Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Μια βραδια στο λουκι

Ναι. Το έκανα. Πήγα μαζί τους στο Villa. Εγώ, μοσχαναθρεμμένη με Σιδηρόπουλο και Παπακωνσταντίνου, που η μαμά μου στην κούνια με νανούριζε με Χατζιδάκι, πήγα στο Villa. Η αλήθεια είναι ότι ξεπλήρωνα μια πολύ μεγάλη χάρη στην Ελένη, αλλά ας μην υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, διότι θα εκτεθούμε και δεν το θέλουμε. Μετά από πιεστικό ψυχολογικό εκβιασμό υπέκυψα και υποσχέθηκα ότι θα πάω. Και ξέρετε τι λένε, έτσι; Μην τάξεις τ’ άγιου κερί και του παιδιού κουλούρι, έκλεινε και τα 22 η φίλη μου, ε, δεν μπορούσα να υπαναχωρήσω.
Τώρα θα μου πείτε, τόσο πια μεγάλο θέμα είναι που πήγες ένα βράδυ στο Villa; Βεβαίως και είναι. Έχουμε, επιτέλους, κάποιες σταθερές σ’ αυτή τη ζωή. Τέλοσπαντων, επειδή οι σταθερές είναι για να καταλύονται, πήγα. Μόλις μπήκαμε, φοβήθηκα ότι θα πάθω καρδιακή προσβολή. Αυτός ο θόρυβος-μουσική σε χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Ξέρετε πως ένιωθα; Στην Ολυμπιάδα του Πεκίνου, μια ομάδα κωφάλαλων κοριτσιών είχε παρουσιάσει ένα εξαιρετικό χορευτικό πρόγραμμα. Στις πρόβες, καταλάβαιναν το ρυθμό μέσω ενός πολύ μεγάλου τυμπάνου, ένιωθαν τις δονήσεις στην κοιλιακή και καρδιακή τους χώρα. Έτσι κι εγώ. Δεν άκουγα, για να μιλήσω ούτε λόγος, μόνο τρανταζόμουν ολόκληρη. Έκανα το σταυρό μου και προχώρησα. Οι συνοδοί μου, με την είσοδό τους στο χώρο, έπεσαν σε διονυσιακή έκσταση κι ισχυρίζονται πως ό,τι θα περιγράψω παρακάτω δε συνέβη, το φαντάστηκα. Ανακρίβειες. Όλα έγιναν ακριβώς έτσι.
Πιάσαμε μια θέση «στη μπάρα», έτσι, λέει, το λένε εκεί που μπορείς να δεις και την τελευταία σταγόνα ιδρώτα στο μέτωπο του μπάρμαν. Ο οποίος μπάρμαν μάλλον είχε κάτι εναντίον μας, διότι μόλις μας ετοίμασε τα ποτά που παραγγείλαμε – με ταχύτητα αξιοθαύμαστη, ομολογώ – μας έβγαλε και κάτι σφηνάκια στα οποία με μεγάλη ψυχραιμία έβαλε φωτιά. Τα φλεγόμενα σφηνάκια πάνω στον πάγκο κι εγώ, ως άλλος Μωυσής, να τα κοιτώ έντρομη. Οι υπόλοιποι ενθουσιάστηκαν και με καλαμάκια, ειδικά καταπώς φαίνεται, διότι δεν καιγόντουσαν, ρούφηξαν το υγρό πυρ. Το δικό μου καλαμάκι ξέφυγε από την πορεία και έριξε πάνω στον πάγκο λίγο αλκοόλ καιόμενο, το οποίο ματαίως προσπαθούσα να κατασβήσω, χτυπώντας το με το καλαμάκι. Ούτε το αλκοόλ έσβησε ούτε το καλαμάκι ήταν ειδικό: έλιωσε. Μετά από αυτό, αποσύρθηκα σε μια πολυθρόνα.
Για κακή μου τύχη, η πολυθρόνα ήταν δίπλα σε ένα τιτάνιων διαστάσεων ηχείο, στο οποίο ακούμπησα η ανόητη και το ποτήρι μου. Χοροπηδούσε το ποτήρι, τρανταζόμουν εγώ, έτριζε η πολυθρόνα. Πώς να σηκωθώ η κακομοίρα, που εκεί μέσα όλες οι κινήσεις πρέπει να συντονιστούν με τη μουσική, αλλιώς δεν γίνονται. Ακόμα και για να καταπιείς πρέπει να το υπολογίσεις, διότι άμα σου’ ρθει η δόνηση την ακατάλληλη στιγμή, μπορεί και να πνιγείς. Με τα πολλά σηκώθηκα και βγήκα έξω, όπου ανυποψίαστος ο ήλιος ανέτειλε και ευεργετική η ησυχία βασίλευε. Μέχρι να βγουν και οι φίλοι μου από το κολαστήριο, κατέληξα στα εξής : 1. Πράγματι, πρέπει να τα δοκιμάζεις όλα στη ζωή. 2. Και αφού τα δοκιμάσεις, με μεγάλη ανακούφιση να επιστρέφεις στις αγαπημένες σου συνήθειες και στις ακίνδυνες μπίρες σε ήσυχα και ξενέρωτα μπαράκια…

Δεν υπάρχουν σχόλια: