Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Άσε με να σε πάρω μακριά, θα ήθελες διακοπές;



Πήγα για τρέξιμο, πρώτη φορά μετά από 7 μήνες, έτρεξα 8 ολόκληρα λεπτά, μετά έκανα zumba παρακολουθώντας ένα βίντεο για αρχάριους από το διαδίκτυο (όπου στο 3ο λεπτό άσθμαινα «έχει πολύ ακόμα, Μπαμπά Στρουμφ;») και μετά πλάκωσα δύο γεμιστά, μισό κιλό φέτα, μια κουταλιά προφιτερόλ, άλλη μια τιραμισού και δυο σοκολατάκια με μερέντα. Τι πιάνεται πιο πολύ; Μην απαντήσετε, είναι ερώτηση παγίδα.
Ψάχνοντας για βίντεο zumba στο διαδίκτυο, εν τω μεταξύ, έπεφτα συνέχεια πάνω σε βίντεο μεταμόρφωσης ανθρώπων: πως έχασα 60 λίμπρες (πόσο είναι η λίμπρα και ποιος λαός τη χρησιμοποιεί ακόμα ως μονάδα βάρους;), πριν και μετά, η ιστορία της Κάρεν που έχασε 145 pounds (ίδια απορία με προηγουμένως) και δε συμμαζεύεται. Στην αρχή αποφάσισα να κάνω κι εγώ ένα τέτοιο βίντεο, μετά όμως πείστηκα διά την ξεφτίλα της υπόθεσης και αναθεώρησα. Η zumba, πάντως, είναι πολύ ωραία, εγώ διασκέδασα πάρα πολύ, ο αποκάτω δεν ξέρω.
Πριν από όλα αυτά, πήγα διακοπές και αυτός είναι ο λόγος που εξαφανίστηκα, όχι, Δημήτρη, δεν τεμπελιάζω, όπως άδικα με κατηγόρησες, όλοι δηλαδή πήγανε διακοπές το καλοκαίρι, εγώ το καλοκαίρι ανεμοδερνόμουνα στη Σαντορίνη (bienvenues κλπ), πήγα τώρα. Στην Κέρκυρα: ξαναπάτησα τα ιερά χώματα της Γαρίτσς και του Καμπιέλου, πέρασα τη λατρεμένη πόρτα του μουσειακίου, φίλησα τις μακρινές  μου φιλενάδες, που μερικές έχουνε και μωρό, θεέ μου, μωρό, ρε φίλε, η Σοφία. Πολύ γελάσαμε με τη Σοφία και το μωρό της και το Γιάννη, τον πατέρα. Τάιζε η Σοφία το μωρό, σηκώνεται ο Γιάννης να βάλει γλυκό να φάει κι η Σοφία παρατάει μωρό, κρέμα και σαλιάρα για να «μη βάλει ο Γιάννης καμιά κομμάτα γλυκό και δε φτάσει για κανέναν άλλον», λιώμα εμείς στον καναπέ. Μετά, ανησυχούσε η Σοφία γιατί θα έμπαινε στο καράβι το μωρό και θα έπιανε με τα χεράκια του όλες τις βρωμερές επιφάνειες του καραβιού και Κύριος οίδε πόσα μικρόβια κι εγώ της είπα να του φορέσει μικρά γαντάκια στα χεράκια του (για πλάκα το είπα, έτσι;) και της καλάρεσε η ιδέα, «μωρέ, λες;» μου απαντάει κι οι υπόλοιποι έχουν γονατίσει από τα γέλια.
Η Ελένη είναι όπως ακριβώς την άφησα: έχει στρωμένη μια πετσέτα πάνω στην κουζίνα και κάθε φορά που θες να κάνεις καφέ, πρέπει να διπλώνεις την πετσέτα για να αποκαλύψεις ένα μάτι να βάλεις το μπρίκι, αλλά δε χωράει να τη διπλώσεις ολόκληρη γιατί στα πίσω μάτια έχει μια καφετιέρα (;) και διάφορα άλλα απροσδιόριστα αντικείμενα. Κι έρχομαι εγώ και αναρωτιέμαι γιατί να καλύπτεις την κουζίνα με μια πετσέτα, αλλά μετά συνειδητοποιώ ότι μιλάμε για την Ελένη, που δε μαγειρεύει ποτέ και που όταν έμενα στην Κέρκυρα με τη Ρενάτα ερχόταν σπίτι μας και λιγουρευόταν τις σαλάτες με τα κρουτόν που έφτιαχνε η Ρενάτα, ενώ αυτή είχε φάει αρνάκι με πατάτες στη μαμά της. Ψάχναμε με τη Βίβιαν ένα μαχαίρι για να καθαρίσουμε τις πατάτες και βρήκαμε μόνο το χασαπομάχαιρο του Dexter, κοντέψαμε να σφαχτούμε μέχρι να καθαρίσουμε 3 πατάτες.
Πριν την Κέρκυρα, το ομολογώ εδώ και δημόσια ζητώ συγγνώμη από αυτούς που δεν πρόλαβα να δω, πήγα και στην Αθήνα. Κι εκεί, δεν είχε αλλάξει κάτι: η Μαρίνα έχει μια πυραμίδα από χαρτομάντιλα στο μπράτσο του καναπέ (η Μαρίνα μονίμως είναι κρυωμένη κι έχει μύξες) κι η Στέλλα καπνίζει αρειμανίως και λέει «ουφ, έσκασα» μετά από 2 φλύδες πίτσας. Θα κάνω τώρα μια κατάθεση ψυχής και θα πω ότι ένα πρωί που η Στέλλα είχε φύγει για τη δουλειά κι εγώ περίμενα τη Βίβιαν να μου τηλεφωνήσει για να συναντηθούμε, καθόμουν στο τραπέζι της κουζίνας της Στέλλας και πολύ συνεκινήθην, διότι σκέφτηκα πως γνωρίζω τη Στέλλα και τη Μαρίνα από τότε που ήμασταν μικρά παιδάκια, στην κυριολεξία, κι είναι πολύ περίεργο και εξαιρετικό και ανακουφιστικό που τις γνωρίζω ακόμα, τώρα που είμαστε κοτζάμ γαϊδούρες και που η Στέλλα έχει και το παιδάκι της (που είναι ίδιο, ίδιο όμως, με αυτήν). Καθόμουν εκεί, στο τραπέζι της Στέλλας, κι ήταν σα να ήμουν στο δικό μου τραπέζι, γιατί είναι απίθανο πόσο κοντά μπορεί να είσαι με έναν άνθρωπο, ακόμα κι αν είσαι μακριά.
Μετά, πήγα στη Βίβιαν, όπου αρχικώς τρόμαξα, διότι το σπίτι το είχαν καταλάβει εξωγήινοι και το είχαν αδειάσει και βάψει κατάλευκο και είχαν πάρει όλα τα λουλουδάτα πιάτα και τα ποτήρια με τον Τουίτι από τα ντουλάπια και τα είχαν γεμίσει με πιάτα, ποτήρια, κούπες και πιατέλες, όλα στο ίδιο ραφ χρώμα. Ήταν λίγο τρομαχτικό, ευτυχώς γρήγορα κατάλαβα ότι απλά είχε μετακομίσει ο Στέφανος εκεί, πάλι καλά που τα παπάκια στο μπάνιο έμειναν στη θέση τους γιατί θα έφευγα τρέχοντας. Κάποια πράγματα σ’ αυτή τη ζωή είναι σταθερά, όπως τα παπάκια στο μπάνιο της Βίβιαν. Ένα απόγευμα πήγαμε στο ΙΚΕΑ, όπου ανακουφίστηκα, διότι πίστευα πως μόνο εγώ κι ο Γιάννης βριζόμαστε στο ΙΚΕΑ, αλλά όχι, μάλλον συμβαίνει σε όλους, κάτι έχει εκεί η αύρα του ΙΚΕΑ. Τα παιδιά αγόρασαν έναν καναπέ για να κοιμηθώ εγώ και η θεία Θούλη (δεν ξέρω από πού βγαίνει αυτό το όνομα, ίσως από το Κθούλου, μπορεί να είναι η θεία Κθούλου), αλλά δεν είδα να φωνάξανε τη θεία, μόνη μου τον έστησα τον καναπέ…
Πριν και από την Αθήνα, πήγα στη Λαμία, φυσικά, για να δω την έρμη μάνα και τα δίδυμα, τα οποία έχουν μεταμορφωθεί σε αδηφάγα, ψηλόλιγνα παιδάκια, αλλά παραμένουν αηδιαστικά ζωάκια. Τρώνε μόνα τους, εντάξει, δεν υπάρχει, αλλάζουν 4 κουταλοπίρουνα για να αποφασίσουν ποιο θέλουν, τρώνε τα μακαρόνια με κουτάλι και πασαλείβονται πανωλούθε με το εκάστοτε φαγητό, μετά τρέχουν στη μπαλκονόπορτα και πασαλείβουν κι εκεί λίγο φαγητό, γιατί ψάχνουν το «γγα», το φεγγάρι, δηλαδή. Μιλάνε μεταξύ τους ώρες ατελείωτες σε μια ακατανόητη γλώσσα και δαγκώνονται όταν βαριούνται. Είναι τέλεια, αλλά ευτυχώς όχι δικά μου, εντάξει, φίλε, τα δίδυμα είναι άθλος.
Μετά από το τουρ μου ανά την Ελλάδα γύρισα οριστικά στην εξωτική Κατερίνη και ανυπομονώ να αρχίσω τις χειροτεχνίες μου και να ανανεώσω την ηλεκτρονική μου παρουσία. Προς το παρόν, ωστόσο, θα βάλω μια σκούπα, γιατί έκανα zumba με τα σπορτέξ από το γήπεδο και μη σας πω πως έγινε η μοκέτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: