Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Επηρεάστηκα.



Χθες το πρωί σκοτώθηκε μια παλιά φίλη και συνεργάτιδα του Γιάννη, στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί και να το ακούσατε, εκείνη η δασκάλα στην Τούμπα, που ανέβηκε στη στέγη να στολίσει το σχολείο της κι έπεσε από ύψος 10 μέτρων. Εγώ την είχα συναντήσει μία ή δύο φορές, δεν τη θυμάμαι πολύ καλά, αλλά ο Γιάννης την εκτιμούσε και την αγαπούσε, είχαν συνεργαστεί για πολύ καιρό. Μιλούσε πάντα γι’ αυτήν με θαυμασμό, έλεγε πως είναι πολύ δημιουργική και φτιάχνει εξαιρετικά πράγματα.
Στο εργαστήριό του έχει μια φωτογραφία της, που μου έκανε πάντα μεγάλη εντύπωση, από την πρώτη στιγμή που την είδα. Δείχνει την ίδια, σε νεαρή ηλικία, να κρατάει στην αγκαλιά της ένα χαριτωμένο μωράκι και να τη λούζει ένα φως από το παράθυρο. Έχει μακριά κατσαρά μαλλιά και κοιτάει το ξανθό μωράκι όλο προσμονή. Φαντάζεται κανείς πως είναι το παιδάκι της ή το βαφτιστήρι της ή κάτι τέτοιο. Στην πραγματικότητα, είναι η ίδια. Η φωτογραφία είναι μοντάζ (πολύ πετυχημένο, πραγματικά), η κοπέλα κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό που ήταν κάποτε η ίδια.
Πόσα θα μπορούσε κανείς να πει για μια τέτοια φωτογραφία; Το παρόν που κρατάει το παρελθόν. Ο εαυτός που περιμένει από τον εαυτό να μεγαλώσει, να φτάσει, να γίνει. Τα σχέδια που συναντώνται. Πως είμαστε όλοι αυτό που ήμασταν κι αυτό που θα είμαστε, ταυτόχρονα. Η τρυφερότητα που πρέπει να έχουμε για εκείνο το μωρό που ήμασταν. Ακόμα και το φως στη φωτογραφία είναι συμβολικό-ή έτσι μου φαινόταν εμένα πάντα. Μια φορά, ρώτησα το Γιάννη γιατί έχει αυτή τη φωτογραφία στο εργαστήριο και μου είπε, έτσι, μου αρέσει πολύ.
Και τώρα, αναπόδραστα σκέφτομαι πως δεν υπάρχει πια το μωράκι ούτε η κοπέλα που το κρατούσε. Δεν ξέρω πως διαχειρίζεσαι κάτι τέτοιο, δόξα στο σύμπαν, στο θεό, στο βούδα, σε όποιον θέλετε, δεν έχω ανοίξει αυτή την πόρτα. Ξέρω, ωστόσο, πως όταν κοιτάς από μακριά, ακόμα κι έτσι, σε επηρεάζει. Βάζεις εκεί τον εαυτό σου, αναλογίζεσαι τους δικούς σου αγαπημένους και τη δική σου μοίρα. Αυτό που λένε «δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει»; Ε, αυτό.
Κι όταν όλες αυτές οι σκέψεις περνάνε από το μυαλό σου, τι κάνεις; Δεν ξέρω, προετοιμάζεσαι-αν είναι δυνατόν. Ζεις-όσο και όπως μπορείς. Αγκαλιάζεις και ευγνωμονείς, ίσως. Σίγουρα αγαπάς κι ελπίζεις. Μες στον ορυμαγδό του κόσμου, είναι δύσκολο να θυμάσαι να ζεις και να ευγνωμονείς και ν’ αγαπάς-ήρεμα, σταθερά και αναλλοίωτα, σα να μην υπάρχει αύριο: πάντα υπάρχει το αύριο, αμείλικτο και απειλητικό σε καταδιώκει.
Μερικές φορές, όμως, έχω μια αίσθηση, έτσι, έρχεται και ξαναφεύγει αμέσως, πως μόνο αυτό έχει σημασία και στέκομαι για μισό δευτερόλεπτο περίπου και κάνω το σταυρό μου (ότι κι αν σημαίνει αυτή η έκφραση, κοιτάω πάνω, κάτω, μέσα μου ή δεν κοιτάω) και μετά την ξεχνάω πάλι αυτή την αίσθηση και δε ζω ούτε ευγνωμονώ ούτε αγαπώ. Ώσπου συμβαίνει κάτι σαν αυτό το θάνατο και μου ξανάρχεται η αίσθηση. Κι έτσι, με ανύποπτες στιγμές συνειδητοποίησης, περνάνε όλες οι άλλες.

3 σχόλια:

astakoulis είπε...

Έλα ρε φιλενάδα με ψυχοπλάκωσες βραδιάτικα, πες κάτι πιο χαρούμενο, έρχονται Χριστούγεννα σου λέω...

Ανώνυμος είπε...


γεια σου ρε Μπουσκάλια, άρχοντα !!!

myStickland είπε...

Ενα πολύ δυνατό κείμενο!!!
Μελαγχολικό μα ιδανικό μια βραδιά σαν τη σημερινή που είμαι συναισθηματικά φορτισμένη μιας και ο χαμός ενός ανθρώπου είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί!
Μια μαμά πριν λίγες ώρες έχασε τη ζωή της,στη γειτονιά μου!!! Θλιβερό!!!!
Σου εύχομαι οτι επιθυμείς να φέρει η καινούρια χρονιά και μακάρι να μην ακούσουμε δυσάρεστες ειδήσεις!! Ποτέ!
Καλό βράδυ!