Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Για πουθενά δεν είμαι.


Ε, πια το ξέρετε, είναι να μην πάρω φόρα. Επίσης, μετράει σημαντικά το ότι έχω πίσω τον υπολογιστή μου, γιατρεμένο, να πηγαίνει σφαίρα-πριν, τον άναβα κι έμπαινα για μπάνιο, ώστε μέχρι να βγω να έχει ανοίξει και μετά, μέχρι να μπει στο ίντερνετ, στέγνωνα και τα μαλλιά μου, φοβερό; Μια φορά, πρόλαβα να φάω μέχρι να φορτώσει το protagon. Εν πάση περιπτώσει, τώρα πάει πολύ καλύτερα, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες συσκευές στο σπίτι μας: ο βραστήρας απεβίωσε πριν τα Χριστούγεννα, το πιστολάκι μου έκανε ένα τσαφ προχτές και σταμάτησε να λειτουργεί (ευτυχώς που μόνο σταμάτησε να λειτουργεί και δεν εξερράγη κι από πάνω) κι η σόμπα της Ρενάτας έκανε πανομοιότυπο τσαφ κι από τότε μόνο γυρίζει γύρω γύρω δίχως να βγάζει ζέστη, εγώ της είπα να βάλουμε πάνω μερικά κεριά και θα ‘ναι το ίδιο και πιο ατμοσφαιρικά ίσως, αλλά δεν ήθελε, οπότε της έδωσα τη δική μου. Νομίζω ότι το πνεύμα του σπιτιού κάτι θέλει να μας πει. (Τώρα που είπα πνεύμα του σπιτιού, θυμήθηκα ένα φίλο φίλου κάποτε στη Θεσσαλονίκη, που ισχυριζόταν πως στο σπίτι του υπήρχε το πνεύμα του παππού που έμενε εκεί πριν και πως ο παππούς καθόταν, λέει, στον καναπέ και του έκανε παρέα και μια φορά του είχε μιλήσει κιόλας, εντάξει, ο τύπος μάλλον έπαιρνε ναρκωτικά και δε μου το είχανε πει-ίσως του τα έφερνε ο παππούς.)
Θα συνεχίσω τώρα την εξιστόρηση των ταξιδιών του Γκιούλιβερ, διότι, ναι, αγαπημένοι μου, δεν παρέμεινα στη γοητευτική Λαμία, με πόνο ψυχής αποχωρίστηκα τα μωρά μας (ε, και την υπόλοιπη οικογένεια, εντάξει) και πήγα μια βόλτα στη διπλανή Βουλγαρία. Τι ρωτάτε που; Εκεί που πήγανε όλοι φέτος το χειμώνα: στο Μπάνσκο. Όλοι, όμως. Αφού απορώ, πως δε βρήκα κάνα γνωστό στο δρόμο. Πώς να βρω, βέβαια, η κακομοίρα, αφού πάνω δεν κοίταζα, μόνο κάτω, μη και φάω τα μούτρα μου, πράγμα που τελικά δεν απέφυγα, τα έφαγα 2-3 φορές, τη μία, μάλιστα, μαύρισε όλος ο ποπός μου από το πέσιμο και για 2 μέρες καθόμουν στραβά κι έπρεπε να έχω δίπλα μου κάτι να με στηρίζει, διότι αλλιώς έπεφτα.
Που λέτε, στο Μπάνσκο, δεν ξέρω γιατί πήγαμε. Εκεί έχει μόνο χιόνια  και Ugg (αυτές τις μπότες του γιέτι, που είναι πολύ τση μοδός τον τελευταίο καιρό κι έχουν και απαίσιο όνομα, ουγκ, σαν τη γλώσσα των Ινδιάνων στα Λούκι Λουκ) κι εμείς ούτε σκι κάνουμε ούτε τέτοιες μπότες έχουμε. Τέλοσπαντων, πήγαμε, διότι είχαμε παρέα και είχε και το ξενοδοχείο σπα και λέω, άντε, πάμε, να κάνουμε και σπα, να βγάλουμε και φωτογραφίες στα χιόνια-όλοι κουβαλούσανε σκι, εμείς κουβαλούσαμε το τρίποδο και μας περνούσαν και για δημοσιογράφους: εγώ την τελευταία μέρα άρχισα να διαδίδω πως είναι η Τζένιφερ Λόπεζ στο Μπάνσκο και πως την κυνηγούσαμε να τη φωτογραφίσουμε αλλά δε με πίστευε κανείς (ο Γιάννης είπε πως έπρεπε να σκεφτώ καμιά εγχώρια διασημότητα, αλλά δεν τον χωνεύω, γιατί έχει πάντα δίκιο).
Αφού, λοιπόν, δεν κάναμε σκι, γιατί αν ανέβαινα εγώ σε σκι, ακόμα εκεί θα ήμουν και θα προσπαθούσα να κατέβω, είπαμε να πάμε στη σάουνα του ξενοδοχείου. Έχετε κάνει ποτέ σάουνα; Τα βασανιστήρια της κολάσεως. Αλήθεια, πληρώνει ο κόσμος για να το κάνει αυτό; Σε χώνουν σε ένα ξύλινο δωματιάκι, όπου η θερμοκρασία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, στους 42 βαθμούς (Δεκαπενταύγουστο στις 3 το μεσημέρι στον Κοντογυαλό, πιο δροσερά είναι) και δε σε αφήνουν να βγεις πριν περάσει ένα τέταρτο, εγώ έπαθα αποπληξία, παραλίγο να αρχίσω να χτυπάω την πόρτα και να ουρλιάζω «βγάλτε με». Και πάνω που είχα λίγο συνηθίσει τους 42 βαθμούς, μπαίνει μέσα ένας τρελαμένος Ρώσος και λέει «α, πολύ δροσερά είναι» και πιάνει το όργανο του μαρτυρίου, την κουτάλα που ρίχνεις νερό στα κάρβουνα και δώστου, κόντεψε να μας πεθάνει. Αφού περάσει το μαρτυρικό τέταρτο, όπου έχεις ξαναπιστέψει στο Θεό (αφού υπάρχει κόλαση, θα υπάρχει και παράδεισος), σε χώνουν στο ατμόλουτρο, το οποίο είναι ακριβώς το ίδιο με επιπλέον μειωμένη ορατότητα λόγω των υδρατμών κι όπου εγώ πήγαινα τοίχο τοίχο, χωρίς παρ’ όλ’ αυτά να αποφύγω τις πατούσες μιας θηριώδους Βουλγάρας. Καταλαβαίνετε. Αφού στωικά άντεξα και το ατμόλουτρο, με έχωσε ο Γιάννης κάτω από το παγωμένο ντους, δεν ξέρω τι απωθημένα έχει. Μετά, ήθελε να μπούμε και στο τζακούζι, αλλά εγώ είχα αγριευτεί και δεν πήγαινα πουθενά, παρά μόνο στο κρεβάτι μου, μπας κι επανέλθω σε φυσιολογική θερμοκρασία. Ρε, ο κόσμος δεν πάει καλά, που πάνε και κάνουνε αυτό το πράγμα και μετά σέρνονται στα χιόνια. Αφού επέζησα από τη σάουνα, πήγαμε βόλτα στο χωριό κι εγώ αποφάσισα πως είμαι άνθρωπος της θάλασσας κι όχι του βουνού κι ο Γιάννης αγόρασε 5 χάρτινα πράσινα κουνούπια για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο.
Αφού χόρτασε το μάτι μας χιόνι κι εγώ σκεφτόμουν πότε επιτέλους θα επιστρέψω κάπου, οπουδήποτε που θα μπορούσα να βγάλω τα ρούχα μου από τη βαλίτσα, είχα κλείσει μήνα στους δρόμους, επιστρέψαμε, αλλά εγώ έκανα άλλες 2 μέρες να φτάσω στο (ακόμα) σπίτι μου, κάνοντας μια στάση στο αεροδρόμιο της Αθήνας, όπου έτρωγα σπανακόπιτα από το αλουμινόχαρτο στη μέση της αίθουσας αναμονής. Με τα πολλά γύρισα στο νησί, για λίγο, μέχρι να φύγω τελείως. Τώρα πάω να γεμίσω καμιά κούτα με αναμνήσεις… (η επόμενη ανάρτηση θα είναι δακρύβρεχτη).

12 σχόλια:

Στέλλα Τ. είπε...

Βλαχάκι! Θες και θάλασσα!!! στην Λαμια μεγάλωσες με τα βουνά και τις ανηφόρες. Θες και θάλασσα!!!
Μια χαρα είναι τα χιόνια ρε (για τις Ugg συμφωνώ). Που πας κυρά μου χωρίς Ugg στο Bansko? ε? ε? ε?

σε φιλω!

Calliope είπε...

Τι καλά να κάνεις τόσα ταξίδια! Για τη σάουνα συμφωνώ, ενώ τα χαμάμ είναι υπέροχα! Όσο για τος ουγκ, δες αυτό http://www.comedylab.gr/video/469/24-mikeius-vs-%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%AE%CE%BC%CE%B9%CE%B1-season-finale από το 5 λεπτό... Είναι λίγο σιχαμένος αυτός, όμως.

Ανώνυμος είπε...

αυτο θα λεγα και εγω , την αλλη φορα λιανοκλαδι για κανα αρνι η λειβαδια για πιτογυρο...

Vasia είπε...

Μαρή σεις τη Στελίδα την ξιχασατε μαρήηηη...

Κατερίνα είπε...

Καλλιόπη, τον ξέρω αυτόν τον τύπο, έχει πλάκα, αλλά είναι όντως λίγο σιχαμένος.
Όσο για τους υπόλοιπους, τι έγινε, ρε παιδιά; Μαζευτήκαμε όλοι οι Λαμιώτες σε ένα ιστολόγιο και επιτιθέμεθα στην άμοιρη ιστολόγο;

vaso είπε...

μα καλά κατάλαβα???? θα φύγεις από την κέρκυρα????

Κατερίνα είπε...

Μα καλά κατάλαβες! Θα φύγω από την Κέρκυρα. Τι να κάνω, Βάσω μου, όπου γης πατρίς εμείς οι ξεναγοί κι επίσης, είχε αρχίσει ο κλοιός να σφίγγει εδώ: όταν βγαίνεις στο Χουκ και συνανστάς ανθρώπους που δεν θες να τους μιλήσεις, σημαίνει πως έχει έρθει η ώρα να φύγεις.
Στην ηπειρωτική Ελλάδα, πια, να δεις και που θα συναντηθούμε.

vaso είπε...

μα εσένα που σ' αρέσει η θάλασσα θα πας στα βουνά? τι να κάνω θα το αντέξω κι αυτό!!!

Κατερίνα είπε...

Όχι, παιδί μου, ποιά βουνά; Δίπλα στη θάλασσα θα είμαι πάλι. Κάνω εγώ μακριά;

Ανώνυμος είπε...

όταν λέτε "χάρτινα πράσινα κουνούπια", τι ακριβως εννοείτε????

είναι κάτι που
(α) τρώγεται
(β) καρφώνεται
(γ) επικολλάται στο ψυγείο
(δ) μπαίνει σε κάποια τρύπα
(ε) τίποτα από τα παραπάνω
(στ) κάτι πιο άχρηστο από τα παραπάνω
(ζ) νέο σεξουαλικό βοήθημα ???

Κατερίνα είπε...

Αγαπητέ ανώνυμε,
Πάντα εννοούμε αυτό που λέμε, δηλαδή πράσινα χάρτινα κουνούπια. Ομοιώματα του εντόμου φτιαγμένα από πράσινο χαρτί, τα οποία αναρτώνται με πετονιά από το ταβάνι.
Όσο για την υπόθεση ζ, με κάνει να προβληματίζομαι σχετικά με τις προτιμήσεις σου.

Ανώνυμος είπε...

σκέτη αηδία μου κάνει να έχεις αυτά τα ομοιώματα πάνω από το κεφάλι σου....