Ε, καλά τώρα, ήρθα κι εγώ να γράψω μετά απ' όλ' αυτά, τι να σας πω τώρα, να γράψω για το γάμο, θα με πάρουν με τις πέτρες, να μη γράψω, θα χάσουμε πολύ γέλιο, τελικά συνεχίζεται η ζωή ή όχι;
Το μόνο που σίγουρα συνεχίζεται είναι οι καραβιές των Γάλλων, σπίτι δεν έχουνε αυτοί οι άνθρωποι, αναρωτιέμαι, να πάνε, να μας αφήσουν κι εμάς στην ησυχία μας; Χειμώνιασε, ρε φίλε, έπιασε βροχή, αγάπη καλοκαιρινή, κι αυτοί εδώ, Σαντορίν και ξερό ψωμί. Η έρμη ξεναγός έχει φρικάρει ελαφρώς. Ευτυχώς έχασα τη βδομάδα των παθών, ήμουν στο γάμο τις μέρες που οι Γάλλοι είχαν καταλάβει το νησί.
Στο γάμο περάσαμε καταπληκτικά. Βρήκαμε όσα χρυσάνθεμα θέλαμε, κολλήσαμε μια παραλία κοχύλια στις λαμπάδες, μαζέψαμε άλλη μια παραλία βότσαλα για να γράψουνε οι καλεσμένοι ευχές κι αυτοί μετά ζωγράφιζαν ζώα, κρεμάσαμε κορδέλες σε όλα τα δέντρα, δέσαμε τούλια σε όλες τις κολόνες του σπιτιού κι ας κόντεψα εγώ να σκοτωθώ γιατί η Μαργαρίτα, την κρίσιμη στιγμή, αντί να μου δώσει το πιστόλι σιλικόνης, χαιρετούσε τους φίλους της που περνούσαν με το αυτοκίνητο. Επίσης, έχω βάλει τόση σιλικόνη στους τοίχους του σπιτού της Βίβιαν για να στερεώσω τους τούλινους φιόγκους, που πιστεύω πως ο μπαμπάς της θα με φωνάξει να το βάψω από την αρχή.
Μετά, ο Στέφανος ήρθε στην εκκλησία με άλογο, πράγμα που έκανε μεγάλη εντύπωση σε όλους και κυρίως στο άλογο. Εμείς, στο μεταξύ, ντύναμε τη νύφη, εγώ έλεγα βλακείες γιατί είχα άγχος κι ο μπαμπάς της νύφης πετούσε βαρελότα ακριβώς έξω από το δωμάτιο, καπνοί, βροντές, ζέστη, αν δε φορούσα τις χρυσές πλατφόρμες, θα ένιωθα σαν τον Τσάρλι Σιν στο Πλατούν.
Με τα πολλά τη ντύσαμε τη νύφη, αν και ξεχάσαμε κάτι βασικό, το βάλαμε μετά, τελοσπάντων, και ξεκινήσαμε να πάμε στην εκκλησία. Φρούδες ελπίδες. Για να φτάσουμε, έπρεπε η Βίβιαν να χορέψει μπάλο με όλους τους παρευρισκόμενους και δεν ήτανε και λίγοι. Στο μυστήριο, φυσικά, έπεσε πολύ γέλιο. Εγώ, απέναντί μου, είχα μια καλεσμένη που είχε ένα λοφίο από ξανθό μαλλί και ψεύτικη κοτσίδα κι ήταν λίγο τρομακτική, οπότε προσπαθυούσα να κρυφτώ πίσω από τη Βίβιαν κι η Βίβιαν νόμιζε ότι βιαζόμουνα να αλλάξω τα στέφανα. Επίσης φυσούσε και μου σηκωνόταν το φουστάνι, μεγάλη επιτυχία, στο τέλος, το στερέωσα στο νυφικό και ησύχασα.
Μετά, πήγαμε στο γλέντι κι έπρεπε να χορέψουμε το συρτό του γάμου, τζάμπα πήγανε οι πρόβες, τα έκανα θάλασσα, εγώ και όχι ο Κωνσταντίνος. Αφού, στο τέλος, η Βίβιαν μου είπε, εντάξει, τώρα, κάτσε κάτω, φτάνει. Τελικά, ο μπάλος δε συμπεριλαμβάνεται στα ταλέντα μου. Δεν πειράζει, ζωγράφισα ωραία φωτιστικά.
Αργότερα, κι όπως το θέλει το έθιμο στους παριανούς γάμους, μιλάμε όμως για πολύ αργότερα, έτσι, είχε αρχίσει να χαράζει και τα αυτιά μας είχαν αρχίσει να χαράζουν επίσης, ακόμα ακούω βιολιά και λαούτα στον ύπνο μου, σερβίρανε κοτόσουπα και βραστό κοτόπουλο, όπου εμείς γελάσαμε πολύ γιατί, από μια παραξενιά της τύχης, στο τραπέζι μας ήρθε το πόδι του κοτόπουλου, με όλα τα νύχια κι ο Κωνσταντίνος το πήρε και το έβαλε μέσα στο μανίκι του και έκανε πως κρατούσε το τσιγάρο και καταλαβαίνετε. Έπειτα, μια καλή κυρία μας πήγε στο σπίτι, ο Γιάννης, που είχε γίνει στουπί, κοιμήθηκε σε 2 δευτερόλεπτα μέσα στο αυτοκίνητο κι όταν φτάσαμε ξύπνησε καταχαρούμενος, είπε "καληνύχτα, ποιά είστε, ευχαριστούμε" και ξανακοιμήθηκε. Μετά, κοιμήθηκα κι εγώ και ξύπνησα ξανά στη Σαντορίνη.
Αδερφέ, δε φαντάζεστε πόση φασαρία έχει εδώ μέσα, στο νετ καφέ, τα βρωμόπαιδα δεν έχουν διάβασμα για αύριο; Φεύγω τώρα, γιατί μ' έχει πιάσει πονοκέφαλο κι ο διπλανός μου έχει αντι-magic κι έχει γίνει πολύ απειλητικός.
Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013
Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013
Και όμως.
Καταρχάς,
ζω, κι ας έχω να φανώ ένα μήνα της πηγής η καρδερίνα. Αυτή η Σαντορίνη μπορεί
να μου έδωσε δουλειά, αλλά μου πήρε όλα τ’ άλλα και κυρίως το διαδίκτυο. Αλλά,
δεν πτοούμαι, για το πείσμα σας, γουρούνια, θα αντέχω κι όσο κι αν χάνομαι, θα
επιστρέφω. Χαραμίζομαι, κι όλα αυτά με το Γιάννη δίπλα μου να μου διαβάζει
ηλίθιες ατάκες από ένα application
στο
κινητό του, το οποίο για να το φορτίσει πρέπει να στερεώσει το φορτιστή με 4
λαστιχάκια και να του δώσει κλίση 37,6 μοιρών, αλλά κατά τα άλλα έχει applications, τρομάρα του.
Τελοσπάντων,
είμαστε στην Πάρο, άλλη κουκίδα στο Αιγαίο. Εγώ μάλλον ζω σε άλλον κόσμο, αυτό
είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω μετά από δέκα λεπτά στο διαδίκτυο. Σε 5
μέρες είναι ο γάμος στον οποίο εγώ θα είμαι κουμπάρα, η Βίβιαν νύφη, ο Στέφανος
γαμπρός, ο Κωνσταντίνος συγκούμπαρος κι οι υπόλοιποι κατουρημένοι από τα γέλια.
Ομολογώ ότι νιώθω λίγο άσχημα, γιατί τίποτα δεν έχω κάνει που μια κουμπάρα
κάνει κανονικά, λόγω της Σαντορίνης πάλι, με αποτέλεσμα ο Στέφανος να
παραπονιέται ότι στο Jumbo τον
ξέρουν με το μικρό του όνομα. Ούτε το προσκλητήριο δεν έχω δει ακόμα,
υποπτεύομαι πως με έχουν κοροϊδέψει κι όταν το δω, θα μου πέσει από τα χέρια,
γιατί θα έχουν βρει άλλη κουμπάρα.
Έφυγα από
τη μία κουκίδα εν μέσω καθολικών διαμαρτυριών γιατί φεύγει η καλύτερη ξεναγός
του νησιού και μπήκα σε ένα λεωφορείο γεμάτο Γάλλους, για άλλη μια φορά, αλλά
δε δούλευα κι ήταν μια απίστευτη απόλαυση, γενικά, δεν αντέχω άλλους Γάλλους,
τελειωμό δεν έχουν.
Ώσπου να
φτάσω στην άλλη κουκίδα, έκανα μια λίστα με τις δουλειές που πρέπει να κάνουμε
μέχρι το γάμο κι η Βίβιαν είπε πως το ίδιο έχει κάνει κι αυτή, οπότε από λίστες
είμαστε πλήρεις. Το βασικό, βέβαια, είναι πως ο συγκούμπαρος έχει πάρει
κοστούμι, διότι μέχρι την τελευταία στιγμή πιστεύαμε πως θα εμφανιστεί με
βερμούδα-σαγιονάρα. Όχι ότι τώρα μας εγγυάται κανείς πως δεν θα το κάνει, αλλά
η ελπίδα είναι γνωστό ότι πεθαίνει τελευταία. Επίσης, οι φιόγκοι για τα
παπούτσια της κουμπάρας είναι έτοιμοι και όλοι τους περιμένουν με ανυπομονησία.
Ο Κωνσταντίνος,
τις τελευταίες δύο εβδομάδες, με πήρε τηλέφωνο 4 φορές να με ρωτήσει αν
χρειάζομαι λεφτά, στο τέλος του είπα πως έχω ένα δάνειο στην Εθνική, άμα θέλει
να του στείλω τον αριθμό λογαριασμού να το τακτοποιήσει. Δε με ξαναπήρε από
τότε.
Τώρα
περιμένουμε το Στέφανο και τη Βίβιαν να έρθουν, υποπτεύομαι πως έχουν πνίξει ο ένας
τον άλλον ή ίσως αλληλοσκοτώθηκαν με τα κασπώ από το Jumbo.
Έχω να σας
πω πολλές ιστορίες με Γάλλους, αλλά τώρα πρέπει να φύγω γιατί ήρθανε κι οι
λαμπάδες εκσφενδονίζονται. Κι επίσης, δεν ξέρω αν θα ξαναπώ ιστορίες γενικά στη
ζωή μου, γιατί διάβασα πρώτον το 1Q84 του
Χαρούκι και δεύτερον ένα διήγημα και τι δουλειά έχω εγώ με τα πληκτρολόγια μετά
από αυτά; Σας φιλώ και μου λείπετε.
Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013
Και που λες-ευτυχία.
Δευτέρα σήμερα, ε; Shoe repairer’s Monday, που λέγαμε με τη Μαρίνα κάποτε και γελούσαμε. Μια χαζή, καταναγκαστική μέρα για όλους. Για όλους; Όχι για όλους! Μια μικρή, ανυπότακτη ξεναγός, κάπου, σε μια κουκκίδα στο Αιγαίο, αντιστέκεται και θα αντιστέκεται για πάντα στους εισβολείς της αρχής της εβδομάδας. Με πιο λίγα, απλά και κατανοητά λόγια (αλλά πότε υποστήριξα εγώ το μινιμαλισμό; Ποτέ.), εγώ σήμερα έχω ρεπό, διότι ο αρχαιολογικός χώρος του Ακρωτηρίου, όπως κάθε αρχαιολογικός χώρος και κάθε μουσείο σε αυτή τη χώρα, από καταβολής κόσμου, είναι κλειστός. Είμαι σίγουρη πως και στα χρόνια του Περικλή η Ακρόπολη ήταν κλειστή τις Δευτέρες. Ο δε Μινώταυρος, στάνταρ, τις Δευτέρες σφουγγάριζε τα αίματα.
Τέλοσπαντων, ξύπνησα την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα, δηλαδή 7.15, γιατί ότι και να κάνεις, αν κάθε μέρα ξυπνάς μια συγκεκριμένη ώρα, δε γίνεται ξαφνικά ένα πρωί να ξυπνήσεις 4 ώρες αργότερα και μη το αρνηθεί κανείς-το έλεγα από το σχολείο ακόμα, δηλαδή εσείς ξαφνικά στις 16 Ιουνίου ξυπνούσατε 12 το μεσημέρι; Όχι, δεν το πιστεύω.
Εν πάση περιπτώσει, ξύπνησα, φόρεσα τις χρυσές πλατφόρμες που πήρα για το γάμο, για να τις συνηθίσω και να χαλαρώσουν λίγο τα λουριά, που είναι ο αστράγαλος σα ρολό κοτόπουλο κι έτσι, μία κυρία, κάθισα να κάνω σήμερα ότι κάνει ο κόσμος τις Κυριακές: να πιω καφέ με την ησυχία μου και να διαβάσω εφημερίδα, την οποία έχω αγοράσει από χτες και την περιφέρω μαζί μου σε όλη την εκδρομή που κάνω με τα πελατάκια κι οι οδηγοί με κοιτάνε λες και αγόρασα γούνα-τόσο άχρηστο αντικείμενο τους φαίνεται η εφημερίδα, ένας την προηγούμενη Κυριακή μου είπε ότι έχει να διαβάσει από το Δημοτικό.
Παίρνω το Βήμα τώρα, γιατί έχει μια ωραία σειρά με την Ελληνική Μυθολογία σε κόμικς και με κείμενα του Τσιφόρου, έχετε υπόψη Τσιφόρο; Τα σπάει, μιλάμε για πολύ γέλιο.
Να, και τώρα διάβαζα ένα άρθρο για την ευτυχία, τι είναι, πως τη βρίσκεις, πως τη χάνεις και τέτοιες ανοησίες, λες και την ευτυχία μπορείς να τη δεις, να την πιάσεις, να τη μετρήσεις. Οκ, δεν ήθελα να ακουστεί ακριβώς έτσι, αλλά καταλαβαίνετε. Κι η αλήθεια είναι πως προχτές το απόγευμα, που γύριζα από το Καμάρι (the most popular beach on the island) όπου είχα πάει για μπάνιο, σκεφτόμουνα πως ήμουν ευτυχισμένη κι ας νιώθω τύψεις γι’ αυτό-αλλά αυτό είναι εντελώς ξεχωριστό ζήτημα και θέμα άλλου άρθρου και αρρώστια επίσης και εν γένει όχι της παρούσης.
Διότι είχα επάνω μου όλο το αλάτι του Αιγαίου και γύρω μου όλο τον ήλιο κι όλες τις φυλές του Ισραήλ, επίσης, και στην τσάντα μου ένα πολύ ωραίο βιβλίο και στο ψυγείο σταφύλια σαντορινιά, που είναι το μόνο φρούτο σε αφθονία εδώ, στον κρανίου τόπο, κι ας ήμουν μόνη σαν το λεμόνι, με το πιο ωραίο αγόρι του κόσμου χίλια μίλια μακριά και τους φίλους μου σκορπισμένους σε όλα τα νησιά τση γης, είμαι ζωντανή, στη Σαντορίνη, και κάνω τη δουλειά των ονείρων μου και γελάω κι ό,τι έχω ονειρευτεί, φανταστεί, σχεδιάσει έχει γίνει πραγματικότητα έστω και με καθυστέρηση.
Βλασφημία; I can’t help it (συγγνώμη για τις αγγλικούρες, μη με περάστε για βλαμμένη, αλλά είναι αλήθεια: άμα όλη μέρα από το στόμα σου βγαίνουν Αγγλικά, Αγγλικά θα βγουν κι απ’ τα’ ακροδάχτυλά σου). Οι περισσότερες στιγμές που θυμάμαι από τη ζωή μου είναι ευτυχισμένες, δεν ξέρω πως το κάνω, όχι ότι δεν έχω να θυμάμαι και μαύρες Δευτέρες, Τρίτες, Παρασκευές και άλλες μέρες της εβδομάδας, αλλά τα πιο πολλά που θυμάμαι είναι πράγματα λαμπερά, χρωματιστά, γλυκά, όμορφα και κυρίως αστεία. Τι να πω, δεν ξέρω αν έχω περισσότερη σεροτονίνη, ντοπαμίνη ή όποια άλλη ορμόνη είναι υπεύθυνη για το αίσθημα της ευτυχίας, αυτό που έχω να πω είναι πως η ευτυχία είναι μικρές μικρές χαντρούλες χαράς, που πρέπει ευλαβικά, προσεκτικά, αφοσιωμένα να τις μαζεύεις μία μία σε μια κλωστή και να τις κάνεις βραχιόλι κι αργότερα, που θα γίνουν πιο πολλές, να τις κάνεις κολιέ (άλλαξ’ ο κολιές κι έγινε βραχιόλι, όλα βγαλμένα από τη ζωή είναι, τελικά) και να το φοράς πάντα, σα φυλαχτό και σα μάντρα, να το προσέχεις, να μη σπάσει, και να το ξεκουκίζεις πότε πότε σαν κομπολόι και να προσεύχεσαι. Κι άμα τύχει και σπάσει και χυθεί η ευτυχία σου στα σκαλιά, δεν πειράζει, μάζεψε από το πάτωμα και το χώμα όποια χάντρα μπορέσεις να σώσεις, οι πιο μεγάλες και λαμπερές και χρωματιστές φαίνονται, δε θα τις χάσεις, και ξεκίνα να μαζεύεις άλλες και θα το ξαναφτιάξεις το κολιέ σου.
Το δικό μου, πάντως, είναι ήδη πολύ μεγάλο, 3 φορές το φέρνω βόλτα στο λαιμό μου.
Πολύ καλημέρα σας.
Τέλοσπαντων, ξύπνησα την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα, δηλαδή 7.15, γιατί ότι και να κάνεις, αν κάθε μέρα ξυπνάς μια συγκεκριμένη ώρα, δε γίνεται ξαφνικά ένα πρωί να ξυπνήσεις 4 ώρες αργότερα και μη το αρνηθεί κανείς-το έλεγα από το σχολείο ακόμα, δηλαδή εσείς ξαφνικά στις 16 Ιουνίου ξυπνούσατε 12 το μεσημέρι; Όχι, δεν το πιστεύω.
Εν πάση περιπτώσει, ξύπνησα, φόρεσα τις χρυσές πλατφόρμες που πήρα για το γάμο, για να τις συνηθίσω και να χαλαρώσουν λίγο τα λουριά, που είναι ο αστράγαλος σα ρολό κοτόπουλο κι έτσι, μία κυρία, κάθισα να κάνω σήμερα ότι κάνει ο κόσμος τις Κυριακές: να πιω καφέ με την ησυχία μου και να διαβάσω εφημερίδα, την οποία έχω αγοράσει από χτες και την περιφέρω μαζί μου σε όλη την εκδρομή που κάνω με τα πελατάκια κι οι οδηγοί με κοιτάνε λες και αγόρασα γούνα-τόσο άχρηστο αντικείμενο τους φαίνεται η εφημερίδα, ένας την προηγούμενη Κυριακή μου είπε ότι έχει να διαβάσει από το Δημοτικό.
Παίρνω το Βήμα τώρα, γιατί έχει μια ωραία σειρά με την Ελληνική Μυθολογία σε κόμικς και με κείμενα του Τσιφόρου, έχετε υπόψη Τσιφόρο; Τα σπάει, μιλάμε για πολύ γέλιο.
Να, και τώρα διάβαζα ένα άρθρο για την ευτυχία, τι είναι, πως τη βρίσκεις, πως τη χάνεις και τέτοιες ανοησίες, λες και την ευτυχία μπορείς να τη δεις, να την πιάσεις, να τη μετρήσεις. Οκ, δεν ήθελα να ακουστεί ακριβώς έτσι, αλλά καταλαβαίνετε. Κι η αλήθεια είναι πως προχτές το απόγευμα, που γύριζα από το Καμάρι (the most popular beach on the island) όπου είχα πάει για μπάνιο, σκεφτόμουνα πως ήμουν ευτυχισμένη κι ας νιώθω τύψεις γι’ αυτό-αλλά αυτό είναι εντελώς ξεχωριστό ζήτημα και θέμα άλλου άρθρου και αρρώστια επίσης και εν γένει όχι της παρούσης.
Διότι είχα επάνω μου όλο το αλάτι του Αιγαίου και γύρω μου όλο τον ήλιο κι όλες τις φυλές του Ισραήλ, επίσης, και στην τσάντα μου ένα πολύ ωραίο βιβλίο και στο ψυγείο σταφύλια σαντορινιά, που είναι το μόνο φρούτο σε αφθονία εδώ, στον κρανίου τόπο, κι ας ήμουν μόνη σαν το λεμόνι, με το πιο ωραίο αγόρι του κόσμου χίλια μίλια μακριά και τους φίλους μου σκορπισμένους σε όλα τα νησιά τση γης, είμαι ζωντανή, στη Σαντορίνη, και κάνω τη δουλειά των ονείρων μου και γελάω κι ό,τι έχω ονειρευτεί, φανταστεί, σχεδιάσει έχει γίνει πραγματικότητα έστω και με καθυστέρηση.
Βλασφημία; I can’t help it (συγγνώμη για τις αγγλικούρες, μη με περάστε για βλαμμένη, αλλά είναι αλήθεια: άμα όλη μέρα από το στόμα σου βγαίνουν Αγγλικά, Αγγλικά θα βγουν κι απ’ τα’ ακροδάχτυλά σου). Οι περισσότερες στιγμές που θυμάμαι από τη ζωή μου είναι ευτυχισμένες, δεν ξέρω πως το κάνω, όχι ότι δεν έχω να θυμάμαι και μαύρες Δευτέρες, Τρίτες, Παρασκευές και άλλες μέρες της εβδομάδας, αλλά τα πιο πολλά που θυμάμαι είναι πράγματα λαμπερά, χρωματιστά, γλυκά, όμορφα και κυρίως αστεία. Τι να πω, δεν ξέρω αν έχω περισσότερη σεροτονίνη, ντοπαμίνη ή όποια άλλη ορμόνη είναι υπεύθυνη για το αίσθημα της ευτυχίας, αυτό που έχω να πω είναι πως η ευτυχία είναι μικρές μικρές χαντρούλες χαράς, που πρέπει ευλαβικά, προσεκτικά, αφοσιωμένα να τις μαζεύεις μία μία σε μια κλωστή και να τις κάνεις βραχιόλι κι αργότερα, που θα γίνουν πιο πολλές, να τις κάνεις κολιέ (άλλαξ’ ο κολιές κι έγινε βραχιόλι, όλα βγαλμένα από τη ζωή είναι, τελικά) και να το φοράς πάντα, σα φυλαχτό και σα μάντρα, να το προσέχεις, να μη σπάσει, και να το ξεκουκίζεις πότε πότε σαν κομπολόι και να προσεύχεσαι. Κι άμα τύχει και σπάσει και χυθεί η ευτυχία σου στα σκαλιά, δεν πειράζει, μάζεψε από το πάτωμα και το χώμα όποια χάντρα μπορέσεις να σώσεις, οι πιο μεγάλες και λαμπερές και χρωματιστές φαίνονται, δε θα τις χάσεις, και ξεκίνα να μαζεύεις άλλες και θα το ξαναφτιάξεις το κολιέ σου.
Το δικό μου, πάντως, είναι ήδη πολύ μεγάλο, 3 φορές το φέρνω βόλτα στο λαιμό μου.
Πολύ καλημέρα σας.
Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013
Εγώ, πάντως, διασκεδάζω.
Το νησί είναι ειδυλλιακό. Μην ακούτε και μη διαβάζετε τις φήμες περί φρίκης στη Σαντορίνη. Τα άστρα λάμπουν πάνω από το κεφάλι σου, η φεγγαράδα σου δείχνει το δρόμο για τα Φηρά, η ζωή έχει αποκτήσει ένα νόημα: περιμένεις τις επόμενες δύο ώρες που θα έχεις νερό και ρεύμα, δίχως αυτή την αναμονή, τι θα ήταν η ευτυχία; Τίποτα.
Δεν ξέρετε τι ωραία περνάμε. Στη γειτονιά όλοι γυρνούν με τα κεριά στο χέρι και περιμένεις από στιγμή σε στιγμή να φανεί ο Επιτάφιος. Κι είναι και κάτι μεγάλα καφετιά κεριά (όλοι αγοράζουν από το ίδιο μίνι μάρκετ), εντελώς Επιτάφιος, σας λέω. Με τους γειτόνους έρχεσαι πιο κοντά, όλοι κάθονται έξω, διότι μέσα πρώτον δε βλέπουν, δεύτερον σκάνε και τρίτον βρωμάνε, όλοι άπλυτοι 2 μέρες. Μόλις έρθει το ρεύμα, εξαφανίζονται, η γειτονιά μπαίνει στην πρίζα, άλλος πλένει, άλλος πλένεται, άλλος ξυρίζεται, ο τρίτος σιδερώνει, χαμός, οργασμός δραστηριότητας. Χτες, μόλις έκλεισα το ρουμπινέ στη βρύση, έπεσε το απόλυτο σκοτάδι, ήμουν κολόφαρδη, αλλά μετά βρέθηκα να παλεύω να βγω από το γλιστερό μπάνιο μες στη μαύρη νύχτα, στάζοντας νερά και να προσπαθώ να βρω τον αναπτήρα, να στάζει το μαλλί πάνω στο κερί, σκηνές απείρου κάλλους.
Διότι πρέπει να ξέρετε πως στη Σαντορίνη, η διακοπή ρεύματος σημαίνει και διακοπή νερού για κάποιον απροσδιόριστο λόγο και μη βρεθεί κάνας εξυπνάκιας να μου εξηγήσει ότι τα πιεστικά λειτουργούν με ρεύμα. Το πρωί ξυπνάς και η πρώτη κίνηση δεν είναι να ξύσεις το κεφάλι σου ή κάτι άλλο που δεν αρμόζει εδώ να το αναφέρουμε, αλλά να ανάψεις το φως για να δεις αν θα πλύνεις τα δόντια σου. Παράλογο; Όχι. Σαντορινιό. Μετά πας στη δουλειά και τα τουριστάκια έρχονται φρικαρισμένα και άπλυτα. Γυρνάς από τη δουλειά με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Θα έχω νερό ή θα κάνω μπάνιο με τα μπουκάλια; Δύο φορές, αγαπητοί, το έχω κάνει και περήφανα ανακοινώνω πως χάλασα μόνο 2 μπουκάλια τη φορά.
Τι άλλο; Προχτές βαρέθηκα τη συσκότιση και κατέβηκα στα Φηρά, αφού βάφτηκα με το κερί και βγήκα σαν το ρακούν, άσε που φοβόμουνα ότι θα εμφανιστεί ο Σατανάς εκεί που είχα το κερί μπροστά στο καθρέφτη. Κατεβαίνοντας, ήταν σα να πέρασα τη λεπτή κόκκινη γραμμή, ξαφνικά όλα πλημμύρισαν φως και να κατεβαίνουν από την Οία τα λεωφορεία, οι γουρούνες, τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα μιλιούνια, να γίνεται της κακομοίρας, να κορνάρουν, να βρίζουν, να ουρλιάζουν όλοι μαζί, παράλληλα σύμπαντα, σας λέω.
Χτες πήγα στην Τάνια, η Τάνια είναι η καινούργια μου φίλη εδώ, στο νησί, μαζί της βρίζω άνετα τους ντόπιους, γιατί δεν είναι ντόπια, και δουλεύει σ' έμα ναγαζί στα Φηρά, πάω, το λοιπό, να τη δω καμιά φορά και μου βγάζει ένα καρεκλάκι να καθίσω, το οποίο είναι ιστορικό και ετοιμόρροπο και της υποσχέθηκα να το βάλω στο ιστολόγιο. Την ώρα που κατεβαίνω ασπροντυμένη ωχ το βουνό ξαναματακόβεται το ρεύμα και μέσα στο ημίφως, ως συνήθως, εγώ στο καρεκλάκι, οι τουρίστες να σκουντουφλάνε μεταξύ τους στα στενά, οι φήμες να οργιάζουν και μια μεθυσμένη Γερμανίδα να προσπαθεί να ξεχωρίσει τα ροζ σκουλαρίκια από τα κόκκινα. Αντιλαμβάνεστε.
Με τα πολλά, ξανάρθε το ρεύμα, πήγα να κάνω μπάνιο, μολονότι είχα κάνει και νωρίτερα, αλλά τώρα δεν έχει τέτοια, κάνεις μπάνιο όποτε σου δίνεται η ευκαιρία, γιατί δεν ξέρεις πότε θα ξαναέχεις νερό. Την Τετάρτη λούστηκα 3 φορές, έτσι, για να είμαι σίγουρη.
Παραλλήλως, έχω μάθει όλη την ορολογία της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος σε Αγγλικά και Γαλλικά για να εξηγω στα φρικαρισμένα πελατάκια τι συμβαίνει, σήμερα ήρθε κι η Κεφαλογιάννη στο νησί, αναρωτιέμαι αν θα έχει νερό εκεί που πήγε να μείνει, έχω κι εγώ κάτι απορίες.
Κι επίσης, πήρα και φουστάνι και παπούτσια για το γάμο της χρονιάς, α, όχι, μη ρωτάτε ποιό γάμο, ένας είναι ο γάμος, παριανός, με μπάλο νυφιάτικο, την πιο όμορφη νύφη, την πιο χρωματιστή κουμπάρα, γαμπρό το Στέφανο και κουμπάρο τον Κωνσταντίνο, τα μεγαλύτερα ταλέντα της παραδοσιακής χορευτικής σκηνής στην Ελλάδα. Για να σας δώσω ένα μικρό δείγμα της παράνοιας, την προηγούμενη βδομάδα συζητούσαμε εγώ, ο Γιάννης, η Βίβιαν κι ο Στέφανος τι θα γράφουν μέσα οι βέρες, μέσω Skype, εγώ εδώ, ο Γιάννης στην Κατερίνη και τα παιδιά στην Αθήνα. Επειδή δε συμφωνούσαμε, διότι οι μισοί θέλανε μικρά γράμματα κι οι άλλοι μισοί μεγάλα, δε συμφωνούσαμε ούτε στα ονόματα, ο Στέφανος ήθελε να γράφουν και οι 2 βέρες Στέφανος, εγώ έλεγα να γράψουμε Βαγγέλης και Παναγής, τελικά αποφασίσαμε να γράψουμε βόηθα Παναγιά.
Λοιπόν, αυτά τα ολίγα, πάω να βρω το δρόμο μου κάτω από το φεγγαρόφως, να αποφύγω τις καπνίζουσες γεννήτριες και προσευχηθείτε να έχω νερό.
Δεν ξέρετε τι ωραία περνάμε. Στη γειτονιά όλοι γυρνούν με τα κεριά στο χέρι και περιμένεις από στιγμή σε στιγμή να φανεί ο Επιτάφιος. Κι είναι και κάτι μεγάλα καφετιά κεριά (όλοι αγοράζουν από το ίδιο μίνι μάρκετ), εντελώς Επιτάφιος, σας λέω. Με τους γειτόνους έρχεσαι πιο κοντά, όλοι κάθονται έξω, διότι μέσα πρώτον δε βλέπουν, δεύτερον σκάνε και τρίτον βρωμάνε, όλοι άπλυτοι 2 μέρες. Μόλις έρθει το ρεύμα, εξαφανίζονται, η γειτονιά μπαίνει στην πρίζα, άλλος πλένει, άλλος πλένεται, άλλος ξυρίζεται, ο τρίτος σιδερώνει, χαμός, οργασμός δραστηριότητας. Χτες, μόλις έκλεισα το ρουμπινέ στη βρύση, έπεσε το απόλυτο σκοτάδι, ήμουν κολόφαρδη, αλλά μετά βρέθηκα να παλεύω να βγω από το γλιστερό μπάνιο μες στη μαύρη νύχτα, στάζοντας νερά και να προσπαθώ να βρω τον αναπτήρα, να στάζει το μαλλί πάνω στο κερί, σκηνές απείρου κάλλους.
Διότι πρέπει να ξέρετε πως στη Σαντορίνη, η διακοπή ρεύματος σημαίνει και διακοπή νερού για κάποιον απροσδιόριστο λόγο και μη βρεθεί κάνας εξυπνάκιας να μου εξηγήσει ότι τα πιεστικά λειτουργούν με ρεύμα. Το πρωί ξυπνάς και η πρώτη κίνηση δεν είναι να ξύσεις το κεφάλι σου ή κάτι άλλο που δεν αρμόζει εδώ να το αναφέρουμε, αλλά να ανάψεις το φως για να δεις αν θα πλύνεις τα δόντια σου. Παράλογο; Όχι. Σαντορινιό. Μετά πας στη δουλειά και τα τουριστάκια έρχονται φρικαρισμένα και άπλυτα. Γυρνάς από τη δουλειά με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Θα έχω νερό ή θα κάνω μπάνιο με τα μπουκάλια; Δύο φορές, αγαπητοί, το έχω κάνει και περήφανα ανακοινώνω πως χάλασα μόνο 2 μπουκάλια τη φορά.
Τι άλλο; Προχτές βαρέθηκα τη συσκότιση και κατέβηκα στα Φηρά, αφού βάφτηκα με το κερί και βγήκα σαν το ρακούν, άσε που φοβόμουνα ότι θα εμφανιστεί ο Σατανάς εκεί που είχα το κερί μπροστά στο καθρέφτη. Κατεβαίνοντας, ήταν σα να πέρασα τη λεπτή κόκκινη γραμμή, ξαφνικά όλα πλημμύρισαν φως και να κατεβαίνουν από την Οία τα λεωφορεία, οι γουρούνες, τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα μιλιούνια, να γίνεται της κακομοίρας, να κορνάρουν, να βρίζουν, να ουρλιάζουν όλοι μαζί, παράλληλα σύμπαντα, σας λέω.
Χτες πήγα στην Τάνια, η Τάνια είναι η καινούργια μου φίλη εδώ, στο νησί, μαζί της βρίζω άνετα τους ντόπιους, γιατί δεν είναι ντόπια, και δουλεύει σ' έμα ναγαζί στα Φηρά, πάω, το λοιπό, να τη δω καμιά φορά και μου βγάζει ένα καρεκλάκι να καθίσω, το οποίο είναι ιστορικό και ετοιμόρροπο και της υποσχέθηκα να το βάλω στο ιστολόγιο. Την ώρα που κατεβαίνω ασπροντυμένη ωχ το βουνό ξαναματακόβεται το ρεύμα και μέσα στο ημίφως, ως συνήθως, εγώ στο καρεκλάκι, οι τουρίστες να σκουντουφλάνε μεταξύ τους στα στενά, οι φήμες να οργιάζουν και μια μεθυσμένη Γερμανίδα να προσπαθεί να ξεχωρίσει τα ροζ σκουλαρίκια από τα κόκκινα. Αντιλαμβάνεστε.
Με τα πολλά, ξανάρθε το ρεύμα, πήγα να κάνω μπάνιο, μολονότι είχα κάνει και νωρίτερα, αλλά τώρα δεν έχει τέτοια, κάνεις μπάνιο όποτε σου δίνεται η ευκαιρία, γιατί δεν ξέρεις πότε θα ξαναέχεις νερό. Την Τετάρτη λούστηκα 3 φορές, έτσι, για να είμαι σίγουρη.
Παραλλήλως, έχω μάθει όλη την ορολογία της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος σε Αγγλικά και Γαλλικά για να εξηγω στα φρικαρισμένα πελατάκια τι συμβαίνει, σήμερα ήρθε κι η Κεφαλογιάννη στο νησί, αναρωτιέμαι αν θα έχει νερό εκεί που πήγε να μείνει, έχω κι εγώ κάτι απορίες.
Κι επίσης, πήρα και φουστάνι και παπούτσια για το γάμο της χρονιάς, α, όχι, μη ρωτάτε ποιό γάμο, ένας είναι ο γάμος, παριανός, με μπάλο νυφιάτικο, την πιο όμορφη νύφη, την πιο χρωματιστή κουμπάρα, γαμπρό το Στέφανο και κουμπάρο τον Κωνσταντίνο, τα μεγαλύτερα ταλέντα της παραδοσιακής χορευτικής σκηνής στην Ελλάδα. Για να σας δώσω ένα μικρό δείγμα της παράνοιας, την προηγούμενη βδομάδα συζητούσαμε εγώ, ο Γιάννης, η Βίβιαν κι ο Στέφανος τι θα γράφουν μέσα οι βέρες, μέσω Skype, εγώ εδώ, ο Γιάννης στην Κατερίνη και τα παιδιά στην Αθήνα. Επειδή δε συμφωνούσαμε, διότι οι μισοί θέλανε μικρά γράμματα κι οι άλλοι μισοί μεγάλα, δε συμφωνούσαμε ούτε στα ονόματα, ο Στέφανος ήθελε να γράφουν και οι 2 βέρες Στέφανος, εγώ έλεγα να γράψουμε Βαγγέλης και Παναγής, τελικά αποφασίσαμε να γράψουμε βόηθα Παναγιά.
Λοιπόν, αυτά τα ολίγα, πάω να βρω το δρόμο μου κάτω από το φεγγαρόφως, να αποφύγω τις καπνίζουσες γεννήτριες και προσευχηθείτε να έχω νερό.
Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013
Περνάμε ωραία εδώ, στην εξοχή.
Πωπω, πότε πέρασε ένας μήνας; Πότε πέρασε όλο το καλοκαίρι, γενικώς, κι όλη η σεζό, μη σας πω, όπως λένε κι εδώ στη Σαντορίνη.
Εγώ δεν έχω νέα, εδώ, δουλειά, ηφαίστεια, τουριστάκια, τα γνωστά. Προχτές λέω στα πελατάκια να μην είναι βρεγμένα όταν μπούνε στο λεωφορείο, γιατί ξέρετε τι φρίκες τρώνε οι οδηγοί με τα λεωφορεία τους, μην τυχόν πέσει μισό ψίχουλο από πατατάκι ή κάνα σπυρί από καλαμπόκι, παθαίνουνε παράκρουση, κι άσε πια με τους βρεγμένους, ποιός είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Σε ρωτάνε, λοιπόν, οι οδηγοί 17 φορές αν τους είπες να είναι στεγνοί και δε σε πιστεύουν κιόλας. Τεσπαν, τους το λέω εγώ και τους απειλώ κιόλας ότι αν δεν είναι στεγνοί θα τους δέσουμε στην οροφή να στεγνώσουν κι έρχεται ένας κυριούλης, Γάλλος, απ' αυτούς που κάνουν γλου-γλου, μου τουρλώνει τον ποπό του και μου λέει "θέλετε να πιάσετε, να δείτε αν είμαι στεγνός;"-ψύχραιμη εγώ, απαντώ "εγώ, κύριε, όχι, αλλά, αν θέλετε, να φωνάξω τον οδηγό". Έχω, δε, κι έναν οδηγό, το Λευτεράκη, που έχει ένα μεγάλο πινέλο και τους ξεσκονίζει τα πόδια από την άμμο, ο Μηνάς έχει μια πετσέτα και τους σκουπίζει, αλλά, εντάξει, ο Μηνάς είναι και Λατίνος εραστής, θέλει να πιάνει και τους ποπούς, να ελέγχει. Είναι κι ο Αντρέας, ο οποίος μια φορά παραλίγο να πάθει εγκεφαλικό, αλήθεια σας λέω, διότι αυτός έχει τρελή πέκα με τους βρεγμένους και μία των ημερών μία ευειδής νεαρά, εύσαρκος, με ένα μαγιό όχι πολύ μεγαλύτερο από το νύχι μου βγαίνει στάζουσα από τη θάλασσα και πίεζε το πάνω μέρος του μαγιό και να σουρώνει νερά κι ο Αντρέας τι να πρωτοκοιτάξει; Την εύσαρκο και να αγαλλιάσει ή τα νερά που σούρωναν και να φρυάξει; Σας λέω, από τη σαστιμάρα είχε μείνει ξερός. Η ξεναγός, από την άλλη, είχε πέσει κάτω, όπως καταλαβαίνετε, από τα γέλια.
Επίσης, εδώ, στη Σαντορίνη, που είναι γενικά ένα μέρος ασυνήθιστο και ξεχωριστό σε όλα του, έτσι κι ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας είναι ασυνήθιστος και ξεχωριστός. Καταρχάς, τα πεζοδρόμια εδώ δεν είναι για τους πεζούς-καλά, γενικά, τα πεζοδρόμια εδώ δεν είναι. Τελεία. Δεν υπάρχουν, κι όπου υπάρχει ένα ελάχιστο δείγμα πεζοδρομίου, ξέρετε, μισή, κι αυτή ριγέ, πλάκα στη μία άκρη του δρόμου, λες κι ο τυφλός δεν τη θέλει τη ζωή του και θα'ρθει στη Σαντορίνη να περπατήσει, όπου, λοιπόν, υπάρχει, είναι κατειλημμένη από μηχανάκια, μίνι βαν και γουρούνες, αυτά τα φονικά τετράτροχα που τα καβαλάνε ημίγυμνοι παρανοϊκοί τύποι, κι εσύ, ο άμοιρος πεζός, το ελεεινό σκουλήκι που έχεις το θράσος να περπατάς στη Σαντορίνη, ρισκάρεις τη ζωή σου για μια διαδρομή 7 λεπτών και κάνεις παρκούρ για να φτάσεις από το Φηροστεφάνι στα Φηρά. Μιλάμε, έχω γίνει εξπέρ στο παρκούρ, μα, πρέπει να με δείτε, με τι άνεση υπερπηδώ τροχοφόρα, πιωμένα γκομενάκια, κινεζοοικογένειες και ασπροκαλτσικά ζόμπι και ταυτόχρονα αποφεύγω τη νταλίκα (είναι μια συγκεκριμένη πράσινη που με παίρνει στο κατόπι κάθε πρωί) κι επιζώ.
Αυτές τις άσπρες γραμμές στο δρόμο, τις θυμάστε, που στον υπόλοιπο κόσμο τις λένε διάβαση πεζών; Εδώ τις λένε γκιλοτίνα. Εδώ, όχι μόνο δε σταματάνε οι οδηγοί στις διαβάσεις, παρά τρέχουνε πιο γρήγορα, μην τυχόν και γλιτώσει κάνας τουρίστας.
Και το παρκάρισμα; Πρόβλημα; Στη Σαντορίνη; Ε, όχι δα! Που σε βολεύει; Εδώ, στη στροφή; Εδώ, στη μέση του δρόμου; Εκεί, παιδί μου, όπου σε βολεύει, σοβαρά μιλάς τώρα, που θα περπατήσεις 10 μέτρα; Πάρκαρε κι εξαφανίσου κιόλας, να κλείσεις όλο το δρόμο, ως την Οία.
Επίσης, πιστεύω ακράδαντα πως όταν ένα αυτοκίνητο έρχεται στη Σαντορίνη, περνάει ειδικό ΚΤΕΟ, όπου του κόβουνε τα φρένα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Καλέ, τρέχουνε σαν τους δαιμονισμένους. Τι να σας πω, αν γυρίσω ζωντανή από τη Σαντορίνη, σκέφτομαι να μάθω να οδηγώ.
Για το ΚΤΕΛ σας έχω πει; Αχ, το ΚΤΕΛ, τι εμπειρία! Μοναδική. Του τουέντις φορ Περίβολος να φωνάζει ο εισπράκτωρ, γκόου του δε μπακ να ξαναφωνάζει, οι έρμοι τουρίστες δωσ' του να στριμώχνονται κι ο οδηγός να νομίζει πως είναι ο γιος του ανέμου και στις στροφές να βλέπεις την καλντέρα να 'ρχεται. Άλλο να σας λέω κι άλλο να το ζείτε.
Λοιπόν, αυτά εν ολίγοις. Που είστε και γιατί δεν έχετε έρθει ακόμα στην εξωτική Σαντορίνη και πάτε όλοι σε διάφορες παραλίες κι ανεβάζετε φωτογραφίες από ποτά και μπάνια και παρέες κι εγώ, ο μοναχικός λύκος, ζηλεύω; Αυτό, που όλοι πάνε σε ένα μέρος κι όταν πάω εγώ εκεί δεν έρχεται κανένας, μήπως να με ανησυχήσει; Αλλά, θα δείτε, ρε, θα έρθει ο Οκτώβριος, θα επιστρέψω στην Κατερίνη δημήτρια και θα γίνει χαμός (όσο για σένα, Παύλε, φυλαμένα σου τα'χω, ετοίμαζε από τώρα σφουγγαρίστρες και ξεσκονόπανα-βλέπετε, τώρα που λείπω, ο Παύλος κι ο Γιάννης έχουν μετατρέψει το σπίτι μου σε στάβλο). Σας φιλώ γλυκά και θα τα ξαναπούμε.
Εγώ δεν έχω νέα, εδώ, δουλειά, ηφαίστεια, τουριστάκια, τα γνωστά. Προχτές λέω στα πελατάκια να μην είναι βρεγμένα όταν μπούνε στο λεωφορείο, γιατί ξέρετε τι φρίκες τρώνε οι οδηγοί με τα λεωφορεία τους, μην τυχόν πέσει μισό ψίχουλο από πατατάκι ή κάνα σπυρί από καλαμπόκι, παθαίνουνε παράκρουση, κι άσε πια με τους βρεγμένους, ποιός είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Σε ρωτάνε, λοιπόν, οι οδηγοί 17 φορές αν τους είπες να είναι στεγνοί και δε σε πιστεύουν κιόλας. Τεσπαν, τους το λέω εγώ και τους απειλώ κιόλας ότι αν δεν είναι στεγνοί θα τους δέσουμε στην οροφή να στεγνώσουν κι έρχεται ένας κυριούλης, Γάλλος, απ' αυτούς που κάνουν γλου-γλου, μου τουρλώνει τον ποπό του και μου λέει "θέλετε να πιάσετε, να δείτε αν είμαι στεγνός;"-ψύχραιμη εγώ, απαντώ "εγώ, κύριε, όχι, αλλά, αν θέλετε, να φωνάξω τον οδηγό". Έχω, δε, κι έναν οδηγό, το Λευτεράκη, που έχει ένα μεγάλο πινέλο και τους ξεσκονίζει τα πόδια από την άμμο, ο Μηνάς έχει μια πετσέτα και τους σκουπίζει, αλλά, εντάξει, ο Μηνάς είναι και Λατίνος εραστής, θέλει να πιάνει και τους ποπούς, να ελέγχει. Είναι κι ο Αντρέας, ο οποίος μια φορά παραλίγο να πάθει εγκεφαλικό, αλήθεια σας λέω, διότι αυτός έχει τρελή πέκα με τους βρεγμένους και μία των ημερών μία ευειδής νεαρά, εύσαρκος, με ένα μαγιό όχι πολύ μεγαλύτερο από το νύχι μου βγαίνει στάζουσα από τη θάλασσα και πίεζε το πάνω μέρος του μαγιό και να σουρώνει νερά κι ο Αντρέας τι να πρωτοκοιτάξει; Την εύσαρκο και να αγαλλιάσει ή τα νερά που σούρωναν και να φρυάξει; Σας λέω, από τη σαστιμάρα είχε μείνει ξερός. Η ξεναγός, από την άλλη, είχε πέσει κάτω, όπως καταλαβαίνετε, από τα γέλια.
Επίσης, εδώ, στη Σαντορίνη, που είναι γενικά ένα μέρος ασυνήθιστο και ξεχωριστό σε όλα του, έτσι κι ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας είναι ασυνήθιστος και ξεχωριστός. Καταρχάς, τα πεζοδρόμια εδώ δεν είναι για τους πεζούς-καλά, γενικά, τα πεζοδρόμια εδώ δεν είναι. Τελεία. Δεν υπάρχουν, κι όπου υπάρχει ένα ελάχιστο δείγμα πεζοδρομίου, ξέρετε, μισή, κι αυτή ριγέ, πλάκα στη μία άκρη του δρόμου, λες κι ο τυφλός δεν τη θέλει τη ζωή του και θα'ρθει στη Σαντορίνη να περπατήσει, όπου, λοιπόν, υπάρχει, είναι κατειλημμένη από μηχανάκια, μίνι βαν και γουρούνες, αυτά τα φονικά τετράτροχα που τα καβαλάνε ημίγυμνοι παρανοϊκοί τύποι, κι εσύ, ο άμοιρος πεζός, το ελεεινό σκουλήκι που έχεις το θράσος να περπατάς στη Σαντορίνη, ρισκάρεις τη ζωή σου για μια διαδρομή 7 λεπτών και κάνεις παρκούρ για να φτάσεις από το Φηροστεφάνι στα Φηρά. Μιλάμε, έχω γίνει εξπέρ στο παρκούρ, μα, πρέπει να με δείτε, με τι άνεση υπερπηδώ τροχοφόρα, πιωμένα γκομενάκια, κινεζοοικογένειες και ασπροκαλτσικά ζόμπι και ταυτόχρονα αποφεύγω τη νταλίκα (είναι μια συγκεκριμένη πράσινη που με παίρνει στο κατόπι κάθε πρωί) κι επιζώ.
Αυτές τις άσπρες γραμμές στο δρόμο, τις θυμάστε, που στον υπόλοιπο κόσμο τις λένε διάβαση πεζών; Εδώ τις λένε γκιλοτίνα. Εδώ, όχι μόνο δε σταματάνε οι οδηγοί στις διαβάσεις, παρά τρέχουνε πιο γρήγορα, μην τυχόν και γλιτώσει κάνας τουρίστας.
Και το παρκάρισμα; Πρόβλημα; Στη Σαντορίνη; Ε, όχι δα! Που σε βολεύει; Εδώ, στη στροφή; Εδώ, στη μέση του δρόμου; Εκεί, παιδί μου, όπου σε βολεύει, σοβαρά μιλάς τώρα, που θα περπατήσεις 10 μέτρα; Πάρκαρε κι εξαφανίσου κιόλας, να κλείσεις όλο το δρόμο, ως την Οία.
Επίσης, πιστεύω ακράδαντα πως όταν ένα αυτοκίνητο έρχεται στη Σαντορίνη, περνάει ειδικό ΚΤΕΟ, όπου του κόβουνε τα φρένα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Καλέ, τρέχουνε σαν τους δαιμονισμένους. Τι να σας πω, αν γυρίσω ζωντανή από τη Σαντορίνη, σκέφτομαι να μάθω να οδηγώ.
Για το ΚΤΕΛ σας έχω πει; Αχ, το ΚΤΕΛ, τι εμπειρία! Μοναδική. Του τουέντις φορ Περίβολος να φωνάζει ο εισπράκτωρ, γκόου του δε μπακ να ξαναφωνάζει, οι έρμοι τουρίστες δωσ' του να στριμώχνονται κι ο οδηγός να νομίζει πως είναι ο γιος του ανέμου και στις στροφές να βλέπεις την καλντέρα να 'ρχεται. Άλλο να σας λέω κι άλλο να το ζείτε.
Λοιπόν, αυτά εν ολίγοις. Που είστε και γιατί δεν έχετε έρθει ακόμα στην εξωτική Σαντορίνη και πάτε όλοι σε διάφορες παραλίες κι ανεβάζετε φωτογραφίες από ποτά και μπάνια και παρέες κι εγώ, ο μοναχικός λύκος, ζηλεύω; Αυτό, που όλοι πάνε σε ένα μέρος κι όταν πάω εγώ εκεί δεν έρχεται κανένας, μήπως να με ανησυχήσει; Αλλά, θα δείτε, ρε, θα έρθει ο Οκτώβριος, θα επιστρέψω στην Κατερίνη δημήτρια και θα γίνει χαμός (όσο για σένα, Παύλε, φυλαμένα σου τα'χω, ετοίμαζε από τώρα σφουγγαρίστρες και ξεσκονόπανα-βλέπετε, τώρα που λείπω, ο Παύλος κι ο Γιάννης έχουν μετατρέψει το σπίτι μου σε στάβλο). Σας φιλώ γλυκά και θα τα ξαναπούμε.
Τρίτη 2 Ιουλίου 2013
Το καλαμπόκι.
Δε με κατάπιε το ηφαίστειο, μην ανησυχείτε, εδώ είμαι, στο αγαπημένο μου ίντερνετ καφέ, με έναν κύριο απέναντι, προφανώς Σαντορινιό, ο οποίος την τελευταία μισή ώρα μιλάει με διάφορους στο τηλέφωνο και τους ανακοινώνει σε μια ακατάληπτη διάλεκτο ότι έχει 4 χρόνια να μιλήσει με την Αγαθούλα. Τον έχουν ακούσει ως την Οία.
Κατά τα άλλα, ησυχία. Πάω στη δουλειά μου, ως εκ θαύματος πληρώνομαι (και όμως συμβαίνει, κάνεις ξεναγήσεις και πληρώνεσαι), γελάω με τα τουριστάκια μου, πετάω κάτι γαλλικούρες που δεν υπάρχουν σε κανέναν κόσμο και παρατηρώ το πνευματικό μου επίπεδο να βυθίζεται στα Τάρταρα, διότι μιλάω μόνο με οδηγούς και σερβιτόρους, αφού προχτές τρώγαμε με ένα γκρουπ το οποίο είχε συνοδό μια κοπέλα που το χειμώνα σπουδάζει Ιατρική και ανταλλάξαμε 2 κουβέντες σαν άνθρωποι κι έβαλα τα κλάματα, αλλά τώρα σταματάω γιατί θα με πούνε γκρινιάρα.
Θα σας πω για κάτι Βραζιλιάνες που είχα χτες. Οι Βραζιλιάνοι, γενικά, μιλάνε πορτογαλικά και δεν καταλαβαίνουνε καμία άλλη γλώσσα, δεν ξέρω γιατί αγοράζουνε την εκδρομή όπου εγώ μιλώ όλη μέρα αγγλικά , επίσης δεν έχουνε καμία σχέση με το χρόνο-προσέξτε, όχι απλά κακή, καμία απολύτως σχέση και τούτες ήταν και 8, που να τις παρατήσω και να φύγω, ήταν το μισό γκρουπ. Σε κάθε στάση τις επερίμενα 20 λεπτά το λιγότερο κι όταν τις έβλεπα να 'ρχονται με το πάσο τους φώναζα "κορίτσια, αργήσαμε!", παραδόξως το καταλάβαιναν και μου λέγανε, για κάποιο λόγο ακόμα αδιευκρίνιστο, "Σάο Πάολο", ίσως σημαίνει κάτι σαν "χακούνα ματάτα", ποιός ξέρει. Βέβαια, οι Βραζιλιάνοι δε φτάνουνε τους Ινδούς σε σχέση με την άργητα, οι Ινδοί μπορούν να σε κάνουν να πάθεις εγκεφαλικό και μετά λένε για τους Έλληνες ότι αργούνε, ναι, καλά, με Ινδούς έχετε κλείσει ποτέ ραντεβού;
Επίσης, θα σας πω το άλλο που μου συμβαίνει: στο Ακρωτήρι μέσα, όπου είναι ένας καταπληκτικός πραγματικά χώρος κι εγώ στενοχωριέμαι γιατί ποτέ δε λέω όλα όσα θέλω, παραβλέπω πολλά κι είναι κρίμα, εκεί, λοιπόν, που χασμουριούνται όλοι σαν τους ιπποπόταμους μέσα στα μούτρα μου κι εγώ απογοητεύομαι και λέω, πάει, άχρηστη είμαι, έρχονται μετά και μου λένε πόσο φανταστικό ήτανε και πόσο τους άρεσε και τι ωραία που τα είπα, τι ωραία, μαντάμ, τότε γιατί κοντέψαμε να δούμε τις αμυγδαλές σας από τα χασμουρητά; Άμα σου άρεσε, πνίξ'το.
Α, θα σας πω και για τον καλαμποκά. Εδώ, που λέτε, στη Σαντορίνη, έχει μια παραλία κάτω από το χείλος του γκρεμού, όπου γκρεμοτσακίζεσαι από έναν κατσικόδρομο για να φτάσεις και να τσαλαβουτήσεις σε κάτι θολά νερά, τελοσπάντων, πάμε εκεί για να βγάλουνε φωτογραφίες οι τουρίσται και να εντυπωσιαστούνε από το solidified lava (αυτό, που ανοίγω το στόμα μου και δεν ξέρω τι γλώσσα θα βγει από μέσα, μου συμβαίνει μετά το δίγλωσσο και να το προσέξω). Εκεί, λοιπόν, που ξεκινά η ανάβαση στον κατσικόδρομο είναι διάφοροι και πουλάνε διάφορα. Ένας από αυτούς πουλάει καλαμπόκια, ξέρετε, ψητά, ωραία καλαμπόκια, φρέσκα, αλατισμένα, κλπ, χώνει και μια οδοντογλυφίδα πάνω στο καλαμπόκι, γιατί άραγε, αναρωτιέμαι, θα φας δηλαδή σπυρί σπυρί το καλαμπόκι με την οδοντογλυφίδα; Κάθε μέρα, την περασμένη εβδομάδα, μου έλεγε ο καλαμποκάς να πάρω καλαμπόκι για να πάρουνε κι οι τουρίστες. Δε θέλω, λέω, καλαμπόκι, άμα είναι, θα πάρουνε οι τουρίστες. Μία, δύο, πέντε, δέκα, πάρε καλαμπόκι, πάρε καλαμπόκι, όπως καταλαβαίνετε νευρίασε η ξεναγός. Δεν έδωσα, όμως, συνέχεια, διότι δε μου αρέσει να δημιουργώ προηγούμενα. Ο καλαμποκάς, όμως, αφού είδε που δεν έπαιρνα καλαμπόκι ούτε από λόγια, άρχισε τσι σπόντες, "δέκα τέτοιους ξεναγούς να είχαμε θα 'χαμε βουλιάξει" και "ήρθε πάλι αυτή, τα πιάσαμε τα λεφτά μας", λες κι εγώ είχα καμιά υποχρέωση να του πουλάω τα καλαμπόκια του. Σήμερα, το λοιπό, που είναι και η ώρα της μηνιαίας συνδρομής μου στην αιματοχυσία του πλανήτη και αντιλαμβάνεστε, τα νεύρα μου δεν είναι σε καλή κατάσταση, την πλήρωσε ο καλαμποκάς. Κάτι μουρμούρισε πάλι την ώρα που περνούσε και άρχισα εγώ την αγόρευση και γενικώς ψιλοβριστήκαμε με τον καλαμποκά, που τυχαίνει να είναι και αδερφός ενός από τους οδηγούς μου, οπότε δεν ξέρω τώρα τι συνέπειες θα έχει αυτό, αλλά, ήμαρτον με τα καλαμπόκια και γενικά ήμαρτον με αυτή τη μαλακία, που πρέπει να πουλάς ταβέρνες, καλαμπόκια, πετσέτες, βάρκες και δεν ξέρω 'γω τι άλλο κι άμα δεν τα πολήσεις, σου βγάζουν κι ότι είσαι και κακή ξεναγός, ρε, δε με παρατάτε, λέω 'γω, δεν έφαγα τα χρόνια μου να σπουδάζω για να πουλάω ταβέρνες. Διότι, ναι, δεν το ξέρετε αυτό, αγαπητοί αναγνώστες, ο ξεναγός πρέπει να πουλάει διάφορες τέτοιες αηδίες στον πελάτη, χωρίς όμως να το καταλάβει ο πελάτης, για να πάρει, φυσικά, μετά, ένα μικρό κάτι. Και καλά να το πάρει ο ξεναγός, που τα παίρνει το γραφείο τις περισσότερες φορές; Ειδικά ετούτος με τα καλαμπόκια, μη σας πω τι θα μου έδινε και να τα πουλούσα τα βρωμοκαλαμπόκια του.Αυτά τα χαριτωμένα συμβαίνουνε στο μικρό σύμπαν του οργανωμένου τουρισμού-καλά, συμβαίνουνε κι άλλα, αλλά θα σας τα πω σιγά σιγά.
Τώρα λίγο πείνασα, είναι η αλήθεια, έχω να ανηφορίσω κι ως το Φηροστεφάνι, οπότε θα σας αφήσω. Μη με ξεχνάτε, μακρινοί μου φίλοι, εδώ, στο χρυσό κλουβί μου, σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.
Κατά τα άλλα, ησυχία. Πάω στη δουλειά μου, ως εκ θαύματος πληρώνομαι (και όμως συμβαίνει, κάνεις ξεναγήσεις και πληρώνεσαι), γελάω με τα τουριστάκια μου, πετάω κάτι γαλλικούρες που δεν υπάρχουν σε κανέναν κόσμο και παρατηρώ το πνευματικό μου επίπεδο να βυθίζεται στα Τάρταρα, διότι μιλάω μόνο με οδηγούς και σερβιτόρους, αφού προχτές τρώγαμε με ένα γκρουπ το οποίο είχε συνοδό μια κοπέλα που το χειμώνα σπουδάζει Ιατρική και ανταλλάξαμε 2 κουβέντες σαν άνθρωποι κι έβαλα τα κλάματα, αλλά τώρα σταματάω γιατί θα με πούνε γκρινιάρα.
Θα σας πω για κάτι Βραζιλιάνες που είχα χτες. Οι Βραζιλιάνοι, γενικά, μιλάνε πορτογαλικά και δεν καταλαβαίνουνε καμία άλλη γλώσσα, δεν ξέρω γιατί αγοράζουνε την εκδρομή όπου εγώ μιλώ όλη μέρα αγγλικά , επίσης δεν έχουνε καμία σχέση με το χρόνο-προσέξτε, όχι απλά κακή, καμία απολύτως σχέση και τούτες ήταν και 8, που να τις παρατήσω και να φύγω, ήταν το μισό γκρουπ. Σε κάθε στάση τις επερίμενα 20 λεπτά το λιγότερο κι όταν τις έβλεπα να 'ρχονται με το πάσο τους φώναζα "κορίτσια, αργήσαμε!", παραδόξως το καταλάβαιναν και μου λέγανε, για κάποιο λόγο ακόμα αδιευκρίνιστο, "Σάο Πάολο", ίσως σημαίνει κάτι σαν "χακούνα ματάτα", ποιός ξέρει. Βέβαια, οι Βραζιλιάνοι δε φτάνουνε τους Ινδούς σε σχέση με την άργητα, οι Ινδοί μπορούν να σε κάνουν να πάθεις εγκεφαλικό και μετά λένε για τους Έλληνες ότι αργούνε, ναι, καλά, με Ινδούς έχετε κλείσει ποτέ ραντεβού;
Επίσης, θα σας πω το άλλο που μου συμβαίνει: στο Ακρωτήρι μέσα, όπου είναι ένας καταπληκτικός πραγματικά χώρος κι εγώ στενοχωριέμαι γιατί ποτέ δε λέω όλα όσα θέλω, παραβλέπω πολλά κι είναι κρίμα, εκεί, λοιπόν, που χασμουριούνται όλοι σαν τους ιπποπόταμους μέσα στα μούτρα μου κι εγώ απογοητεύομαι και λέω, πάει, άχρηστη είμαι, έρχονται μετά και μου λένε πόσο φανταστικό ήτανε και πόσο τους άρεσε και τι ωραία που τα είπα, τι ωραία, μαντάμ, τότε γιατί κοντέψαμε να δούμε τις αμυγδαλές σας από τα χασμουρητά; Άμα σου άρεσε, πνίξ'το.
Α, θα σας πω και για τον καλαμποκά. Εδώ, που λέτε, στη Σαντορίνη, έχει μια παραλία κάτω από το χείλος του γκρεμού, όπου γκρεμοτσακίζεσαι από έναν κατσικόδρομο για να φτάσεις και να τσαλαβουτήσεις σε κάτι θολά νερά, τελοσπάντων, πάμε εκεί για να βγάλουνε φωτογραφίες οι τουρίσται και να εντυπωσιαστούνε από το solidified lava (αυτό, που ανοίγω το στόμα μου και δεν ξέρω τι γλώσσα θα βγει από μέσα, μου συμβαίνει μετά το δίγλωσσο και να το προσέξω). Εκεί, λοιπόν, που ξεκινά η ανάβαση στον κατσικόδρομο είναι διάφοροι και πουλάνε διάφορα. Ένας από αυτούς πουλάει καλαμπόκια, ξέρετε, ψητά, ωραία καλαμπόκια, φρέσκα, αλατισμένα, κλπ, χώνει και μια οδοντογλυφίδα πάνω στο καλαμπόκι, γιατί άραγε, αναρωτιέμαι, θα φας δηλαδή σπυρί σπυρί το καλαμπόκι με την οδοντογλυφίδα; Κάθε μέρα, την περασμένη εβδομάδα, μου έλεγε ο καλαμποκάς να πάρω καλαμπόκι για να πάρουνε κι οι τουρίστες. Δε θέλω, λέω, καλαμπόκι, άμα είναι, θα πάρουνε οι τουρίστες. Μία, δύο, πέντε, δέκα, πάρε καλαμπόκι, πάρε καλαμπόκι, όπως καταλαβαίνετε νευρίασε η ξεναγός. Δεν έδωσα, όμως, συνέχεια, διότι δε μου αρέσει να δημιουργώ προηγούμενα. Ο καλαμποκάς, όμως, αφού είδε που δεν έπαιρνα καλαμπόκι ούτε από λόγια, άρχισε τσι σπόντες, "δέκα τέτοιους ξεναγούς να είχαμε θα 'χαμε βουλιάξει" και "ήρθε πάλι αυτή, τα πιάσαμε τα λεφτά μας", λες κι εγώ είχα καμιά υποχρέωση να του πουλάω τα καλαμπόκια του. Σήμερα, το λοιπό, που είναι και η ώρα της μηνιαίας συνδρομής μου στην αιματοχυσία του πλανήτη και αντιλαμβάνεστε, τα νεύρα μου δεν είναι σε καλή κατάσταση, την πλήρωσε ο καλαμποκάς. Κάτι μουρμούρισε πάλι την ώρα που περνούσε και άρχισα εγώ την αγόρευση και γενικώς ψιλοβριστήκαμε με τον καλαμποκά, που τυχαίνει να είναι και αδερφός ενός από τους οδηγούς μου, οπότε δεν ξέρω τώρα τι συνέπειες θα έχει αυτό, αλλά, ήμαρτον με τα καλαμπόκια και γενικά ήμαρτον με αυτή τη μαλακία, που πρέπει να πουλάς ταβέρνες, καλαμπόκια, πετσέτες, βάρκες και δεν ξέρω 'γω τι άλλο κι άμα δεν τα πολήσεις, σου βγάζουν κι ότι είσαι και κακή ξεναγός, ρε, δε με παρατάτε, λέω 'γω, δεν έφαγα τα χρόνια μου να σπουδάζω για να πουλάω ταβέρνες. Διότι, ναι, δεν το ξέρετε αυτό, αγαπητοί αναγνώστες, ο ξεναγός πρέπει να πουλάει διάφορες τέτοιες αηδίες στον πελάτη, χωρίς όμως να το καταλάβει ο πελάτης, για να πάρει, φυσικά, μετά, ένα μικρό κάτι. Και καλά να το πάρει ο ξεναγός, που τα παίρνει το γραφείο τις περισσότερες φορές; Ειδικά ετούτος με τα καλαμπόκια, μη σας πω τι θα μου έδινε και να τα πουλούσα τα βρωμοκαλαμπόκια του.Αυτά τα χαριτωμένα συμβαίνουνε στο μικρό σύμπαν του οργανωμένου τουρισμού-καλά, συμβαίνουνε κι άλλα, αλλά θα σας τα πω σιγά σιγά.
Τώρα λίγο πείνασα, είναι η αλήθεια, έχω να ανηφορίσω κι ως το Φηροστεφάνι, οπότε θα σας αφήσω. Μη με ξεχνάτε, μακρινοί μου φίλοι, εδώ, στο χρυσό κλουβί μου, σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.
Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013
Ιστορίες από την κρύπτη.
Εδώ είμαι, αγαπημένοι, στο μικρό μου κόσμο, με τα τουριστάκια που είδανε στην τηλεόραση riots in Greece και αγχώθηκαν για το αεροπλάνο τους κι όταν κατάφερα να τους εξηγήσω, με τα φτωχά αγγλικά μου, τι συνέβη, βάλανε τα κλάματα για το εθνικό κανάλι και με τους οδηγούς-σας έχω πει ότι δεν έχω κοινωνική ζωή, έτσι; Μόνο με τους οδηγούς των λεωφορείων μιλάω, οι οποίοι, βέβαια, αποτελούν ειδική κοινωνική ομάδα που χρήζει ανάλυσης, πιστεύω και μεταπτυχιακή εργασία σηκώνουν οι οδηγοί τουριστικών λεωφορείων στην Ελλάδα, που είπα σε έναν προχτές αυτό που κυκλοφορεί για την ΕΡΤ, "βρε ζώα, πλύσιμο τισέρτ είπα, όχι κλείσιμο της ΕΡΤ" και με κοίταζε σα χάνος, δεν αντελήφθη το αστείον. Ο ίδιος, βέβαια, μου έκανε παράπονα πως όταν είμαι με τους άλλους οδηγούς φοράω φούστα, ενώ μ' αυτόν φοράω μόνο παντελόνι-αντιλαμβάνεστε, αυτοί, είμαι σίγουρη, ξέρουνε και τι χρώμα βρακί φοράω.
Εκτός από αυτά τα ευτράπελα, έχω κι άλλα να σας πω, να, χτες, για παράδειγμα, έχουμε σταματήσει με τα τουριστάκια σε μια ειδυλλιακή κατίμαυρη (because of the volcanic origin, you see) παραλία για φαγητό και μπάνιο κι εγώ έχω πέσει με τα μούτρα σ' ένα σουβλάκι κοτόπουλο και βλέπω τη σύζυγο ενός Τεξανού, που είχε την ατυχία να είναι ασιατικής καταγωγής, να έρχεται έντρομη και ουρλιάζοντας. Μου κάθεται, παιδιά μου, το σουβλάκι κοτόπουλο στο λαιμό, χάνω 10 χρόνια απ' τη ζωή μου και λέω, πάει, κάποιος πέθανε, κάτι έγινε, κάποιος πνίγηκε κι ίσαμε να κατέβω στην παραλία κόντεψα να μείνω εγώ. Και πάω στην παραλία και ανακαλύπτω πως είχανε βγει περιπολία οι του λιμενικού για να μαζέψουνε τους παράνομους Κινέζους μασέρ και παραλίγο να μπουζουριάσουνε τον πελάτη μου, διότι είχε σκιστά μάτια κι είχε σκύψει πάνω από τη γυναίκα του. Μεγάλη επιτυχία; Και να τους λέει ο έρμος Τεξανός πως, όχι, δεν είμαι Κινέζος, κι αυτοί εκεί, να του έχουνε γυρίσει το χέρι πίσω από την πλάτη και να τόνε τραβολογάνε, αφού δεν του χώσανε και καμιά μπουνιά δηλαδή, τυχεροί είμαστε.
Με τα πολλά, λύεται η παρεξήγησις, όχι, παιδιά, δικός μας είναι, αφήστε τον, και γυρνάμε όλοι στα φαγητό μας, ποιό φαγητό, δηλαδή, που μου είχε κοπεί η όρεξη κι ο Τεξανός να ωρύεται "μα, μοιάζω εγώ με Κινέζο μασέρ;", ο κύριος Νίκος (από το γραφείο μου) να έχει βρίσει θεούς, δαίμονες και το λιμενικό ολόκληρο και οποία η θέσις μου; Εξήγησα στον Τεξανό την κατάσταση, έβρισα κι εγώ από μέσα μου την αμορφωσιά (συγγνώμη, είσαι λιμενικός στη Σαντορίνη και δε μιλάς Αγγλικά; Στα τρένα, τουλάχιστον) και τη μαλακία, ζήτησα συγγνώμη και στο τέλος τους έμαθα να λένε "είμαι αθώος" στα ελληνικά, γιατί μάλλον θα το χρειαστούνε, εδώ που ήρθανε.
Έλεος, έτσι; Ωραία, βγήκες να μαζέψεις τους παράνομους, μπράβο, πολύ καλά, πριν βγεις να κάνεις αυτές τις ηλίθιες επιχειρήσεις σκούπα, φαράσι, σφουγγαρίστρα και δεν ξέρω γω τι άλλο, έχε έναν καλό έλεγχο της παραλίας γενικώς και καθημερινώς και μην έρχεσαι να μου το παίξεις Ράμπο μια φορά την εβδομάδα. Κι επίσης, ξαναλέω, είσαι λιμενικός στη Σαντορίνη, έτσι, στη Σαντορίνη, μιλάμε παγκόσμιος προορισμός κι έτσι, και δε μιλάς Αγγλικά; Γιατί; Γιατί; Πως γίνεται; Παράλογο; Δεν απαντά. Άρα λογικό. Τέλος, ωραία, οκ, είναι παράνομος μασέρ, είσαι σίγουρος και θέλεις να τον μαζέψεις. Πρέπει να προσφέρεις στον επισκέπτη που έχει έρθει κι έχει πληρώσει κάνα δυο τρία χιλιάρικα από την Αμερική και τον Καναδά, χώρια όλα τα ωραία του λεφτάκια που έρχεται να σου αφήσει, εσύ, πρέπει να του δώσεις αυτή τη συγκεκριμένη εικόνα, του μπάτσου να γυρίζει το χέρι ενός Ασιάτη πίσω από την πλάτη; Αυτή τη συγκεκριμένη εποχή; Γιατί, ξανά; Γιατί;
Τι να πω, έχω κι εγώ καμιά φορά, κάτι απορίες παράλογες. Λοιπόν, αυτά τα ωραία συμβαίνουν εδώ στη Σαντορίνη. Βέβαια, μετά πάμε στην Οία το βράδυ για το ηλιοβασίλεμα και τα ξεχνάμε όλα, τρώμε και κάνα κιουνεφέ στο Μελένιο και σιάζουν όλα, να ξέρετε. Σας φιλώ, πάω να βολτάρω στην καλντέρα και να σώσω ανυποψίαστους τουρίστες από τα νύχια μοβόρων λιμενικών.
Εκτός από αυτά τα ευτράπελα, έχω κι άλλα να σας πω, να, χτες, για παράδειγμα, έχουμε σταματήσει με τα τουριστάκια σε μια ειδυλλιακή κατίμαυρη (because of the volcanic origin, you see) παραλία για φαγητό και μπάνιο κι εγώ έχω πέσει με τα μούτρα σ' ένα σουβλάκι κοτόπουλο και βλέπω τη σύζυγο ενός Τεξανού, που είχε την ατυχία να είναι ασιατικής καταγωγής, να έρχεται έντρομη και ουρλιάζοντας. Μου κάθεται, παιδιά μου, το σουβλάκι κοτόπουλο στο λαιμό, χάνω 10 χρόνια απ' τη ζωή μου και λέω, πάει, κάποιος πέθανε, κάτι έγινε, κάποιος πνίγηκε κι ίσαμε να κατέβω στην παραλία κόντεψα να μείνω εγώ. Και πάω στην παραλία και ανακαλύπτω πως είχανε βγει περιπολία οι του λιμενικού για να μαζέψουνε τους παράνομους Κινέζους μασέρ και παραλίγο να μπουζουριάσουνε τον πελάτη μου, διότι είχε σκιστά μάτια κι είχε σκύψει πάνω από τη γυναίκα του. Μεγάλη επιτυχία; Και να τους λέει ο έρμος Τεξανός πως, όχι, δεν είμαι Κινέζος, κι αυτοί εκεί, να του έχουνε γυρίσει το χέρι πίσω από την πλάτη και να τόνε τραβολογάνε, αφού δεν του χώσανε και καμιά μπουνιά δηλαδή, τυχεροί είμαστε.
Με τα πολλά, λύεται η παρεξήγησις, όχι, παιδιά, δικός μας είναι, αφήστε τον, και γυρνάμε όλοι στα φαγητό μας, ποιό φαγητό, δηλαδή, που μου είχε κοπεί η όρεξη κι ο Τεξανός να ωρύεται "μα, μοιάζω εγώ με Κινέζο μασέρ;", ο κύριος Νίκος (από το γραφείο μου) να έχει βρίσει θεούς, δαίμονες και το λιμενικό ολόκληρο και οποία η θέσις μου; Εξήγησα στον Τεξανό την κατάσταση, έβρισα κι εγώ από μέσα μου την αμορφωσιά (συγγνώμη, είσαι λιμενικός στη Σαντορίνη και δε μιλάς Αγγλικά; Στα τρένα, τουλάχιστον) και τη μαλακία, ζήτησα συγγνώμη και στο τέλος τους έμαθα να λένε "είμαι αθώος" στα ελληνικά, γιατί μάλλον θα το χρειαστούνε, εδώ που ήρθανε.
Έλεος, έτσι; Ωραία, βγήκες να μαζέψεις τους παράνομους, μπράβο, πολύ καλά, πριν βγεις να κάνεις αυτές τις ηλίθιες επιχειρήσεις σκούπα, φαράσι, σφουγγαρίστρα και δεν ξέρω γω τι άλλο, έχε έναν καλό έλεγχο της παραλίας γενικώς και καθημερινώς και μην έρχεσαι να μου το παίξεις Ράμπο μια φορά την εβδομάδα. Κι επίσης, ξαναλέω, είσαι λιμενικός στη Σαντορίνη, έτσι, στη Σαντορίνη, μιλάμε παγκόσμιος προορισμός κι έτσι, και δε μιλάς Αγγλικά; Γιατί; Γιατί; Πως γίνεται; Παράλογο; Δεν απαντά. Άρα λογικό. Τέλος, ωραία, οκ, είναι παράνομος μασέρ, είσαι σίγουρος και θέλεις να τον μαζέψεις. Πρέπει να προσφέρεις στον επισκέπτη που έχει έρθει κι έχει πληρώσει κάνα δυο τρία χιλιάρικα από την Αμερική και τον Καναδά, χώρια όλα τα ωραία του λεφτάκια που έρχεται να σου αφήσει, εσύ, πρέπει να του δώσεις αυτή τη συγκεκριμένη εικόνα, του μπάτσου να γυρίζει το χέρι ενός Ασιάτη πίσω από την πλάτη; Αυτή τη συγκεκριμένη εποχή; Γιατί, ξανά; Γιατί;
Τι να πω, έχω κι εγώ καμιά φορά, κάτι απορίες παράλογες. Λοιπόν, αυτά τα ωραία συμβαίνουν εδώ στη Σαντορίνη. Βέβαια, μετά πάμε στην Οία το βράδυ για το ηλιοβασίλεμα και τα ξεχνάμε όλα, τρώμε και κάνα κιουνεφέ στο Μελένιο και σιάζουν όλα, να ξέρετε. Σας φιλώ, πάω να βολτάρω στην καλντέρα και να σώσω ανυποψίαστους τουρίστες από τα νύχια μοβόρων λιμενικών.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)