Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Με τα μάτια λες όχι, με τα χείλη λες ναι, πες μου τι να πιστέψω, ακριβέ μου ουρανέ.



Εδώ, στη βραχονησίδα, το κέντρο του τουρισμού, το πιο όμορφο νησί της Ελλάδας, εδώ, στον επίγειο παράδεισο, το απέραντο γαλάζιο, τα ΑΤΜ όχι μόνο ουρές, κοντεύουν και κέρατα να βγάλουν και να μεταμορφωθούν σε αντιλόπες σαν αυτές που ζωγράφιζε ο προϊστορικός καλλιτέχνης στους τοίχους της πόλης, και να καλπάσουν μακριά, να βαφτούν μπλε του κοβαλτίου και να πέσουν στην καλντέρα μοναχά τους, δίχως προτροπή.
Να πάνε να συναντήσουν τους κατοίκους που τους κατάπιε το τσουνάμι και βυθίστηκαν μακαρίως στο μαύρο βυθό και γλίτωσαν οι τυχεροί, δεν είδαν τα ξεφτιλίκια μας, που δε ντρεπόμαστε λιγάκι, παρά καθόμαστε και βρίζουμε αλλήλους, με τέτοιο μένος και τέτοια ζέση, λες και θα σωθεί η χώρα και θα φτύνουν τα ΑΤΜ τα χιγιάρικα (α ρε Κέρκυρα με τα ωραία σου) αν θυμηθούμε, πούμε, γράψουμε και κολλήσουμε στη μούρη του αλλουνού όλες τις πιθανές και απίθανες βρισιές που υπάρχουν από καταβολής κόσμου.
Διότι, αγαπημένοι μου και μακρινοί μου φίλοι, που σας σκέφτομαι όλους και σας αγαπώ ακόμα πιο πολύ αυτές τις δύσκολες στιγμές, ειλικρινά, εγώ, μετά τα χτεσινά, αυτό φέρω βαρέως: το μίσος και τον αλληλοσπαραγμό. Περί ναι και όχι δεν είμαι αρμοδία διά να ομιλώ, στο κάτω κάτω της γραφής αυτά είναι προσωπικά ζητήματα και η συζήτηση κομμένη ή τουλάχιστον θα έπρεπε. Περί ήθους όμως, θα ομιλήσω. Καθώς το φρικτότερο όλων που έχει συμβεί τις τελευταίες μέρες είναι πόσο εύκολα, ανερυθρίαστα, χειμαρρωδώς και αμετακλήτως βγαίνουν οχετοί από τα εκατέρωθεν στόματα. Δηλαδή, δε μπορούμε να πούμε «εγώ θα ψηφίσω ναι» χωρίς να ευχηθούμε το θάνατο του αλλουνού; Το μίσος που ξεχύνεται από την οθόνη του υπολογιστή μου είναι τοξικό, μέχρι κι η γάτα απομακρύνεται, φοβάται το ζώο, σου λέει, κάτσε μη μου έρθει καμιά αδέσποτη, αυτοί θα βγούνε από τους υπολογιστές να παίξουν σφαλιάρες σε λίγο. Βρισιές, μίσος, επιθετικότητα και μια διάθεση, ρε παιδί μου, όχι απλά να μην επικρατήσει η αντίθετη άποψη, αλλά να μην υπάρχει, να εξαφανιστεί, ο άλλος να εξοβελιστεί, να μην είναι.
Εγώ, αυτό φοβάμαι.
Σκοτίστηκα για τα λεφτά (καλά, δε σκοτίστηκα, αλλά λέμε τώρα και καμιά μεγάλη κουβέντα για έμφαση), εγώ φοβάμαι το μίσος. La haine, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος. Εγώ φοβάμαι το μάτι το σκοτεινιασμένο και το χέρι που θα σηκωθεί για το τελευταίο 20ευρω. Το θολωμένο μου μυαλό, την κοφτερή σου γλώσσα και το κακό που θέλει όχι μία, μισή στιγμή.
Θαρρώ πως αυτό που πρέπει είναι αλληλεγγύη και συσπείρωση, όπως είπε κι η Τάνια, θα αγκαλιαστούμε και θα περιμένουμε. Οκ, θα με κοροϊδέψετε, το ξέρω, αλλά ποσώς με απασχολεί, εγώ θα το γράψω, εμένα πιο πολύ απ’ όλα με ενοχλεί που αυτές τις κρίσιμες στιγμές εγώ είμαι μόνη μου και μακριά από όλους και την Κυριακή που όλοι θα είστε με κάποιον και θα σχολιάζετε και θα δίνετε θάρρος ο ένας στον άλλον, εγώ θα νταντεύω Αστραλούς και Καναδούς. Ευτυχώς είναι εδώ η Ευγενία και η Τάνια, αλλιώς θα είχα παρατήσει λεωφορεία και voucher και τουρίστες και θα είχα πάρει το πρώτο καράβι. Με συμπαθάτε αν σας ψυχοπλάκωσα, εγώ πάντως τώρα θα φτιάξω ένα τοστ με μερέντα, εγγυημένη απόδοση, δοκιμάστε το.
Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Τελικά, η πραγματική ηρωίδα είναι η Ούρσουλα.



Μόλις διάβασα ένα άρθρο που κυκλοφορεί ευρέως (ποιος είναι πάλι αυτός ο εβραίος;) στο ιντερνέτ, που λέει για τους αφανείς ήρωες της τουριστικής βιομηχανίας, εμάς τους ξεναγούς εννοεί. Εμάς τους ξεναγοί, που θα λέγαμε και στα σαντορινιά. Το λοιπόν, ναι, είμαστε ήρωες, δε θα έλεγα όμως της τουριστικής βιομηχανίας, θα έλεγα ήρωες της εργατικής τάξης, αλλά, οκ, ας μην το χοντρύνουμε τόσο πολιτικά, διότι θα βαρύνει το κλίμα.
Πάραυτα θα σας περιγράψω διάφορα περιστατικά που αποδεικνύουν τον ηρωισμό που καθημερινά επιδεικνύουμε, πριν απ’ αυτό όμως, θέλω να σας πω ότι οσονούπω, εδώ, στη βραχονησίδα, θα εκραγεί το ηφαίστειο και να ξέρετε όλοι ότι σας αγάπησα, αν πεθάνω εδώ. Οι καταιγίδες που μας κατατρύχουν τις τελευταίες ημέρες είναι απίθανες. Χτες, βροντούσε και άστραφτε, η βροχή ήταν άνευ προηγουμένου και το πρωί που ξύπνησα, τα πάντα ήταν κόκκινα, λες κι είχαμε σφάξει κάποιον στο μπαλκόνι. Μαζί με τη βροχή έπεσε και κόκκινη αφρικανική σκόνη. Δεν ξέρω γιατί η αφρικανική σκόνη έχει αυτό το συγκεκριμένο χρώμα, εγώ πιστεύω πως είναι λάβα από το ηφαίστειο και μας το κρύβουνε και μας λένε και καλά για την αφρικανική σκόνη, για να μην πανικοβληθούμε.
Τεσπάν, μέχρι να εκραγεί το ηφαίστειο και να βουλιάξει αύτανδρο το νησί και πάρει μαζί τους άδικους και δίκαιους, εδώ, πήζουμε. Προχτές, είχα σε ένα γκρουπ μόνο τις εξής εθνικότητες: Φιλιππινέζοι, Βραζιλιάνοι, Αργεντίνοι, Καναδοί, Αμερικάνοι, Αυστραλοί, Κινέζοι και Σιγκαπουριανοί. Αντιλαμβάνεστε. Συνεννόηση μπουζούκι. Με τους ισπανόφωνους, εγώ τα πάω πολύ καλά: αυτοί μιλάνε στα ισπανικά, εγώ τους απαντάω στα αγγλικά, και συνεννοούμαστε πλήρως. Γράφω τις ώρες αναχώρησης στο χαρτάκι κι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Με τους Κινέζους, όμως, έχω πρόβλημα. Δεν υπάρχει κανένα έδαφος συνεννόησης. Βγαίνουμε από το Ακρωτήρι, αφού έχω περάσει μιάμιση ώρα να τους μιλάω αργά και δυνατά, σε κάτι αγγλικά που δεν υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο κι εγώ πάω λίγο να ζουζουνίσω με τους συναδέλφους εκεί στο κιόσκι που έχουμε. Έρχονται, το λοιπό, οι καλοί σου οι Κινέζοι και δείχνουν περιχαρείς την ταμπέλα που λέει guided tours available. Σέκος η ξεναγός, καλέ, τους λέω, μόλις είχατε ένα γκάιντιντ τουρ, θέλετε κι άλλο; Οι συνάδελφοι-κι εγώ μαζί-κατουρήθηκαν από τα γέλια.
Την άλλη μέρα, έχω 3 αδερφές από τη Γουατεμάλα. Τρελές. Να τραγουδάνε, να γελάνε, να χτυπιούνται, να σφυρίζουν. Ετών ίσαμε 50. Πάμε στην παραλία και μου έρχονται οι 2 με τον ποπό βρεγμένο. Τι έγινε, κορίτσια; ρωτάω. Με έριξε η αδερφή μου στη θάλασσα, απαντά η μία, και δεν της μιλάω, και πάει και κάθεται στην άλλη άκρη του λεωφορείου. Στην υπόλοιπη διαδρομή, σηκωνόταν η μία κι έδινε μια σφαλιάρα στην άλλη και φώναζαν «μην της δώσεις κρασί». Ηρωίδα;
Έχω και τρίτο περιστατικό. Είναι στο γκρουπ δύο κοπέλες, συμπαθέστατες, που συνοδεύουν μία κυρία ηλικιωμένη, η γιαγιά τους, όπως μου είπανε. Μπράβο, λέω εγώ, φέρατε διακοπές τη γιαγιά σας, τι γλυκό. Κάθεται η μία από τις κοπέλες με τη γιαγιά, στις μπροστινές θέσεις και στις δίπλα μπροστινές κάθεται η άλλη κοπέλα, με μία άσχετη κυρία. Κάποια στιγμή, σε μία αναχώρηση, έχει έρθει η μία κοπέλα και η γιαγιά. Ρωτάει, το λοιπό, η άσχετη κυρία τη μία κοπέλα «που είναι η αδερφή σας; Έρχεται;» και απαντάει η μία κοπέλα «α, δεν είναι η αδερφή μου, είναι η σύζυγος μου». Σέκος η άσχετη κυρία, της έπεσε το σαγόνι. Εγώ, αντιλαμβάνεστε, που να κρυφτώ να γελάσω η ανάγωγη, δεν ήξερα. Και καλά, οι δύο κοπέλες, παντρεύτηκαν, τέλεια, αυτή η γιαγιά, που ήρθε διακοπές με την εγγονή και τη σύζυγο της εγγονής, πόσο μπροστά;
Οπότε, λέω πως, ναι, είμεθα ήρωες, αφανείς ή εμφανείς, δεν ξέρω, αλλά μια μέρα θα γράψω ένα βιβλίο. Μπορείτε, αγαπητοί και εκλεκτοί συνάδελφοι, να μου στέλνετε τις ιστορίες σας, θα σας κάνω διάσημους. Η Ιωάννα, ας πούμε, είχε την άλλη φορά, κάτι Ινδούς, που της έκαναν την αμίμητη ερώτηση «we saw everything, but where are the corrupted people?», λες κι έχουμε κάπου ένα μέρος που βάζουμε όλους τους διεφθαρμένους, για να πηγαίνουν οι Ινδοί να τους βλέπουν. Για να μην πω ότι μίλησε ο Ινδός για διαφθορά και γέλασαν μέχρι και οι ζάντες των λεωφορείων, και με πείτε ρατσίστρια.
Σε άλλα νέα, απέκτησα ένα γατί. Την Ούρσουλα. Έτσι γίνεσαι γεροντοκόρη. Ξεκινάει με μία γάτα και καταλήγει στο ράφι. Ας όψεται η δεξιά που μας άφησε καμένη γη.
Η Ούρσουλα είναι μαύρη με ένα ξανθό πόδι και γκρι μάτια. Θεά. Σε 2 μέρες είχε μάθει την άμμο της, σε 3 μέρες πώς να ανεβαίνει στο κρεβάτι και σε μια βδομάδα μου έχει πάρει τον αέρα. Είναι καλό να έχεις ένα ζωντανό πλάσμα στο σπίτι. Σταμάτησα να μιλάω στον εαυτό μου, μιλάω στην Ούρσουλα. Τα λέμε όλα.

Της λέω για τους τουρίστες, της λέω για τους φίλους μου, της μιλάω για τις αδελφές μου, που μου λείπουνε, και για τα ανιψάκια μου, που θα γίνουν 4 χρονών και δε θα θυμούνται τη θεία τους. Της περιγράφω τις περιπέτειές μου στη βραχονησίδα και καμιά φορά της μιλάω και για τα πεθαμένα μου κι ενώ εγώ θλίβομαι, η Ούρσουλα με κοιτάει απορημένη και κουλουριάζεται γουργουρίζοντας στα πόδια μου. Οπότε κι εμένα μου περνάνε όλα.
Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι. Κι εσείς και τα μωρά σας.

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Οι Μποριανοί, ο Αγγελάκας και ο Σαρτρ.



Ράδιο Ικαρία φορ έβερ, αγαπημένοι μου, έχω βρει την υγειά μου, βάζω το πρωί, έχει Μαραβέγια, βάζω το βράδυ, ακούω Μποφίλιου, έβαλα τώρα που γύρισα από τη δουλειά κι άκουσα τις Παροιμίες από τον Κρόνο, του Αγγελάκα, κι αναγάλλιασε η καρδιά μου, καλέ, τι τραγούδι, τι ομορφιά, ευτυχώς που υπάρχει η μουσική, φίλοι μου, και τα βιβλία και φτιάχνει λίγο αυτός ο κόσμος.
Τι να σας πω, πέρασε κι αυτή η βδομάδα, όπως όλες, βράχια, λεωφορεία, τουρίστες. Αυτή την εβδομάδα είχα υπέροχες εμπειρίες με μποριανούς οδηγούς. Μποριανούς λέμε εδώ στο νησί αυτούς που κατάγονται από ένα χωριό που το λένε Εμπορείο, οπότε οι κάτοικοι ονομάζονται Εμπορειανοί και χάριν συντομίας, Μποριανοί. Δε ξέρω αν φταίει το χωριό, ίσως κάτι έχει το νερό εκεί, αλλά πάντως μιλάμε για μοναδικές εμπειρίες. Επίσης, μια που πιάσαμε κουβέντα για το Εμπορείο, να σας πω ότι σε αυτό το χωριό κατέλυσε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ το καλοκαίρι του 1937 μαζί με την αγαπημένη του Σιμόν ντε Μποβουάρ, και τόση εντύπωση του έκανε, λέει, το πλήθος από τις μύγες που μαστίζανε το χωριό, που εμπνεύστηκε ο φιλόσοφος κι έγραψε το θεατρικό έργο Les mouches, Οι μύγες, δηλαδή, στο οποίο θεατρικό έργο οι κάτοικοι του Άργους βασανίζονται από ανυπόφορες τύψεις με τη μορφή μυγών, μετά από το φόνο του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα, που βαραίνει το λαό της πόλης ως συλλογικό αμάρτημα. Καταλαβαίνετε περί τίνος πρόκειται, για να του ήρθε του Ζαν Πωλ Σαρτρ ντουβρουτζάς από τις μύγες.
Εν πάση περιπτώσει, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ ήταν και φιλόσοφος, γέννησε και ένα έργο τέχνης από την εμπειρία του στο Εμπορείο, εγώ τι να φταίω σ’ αυτή τη ζήση και θα δημιουργήσω άραγε κάτι από την εμπειρία μου; Το λοιπό, ο πρώτος οδηγός που μου ‘τυχε από το Εμπορείο, καταρχάς, ήμασταν μισή ώρα στο ίδιο σημείο, είχα ανεβοκατέβει το δρόμο 17 φορές και τον είχα ρωτήσει 3 κι ακόμα δε με είχε πάρει χαμπάρι ότι ήμουν η ξεναγός που περίμενε. Καλά αρχίσαμε, σκέφτηκα. Στην πορεία δε, σταμάτησα να θεωρώ επίτευγμα το ότι πήρα δίπλωμα οδήγησης αφού το δώσανε σε αυτόν. Αλλά τελοσπάντων, με τα πολλά, πέρασε η μέρα.
Την αμέσως επόμενη, άλλος οδηγός από το ίδιο χωριό. Αυτός κι αν ήταν περίπτωση. Αυτός ήθελε να κάνει την ξενάγηση μόνος του. Ένα έλεγα εγώ, δέκα αυτός. Ήμασταν και σε μίνι μπας, δεν ήθελε και μικρόφωνο, δεν ήθελε γενικώς πολύ. Εμένα πολύ με βόλεψε, διότι σκυλοβαριόμουν εκείνη τη μέρα, είπα μια φάση να του πω, παλικάρι μου, δεν τα λες όλα εσύ, να απολαύσω τη διαδρομή, που δεν έχω δει τι έχει απέξω από το παράθυρο, αλλά φοβήθηκα μην παρεξηγηθεί και δεν το είπα. Έλεγα εγώ για την απαγωγή της Ευρώπης από το Δία (μην το ψάχνετε τώρα που κολλάει αυτό στη Σαντορίνη, θα σας πω άλλη φορά, και τελοσπάντων, δε μπορούμε να προδώσουμε κι όλα τα μυστικά της ξενάγησης, έχουμε και κάποια τέχνη) κι εκεί που έπαιρνα ανάσα να συνεχίσω, βγάζει ο δικός σου ένα δίευρω, που το είχε σε πρώτη ζήτηση ο άτιμος, κι αρχίζει «δείξ’ τους το, που έχει την απαγωγή της Ευρώπης» και βγάζει μετά κι άλλο ένα δίευρω με τον Ολυμπιονίκη επάνω και με έβαλε να τους το δείξω κι αυτό, γιατί ήταν, λέει, συλλεκτικό και είχε αξία 2,80 ευρώ, μιλάμε, μοναδικό, έτσι; Εγώ να λέω από μέσα μου what the fuck κι οι πελάτες το ίδιο νομίζω. Μετά, μου είπε ότι τα έχει εκεί τα δίευρα επίτηδες για να τα δείχνει. Παναγία μου. Στη συνέχεια, περάσαμε από το χωριό του και μπροστά από το σπίτι του και μόνο που δεν κατεβάσαμε τους πελάτες να τους τρατάρουμε. Σταματήσαμε για κάνα τέταρτο, για να δούμε τις μικρές ελιές του οδηγού και τον προσωπικό του ελαιώνα (what the fuck πάλι εγώ) και να εξηγήσουμε τι φυσικό λίπασμα χρησιμοποιούμε και πόσο μικρές αλλά νόστιμες βγαίνουν οι ελιές. Θεοί του Ολύμπου.
‘Όταν καθίσαμε να φάμε, όπως καταλαβαίνετε, εγώ έφαγα τα πάντα για να μη μιλήσω και μου ξεφύγει κάτι που δεν θα έπρεπε. Παιδιά μου, τα ήξερε όλα. Όλα, σας λέω. Μέχρι και για βελονάκι μου είπε, δεν κάνω πλάκα. Με πόνο αναζητούσα τους αγαπημένους μου οδηγούς και μετά που είδα το Μηνά, πήγα και τον αγκάλιασα και νόμιζε ότι του την έπεφτα, αλλά χαλάλι του, μετά τον Μποριανό; Όλα τα αντέχω.
Αλλά, οκ, δεν πειράζει, το άντεξα κι αυτό. Γενικώς αντέχω εδώ στα αδαμαντωρυχεία που δουλεύουμε! Και προσπαθώ σκληρά, αν και όχι πάντα με επιτυχία, να βρίσκω πάντα διαμάντια στη λάσπη και να βρίσκω πάντα κάτι μικρό να γελάω και να αγαπώ.
Όπως είπε και ο Αγγελάκας νωρίτερα, «τα σκυλιά και το φεγγάρι, το μαχαίρι του φονιά, σ’ όποιον ξέρει να κοιτάει φαίνονται όλα μαγικά». Δεν ξέρω να κοιτάω, αλλά να, προσπαθώ να μάθω, μάλλον σε όλη μου τη ζωή θα προσπαθώ και δεν θα το μάθω ποτέ, θα πεθάνω κι ακόμα να κοιτώ δεν θα έχω μάθει, αλλά τουλάχιστον, θα έχω περάσει τη ζωή μου προσπαθώντας κι αυτό, νομίζω, είναι κάτι.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.