Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Το τανγκό θέλει δύο, κύριε υπολοχαγέ.

Την προηγούμενη Κυριακή, ήμουν με τη Βίβιαν και περιπλανιόμασταν στους έρημους δρόμους της Κέρκυρας κι έβρεχε καταρρακτωδώς και λέγαμε «και Κυριακή και απόγευμα και στην Κέρκυρα και βρέχει και ερημιά, περισσότερη μελαγχολία πεθαίνεις», ευτυχώς που την άλλη μέρα δεν είχαμε να πάμε δευτεριάτικο σχολείο με πρώτη ώρα Μαθηματικά.
Αυτή την Κυριακή είναι η παραμονή του Αγίου, που λένε εδώ στο νησί τη μεγάλη ονομαστική εορτή του Αγίου Σπυρίδωνος, πολιούχου και προστάτου της πόλης, ο οποίος έχει διασωθεί ως λείψανο μαυριδερό και ολίγον σκιαχτικό: εγώ τουλάχιστον τον φοβάμαι, ειδικά μετά που έμαθα ότι βγαίνει τις νύχτες και περιπολεί στην πόλη του και το άλλο πρωί βρίσκουν, λέει, λασπωμένα τα πασούμια του-κι αυτός με τα πασούμια βγαίνει, χάθηκε μια γαλότσα; Η παραμονή του Αγίου, λοιπόν, σημαίνει πως όλος ο κόσμος θα είναι έξω με τη Louis του ο καθείς (εννοείται καροτσάκια και γριές αβέρτα) κι επίσης, ειδικά για φέτος, σημαίνει πως δεν υπάρχει τσαγκαροδευτέρα, καθώς αύριο είναι αργία. Οπότε, είναι μια όμορφη και διόλου μελαγχολική Κυριακή αφού μάλιστα πλησιάζουν και τα Χριστούγεννα.
Ακριβώς επειδή πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, θα σας πω κι εγώ για δυο χριστουγεννιάτικα πράγματα.
Το ένα είναι το σπιτάκι που φτιάξαμε με τη Ρενάτα για να το χαρίσουμε στην Άννα που γιόρταζε. Η Ρενάτα το οραματιζόταν το σπιτάκι εδώ και κάνα μήνα, οπότε, επιστρέφω την Παρασκευή, μετά από όλα αυτά που σας περιέγραψα χτες, και η Ρενάτα, αραχτή με τη ρόμπα στο κρεβάτι σαν την οδαλίσκη, με προστάζει «η Άννα μας έχει καλέσει το βράδυ, κανόνισε να φτιάξουμε το σπιτάκι!» Τέλοσπαντων, το καταπίνω και βάζουμε στο τηγάνι τη ζάχαρη για να φτιάξουμε καραμέλα, που θα τη χρησιμοποιούσαμε ως το συνδετικό υλικό για τα πτι-μπερ-τούβλα του σπιτακίου. Δεν έλιωνε η ρημαδοζάχαρη με τίποτα και με τα πολλά πείθω (το αντίθετο του μπροθτά) τη Ρενάτα (η οποία δεν έχει δράμι υπομονή κι ήθελε να τα παρατήσουμε όλα και να κολλήσουμε τα πτι-μπερ με κόλλα, προφανώς για να δηλητηριάσει την Άννα) να βάλουμε και λίγο νεράκι, οπότε εγένετο καραμέλα. Κολλάμε τα πτι-μπερ, αλλά επειδή τα πηγαινοφέρναμε από το μάτι στον πάγκο βουτηγμένα στην καραμέλα, είχαμε δημιουργήσει έναν ιστό από λεπτές καραμελένιες κλωστίτσες, είχαμε καλυφθεί κι εμείς οι ίδιες, άλλο να σας λέω κι άλλο να το βλέπετε. Στη συνέχεια, φτιάχνουμε το χιόνι και καλύπτουμε σούμπιτο το σπιτάκι, μιλάμε εμείς δε φτιάξαμε σπίτι, ντάτσα στη Σιβηρία φτιάξαμε (ντάτσα λένε το εξοχικό σπίτι στη Ρωσία), εγώ ήθελα να φτιάξω και χιονάνθρωπο, αλλά το γλάσο έτρεχε και δεν καθόταν.
(Αυτό που έχουμε να δούμε χιόνι καμιά δεκαετία και παρ’ όλ’ αυτά επιμένουμε να διακοσμούμε όλα τα χριστουγεννιάτικα με χιόνι, μήπως είναι λίγο εμμονικό;)
Φτιάχνουμε κι ένα φράχτη με γκοφρετάκια, εγώ έφαγα την πόρτα του φράχτη κι οι κότες έμπαιναν ελεύθερες, βάζουμε και χρωματιστά κουφετάκια για κεραμίδια (εννοείται πως έφαγα και τα μισά κεραμίδια) κι έτοιμο το σπιτάκι μας. Μετά, που το πηγαίναμε στην Άννα, μου έσπασε τα νεύρα: με τα δύο χέρια κράτα το, γέρνει, θα σου πέσει, μην πας από κει, γλιστράει, με τα δύο χέρια είπα!, τι τα ήθελες τα τακούνια, θα πέσεις-κι όχι ότι χέστηκε μην πέσω, το σπιτάκι μην πάθει τίποτα. Το σπιτάκι, βέβαια, είχε στεγνώσει το γλάσο κι η καραμέλα κι ήθελε σφυρί και καλέμι να το σπάσεις! Με τα πολλά, φτάνουμε και η Άννα ενθουσιάζεται με το σπιτάκι, που ήταν το ένα χριστουγεννιάτικο πράγμα.
Το άλλο χριστουγεννιάτικο πράγμα είναι μια ταινία που είδαμε χτες. Το ταγκό των Χριστουγέννων. Παιδιά μου, τι ταινία! Βασισμένη σε ένα βιβλίο του Ξανθούλη, μιλούσε για μια ιστορία έρωτος και αναμονής, μυστικών και κρυφών αισθημάτων. Ένας υπολοχαγός είναι σφόδρα ερωτευμένος με την πανέμορφη σύζυγο του ανωτέρου του και θέλει να της ζητήσει να χορέψουν ένα ταγκό στη χριστουγεννιάτικη εορτή του στρατοπέδου. Ζητά, λοιπόν, από έναν φαντάρο να του μάθει να χορεύει ταγκό με αντάλλαγμα μια πολυπόθητη άδεια. Τι να σας πρωτοπώ: για την ατμόσφαιρα της ταινίας, με τη βροχή και την ομίχλη και τη σκοτεινιά του χειμώνα στον Έβρο, για τη μουσική, που σε ταξίδευε εκεί, σε κείνο το tango notturno, για τον Στάνκογλου που έπαιζε τον υπολοχαγό και τον ερωτευόσουνα μόνο για την εγκατάλειψη που έδειχναν τα μάτια του, για τους υπαινιγμούς και τα υπόγεια συναισθήματα που κατέκλυζαν όλες τις σκηνές της ταινίας. Δε θα σας πω τι γίνεται, για να πάτε να τη δείτε απαραιτήτως. Πολύ καιρό είχα να δω μια τέτοια ταινία: ούτε αγορίστικη ούτε κοριτσίστικη, άψογη, ολόκληρη, να μιλάει για κάτι, να σε πηγαίνει κάπου. Και πόση σημασία μπορεί να έχει ένας χορός, πόσο περισσότερο αποκαλυπτικός μπορεί να είναι από οποιαδήποτε εξομολόγηση.
Α, εξαιρετική ταινία, μακάρι να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι μια τέτοια στιγμή.

8 σχόλια:

Αlex... είπε...

Ενταξει μας επεισες...θα την δουμε την ταινια!:D
Φωτογραφια απο το σπιτακι ομως δεν είδαμε!:(

Vasia είπε...

Ου ρε, ουου...

Κατερίνα είπε...

Άλεξ, πήγαινε στην προηγούμενη ανάρτηση, την έβαλα εκεί τη φωτογραφία του σπιτακίου.

Ανώνυμος είπε...

Μπράβο Βάσια για το κράξιμο!

ακούς εκεί τα μάτια που δείχνουν εγκατάλειψη!!!
θα ξεράσω!
αμάν πια με τους κλαψιάρηδες gays!
(αναφέρομαι φυσικά στον συγγραφέα της τριμέγιστης βλακείας που έγινε και ταινία)
για να μην πω και για την ΕΝ-ΤΕ-ΛΩΣ κρυόκωλη και ξενέρωτη γκόμενα (πρώην? νυν? ποιος νοιάζεται...)
του Παπακαλιάτη που τη βάλανε για μοιραία, μην ξαναξεράσω!!!

ΟΥΟΥΟΥ, ρε, ΟΥΟΥΟΥ!!!

Κατερίνα είπε...

Είστε και οι δύο βλάκες.

Κατερίνα είπε...

Και ζηλεύετε.

Ανώνυμος είπε...

Πάντως Κατερινάκι μου, γράφεις ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΑ!!!!

Σκέτη μαγεία!!!

Κατερίνα είπε...

Τι κουτή!