Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Το καλαμπόκι.

 Δε με κατάπιε το ηφαίστειο, μην ανησυχείτε, εδώ είμαι, στο αγαπημένο μου ίντερνετ καφέ, με έναν κύριο απέναντι, προφανώς Σαντορινιό, ο οποίος την τελευταία μισή ώρα μιλάει με διάφορους στο τηλέφωνο και τους ανακοινώνει σε μια ακατάληπτη διάλεκτο ότι έχει 4 χρόνια να μιλήσει με την Αγαθούλα. Τον έχουν ακούσει ως την Οία.
Κατά τα άλλα, ησυχία. Πάω στη δουλειά μου, ως εκ θαύματος πληρώνομαι (και όμως συμβαίνει, κάνεις ξεναγήσεις και πληρώνεσαι), γελάω με τα τουριστάκια μου, πετάω κάτι γαλλικούρες που δεν υπάρχουν σε κανέναν κόσμο και παρατηρώ το πνευματικό μου επίπεδο να βυθίζεται στα Τάρταρα, διότι μιλάω μόνο με οδηγούς και σερβιτόρους, αφού προχτές τρώγαμε με ένα γκρουπ το οποίο είχε συνοδό μια κοπέλα που το χειμώνα σπουδάζει Ιατρική και ανταλλάξαμε 2 κουβέντες σαν άνθρωποι κι έβαλα τα κλάματα, αλλά τώρα σταματάω γιατί θα με πούνε γκρινιάρα.
Θα σας πω για κάτι Βραζιλιάνες που είχα χτες. Οι Βραζιλιάνοι, γενικά, μιλάνε πορτογαλικά και δεν καταλαβαίνουνε καμία άλλη γλώσσα, δεν ξέρω γιατί αγοράζουνε την εκδρομή όπου εγώ μιλώ όλη μέρα αγγλικά , επίσης δεν έχουνε καμία σχέση με το χρόνο-προσέξτε, όχι απλά κακή, καμία απολύτως σχέση και τούτες ήταν και 8, που να τις παρατήσω και να φύγω, ήταν το μισό γκρουπ. Σε κάθε στάση τις επερίμενα 20 λεπτά το λιγότερο κι όταν τις έβλεπα να 'ρχονται με το πάσο τους φώναζα "κορίτσια, αργήσαμε!", παραδόξως το καταλάβαιναν και μου λέγανε, για κάποιο λόγο ακόμα αδιευκρίνιστο, "Σάο Πάολο", ίσως σημαίνει κάτι σαν "χακούνα ματάτα", ποιός ξέρει. Βέβαια, οι Βραζιλιάνοι δε φτάνουνε τους Ινδούς σε σχέση με την άργητα, οι Ινδοί μπορούν να σε κάνουν να πάθεις εγκεφαλικό και μετά λένε για τους Έλληνες ότι αργούνε, ναι, καλά, με Ινδούς έχετε κλείσει ποτέ ραντεβού;
Επίσης, θα σας πω το άλλο που μου συμβαίνει: στο Ακρωτήρι μέσα, όπου είναι ένας καταπληκτικός πραγματικά χώρος κι εγώ στενοχωριέμαι γιατί ποτέ δε λέω όλα όσα θέλω, παραβλέπω πολλά κι είναι κρίμα, εκεί, λοιπόν, που χασμουριούνται όλοι σαν τους ιπποπόταμους μέσα στα μούτρα μου κι εγώ απογοητεύομαι και λέω, πάει, άχρηστη είμαι, έρχονται μετά και μου λένε πόσο φανταστικό ήτανε και πόσο τους άρεσε και τι ωραία που τα είπα, τι ωραία, μαντάμ, τότε γιατί κοντέψαμε να δούμε τις αμυγδαλές σας από τα χασμουρητά; Άμα σου άρεσε, πνίξ'το.
Α, θα σας πω και για τον καλαμποκά. Εδώ, που λέτε, στη Σαντορίνη, έχει μια παραλία κάτω από το χείλος του γκρεμού, όπου γκρεμοτσακίζεσαι από έναν κατσικόδρομο για να φτάσεις και να τσαλαβουτήσεις σε κάτι θολά νερά, τελοσπάντων, πάμε εκεί για να βγάλουνε φωτογραφίες οι τουρίσται και να εντυπωσιαστούνε από το solidified lava (αυτό, που ανοίγω το στόμα μου και δεν ξέρω τι γλώσσα θα βγει από μέσα, μου συμβαίνει μετά το δίγλωσσο και να το προσέξω). Εκεί, λοιπόν, που ξεκινά η ανάβαση στον κατσικόδρομο είναι διάφοροι και πουλάνε διάφορα. Ένας από αυτούς πουλάει καλαμπόκια, ξέρετε, ψητά, ωραία καλαμπόκια, φρέσκα, αλατισμένα, κλπ, χώνει και μια οδοντογλυφίδα πάνω στο καλαμπόκι, γιατί άραγε, αναρωτιέμαι, θα φας δηλαδή σπυρί σπυρί το καλαμπόκι με την οδοντογλυφίδα; Κάθε μέρα, την περασμένη εβδομάδα, μου έλεγε ο καλαμποκάς να πάρω καλαμπόκι για να πάρουνε κι οι τουρίστες. Δε θέλω, λέω, καλαμπόκι, άμα είναι, θα πάρουνε οι τουρίστες. Μία, δύο, πέντε, δέκα, πάρε καλαμπόκι, πάρε καλαμπόκι, όπως καταλαβαίνετε νευρίασε η ξεναγός. Δεν έδωσα, όμως, συνέχεια, διότι δε μου αρέσει να δημιουργώ προηγούμενα. Ο καλαμποκάς, όμως, αφού είδε που δεν έπαιρνα καλαμπόκι ούτε από λόγια, άρχισε τσι σπόντες, "δέκα τέτοιους ξεναγούς να είχαμε θα 'χαμε βουλιάξει" και "ήρθε πάλι αυτή, τα πιάσαμε τα λεφτά μας", λες κι εγώ είχα καμιά υποχρέωση να του πουλάω τα καλαμπόκια του. Σήμερα, το λοιπό, που είναι και η ώρα της μηνιαίας συνδρομής μου στην αιματοχυσία του πλανήτη και αντιλαμβάνεστε, τα νεύρα μου δεν είναι σε καλή κατάσταση, την πλήρωσε ο καλαμποκάς. Κάτι μουρμούρισε πάλι την ώρα που περνούσε και άρχισα εγώ την αγόρευση και γενικώς ψιλοβριστήκαμε με τον καλαμποκά, που τυχαίνει να είναι και αδερφός ενός από τους οδηγούς μου, οπότε δεν ξέρω τώρα τι συνέπειες θα έχει αυτό, αλλά, ήμαρτον με τα καλαμπόκια και γενικά ήμαρτον με αυτή τη μαλακία, που πρέπει να πουλάς ταβέρνες, καλαμπόκια, πετσέτες, βάρκες και δεν ξέρω 'γω τι άλλο κι άμα δεν τα πολήσεις, σου βγάζουν κι ότι είσαι και κακή ξεναγός, ρε, δε με παρατάτε, λέω 'γω, δεν έφαγα τα χρόνια μου να σπουδάζω για να πουλάω ταβέρνες. Διότι, ναι, δεν το ξέρετε αυτό, αγαπητοί αναγνώστες, ο ξεναγός πρέπει να πουλάει διάφορες τέτοιες αηδίες στον πελάτη, χωρίς όμως να το καταλάβει ο πελάτης, για να πάρει, φυσικά, μετά, ένα μικρό κάτι. Και καλά να το πάρει ο ξεναγός, που τα παίρνει το γραφείο τις περισσότερες φορές; Ειδικά ετούτος με τα καλαμπόκια, μη σας πω τι θα μου έδινε και να τα πουλούσα τα βρωμοκαλαμπόκια του.Αυτά τα χαριτωμένα συμβαίνουνε στο μικρό σύμπαν του οργανωμένου τουρισμού-καλά, συμβαίνουνε κι άλλα, αλλά θα σας τα πω σιγά σιγά.
Τώρα λίγο πείνασα, είναι η αλήθεια, έχω να ανηφορίσω κι ως το Φηροστεφάνι, οπότε θα σας αφήσω. Μη με ξεχνάτε, μακρινοί μου φίλοι, εδώ, στο χρυσό κλουβί μου, σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.

2 σχόλια:

Calliope είπε...

Μπράβο, Κατινάκι μου, που κρατάς ήθος! J'suis fière de toi!

Κ. † είπε...

Καλά του έκανες του αλήτη του καλαμποκά! Τις κρίσιμες μέρες του μήνα δεν πρέπει να μας τσιγκλάει κανείς,οπότε έχεις και άλλοθι.

:)