Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Εχθές αργά, στο μπαρ Το ναυάγιο.


Μάρτυς μου ο θεός και ο Βούδας ταυτόχρονα, εγώ ήθελα να γράψω για σοβαρά πράγματα, για όλα αυτά που έγιναν και γίνονται ακόμα, για την απεργία, την ανεργία, την οικονομία, την κρίση, την παράκρουση, τις καταλήψεις, τις παραλείψεις, τη δυστυχία και τη δυστοκία, τους θανάτους και τους αθανάτους, αλλά πέφτει εδώ, από το πρωί, μια ήσυχη μικρή βροχούλα, διόλου κερκυραϊκή, μάλλον βρετανική θα την έλεγα, και τα σύννεφα είναι ήδη χαμηλά στον ουρανό (κι αυτός, σύμφωνα με τη Ρενάτα, είναι ο λόγος που δεν κάνει κρύο: Αρνιακέ, φάε τη σκόνη μας), οπότε ας μην τα χαμηλώσουμε ακόμα περισσότερο, στην ψυχή μας δηλαδή. Εκτός αυτών των βαθυστόχαστων και αρκούντως μελαγχολικών, βγήκαμε έξω χτες και φυσικά γίναμε ρεζίλι στο πανκερκυραϊκό (κατά το πανελλήνιο) και αποφάσισα, λόγω κάποιων κακεντρεχών σχολίων που έχουν γίνει εις βάρος μου τις τελευταίες μέρες, να δημοσιοποιήσω τα ρεντίκολα. Ωστόσο, μη διανοηθείτε πως δε θα γράψω και για την τρέχουσα κατάσταση της φτωχής μας χώρας, καθώς, διόλου απολιτίκ δεν είμεθα ως ιστολόγιο, όπως άδικα και αβασάνιστα μας κατηγόρησαν. Απλώς, θέλω κι εγώ το χρόνο μου.
Εχτές, λοιπόν, ήμασταν καλεσμένες σε κάτι γενέθλια, σε ένα μπαρ, το μοναδικό κάπως αξιοπρεπές εδώ στο νησιώτικο χειμώνα, όπου αξιοπρεπές σημαίνει (ή τουλάχιστον πέρσι αυτό σήμαινε, φέτος λίγο άλλαξαν κι εκεί τα πράγματα) πως δε βλέπεις μόνο στάχτη και μπέρμπερις κι επίσης ακούς τα τραγούδια ολόκληρα (πρωτοφανές φαινόμενο, μήπως κάνας αναγνώστης ντιτζέι να μου εξηγήσει γιατί κόβονται τα τραγούδια;), άσε που όντως ακούς τραγούδια κι όχι απλά τα τύμπανα του πολέμου μεταξύ των φυλών Τρανς και Ελληνικολαϊκοποπρεμίξ. Βάλαμε τα καλά μας (μερικές από εμάς βάλανε και πολύ ψηλά τακούνια, τα οποία εκτός του ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατον να τα περπατήσεις, παράλληλα χώνονται ανάμεσα στις πλάκες από τα καντούνια και βρίσκεσαι ξαφνικά ακινητοποιημένη, στην καλύτερη περίπτωση, ή μονοσάνδαλη, στη χειρότερη, με το παπούτσι να έχει μείνει πίσω, μεταξύ δύο τεκτονικών πλακών) και πήγαμε. Στην αρχή ήμασταν εγώ, η Ελένη και μια κυρία που σφουγγάριζε το μαγαζί και βαριόμασταν, μιλούσαμε για βλακείες, αλλά κάναμε ότι λέγαμε πολύ σοβαρά πράγματα, πάντα το κάνουμε αυτό, έτσι φαινόμαστε βαθυστόχαστες και σοφιστικέ. Ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες, η Ρενάτα, η Μαργαρίτα και ένα μπολ με πατατάκια και αυτά τα μακρουλά καφετιά, τα θυμάστε; Που τρώγαμε στα παιδικά πάρτι κι είναι σα να μασουλάς κλαδάκια από το καλαθάκι της Κοκκινοσκουφίτσας; Αυτά. Τα οποία ετούτες εδώ τα βάζανε κάτω από τα χείλια τους για χαυλιόδοντες και κάνανε τους θαλάσσιους ελέφαντες. Επίσης, τα βάζανε για μουστάκια του Νταλί κι η Ελένη έκανε ότι τα κάπνιζε κι εγώ ήθελα να τα βάλω στα αυτιά μου, αλλά ντράπηκα. Μετά τα βάζανε στο στόμα τους και μη σας πω καλύτερα τι προσομοιώνανε. Ευτυχώς, ξεκίνησε η μουσική και ξεχάσανε τα καφετιά κλαδάκια.
Η μουσική, λοιπόν, ήταν ομολογουμένως πολύ καλή για τα τοπικά δεδομένα, αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι ακούσαμε και τον απαραίτητο Ρουβά, διότι, πρέπει να ξέρετε ότι στην Κέρκυρα πίνουν νερό στο όνομα του Ρουβά και οπωσδήποτε, όπου και να πας, ακόμα και σε ένα τελειωμένο καταγώγιο ντεθάδικο που έχει στο Μαντούκι, έναν Ρουβά θα τον ακούσεις. Εμείς, ως συνήθως, ήμασταν οι μοναδικοί άνθρωποι μέσα στο μαγαζί που χορεύαμε κι ας είχαμε αποκλειστεί σε μια γωνία, κολλητά στο σαγρέ τοίχο (πολύ της μοδός ο σαγρέ τοίχος στα μπαρ), από κάτι πανύψηλους τύπους. Ένας από αυτούς, μάλιστα, φόραγε και μια ζακέτα με γούνινη κουκούλα (μα καλά, δεν είχε σκάσει ο χριστιανός), η οποία μου γαργαλούσε τη μύτη όλο το βράδυ, πολύ σπαστικό. Το τι αγκωνιά έφαγε η γούνινη κουκούλα δεν περιγράφεται, παραλίγο να του βάλω και τα ψίχουλα από τα πατατάκια μέσα, αλλά με είδε ο φίλος του κι έκανα ότι χόρευα με το μπολ, μη με ρωτήσετε πως, το έκανα. Στη συνέχεια, κι αφού η ώρα είχε πάει 3, ήρθε κι αυτός που μας είχε καλέσει στα γενέθλια (άκυρο;), αλλά εμείς ήμασταν, όπως καταλαβαίνετε, έτοιμες να φύγουμε, πράγμα το οποίο κάναμε με μεγάλη αξιοπρέπεια, όπως πάντα. Η Ελένη, όμως, δε μπορούσε να περπατήσει ούτε 2 μέτρα με τα τακούνια και με ανάγκασε να αλλάξουμε παπούτσια ως το σπίτι. Έλα, όμως, που η Ελένη φοράει δυο νούμερα παραπάνω από μένα και επίσης βαρέθηκε να τα βγάλει και τα δύο κι έβγαλε μόνο το δεξί που την πονούσε περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν να περπατάμε και οι δύο κούτσα κούτσα, εμένα να μου βγαίνει το τακούνι νούμερο 38, η Ελένη να έχει στραβοπατήσει το δικό μου νούμερο 36 κι η Ρενάτα με τη Μαργαρίτα και κάτι άσχετους να έχουν ξεραθεί στα γέλια. Με τα πολλά φτάσαμε σπίτι, βάλαμε ο καθένας τα παπούτσια του και πήγαμε για ύπνο.
Η επόμενη μέρα μας βρήκε να βρωμάμε τσιγαρίλα ως το μεδούλι και σα να μην έφτανε αυτό, η Ρενάτα έβαλε να βράσει ένα ψάρι, που το τύλιξε σε τούλι, μου εξήγησε γιατί, αλλά δεν το συγκράτησα, οπότε αντιλαμβάνεστε ότι δε θα μυρίσουμε όμορφα ποτέ ξανά. Σας φιλώ.

5 σχόλια:

Calliope είπε...

Έτσι είναι, στην Κέρκυρα ακούς παντού Ρουβά, στη Ρόδο Καζούλη, στη Χίο Θαλασσινό και στη Λήμνο Ρόκκο!!! Ποιο νησί θα προτιμούσατε να ζείτε, εεεε;

Κατερίνα είπε...

Άντε βρε, που ψαρεύεις κομπλιμέντα για το νησί σου!

Calliope είπε...

Τη Λήμνο εννούσα πάντως...

Ανώνυμος είπε...

αυτό το πράμα με τα σκουλαρίκια στα αυτιά να κρέμονται...
τι θα πουν οι mutual????

Κατερίνα είπε...

Α. Δεν το κατάλαβα. Ο Ρόκκος δηλαδή είναι καλύτερος από το Θαλασσινό. Χμμ.

Οι ποιοί; Και τι λόγο έχουν αυτοί για τα σκουλαρίκια μου;