Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ρεζολούσιον.

Τέταρτη μέρα του καινούργιου χρόνου και τουλάχιστον έχω κρατήσει ένα ρεζολούσιον για το νέο έτος: πήγα για τρέξιμο. Τι καταναγκασμός κι αυτά τα ρεζολούσιον και οι στόχοι, δε με παρατάτε, βαριέμαι να έχω στόχους, γίνεται να ζω απλώς; Δε γίνεται, στο λέω εγώ, απαντά ο άλλος μου εαυτός, ψυχαναγκαστικός, καταναγκαστικός, ξινός και τυπολάτρης, και με σκουντάει το πρωί στις έξι, ξύπνα, μαρή, να πας να τρέξεις, έχεις δυο βδομάδες να τρέξεις, μου θες και μαραθώνιο, έφαγες τη μισή βασιλόπιτα μόνη σου και θα την ξανάτρωγες άνετα, ξύπνα, λέμε, πέρασε η ώρα! Και ξυπνάω η έρμη, έρμαιο του άλλου μου εαυτού και πάω και τρέχω γύρω γύρω στο γήπεδο, σαν το χαμστεράκι, φυσάω συννεφάκια από την ανάσα μου στον κρύο αέρα, νιώθω όλους τους μυς να κουνιούνται, να τεντώνονται, νιώθω το αίμα να κυλάει, τον ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη και νιώθω ζωντανή και καταλαβαίνω γιατί σηκώνομαι αχάραγα να πάω να τρέξω. Γιατί έτσι νιώθω ζωντανή. Γιατί άμα δε βρεις έναν τρόπο να νιώθεις ζωντανός, τι νόημα έχει;
Λαϊκή απαίτηση με ξανάφερε εδώ, αγαπημένοι μου, να αντιμετωπίσω τη λευκή σελίδα και να αποδείξω πως δε λειτουργούν μόνο των ποδιών μου οι μυς, αλλά και των δαχτύλων. Ελπίζω το νέο έτος να σας έχει βρει καλά και οι ζωές σας να κυλούν αν μη τι άλλο, ανεκτά. Ε, που φτάσαμε, Παναγιά μου, να είναι ευχή το ανεκτά, ε, όχι, το λοιπό, ελπίζω οι ζωές σας να κυλούν εκστατικά ευτυχισμένες, που έλεγε κι εκείνη η άλλη, φίλοι μου.
Η δική μου ζωή κυλάει ως συνήθως: εντελώς ανώμαλα. Δε βαριέσαι. Πέτρα που κυλά ποτέ δε χορταριάζει. Προς το παρόν, περπατάω στην Αθήνα, μπαινοβγαίνω ορμητικά στο μετρό, μετράω τα χιλιόμετρά μου, μαλώνω με την Ούρσουλα και συνηθίζω το καινούργιο σπίτι.
Θα σας γράψω σήμερα για τα βιβλία που διάβασα τον περασμένο χρόνο, θα έλεγε κανείς ότι τα βιβλία είναι το μόνο που μας έχει απομείνει, αλλά όχι, έχουμε ακόμα πολλά να υπερασπιστούμε. Με περηφάνια μου βλέπω ότι διάβασα 41 βιβλία το χρόνο που μας πέρασε, καλά, μην τρελαίνεστε, είχα και 2 οχτάωρα στο καράβι και κάτι τρένα κλπ, άρα βγαίνει άνετα, μη νομίζετε. Δεν ξέρω ποιο να διαλέξω, θα βγάλω τρία κορυφαία, με πόνο ψυχής, τα υπόλοιπα θα κλαίνε.
Ε, λοιπόν, το καλύτερο βιβλίο που διάβασα φέτος νομίζω πως ήταν η Υποταγή, του Μισέλ Ουελμπέκ. Το βιβλίο μιλάει για ένα μέλλον ευρωπαϊκό, όπου η Γαλλία αποκτά νομίμως εκλεγμένο μουσουλμάνο πρόεδρο και ενώ όλα μένουν ίδια, όλα αλλάζουν, υπογείως, μαλακά, αβίαστα, ανύποπτα, αμείλικτα. Ο κεντρικός ήρωας, καθηγητής πανεπιστημίου, περιφέρεται ασκόπως στο Παρίσι, εν τω μέσω της γαλλικής διανόησης και της πνευματικής ελίτ, η οποία ωστόσο χάνει κάθε μάχη, πιεζόμενη από τη μουσουλμανική κοινότητα, με όλους τους συγκεκριμένους κανόνες. Στο τέλος, ο καθηγητής, σας λέω το τέλος, γιατί το θέμα δεν είναι τι γίνεται στο τέλος, παρά τι γίνεται στην κοινωνία και την ψυχή του ήρωα, στο τέλος, λοιπόν, αυτός υποκύπτει, γίνεται μουσουλμάνος, δέχεται τρεις συζύγους και κρατάει την έδρα του. Δε θέλω να με παρεξηγήσετε. Το βιβλίο, και αυτό είναι η τέχνη του συγγραφέα, δεν παίρνει θέση. Δε λέει, ήρθαν οι μουσουλμάνοι και τα διέλυσαν όλα, ούτε λέει ήρθε το Ισλάμ και μας έσωσε από τη ματαιότητα του κόσμου. Το βιβλίο απλά περιγράφει μια πιθανότητα, με μεγάλη αληθοφάνεια και ηρεμία και προσπαθεί να προβλέψει την αντίδραση της κοινωνίας. Εξαιρετικά ενδιαφέρον και τώρα ακόμα περισσότερο. Οπωσδήποτε να το διαβάσετε.
Ένα άλλο βιβλίο που διάβασα και με συγκλόνισε ήταν η Πατρική κληρονομιά, του Φίλιπ Ροθ. Αυτοβιογραφικό, μιλάει για την περίοδο της ασθένειας του πατέρα του συγγραφέα και τελικά για το θάνατό του. Συγγραφικά, το φοβερό είναι πως καταφέρνει να απομονώσει το γεγονός. Η αρρώστια κράτησε κοντά δυο χρόνια και φυσικά, μέσα σε αυτό το διάστημα πολλά άλλα συνέβησαν στη ζωή του Ροθ, αυτός όμως περιγράφει αποκλειστικά και μόνο την ασθένεια του μπαμπά του και τα συναισθήματα που του γεννούσε και τις αλλαγές που επέφερε. Αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο, πόσες φορές μια απλή ιστορία διηγούμαστε και απεραντολογούμε, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για ένα βιβλίο. Συναισθηματικά, εντάξει, ο τύπος μιλάει για το θάνατο του πατέρα του, υπάρχει καμία περίπτωση να μην ταυτιστείς, έστω κι αν δεν είσαι άντρας, Αμερικάνος, Εβραίος; Όχι. Δεν υπάρχει. Βιβλίο διαμάντι, υπόδειγμα συγγραφικής τέχνης, γλώσσα πραγματικά άψογη, κι έτσι αντιλαμβάνεσαι γιατί κάποιοι συγγραφείς θεωρούνται κορυφαίοι.
Και το τρίτο βιβλίο της χρονιάς, ω της έκπληξης, δεν είναι Χαρούκι. Είναι ένας Αφρικάνος, ο Τσιγκόζιε Ομπιόμα και Οι ψαράδες του. Μια αφρικανική οικογένεια υποφέρει μέχρι θανάτου, στην κυριολεξία, λόγω μιας ανόητης προφητείας που ξεστομίζει ο τρελός του χωριού. Τα αδέρφια σφάζονται αναμετάξυ τους και η οικογένεια, από την ευμάρεια, την όμορφη καθημερινότητα και την αγάπη, κυλιέται στη φτώχεια, την κοινωνική απαξίωση και το ανεξήγητο μίσος. Δεν ξέρω ποιο είναι ακριβώς το θέμα αυτού του βιβλίου, η δεισιδαιμονία, η αμορφωσιά, η ευπιστία της κλειστής χωριάτικης κοινωνίας, τόσο όμοιας με την ελληνική; Το πόσο εύθραυστες και απροστάτευτες είναι τελικά οι σχέσεις των ανθρώπων; Το τυχαίο που κυριαρχεί στις ζωές μας; Η ευκολία με την οποία αφηνόμαστε στο κακό; Ότι κι αν είναι, περιγράφεται πολύ ωραία, μέσα στη σκόνη και τη ζέστη του μικρού αφρικάνικου χωριού.
Για άλλη μια φορά, τα βιβλία με οδήγησαν εδώ. Ελπίζω φέτος να διαβάσω άλλα τόσα και να βρω πολλές ωραίες σελίδες να με συντροφέψουν στα τρεξίματά μου γύρω από το στάδιο. Ελπίζω κι εσείς, αγαπημένοι μου, να μη με έχετε ξεχάσει τελείως και να βρείτε κι εσείς ωραίες σελίδες στο βιβλίο σας.

Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: