Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Δυναμικό καμ μπακ, που λέμε και στο χωριό μου.

Να, το έλεγα στην Ελένη, μέχρι το λαιμό είμαι γεμάτη, κι αν έχω πράμα να γράψω, αλλά, το έχουμε πει και θα το ξαναπούμε, κι ας επαναλαμβανόμαστε, ένα μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα κι η Ούρσουλα μου πατάει το χέρι και τα κουμπιά στο πληκτρολόγιο και πώς να γράψω κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες;
Γενικώς, αγαπημένοι μου, μακρινοί, γνωστοί και άγνωστοι φίλοι μου, οι συνθήκες είναι αντίξοες. Η ζέστη είναι πολλή. Ο ήλιος είναι καυτός. Τα κορμιά, επίσης. Τα μηχανάκια είναι αμέτρητα. Τα νεύρα είναι τεντωμένα. Οι τουρίστες είναι τρελαμένοι. Οι οδηγοί, επίσης. Η καρδιά είναι πονεμένη. Μες στη γκρίνια είσαι, αδερφέ μου, που λέει και το ανέκδοτο.
Η άσπρη σελίδα, όμως, σαν ασπιρίνη για τον ψυχικό πονοκέφαλο, με κοιτάει ελπιδοφόρα και αμείλικτη ταυτόχρονα και μου λέει, εγώ είμαι ο παράδεισος και η κόλασή σου, εγώ. Η Τάνια λέει ότι ο Χόρχε Μπουκάι λέει πως δεν πρέπει να προσπαθούμε να αποφύγουμε τον πόνο, ότι αυτή είναι μια κάλπικη συνήθεια της δυτικής κοινωνίας. Κι ότι ο πόνος είναι κομμάτι της συναισθηματικής μας ωρίμανσης κι ότι πρέπει να τον ζούμε και να τον κάνουμε μέρος μας. Εγώ λέω ότι ο Χόρχε Μπουκάι προφανώς δεν είχε ποτέ περίοδο, να έρθει τότε να μου πει να κάνω μέρος μου τον πόνο.
Ξέρετε, φυσικά, γιατί δε γράφω, έτσι; Γιατί φοβάμαι αυτά που θα βγουν από τον στόμα μου. Ναι, ναι, αρσενικό είναι ο στόμας, όπως λένε εδώ, στη Σαντορίνη, ο μπουφάς, ο φερμουάς, δεν έχει άλλα γένη, μόνο αρσενικά, σαν αυτά τα αυθεντικά, τα τριχωτά, με την αλυσίδα στο λαιμό να ξεπροβάλλει από το πουκάμισο και το λάγνο βλέμμα να σε ακολουθεί παντού. Παραληρώ, όμως. Σύνηθες το φαινόμενο. Χείμαρρος, σου λέει, η δικιά σου.
Στα πελατάκια να δείτε τι λέω. Το τι κοτσάνα πετάω, δεν περιγράφεται. Τώρα, τα έχω κόψει σχεδόν τελείως τα ιστορικά, τα αρχαιολογικά και τα τοιαύτα, λέω μόνο κάτι ανόητα αστεία και γελάω μόνη μου στο μικρόφωνο. Έτσι τρελαίνεσαι, να ξέρετε. Τελευταίως, έχω βρει ένα πολύ ωραίο, το είπα μια μέρα κατά τύχη και τους άρεσε και το λέω τώρα στάνταρ. Φυσικά, δε θα το γράψω εδώ, να έρθετε στη Σαντορίνη, να ακούσετε την καλύτερη ξεναγό του νησιού και τα αστεία της live!
Σε άλλα νέα, εδώ. Η Ευγενία προσπαθεί πάντα να πάει στη Ρώμη, η Τάνια διαβάζει Χόρχε Μπουκάι και προχτές πήγε να παίξει Scrabble η ώρα μία το πρωί, αυτά βλέπω και παρηγοριέμαι, ο κατάπτυστος πρώην έχει γίνει θέαμα στην κοινωνία γιατί φιλοξενεί συνέχεια διάφορους κι έρχονται οι οδηγοί και μου λένε για τις ξανθιές που πηγαινοφέρνει, οι συνεργάτες μου έχουν ανέβει όλοι στα κλαριά (προσφιλής έκφραση του κυρίου Νίκου, που είναι κάτι ανάλογο με το έχω πάθει κάτι άσχημο), η Ούρσουλα, η γάτα, κοιμάται πάνω στην κοιλιά μου και με ζεσταίνει, τα αγόρια μου που δουλεύουν στην παραλία που πηγαίνω καθημερνώς για φαγητό σταματάνε ό,τι κάνουν και παγώνουν σε στάση προσοχής μόλις περάσει καμία κοπέλα με τσουπωτό πωπό, παγώνουν όμως, δε φαντάζεστε, μένουν. Την άλλη φορά, ο άλλος παραλίγο να αδειάσει το ριζότο θαλασσινών στην ποδιά της κυρίας. Αχ, τ’ αγόρια μου, έχουν πλάκα, όμως, τα αγαπώ.
Αυτά, μόνο. Γιατί τα υπόλοιπα αγόρια έχω αρχίσει και τα απεχθάνομαι. Εντάξει, το παραδέχομαι, η κακή αρχή έγινε με τον κατάπτυστο που μου ράγισε την καρδιά, τώρα που πέρασε ο καιρός, ας το πούμε κι αυτό, κάποια πράγματα πρέπει να ειπωθούν, συνεχίζεται όμως το κακό. Συζητάμε με την Ελένη, ξανασυζητάμε, με την Τάνια, την Ευγενία, άκρη δε βγάζουμε, να πάρει.
Εγώ με την αγάπη μάλωσα, ας το πάρω απόφαση. Δεν είναι ότι δε βρίσκω να μου αρέσουν, βρίσκω, αλλά πάλι μου ραγίζουν την καρδιά, δεν είμαι εγώ μάλλον για σχέση, παιδιά, κι αυτή που είχα τόσα χρόνια, κατά τύχη την είχα, όλοι με θέλουν για φίλη, τι κακό κι αυτό, σου πιάνουν τα χέρια και τα πόδια και μετά είναι φίλοι σου, που έλεγε και η Αναστασία στο πανεπιστήμιο. Σε βλέπω, λέει, φιλικά, εντάξει, λέω εγώ, φιλικά, δεν τίθεται θέμα, δε βαριέσαι τώρα, θα μαλώσουμε; Καταρχάς, αυτό το φιλικά εγώ το βρίσκω εξαιρετικά χαζό. Κι εδώ επιβεβαιώνομαι που λέω ότι τα αγόρια είναι χαζά. Διότι, φίλε μου (αφού προχτές μου ζήταγες φιλιά και τώρα μου ζητάς φιλία), είπα εγώ να είμαστε εχθροί; Φίλοι! Αν είχες λίγο μυαλό στην κεφάλα σου, θα συνδύαζες βουνό και θάλασσα και θα ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε και θα έχετε και δίκιο, κοπελιά, μη χρυσώνεις το χάπι, δε σε θέλει, είναι ηλίου φαεινότερον. Βλέπετε τώρα γιατί δεν ήθελα να γράψω, έτσι;
Δεν πειράζει, όμως, θα ζήσουμε, εδώ δεν πεθάναμε για το ομορφότερο αγόρι του κόσμου, θα πεθάνουμε για κάποιο άλλο; Κι άλλωστε, γίνονται, Παναγία μου, τόσα πράγματα στον κόσμο, δεν προλαβαίνω να διαβάζω και να φρικάρω, κι εγώ ασχολούμαι με τα αγόρια.
Ξέρω ότι πια δε μου έχετε καμία εμπιστοσύνη, αλλά να, είμαι κι εγώ λίγο σαν τον Τσίπρα: αναλαμβάνω την ευθύνη για την έλλειψη σχεδίου και συνέχειας και επειδή μου έχετε αδυναμία, με συγχωράτε και με ξαναδιαβάζετε.
Φυσικά, όπως πάντα, σας αγαπώ όλους και μου λείπετε. Κι εσείς και τα μωρά σας.



Δεν υπάρχουν σχόλια: