Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;


Έλα, έλα, μη γκρινιάζετε, τι να κάνουμε, άργησα πάλι, δε μας έρχονται όλα όπως τα θέλουμε πάντα-η αλήθεια είναι ότι δε μας έρχονται ποτέ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ τα θέλουμε, συνήθως μας έρχονται περίπου κι αυτό είναι αρκούντως εκνευριστικό, αλλά, όπως λέει και μια κινέζικη παροιμία, για δύο πράγματα δεν πρέπει να στενοχωριέται κανείς: γι’ αυτά που διορθώνονται και γι’ αυτά που δε διορθώνονται. Καλό, ε; Κινέζοι, παιδί μου, εγγύηση στη μοιρολατρία.
Λοιπόν, άργησα, διότι μία εβδομάδα ήμουν στο απόλυτο καλοκαιρινό μέρος, όπου φυσικά δεν υπάρχει διαδίκτυο. Επίσης, δεν υπάρχει περίπτερο, σουβλατζίδικο, άλλα αυτοκίνητα, ξαπλώστρες στην παραλία, έλεος και θεός. Υπάρχουν μόνο λιόδεντρα, γερμένα από το βάρος, άμμος και σκόνη, η θάλασσα και τηγανητή αθερίνα. Όπως καταλαβαίνετε και όπως προείπα, το απόλυτο καλοκαιρινό μέρος. Εκεί κοντά, στην άκρη του πουθενά (το απόλυτο είναι στη μέση του πουθενά), είναι κι ένα παρεκκλήσιον αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή, δίπλα σε μια ανεμοδαρμένη παραλία και σε κάτι τουλάχιστον παράταιρες επαύλεις, στο οποίο η τρελή αδελφή μου κι ο ακόμα πιο τρελός άντρας της αποφάσισαν να βαφτίσουν τα μωρά. Οπότε, εμείς συνδυάσαμε βάφτιση, διακοπές και φαγητό της μαμάς και όλα θα πήγαιναν καλά, αν δεν επρόκειτο για την οικογένεια των τρελών.
Το πράγμα φάνηκε από την αρχή: ξεκινώντας από τη μαγευτική Κατερίνη με το αυτοκίνητο, που ονομάζεται Κοκκινοσκουφίτσα (θα καταλάβετε αργότερα το λόγο), για να πάμε στο απόλυτο, ο Γιάννης, προκειμένου να αποφύγουμε να πληρώσουμε ίσαμε 17 χιλιάδες διόδια, έκανε μια μικρή παράκαμψη πριν τον Πλαταμώνα, με σκοπό να βγούμε κάπου στη Λάρισα. Εννοείται πως περάσαμε πάνω, δίπλα και μέσα από ποτάμια, διασχίσαμε χωριά-φαντάσματα, όπου η σκόνη στροβιλιζόταν στην άδεια κεκαυμένη πλατεία, ρωτήσαμε θειούς και μαυρομαντιλωμένες γιαγιάδες και φάγαμε όλα τα σύκα που μας είχε φορτώσει ο μπαμπάς του Γιάννη πριν φύγουμε και τελικά μετά από 2 ώρες βγήκαμε ξανά στην Εθνική, πριν τα Τέμπη και σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από την Κατερίνη. Μεγάλη επιτυχία; Φυσικά, το αυτοκίνητο κόντευε να σκάσει από τη ζέστη κι εμείς μαζί. Με τα πολλά φτάσαμε στο απόλυτο κι ο Γιάννης άπλωσε τον υπολογιστή, δύο σκληρούς δίσκους και μια οθόνη και δεν ξανασηκώθηκε από κει παρά για να πάμε να πάρουμε τσιγάρα και μπύρες. Στο μεταξύ, εγώ έλιωνα στην παραλία, κοιμόμουν και διάβαζα την Αηδονόπιτα, ένα πραγματικά καταπληκτικό βιβλίο. Στα διαλείμματα από την κατάκλιση, βοηθούσα την άλλη τρελή αδελφή να ράψει τις παιδικές μπομπονιέρες για τη βάφτιση (διότι υπάρχουν δύο ειδών μπομπονιέρες στις βαφτίσεις, το ξέρατε αυτό; Παράλογο; Δεν απαντά.), που ήταν μικρές δαχτυλοκουκλίτσες από τσόχα, 5 για κάθε παιδάκι, στο σύνολο 150. Η δαχτυλοκουκλίτσα ήταν το must των διακοπών φέτος, είχαμε κοτούλες, λαγουδάκια, μελισσούλες, βατράχια κι ένα άλλο ζώο που δεν το θυμάμαι. Τη νύχτα, που δε βλέπαμε για να ράψουμε, κατεβαίναμε στην παραλία και χαζεύαμε τα φεγγάρια, και τα μπλε και τα κίτρινα, και βγάζαμε ηλίθιες φωτογραφίες, ξέρετε, να κρατάς το φεγγάρι κι άλλα τέτοια που θυμίζουν πόστερ της δεκαετίας του 80.
Όταν τελείωσαν οι δαχτυλοκουκλίτσες κι αφού τοποθετήσαμε σε στρατηγικά σημεία της διαδρομής προς το παρεκκλήσιον μπαλόνια για να δείξουμε που θα γίνει το μυστήριο, τα οποία είχανε σπάσει μέσα σε διάστημα 20 λεπτών κι είχαν απομείνει κάτι πράσινες κορδελίτσες να ανεμίζουν πάνω στις ταλαίπωρες πινακίδες, ήρθε η ώρα για τη βάφτιση κι εμείς βάλαμε τα καλά μας. Εγώ, επειδή δε μου άρεσαν τα άθλια δερμάτινα λουλούδια που είχαν πάνω τα παπούτσια μου, κότσαρα αντ’ αυτών (των λουλουδιών, όχι των παπουτσιών) δύο μοβ τεράστιους φιόγκους κι ο Γιάννης με κορόιδευε ότι θα πετάξω, αλλά εγώ πιστεύω ότι τα έλεγε από τη ζήλια του. Πάμε το λοιπό στο παρεκκλήσιον, σκοντάφτουμε, τακτοποιούμε τις δαχτυλοκουκλίτσες και περιμένουμε, μεταξύ άλλων, τους γονείς του Γιάννη, οι οποίοι επέμεναν να έρθουν με το Λύκο (θυμάστε την Κοκκινοσκουφίτσα;), όπου λύκος είναι ένα άσπρο Renault του 1973, το οποίο το βάζεις μία φορά μπροστά και μετά δε σταματάς μέχρι να φτάσεις, γιατί μπορεί να μην ξαναξεκινήσει. Ο Λύκος, λοιπόν, οι γονείς του Γιάννη, η εθνική οδός, 25 χιλιόμετρα χωματόδρομος (βαρβάτος), το παρεκκλήσιον και κανένα κινητό μαζί τους. Φοβερό; Όπως καταλαβαίνετε, πρώτον χάθηκαν, διότι ούτε καν τις οδηγίες δεν ακολούθησαν, παρά ρώτησαν κάτι άσχετους και δεύτερον, ο Λύκος έμεινε στη μέση του χωματόδρομου, δίπλα σε μια άλλη, όχι τη σωστή, ανεμοδαρμένη παραλία. Με κάποιον τρόπο που δε θέλω να ξέρω, βρήκανε κάποιους ευγενικούς ανθρώπους με κινητό (ω του θαύματος) και μας ειδοποίησαν, αφού εγώ κόντευα να φάω τις κοτσίδες μου. Εμείς αφήσαμε τη βάφτιση στη μέση (να φανταστείτε έμαθα τα ονόματα 2 ώρες μετά, στο τραπέζι), χάσαμε και το μπέμπη που χειροκροτούσε πανευτυχής τον παπά και με τα καλά μας και τους φιόγκους μας να σούρνονται στη σκόνη πήγαμε να μαζέψουμε γονείς και Λύκο. Οι γονείς μαζεύονταν, ο Λύκος όχι. Ήρθε την άλλη μέρα ο γερανός (στη μέση του πουθενά) και τον μάζεψε. Εμείς πήγαμε κατευθείαν στο τραπέζι, καθώς η βάφτιση είχε τελειώσει, όπου αφήσαμε τους έρμους γονείς με την απαραίτητη θεία Μαρία (κάθε οικογένεια έχει μια θεία Μαρία, που είναι ελαφρώς τρελή και βαρέως φλύαρη) και φάγαμε ωραιότατα μπιφτέκια. Μετά από όλα αυτά, ξεκινήσαμε την επόμενη μέρα, ο Λύκος μπροστά κι η Κοκκινοσκουφίτσα πίσω, κι επιστρέψαμε στη μαύρη τρύπα δίχως άλλες περιπέτειες. Ήταν αρκετές. Αφήσαμε πίσω μας συντρίμμια, τον Τριαντάφυλλο και την Εμμανουέλα, την άδεια μπαταρία του Λύκου και, μερικοί από εμάς, ένα κομμάτι της ψυχής τους στο απόλυτο καλοκαιρινό μέρος.
Ελπίζω να σας έλειψα, εμένα μου λείψατε και θα είμαι πιο τακτική. Πάω να βάψω τα νύχια μου, ένα κοραλλί, ένα πισινί (της πισίνας, άθλιοι, όχι του πισινού) γιατί δε μπορώ να αποφασίσω.

8 σχόλια:

Vasia είπε...

Πέμπτο ζώο: Πασχαλίτσες ή μπαμπούρια

Κατερίνα είπε...

Α γεια σου! Που είχανε και ωραία μπέρτα!

astakoulis είπε...

Εγώ πάντως 2 φορές στη μαύρη τρύπα τον Αύγουστο. Κοντογυαλός φουλ. "Ντονατς..μελονες...σαντουιτς!αις κοφι-αις κριμ-αις κολντ ντρινκς". Κυρ Γιώργης με το καφάσι στην κεφάλα. Δεν πέρασες να σχολιάσεις... :P

Κατερίνα είπε...

Ω, θεέ μου, αστακούλη, θέλεις να με σκοτώσεις; Εγκεφαλικό κόντεψα να πάθω με το "ντόνατς-μελόνες-σάντουιτς-αις κοφι" ΚΑΙ τον κοντογυαλό. Και, κοπελιά, hello, δε μένω πια εδώ, έφυγα από το νησί, πήρα τα μάτια μου και η μαύρη τρύπα είναι η Κατερίνη. Κακομοίρα μου, μη διαβάσει κάνας κορφιάτης που είπες μαύρη τρύπα το νησί, μαύρο φίδι που σ' έφαγε!

Ανώνυμος είπε...


τι είναι το "μελόνες"???

Κατερίνα είπε...

Ανώνυμε, το "μελόνες" είναι πεπόνια στα κερκυραϊκά. Κι αυτός ο μπάρμπας που περιγράφει η αστακούλης είναι ένας τύπος που γυρνάει στην παραλία φορτωμένος με ένα καλάθι που περιέχει ότι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους και διαφημίζει το προϊόν του με άψογη κορφιάτικη προφορά. Αχ! ντόνατς-μελόνες-σάντουιτς-άις κόφι, θα σε ξανακούσω ποτέ;

Renata είπε...

Θέλω και εγώ δακτυλοκουκλίτσα!!! Είναι τέλειες!!!

Αερικό είπε...

Μελόνες είναι το πεπόνι στα Κερκυραίικα; Βρε σίγουρα; Εμένα μου φαίνεται πως απλώς το λέει "στα ξένα", γιατί ως κερκυραίικη λέξη δεν το 'χω ακούσει ποτέ.