενάγηση, σήμερα, όμως, δεν εξυπηρετεί παρά τα συμφέροντα της ξεναγικής γερουσίας και τις βολικές συνεργασίες και συμφωνίες δεκαετιών, ενώ παράλληλα αποκλείει ένα μεγάλο μέρος των νέων ή, καλύτερα, των καινούργιων, ξεναγών από την αγορά εργασίας.
Επίσης, τώρα οι ξεναγοί αυξάνονται και πληθύνονται με ρυθμούς κουνελιών, καθώς οι Σχολές Ξεναγών, που διοχέτευαν στην αγορά περίπου 120 ξεναγούς κάθε 3 χρόνια έχουν αφρόνως, ακρίτως και αδίκως αντικατασταθεί από σεμινάρια του Υπουργείου Πολιτισμού, που διοχετεύουν στην αγορά περίπου 60-90 ξεναγούς κάθε 6 μήνες. Πόσο να αντέξει πια αυτή η αγορά; Προσπαθούμε, οι ξεναγοί, να αντιστρέψουμε τη ροή του ποταμού και να καταργήσουμε τα σεμινάρια, πράγμα το οποίο είναι απίθανο, κατά τη γνώμη μου, διότι, με τα σημερινά δεδομένα, οι Σχολές Ξεναγών δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναλειτουργήσουν, λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας (είδατε που, άμα θέλω, μιλάω και επίσημα;). Οπότε, θα μας μείνουν τα σεμινάρια, που τουλάχιστον απευθύνονται αποκλειστικά σε αρχαιολόγους και ιστορικούς-ακόμα.
Μήπως, λέω εγώ, με το φτωχό μου το μυαλό, μήπως πρέπει να προσπαθήσουμε να διαφυλάξουμε αυτό το έρμο επάγγελμα με κάποιον άλλον τρόπο, όπως, για παράδειγμα, να πολεμήσουμε σοβαρά το καθεστώς των συνοδών, που χωρίς να έχουν άδεια ξεναγούν κανονικά και ανερυθρίαστα, εντός, εκτός και επί τα αυτά των περιώνυμων αρχαιολογικών χώρων της Ελλάδας και των λεωφορείων; Στο νησί γίνεται της τρελής, 40 ξεναγοί κι 140 συνοδοί, κράτος εν κράτει, κι άντε, είναι και μερικοί καλοί, είναι, όμως, αδερφέ, και μερικοί που θαρρούνε πως είναι οι βασιλιάδες του κόσμου και δεν ξέρουν και την τύφλα τους και βαφτίζονται ξεναγοί. Άμα τους βλέπω με τα μικρόφωνα στα χέρια τρελαίνομαι.
Επίσης, μήπως να σταματήσουν να δουλεύουν κι οι συνταξιούχοι, όπως γίνεται από καταβολής ΙΚΑ; Εδώ, έτσι και πιάσει το ΣΔΟΕ συνταξιούχο άλλου επαγγέλματος να δουλεύει, του κόβει τα πόδια, οι ξεναγοί το ‘χουνε και καμάρι που δουλεύουνε οι συνταξιούχοι τους. Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι άδικη, αλλά νομίζω πως σίγουρα δεν είναι δίκαιο να μη δίνεις στους νέους χώρο. Απειλούμαστε οι ξεναγοί από διάφορους που υποκρίνονται τους ξεναγούς, ας μην απειλούμαστε και από αυτούς που σταμάτησαν να είναι ξεναγοί.
Και τώρα θα μου πείτε σιγά τα λάχανα, κλαιν οι χήρες, κλαιν κι οι παντρεμένες. Ναι, μπορεί. Απλά, το θέμα στα επαγγέλματα είναι λίγο σαν τη βιοποικιλότητα: αν αφήσεις ένα να εξαφανιστεί ή να υποβαθμιστεί ή να απαξιωθεί, σύντομα δε θα μείνει τίποτα όρθιο ή διαφορετικό. Θα κάνουμε όλοι όλα. Το ξεναγηλίκι είναι, ακόμα, μια καλή δουλειά, δύσκολη, όπως όλες οι δουλειές, αν θέλεις να την κάνεις σωστά, απαιτητική, ενδιαφέρουσα και αποφασιστικής σημασίας διά την ελληνικήν κοινωνίαν. Δεν είναι, όμως, όπως παλιά. Πρέπει να την προστατέψουμε τη δουλειά μας-βασικά, πρέπει να την προσαρμόσουμε.
Αυτά είχα να πω, με έπιασε και το συνδικαλιστικό μου, αλλά τι να κάνω, αγανάκτησα η γυναίκα. Αφήστε που για μένα το ξεναγηλίκι ήταν όνειρο ζωής, δε γίνεται τώρα να μου το πατάνε έτσι το όνειρό μου. Πάω να ράψω τώρα. Το στόμα μου.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Απόψυξη τώρα.



Ε, είδες, είναι να μη με πιάσει εμένα, αν με πιάσει, δε μ’ αφήνει.
Είδα όνειρο, χτες, σημαδιακό, δεν ξέρω, άμα έχετε Καζαμία, να το συμβουλευτείτε, να μου πείτε. Ζούσα, λέει, πάλι μαζί με τη Ρενάτα, αλλά όχι στην Κέρκυρα, αλλού, σε άλλο μέρος, απροσδιόριστο, όπως είναι συνήθως τα μέρη στα όνειρα. Παρεμπιπτόντως, εμένα τα όνειρά μου είναι χρωματιστά, κάπου είχα διαβάσει ότι τα όνειρα είναι ασπρόμαυρα, και σ’ αυτό ανάποδη, ρε παιδί μου; Εγγυημένα πάντως είναι χρωματιστά τα δικά μου, χτες φορούσα το κόκκινο παλτό μου (το οποίο, σημειωτέον, ο κύριος Μάκης λέει ότι το έχει βαρεθεί να το βλέπει και γι’ αυτό μια φορά το πήρε εν αγνοία μου και το πήγε στη μοδίστρα να μου ράψει ένα ίδιο σε άλλο χρώμα, του είπε η μοδίστρα πόσο θα κόστιζε και το έφερε πίσω με προσοχή κι ευλάβεια, σαν εικόνα σε λιτανεία)-τελοσπάντων, ας επιστρέψουμε στο όνειρο. Ζω, το λοιπό, σε εκείνο το απροσδιόριστο μέρος, αλλά το θέμα είναι πως στο ίδιο μέρος ζει και ο Χαρούκι Μουρακάμι (ότι να ’ναι), με τον οποίο είμεθα γείτονες και γνωριζόμαστε και συνεννοούμαστε, άγνωστο σε ποια γλώσσα, νομίζω στα Αγγλικά, και συνάπτουμε κάποια σχέση, ανάρμοστη ίσως τη χαρακτήριζε κάποιος στενόμυαλος. Αλλά εγώ μετά, λέει (όλα αυτά στο όνειρο, έτσι;) αφοσιώνομαι στη δουλειά μου κι ο Χαρούκι στενοχωριέται κι έρχεται στο σπίτι και χτυπάει τα κουδούνια, κλπ και μετά η Ρενάτα αρχίζει να γκρινιάζει, «τι θα γίνει με το σχιστομάτη σου» ,ου έλεγε και τέτοια. Με τα πολλά, μάλλον με τη γκρίνια της Ρενάτας, ξύπνησα και δεν είδα τι έγινε με τον αγαπημένο μου συγγραφέα κι αν η σχέση μας άντεξε στο χρόνο.
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό το όνειρο, ίσως μου έχει λείψει η Ρενάτα, ίσως έχω σκυλοβαρεθεί κι εφευρίσκω ακόμα και στον ύπνο μου κάτι να μου τραβήξει το ενδιαφέρον, διότι, όπως είπε κι ο Γιάννης, η ζωή μου έχει μπει στον πάγο και γι’ αυτό δε γράφω (αυτό που όλοι έχουν μια ερμηνεία για το γιατί δε γράφω, μήπως να το προσέξω). Η αλήθεια είναι πως περνάω τη μισή μου μέρα χαζεύοντας χειροτεχνίες στο Pinterest, τις οποίες δεν κάνω ποτέ, μόνο τις χαζεύω, και την άλλη μισή χαζεύοντας σκέτο.
Αλλά που θα πάει, θα έρθει ο Μάρτης, θ’ αρχίσουμε να δουλεύουμε και μετά θα αναπολούμε αυτές τις μέρες του χαζέματος, έτσι, το ανικανοποίητο της ύπαρξης. Και μην αρχίσετε τις εξυπνάδες, «έλα από ‘δω να μου κάνεις εμένα καμιά δουλειά», εντάξει, άμα θέλω, βρίσκω δουλειές να κάνω, απλά βαριέμαι. Διότι είναι αποδεδειγμένο: άμα δεν έχεις κάτι να σε πιέζει, ένα ωράριο, μια προθεσμία, ένα γραφείο, ένα αφεντικό, ένα δάσκαλο, κάτι, τρίχες δουλεύεις, μόνο μινάρεις. Εμένα δε με πιέζει τίποτε, μόνο λίγο ο Παύλος, που μου έχει δώσει να διαβάσω ένα βιβλίο για τη μη βία, αλλά εγώ, που είμαι γνωστή για την ελαφρότητά μου, το έχω και το πιλατεύω δυο βδομάδες τώρα, ενώ ένα άλλο που μου έδωσε η Ρενάτα για τις περιπέτειες ενός call-girl το ξεπέταξα σε 2 ώρες.
Τι άλλο να σας πω, αγαπημένοι μου φίλοι, ο κόσμος αυτός όσο πάει και χαλάει, αλλά εμείς θα τον ξαναφτιάξουμε. Θέλετε να έρθετε όλοι στη Σαντορίνη, να ξεκινήσουμε από εκεί;

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Το καζάνι.



Δεν ξέρω τι έχω πάθει, μη μου μιλάτε για τη διακοπή στη συγγραφική μου δραστηριότητα, η αδερφή μου λέει πως όταν γράφουμε ξεβρακωνόμαστε, ίσως αυτό με τρόμαξε και σταμάτησα να γράφω, τι είμαι εγώ να ξεβρακώνομαι μπροστά σε όλους, ηρωίδα σε βιβλίο της Ρενάτας; Όλοι λείπουν, η Ελένη είναι στα εξωτερικά, η Τάνια επέστρεψε στο νησί, όπου μας βλέπω, βέβαια, όλους να καταλήγουμε κάποτε, το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου στα τάνγκο του κι εγώ προσπαθώ να ανανεώσω όλες τις μαύρες μπλούζες μου που τις βαρέθηκα να είναι μαύρες και ξέρετε τι θα πάθω στο τέλος, έτσι; Θα έχω ένα κάρο παρδαλές μπλούζες και καμία απλή μικρή μαύρη μπλούζα και μετά θα ψάχνω να αγοράσω μία τέτοια κι άντε πάλι από την αρχή, ένας φαύλος κύκλος η ζωή μου.
Πολύ γέλασα προχτές. Είναι μία φίλη μου στο facebook, όχι κανονική, ωστόσο, που έχει ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία του υγιεινιστή: πρώτα έκοψε το junk food, μετά ξεκίνησε να τρώει μόνο βιολογικά και τώρα είναι ορκισμένη χορτοφάγος και vegan μη σας πω, Παναγία μου, βόηθα. Αυτή, το λοιπό, ανεβάζει με ενθουσιώδεις κραυγές, μία συνταγή με κουνουπίδι και κινόα (παρεμπιπτόντως, τι να είναι η κινόα πολύ θα ήθελα να ξέρω) και διάφοροι άλλοι αφιονισμένοι της κάνουνε like και τη ρωτάνε τη θέλω κι εγώ και τέτοια. Λέει αυτή, ναι, ωραία θα σας τη στείλω στο inbox (γιατί, άραγε, αφού ήταν ήδη ανεβασμένη η συνταγή-κι έτσι βλέπουμε γιατί πρέπει κανείς να τρώει απ’ όλα, διότι αλλιώς χαζεύει, elementary, dear Watson) κι εκεί που πλέουν όλοι σε πελάγη ωμής ευτυχίας, έρχεται ο σατανάς, μια άλλη γκόμενα, που μάλλον τρόλαρε, βέβαια, και τους πετάει στη μούρη πανσέτες με μέλι και καρύδια ΚΑΙ φωτογραφία με γυαλιστερό πανσετάκι να προκαλεί, υγρό και πρόθυμο. Χαμός. Έφαγε τέτοιο άκυρο, «ψοφίμια εγώ δεν τρώω» έλαβε πληρωμένη απάντηση και λούφαξε, η βρωμερή ψοφιμοφάγος. Εγώ έχω ξεραθεί στα γέλια, διότι μύθος, αγαπητοί, η ηρεμία και η νιρβάνα στην οποία οδηγείσαι όταν είσαι vegan, μωρέ, έτοιμο είναι το κτήνος να βγει από μέσα σου και να κατασπαράξει όποιον διαφωνήσει ή, έστω, σε τρολάρει.
Γενικό είναι αυτό, βέβαια, έτσι, μη μένουμε στα παραδείγματα, ισχύει παντού, νιρβάνα μόνο μέχρι να σου πατήσει ο άλλος τον κάλο, κι άμα είναι και μεγάλος ο κάλος, δύσκολο να μη σου τονε πατήσουνε και τότε, αδερφέ, ξεβρακώνεσαι, καλή ώρα. Πολύ μου τη σπάει αυτό, να ξέρετε, όλοι ζεν και ψύχραιμοι κι άμα θιχτούνε οι ίδιοι τους, πάει η ψυχραιμία περίπατο στην εξοχή, τι λε ρε φίλε, εδώ σε θέλω, να είσαι wegan, να σου πετάνε στη μούρη πανσέτες κι εσύ να γυρνάς και το άλλο πιατάκι, βάλτε κι άλλες, να πεις, έχει πολλά σκυλάκια στη γειτονιά.
Και τώρα που λέμε τι μας τη σπάει, δεν ξέρω γιατί κατέληξε έτσι, να λέμε τι μας τη σπάει, εγώ δηλαδή, εσείς δε λέτε και τίποτα, αλλά, το έχουμε πει, γι’ αυτό το έφτιαξα το ιστολόγιο, για να λέω εγώ ότι θέλω, τελοσπάντων, το άλλο που μου τη σπάει είναι που άμα σε βλέπουνε και χαίρεσαι, οι περισσότεροι, εντάξει, όχι όλοι, δε χαίρονται και όχι μόνο δε χαίρονται παρά εκνευρίζονται κομμάτι που εσύ χαίρεσαι ή πετυχαίνεις ή ευτυχείς ή τελοσπάντων ζεις, διότι, όπως είπε και το σοφό αδέρφι, ζούμε μέσα στο Big brother και κερδίζει ο πιο δυστυχισμένος (σιχτίρ, γιατί δε τα σκέφτομαι ποτέ εγώ πρώτη αυτά τα ωραία;). Κι άμα ο άλλος έχει αποτύχει στη ζωή του ή στο γάμο του ή στη σχέση του ή στη δουλειά του ή στο κρεβάτι του ή και σε όλα αυτά μαζί (και δεν έχει πάει ακόμα να γίνει ζεν μοναχός δίπλα στο Δαλάι Λάμα) δε διανοείται πως εσύ μπορεί και να έχεις καταφέρει κάτι σε κάτι απ’ όλ’ αυτά.
Όχι. Είσαι κι εσύ καταδικασμένος. Κι όχι μόνο ξέρουν πως είσαι καταδικασμένος, παρά σε κοιτούν και με οίκτο, διότι αυτοί τα έχουν ζήσει αυτά και νιώθουν την απογοήτευση που θα νιώσεις κι εσύ και σε συμπονούν και σε περιμένουν από τώρα στο καζάνι της αυτολύπησης και της παραίτησης.
Ε, λοιπόν, όχι, ρε φίλε, φάε τη σκόνη μου, να μην πω τίποτε χειρότερο που δεν το επιτρέπει η ανατροφή μου. Δε γουστάρω τους αρνητικούς ανθρώπους, θα παλέψεις και το χρόνο και την αντιξοότητα και το φτύσιμο απ’ το Θεό, άμα λάχει, θα το παλέψεις κι ως εκεί που θα σε πάει, εν πάση περιπτώσει. Και το καζάνι να περιμένει και να βράζει ανθρώπους σαν εσένα. Εγώ θα σηκωθώ, σαν τη Φράνσις Χα, θα τινάξω αξιοπρεπώς τις σκόνες από πάνω μου και κουτσαίνοντας θα φτάσω όρθια.
Ουφ, τα είπα και ησύχασα.