Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Ανοιχτό σπίτι.



Έτσι είμαι εγώ, ή θα γράφω κάθε 6 μήνες ή κάθε 6 ώρες. Λοιπόν, τώρα αποφάσισα να γράψω τόσο σύντομα (μύλο το ‘χω κάνει το ιστολόγιο, το πρόγραμμα πάει κατά διαόλου) διότι πρώτον βαρέθηκα να διαβάζω ασυναρτησίες στο facebook κι είπα να γράψω κάτι που μπορεί να έχει και κάποιο νόημα, δεύτερον βαριέμαι γενικώς και τρίτον θέλω να σας πω για το Open House Thessaloniki, με το οποίο εγώ ενθουσιάστηκα και το οποίο είναι ένα πράμα-θεσμός ίσως θα ήταν μια πιο δόκιμη λέξη, αλλά μου φαίνεται και λίγο βαρύγδουπη-όπου, μία φορά το χρόνο, κτίρια, παλιά και καινούργια, διάσημα ή μη, της πόλης ανοίγονται για το κοινό και μπορείς να μπεις μέσα, να τα δεις και παράλληλα να σου κάνουνε και μία ξενάγηση.
Ξεκίνησε το 1992 στο Λονδίνο κι έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Διοργανώνεται, απ’ ότι έχω καταλάβει, κυρίως από ιδιώτες, η χρηματοδότηση έρχεται από χορηγίες και το προσωπικό είναι όλοι εθελοντές. Στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε το 2012 και στην Αθήνα το 2013. Για φέτος, στην Αθήνα νομίζω θα γίνει το Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Προφανώς, τα κτίρια που θα ανοιχτούν επιλέγονται από επιτροπή αρχιτεκτόνων, καθώς η προσέγγιση είναι κυρίως αρχιτεκτονική και όχι ιστορική. Και πάλι, όμως, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Εγώ, σας λέω, ενθουσιάστηκα. Εδώ, στη Θεσσαλονίκη, η διάρκεια ήταν 2 μέρες και υπήρχαν 63 κτίρια-μουσεία, εκκλησίες, διατηρητέα, αλλά και πιο σύγχρονα. Με μεγάλη προσοχή και εμβρίθεια, υπολόγισα αποστάσεις και χρόνους κι έβγαλα ένα πρόγραμμα, διότι αντιλαμβάνεστε ότι 63 κτίρια είναι αδύνατον να τα δεις σε 2 μέρες.
Το πρόγραμμα της πρώτης μέρας, χτες δηλαδή, πήγε περίπατο, καθώς προτίμησα να πάω στη λαϊκή της Μαρτίου με την αδελφή μου και να αγοράσω 4 καλσόν παρά να δω το Μουσείο Ύδρευσης και το κτίριο των Σφαγείων. Πήγα, όμως, το απόγευμα σε ένα μέγαρο πολύ όμορφο (όπου είδα, βέβαια, στο ισόγειο του μεγάρου ένα εξίσου όμορφο ζευγάρι παπούτσια) και πήγα και στην κατακόμβη του Αγίου Ιωάννη, που είναι αυτό που λέει, μια κατακόμβη καταμεσής του κέντρου της πόλης. Εκεί, γινόταν της τρελής, θα ήταν και 50 άτομα να περιμένουν στη σειρά να μπουν στην κατακόμβη.
Σήμερα, όμως, σήμερα έγινε χαμός, αγαπημένοι μου φίλοι, πήγα σε όλα τα κτίρια που είχα στο πρόγραμμα. Εντάξει, οι ξεναγήσεις δε λένε και πολλά (δεν είμεθα και τυχαίοι, άλλωστε), αλλά και μόνο που μπαίνεις σε αυτά τα κτίρια είναι συναρπαστικό. Κι επίσης, το άλλο συναρπαστικό είναι πως αυτά τα οικοδομήματα που μπορεί να τα αντικρίζεις κάθε μέρα, έτσι, να περνάς δίπλα τους και να τα αγνοείς γιατί είναι εκεί από πάντα, όταν τα επισκέπτεσαι στα πλαίσια ενός τέτοιου προγράμματος, τα βλέπεις λίγο πιο ήρεμα, τα παρατηρείς, τα αγγίζεις, μαθαίνεις πράματα για την ιστορία τους. Και το άλλο που μου άρεσε ήταν που περπάτησα σε όλη την πόλη, από μνημείο σε μνημείο κι έτσι λίγο τα συνέδεσα και λίγο πήρα μια μικρούλα ιδέα πως μπορεί να ήταν το παρελθόν αυτής της πόλης.
Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν η έπαυλη Πετρίδη, που είναι και στη (πραγματικά καταπληκτική) φωτογραφία. Αυτό το ροζ και πράσινο διαμαντάκι βρίσκεται στη δυτική άκρη του κέντρου, εν μέσω γκρίζων πολυκατοικιών και υποβαθμισμένων σοκακίων και το θυμάμαι, χρόνια πολλά, να το βλέπω ερχόμενη από το ΚΤΕΛ ή το σταθμό των τρένων και να το θαυμάζω από τη μια και να το λυπάμαι από την άλλη, παρατημένο και λεηλατημένο. Τώρα, όμως, γυαλισμένο, ανακαινισμένο, βαμμένο, του κουτιού, στέκεται εκεί, περήφανο χωρίς να παραδίδει τα όπλα. Ήταν το σπίτι ενός πλούσιου Βούλγαρου, που έφυγε από τη Θεσσαλονίκη, όταν η πόλη απελευθερώθηκε από τους Τούρκους. 
Όταν μπαίνω σ’ αυτά τα παλιά κτίρια, όχι μόνο σπίτια, αλλά και εμπορικές στοές ή εκκλησίες, καμιά φορά αναλογίζομαι πόσοι άνθρωποι έζησαν, περπάτησαν, έκλαψαν, γέλασαν, πέθαναν εκεί μέσα και πως έχουν αφήσει τα σημάδια τους στα ντουβάρια και τις ανάσες τους στην ατμόσφαιρα.
Βγαίνεις στα μπαλκόνια και δε μπορείς να μη φανταστείς πόσες νεαρές κυρίες με μακριά φουστάνια ακούμπησαν σκεφτικές στα καμπύλα στηθαία, ανεβαίνεις τα σκαλιά κι είναι σα να ακούς τα βιαστικά τρεχαλητά ανθρώπων που έτρεχαν να σωθούν από κάποιο πόλεμο μεταναστεύοντας, κοιτάς τα γύψινα διακοσμητικά και τα μαρμάρινα κιονόκρανα και σχεδόν πιάνεις την απόγνωση του πρόσφυγα που φιλοξενήθηκε.
Οκ, το παράκανα. Κι όλ’ αυτά επειδή παρακολούθησα το Open House Thessaloniki, που να είχα δει και καμιά ταινία. Σας λέω, ενθουσιάστηκα και δε μπορούσα να μη το μοιραστώ μαζί σας, αγαπημένοι μου φίλοι. Πάω τώρα να απλώσω τα ρούχα και να κοιμηθώ, αφήνοντας κι εγώ τις ανάσες μου στα ντουβάρια.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Έχουμε πάθει κάτι άσχημο.



Εδώ, στο σπίτι που μένω στη Θεσσαλονίκη (διότι έχω διάφορα σπίτια που μένω σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, καθώς πάνω που νόμιζα πως είχα φτάσει επιτέλους στο Σπίτι, καποιανού του γύρισε η βίδα και ξεσπιτώθηκα για άλλη μία φορά, αλλά, είπαμε, αυτό είναι άλλο θέμα, άλλο άρθρο, άλλη ζωή), Εγνατία(ς) 75 με Αγίας Σοφίας, η φράση αυτή είναι σήμα κατατεθέν. Τουλάχιστον 5 φορές τη μέρα παθαίνουμε εμείς ή κάποιος άλλος κάτι άσχημο, που σημαίνει ότι παραξενευόμαστε ή χαιρόμαστε ή στενοχωριόμαστε πολύ με κάτι. Γενικώς, το σπίτι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον: είναι μεγάλο (πολύ), έχει ωραίο παλιομοδίτικο γυαλιστερό παρκέ, τέλεια κουζίνα, άπειρες ντουλάπες, δύο συγκατοίκους (τώρα 3) και συνέχεια κόσμο. Τώρα, που μόλις ήρθε μία από τις συγκατοίκους, έχει και ωραία κουλουράκια, απ’ ότι ακούω. 

Σ’ αυτό το σπίτι, νιώθω λες και είμαι σε ταινία, άνθρωποι μπαινοβγαίνουν, είναι σε μια μεγάλη παλιά πολυκατοικία στο κέντρο μιας μεγάλης παλιάς πόλης, τρώει ο καθένας ότι θέλει όποτε θέλει, είναι γεμάτο με χρωματιστά πράγματα και παπούτσια κι έχει κι έναν φοίνικα στο μπαλκόνι. Με τα κορίτσια εδώ περνάμε πολύ ωραία, αυτές φεύγουν για τις δουλειές τους κι εγώ χαζεύω με το καινούργιο μου έξυπνο κινητό, κάνω κάνα φαγητό και τρώω τα λεφτά της σεζό, είπαμε, σε καφέδες και ταβέρνες.
Μερικές φορές φλερτάρω με την ιδέα να γυρίσω πίσω στη Σαντορίνη, εγώ, τα βράχια κι οι Κινέζοι, αλλά μετά από λίγο πετάγεται μπροστά μου ένα H&M και ξεχνιέμαι. Πήγα μια φορά για τρέξιμο στην παραλία κι είναι τόσο όμορφα, έχει κι έναν ξύλινο διάδρομο δίπλα στο νεράκι και δεν πονάνε τα γόνατα στα τσιμέντα, πήγα και μ’ ένα σχολειό να του κάνω μια ξενάγηση στην Αρχαία Αγορά κι άρχισα να τους λέω για το Ακρωτήρι, μεγάλη επιτυχία. Συνάντησα τις αγαπημένες μου ξεναγίνες της Θεσσαλονίκης και τους περιέγραψα πως ζούμε, τρώμε και ντυνόμαστε στο νησί κι ακόμα γελάνε, νομίζω. Περιμένω να πάω στη μεγάλη πολιτεία και να δω όλους μου τους φίλους, που είναι άπειροι παρεμπιπτόντως, πραγματικά, δεν ξέρω αν θα προλάβω να τους δω όλους από μία φορά και να ζουζουνίσω και αρκούντως με το μωρό της Βίβιαν (η φράση αυτή, το μωρό της Βίβιαν, από μόνη της είναι κάτι το ισοπεδωτικό). Προσπαθώ και να μη σκέφτομαι, παράλληλα, αλλά αυτό δεν είναι και πολύ εύκολο-για τα δύσκολα είμαστε, όμως.
Επίσης, τώρα που το ξαναδιαβάζω, παρατηρώ ότι μιλάω συνέχεια στο πρώτο πρόσωπο, εγώ τα κάνω όλα, με συμπαθάτε κιόλας, δεν είμαι τόσο εγωκεντρικό άτομο, αν και δεν ξέρω γιατί θεωρείται πια τόσο μεμπτό να είσαι εγωκεντρικό άτομο, απλά τον τελευταίο καιρό νομίζω ότι γενικώς έχω στραφεί προς τα μέσα μου, λίγο ξαποσταίνει ο εξωστρεφής ξεναγός κι αφήνει χώρο στον εσωστρεφή αρχαιολόγο, αλλά λίγο μόνο, πολύ συντομότερα απ’ όσο θα θέλαμε, ξανά προς τη δόξα θα τραβήξει. Κάποτε, θα σας μιλήσω για αυτό που αν έγραφε ο Στίβεν Κινγκ αντί για μένα, θα το ονόμαζε Η Μεγάλη Δυστυχισμένη Στιγμή, αλλά θέλω ακόμα λίγο χρόνο.
Ως τότε, θα διαβάζω Το Θόλο του Στίβεν Κινγκ και θα παρηγοριέμαι.
Ως συνήθως, σας αγαπώ όλους και μου λείπετε. Οι εδώ, οι εκεί, οι πολύ προσωπικοί.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Αλλάζω παράγραφο.



Εδώ, fighting her, που λέμε κι οι αγγλομαθείς, κάθομαι στην Εγνατία 75 και βλέπω τα αυτοκίνητα να περνούν όπως τα χρόνια και φωτογραφίζω τα δέντρα, διότι είχα πολύ καιρό πραγματικά να δω δέντρα και νομίζω ότι είχα ξεχάσει πως είναι, οπότε βγάζω τώρα καμιά φωτογραφία (εννοείται με το καινούριο τηλέφωνο-δώρο-μίνι υπολογιστή-καφετιέρα) για να τα έχω να τα βλέπω, να μην τα ξαναξεχάσω.
Έχω πάρα πολλά να πω, πάντα έχω πολλά να πω, το θέμα είναι ποιος με ακούει αλλά δεν θα το θίξω τώρα αυτό, 4 χρόνια πάνε πια κι αυτό το ιστολόγιο παραμένει άσημο, ταπεινό και καταφρονεμένο και περισσότερο ένας τρόπος να μαθαίνουν οι φίλοι μου τα νέα μου, παρά οτιδήποτε άλλο. Δε θα τα παρατήσω, όμως, όχι, κάποτε θα αναγνωριστεί το συγγραφικό μου ταλέντο.
Ως τότε, να, θα μιλήσω για όλα αυτά που έχω να πω, επειδή όμως είναι πολλά, όπως προείπα, θα γράψω μια παράγραφο για το καθένα και συγγνώμη αν παραμελήσω κάποια.
Καταρχάς, έφυγα από το νησί-όχι αμετάκλητα, ελπίζω. Αυτό που, όπου πάω, αγαπάω το μέρος και μετά που φεύγω μου λείπει, δεν ξέρω που θα καταλήξει. Μάζεψα τα πράγματά μου, φόρτωσα το ηρωικό πορτοκαλί πτώμα, αποχαιρέτησα όλους μου τους φίλους και τους συνεργάτες σε ατελείωτα δείπνα και γεύματα, μπήκα σε ένα μεγάλο καράβι κι έφυγα με το κεφάλι μου ψηλά και την ψυχή στα πόδια. Πριν φύγω, παρέστην σε ένα αποχαιρετιστήριο δείπνο, όπου συνέβησαν διάφορα ευτράπελα και υπάρχουν και φωτογραφικά ντοκουμέντα, τα οποία μετά από χρόνια θα εκδώσω σε ένα βιβλίο σχετικό με την ιστορία του τουρισμού στη Σαντορίνη. Αλήθεια λέω, καταρχάς, είχα την ευκαιρία να είμαι ανάμεσα στην παλιά φρουρά πρακτόρων και ξεναγών του νησιού, μεγάλη τιμή για ένα άβγαλτο φυντάνι σαν και του λόγου μου, κι αυτά τα πράματα, ξέρετε, σε σημαδεύουν. Μετά από αυτό το δείπνο, παρέστην σε ένα γεύμα, με συνδαιτυμόνες τους πιο στενούς και αγαπητούς συνεργάτες και ομολογώ ότι έφυγα απ’ εκεί βαθύτατα συγκινημένη, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος. Είμαι τυχερή, διότι στη βραχονησίδα γνώρισα πολλούς και πολύ καλούς ανθρώπους. Όπως αντιλαμβάνεστε, παραλίγο να μη με βάλουν στο καράβι, λόγω υπέρβαρου. Τελικά, δωροδόκησα ένα μούτσο και με βάλανε. Στην καμπίνα, που σοφά είχα κλείσει, κοιμήθηκα σαν το τούβλο.
Πριν μπω στο καράβι, ωστόσο, εκτός από το νησί, αποχαιρέτησα και περίπου 10 χρόνια από τη ζωή μου. Στη συνέχεια, αποχαιρέτησα το σπίτι-ιατρείο, τον κύριο Μάκη, τον Παύλο, την Κατερίνα και την Έλενα και επισήμως, καρτερικά και ψύχραιμα εχρίσθην κάτοικος εθνικής οδού. Γι’ αυτό, επειδή μία παράγραφος δεν αρκεί, όπως δεν αρκεί κι ο Νείλος να τον ξεπλύνει, θα γράψω ένα άλλο άρθρο. Ίσως. Κάποτε.
Η άλλη παράγραφος αφορά μια ταινία που γυρίστηκε από έναν σκηνοθέτη με αστείο όνομα και χαριτωμένο μούσι και στην οποία συμμετείχε και το αδέρφι μου, με μεγάλη επιτυχία. Σίγουρα φορούσε το καλύτερο φόρεμα σε όλη την ταινία κι αυτό είναι το πιο σημαντικό. Να πάτε να τη δείτε, οπωσδήποτε, και όχι, δεν είναι η πρωταγωνίστρια-όχι ακόμα, τουλάχιστον! Η ταινία μιλάει για μια κοπέλα που έχει ζήσει, όπως λέει κι η ίδια, μια μάταιη ζωή και μια μέρα τα βροντάει όλα και, όπως είπε κι η συγκάτοικος αδερφής, βλέπεις αυτές τις ζωές και λες μια χαρά είμαστε. Θα είμαι ολιγόλογη σε αυτή την παράγραφο, διότι θα αφήσω το Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο να κάνει τη δουλειά του και τα ταλέντα να λάμψουν απρόσκοπτα.
Τα άλλα που έχω να πω είναι ότι βαριέμαι φριχτά να ξαναδιαβάσω και να δουλέψω, τι βλασφημία, Θεέ των ξεναγών, αλλά θα το κάνω, επίσης, περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία να περάσω ένα μήνα στη μεγάλη πολιτεία και να ζουλήξω το καινούργιο μωράκι στη ζωή μου και να ξοδέψω τα λεφτά μίας σεζό σε καφέδες και ταβέρνες και περιμένω με εξίσου μεγάλη ανυπομονησία να περάσω άλλον ένα μήνα στο άλλο νησί και να κάθομαι με την Ελένη στο Bristol και εγώ να βρίσκω ωραίους τους πάντες κι αυτή να τους βρίσκει όλους μαλάκες. Έχω, επίσης, να πω ότι το επάγγελμά μας πάει κατά διαόλου και οι ξεναγοί, επίσης, όσο πάνε και χαζεύουν, οπότε αναπόφευκτο να πάει το επάγγελμα κατά διαόλου. Με τα συνδικαλιστικά, ωστόσο, δεν έχει έρθει ακόμα η στιγμή να ασχοληθώ… Αυτή η τελευταία παράγραφος είναι σύντομη, γιατί με περιμένει η Όλγα.
Λοιπόν, αυτά. Τώρα που είμαι εδώ, μου λείπετε όλοι εσείς που είστε εκεί και σας αγαπώ, κι ας έχει μικρύνει λίγο η καρδιά μου, νομίζω.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Φυσικά, μπουμπού μου, η φάση είναι κομπλέ.



Εδώ, εδώ, δεν έφυγα ακόμα, κάνω λίγο διακοπές, βγαίνω έξω με τις φίλες μου και παίζω με το καινούργιο μου κινητό. Που λέτε, οι γλυκούληδες οι οδηγοί μου μού πήρανε όλοι μαζί δώρο ένα κινητό, ξέρετε, android και δε συμμαζεύεται, να μια γκουμούτσα, απλά τέλειο. Χαλάλι τα μπουρμπούρια που μοιράζομαι και οι ελληνικούρες που ακούω, πολύ με συγκινήσανε, εδώ στο νησί δε, αυτό δεν έχει ξαναγίνει, είναι πρωτάκουστο, άκου οι οδηγοί δώρο στην ξεναγό.
Τεσπάν, να ‘ναι καλά τα γλυκούλια μου, είμαι εγώ εδώ τώρα και παλεύω με το smartphone ή όπως αλλιώς το λένε, που να ‘σασταν από μια μεριά να με βλέπατε. Καταρχάς, ανακαλύπτω έναν ολόκληρο κόσμο, ξέρατε εσείς ότι δε χωράνε οι κάρτες sim σ’ αυτά τα κινητά και πρέπει, λέει, να πας να την κόψεις; Άσε που για να πάρω τηλέφωνο την πρώτη φορά έκανα περίπου μισή ώρα. Την επόμενη μέρα με πήρε η Ιωάννα κι εκτός του ότι δεν έβλεπα πουθενά το γνωστό πράσινο τηλεφωνάκι για να το σηκώσω (άλλη μισή ώρα) οι επαφές δε βγαίνουν ολόκληρες με αποτέλεσμα να βλέπω μόνο ένα Ι. Ακόμα γελάω. Το καταφέρνω όμως, αν και νομίζω ότι χρειάζομαι τη βοήθεια ενός 10χρονου.
Όταν δεν παίζω με το κινητό μου, κάνω βόλτες και τρώω. Μιλάμε αυτή η τελευταία βδομάδα στο νησί είναι μαραθώνιος φαγητού. Φεύγουν όλοι, ένας ένας και σιγά σιγα, κι ο καλύτερος τρόπος να αποχαιρετήσεις κάποιον είναι να φας μαζί του, γνωστό αυτό από αρχαιοτάτων χρόνων. Εγώ με αυτούς τους αποχαιρετισμούς στενοχωριέμαι καμιά φορά, αλλά, όπως λέει κι η Ευγενία, η ζωή μας αλλιώς θα ήταν μια επίπεδη γραμμή, κι επίσης μάλλον πρέπει πια να το συνηθίσω.
Χτες, μετά από άλλο ένα φαγητό, περπατήσαμε σε ένα δρομάκι πάνω στην καλντέρα και κατεβήκαμε σε ένα μικρούλι εκκλησάκι, σκαμμένο στο βράχο, με μπλε πόρτα και κόκκινα βράχια γύρω γύρω και τη Θηρασία απέναντι και τον ήλιο να βουτάει κι ήταν ένα θαύμα. 
Δεν περιμένεις ότι υπάρχουν αυτά τα μέρη στη Σαντορίνη, χωρίς Κινέζους, χωρίς ξαπλώστρες, χωρίς γουρούνες και χωρίς αυτή την αφόρητη φασαρία. Ησυχία, φίλοι μου, άκουγα τα βήματά μου, ξέρετε πόσο καιρό είχα να το πάθω αυτό στη Σαντορίνη; Είδαμε ένα απαλό ηλιοβασίλεμα ( η Ευγενία έλεγε «τι κάνεις, ρε ήλιε, τι κάνεις, είσαι σοβαρός;» κι εγώ γελούσα) και μετά ανηφορίσαμε ελαφρώς αγχωμένες διότι είχαμε παρατήσει μπουφάδες (κατά τη σαντορινιά ντοπιολαλιά) και τσάντες κάπου στη μέση του έρημου μονοπατιού και φοβόμασταν μήπως τα είχε κλέψει κάποιος, κάποια σαύρα, ας πούμε.
Λίγες μέρες ακόμα μου μείνανε στο νησί για φέτος και λέω να κάνω διακοπές πριν μπω στο καραβάκι και ανοιχτώ στα άγνωστα πελάγη της ζωής μου, προσπαθώντας να μάθω να ζω με τον ηφαιστειακό μύδρο που εξαπελύθη στην κεφάλα μου. Ευτυχώς, υπάρχετε πάντα όλοι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι, που σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, γνωστό αυτό, να μην επαναλαμβανόμαστε. Την επόμενη φορά θα σας γράψω από το εγ/ογ Πρέβελης.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Καλημέρα, κι αν δε σας ξαναδώ, καλησπέρα και καληνύχτα.



Ξανάρθα!
Λοιπόν, καταρχάς, η τραγωδία μας συνεχίζεται, εκεί που είπαμε θα φύγουμε από τη βραχονησίδα, να δούμε κάνα δέντρο, που ’χει μαυρίσει το μάτι μας, πάρε άλλη μια βδομάδα δουλειά, να γουστάρεις, διότι οι Γάλλοι δεν έχουν τελειωμό και γενικώς οι τουρίστες δεν έχουν τελειωμό, ρε, θα χιονίσει, ρε, θα ‘ρθει ο Αη Βασίλης κι εμείς ακόμα «the most beautiful island of the world».
Επίσης, έχω εδώ έναν γείτονα πολύ καψουρεμένο, μιλάμε, το παιδί έχει πάθει μεγάλη ζημιά, νυχθημερόν ακούμε όταν έχω εσένα και να ‘ξερες τι δύναμη μου δίνει η δύναμή σου, αυτό που με κυνηγάνε οι καψουρεμένοι γείτονες, μήπως να το προσέξω: θα ξεχάσω την Κέρκυρα, που ο απέναντι άκουγε περίπου 14 φορές κάθε απόγευμα επί 2 μήνες εκείνο το σιχαμένο «Κοίτα τι έκανες»;
Τώρα που θυμήθηκα την Κέρκυρα, θυμήθηκα και που πήγαινα σε διάφορες εκδηλώσεις εκεί, διότι στην Κέρκυρα ήμουν και μία προσωπικότητα του νησιού, κοτζαμάν αρχαιολόγος στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης, εδώ είμαι ένα τίποτα, μια ταπεινή και καταφρονεμένη ξεναγίδα, που λεν κι οι οδηγοί, κι ούτε καν από τις καλές. Αλλά, πήγα, ωστόσο, σε μια ημερίδα κι εδώ χτες, όπου βέβαια, μέχρι να πάμε στην ημερίδα είχε πάει 8 η ώρα κι είχε γίνει νυχτερίδα, όπως πολύ πετυχημένα παρατήρησε κι η φίλη Θεοδώρα. Η ημερίδα είχε ως θέμα και στόχο τη στήριξη του αρχαιολογικού χώρου του Ακρωτηρίου, που, ομολογουμένως, είναι ένας χώρος που χρειάζεται στήριξη, διότι, είναι παρατημένος στο έλεος του Θεού, του φαντάσματος του Μαρινάτου και των ξεναγών. Γινόταν, το λοιπό, και μία κλήρωση στην ημερίδα, με πλούσια δώρα, και περάσαμε μία εβδομάδα πουλώντας (αναμετάξυ μας, μη φανταστείτε) λαχνούς. Αφού πουλήσαμε και τους τελευταίους λαχνούς, πήγαμε στην ημερίδα, ακούσαμε την ομιλία του κυρίου Ντούμα, εγώ κοπάνησα το κεφάλι μου σε ένα τοιχάκι από πάνω μου κι έγινα ρεζίλι σε κάτι συντηρητές που καθόντουσαν δίπλα μας και μετά πήγαμε να φάμε σουβλάκια γιατί μας είπανε ότι τα έσοδα από τα σουβλάκια θα πηγαίνανε κατευθείαν στη στήριξη του Ακρωτηρίου. Εκεί που τρώγαμε τα σουβλάκια, εγώ παρατήρησα κάτι αναρχοαυτόνομους και πρώτον σκιάχτηκα, διότι ήμαρτον, Παναγία μου, και στη Σαντορίνη αναρχοαυτόνομοι, και δεύτερον ξεράθηκα στα γέλια, διότι σκέφτηκα τι τραγωδία να είσαι αναρχοαυτόνομος και να σε ρίξει η μοίρα σου στη Σαντορίνη. Τουλάχιστον στην Κέρκυρα είχε κάτι κορφοβούνια και κάτι παραλίες, πηγαίνανε, είχε και κάτι καφενεία, κάτι καταγώγια, καμιά πλατεία με γρασίδια, κάτι γινότανε, εδώ που είναι όλα στην τρίχα, όχι καφενείο, ούτε καρέκλα ξύλινη δε βρίσκεις, τι διάτανο κάνουνε οι αναρχοαυτόνομοι; Πάνε στις ημερίδες για το Ακρωτήρι, είναι η απάντηση. Όσο για την κλήρωση, εγώ δεν κέρδισα τίποτε, η Ευγενία κέρδισε 3 λιθογραφίες, που αναρωτιόμαστε γιατί τις λένε λιθογραφίες, αφού είναι ζωγραφιές και διάφοροι άλλοι κερδίσανε κυρίως παντόφλες cocomat.
Μετά, ξύπνησα να πάω στη δουλειά κι ήταν πάλι καλοκαίρι, εδώ ζούμε στη χώρα του Ποτέ Ποτέ, να το ξέρετε, καμιά φορά νιώθω πως δεν είναι εδώ η πραγματική ζωή, ζούμε σε ταινία, να μου το θυμηθείτε, μια μέρα θα το καταλάβουμε, όπως το κατάλαβε κι ο Τζιμ Κάρεϊ στο Τρούμαν Σόου.
Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, εσείς και τα μωρά σας, τώρα ακόμα πιο πολύ.