Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Κι άμα πεινάσω τηγανίζω κάνα αυγό.

Επιτέλους. Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή, όσο βρωμερός, σκονισμένος και δαχτυλιασμένος κι αν είναι, και γράφω. Δεν φαντάζεστε, αγαπημένοι μου και μακρινοί, γνωστοί και άγνωστοι φίλοι, πόσο μεγάλη ανακούφιση είναι αυτό για ένα άτομο που έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του όσο εγώ και που ζει για να ξέρει ότι οι υπόλοιποι ταλαίπωροι και αθώοι συνάνθρωποι διαβάζουν τα παραληρήματά του. Με τρώγανε τα δάχτυλά μου να γράψω και να ράψω την τελευταία εβδομάδα και δεν κατάφερα τίποτε από τα δύο και σήμερα, που πάλι μαζεύτηκα η ώρα 8 το βράδυ από το πρωί, μου’ χει κάτσει να τα κάνω και τα δύο, μα τι άνθρωπος είμαι, όλα μαζί πια θέλω να τα κάνω, τελικά τίποτα δεν θα κάνω καλά, ξέρετε, η παροιμία με το καρπούζι και τη μασχάλη, η οποία, βέβαια, εμένα πάντα μου γεννούσε την απορία: στη δική μου τη μασχάλη έτσι κι αλλιώς δε χωράει ούτε ένα καρπούζι, πόσο μάλλον δύο.
Μα δεν είναι ένα θαύμα που πάλι βλέπετε τη φλυαρία μου την ακατάσχετη στις οθόνες σας; Αχ, και μένα μου είχε λείψει.
Λοιπόν, το θέμα είναι πως είχα όλη την καλή διάθεση να γράψω από την Παρασκευή, πλην την Παρασκευή μεσολάβησαν διάφορα εξαιρετικά δυσάρεστα γεγονότα, τα οποία δεν είναι της παρούσης, με αποτέλεσμα να φύγω το Σάββατο και παραλίγο να μην ξαναγυρίσω ποτέ, πράγμα το οποίο θα ήταν μεγάλο δυστύχημα για όλους μας και ειδικά για το νησί. Επιπλέον, την Παρασκευή διαδραματίστηκαν στο ταλαίπωρο σπίτι μας σουρεαλιστικές σκηνές, όπου εγώ μιλούσα ακατάπαυστα στο τηλέφωνο και παράλληλα τα ψώνια από το σουπερμάρκετ είχαν απλωθεί σε όλα τα τραπέζια του σπιτιού, η Ρενάτα έντρομη αντίκριζε το Θανάση να ακουμπάει το ψωμί στην τοστιέρα από τη βουτυρωμένη πλευρά (διότι πρέπει να ξέρετε πως αν η τοστιέρα δεν έχει λιωμένα βούτυρα και σοκολάτες επάνω, δεν αξίζει-το πιστεύετε όλα τα αγόρια αυτό ή μόνο αυτά που ξέρω εγώ;), ο Θανάσης ο ίδιος είχε ανοίξει όλα τα τυριά και τα ψωμιά και ήθελε να μας χαρίσει ό, τι είχε αγοράσει (κάτι τόνους δηλαδή, μη φανταστείτε) και μια βαλίτσα γέμιζε με άχρηστα πράγματα.
Τελικά, αποσοβήθηκε το διπλωματικό επεισόδιο της τοστιέρας, θυμήθηκα να βάλω και εσώρουχα στη βαλίτσα και διένυσα 828 χιλιόμετρα σε 2,5 μέρες, άλλοι πετούσαν χαρταετό κι εγώ πετούσα μόνο αποκόμματα από εισιτήρια, νομίζω πως κάποτε θα σταματήσω να τα πετάω και θα κάνω ένα τεράστιο κολλάζ με όλα αυτά τα αποκόμματα από τα εισιτήρια.
Όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν στις καλές της: γκρίζα, παγωμένη, βροχερή, κατσουφιασμένη και δυσοίωνη. Κι εμείς, για να ξορκίσουμε το κακό, πήγαμε στον κινηματογράφο, όπου είδαμε μια πολύ ευχάριστη ταινία, η οποία μιλούσε για τις περιπέτειες 7-8 αιχμαλώτων που το είχανε σκάσει από ένα ρώσικο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το καλό ήταν πως κατάφεραν να επιζήσουν οι 4, αφού διασχίσανε ολόκληρη τη Σιβηρία, τη Μογγολία, την έρημο της Ινδίας και τα Ιμαλάια, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο: όπως φαντάζεστε, εγώ, ούσα και πτώμα από το ταξίδι, έχασα περίπου τη μισή έρημο και την πρώτη κορφή των Ιμαλάιων, καθώς και μερικούς θανάτους. Όταν ξύπνησα είχαν μείνει 5 και κατηφόριζαν τα βουνά.
Το άλλο καλό ήταν πως καταλάβαινα όλα τα ρώσικα που γάβγιζαν οι δεσμοφύλακες του στρατοπέδου: ελπίζω πως μόνο δεσμοφύλακες θα μου τυχαίνει να ξεναγήσω.
Το κακό τελικά δεν το ξορκίσαμε, αλλά λίγο το ξεγελάσαμε και μετά εγώ πήγα στην εξοχή, όπου είδα τον καλό μου για περίπου 13 ώρες, εκ των οποίων τις 6 κοιμόμασταν, οπότε δεν πιάνονται. Τέλος, γύρισα στο νησί με το μαγευτικό ΚΤΕΛ, εν μέσω χιονοθύελλας, θλίψης και σύνθλιψης.
Μετά από όλα αυτά, όπως φαντάζεστε, δεν είχα και πολλά περιθώρια υπομονής και ψυχραιμίας. Ωστόσο, άντεξα και πέρασα και τη σημερινή μέρα αδιαμαρτύρητα, μολονότι κάποια στιγμή συνέβαιναν παράλληλα τα εξής: ένας τετράχρονος και τετραπέρατος μπόμπιρας έψαχνε τα εργαλεία του και μου είχε δέσει τα χέρια με σελοτέιπ, ένας φίλος γυάλιζε τα πόδια ενός τραπεζιού (δουλειά η οποία έχει ψυχοθεραπευτική αξία κι αυτός, το καταγγέλλω εδώ, μου την έκλεψε ανερυθρίαστα), μια άλλη φίλη προσπαθούσε να βρει μια πανσιόν που να έχει τοπικό χρώμα κι ο πατέρας του προαναφερθέντος μπόμπιρα, που τυγχάνει επίσης φίλοςς (ο πατέρας, όχι ο μπόμπιρας), τον κυνηγούσε παντού. Κι όλοι αυτοί μιλούσαν, γελούσαν και χειρονομούσαν ταυτόχρονα.
Τέλος, και μετά κι από μια μερίδα κοντοσούβλι, που ομολογώ πως εκτός από κατεξοχήν σαρακοστιανό έδεσμα, είναι και μεγάλη βοήθεια στην αντιμετώπιση της καθημερινότητας, γύρισα στο σπιτάκι μου, από το οποίο σκέφτομαι πολύ σοβαρά να μην ξαναβγώ, διότι «εννιά φορές στις δέκα είναι για κακό».

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

τελικα εραψες ?

Κατερίνα είπε...

Μπα. Μόνο έγραψα.