Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Αγάπης αγώνας άγονος.



Εγώ θα την πω την αμαρτία μου και πείτε με, άμα θέλετε, και νεοφιλελεύθερη, μέχρι και αφελή να με πείτε, εγώ θα το αντέξω. Τις βαρέθηκα, φίλοι μου, τις εργατικές Πρωτομαγιές: έλεος κάθε χρόνο, γιατί πρέπει την πιο μαυλιστική εποχή εσύ να θυμάσαι τις αγωνιστικές σου υποχρεώσεις και να διαδηλώνεις ενάντια στις απολύσεις, την ανεργία, τους φόρους και τις έκτακτες εισφορές; Εντάξει, ξέρω γιατί, μη βρεθεί κάνας αγκιτάτορας (έλα, τζάμπα τόσο καιρό τα ρώσικα δεν έχουν πάει, μια ορολογία την κατέκτησα) να με πρήξει για τις κατακτήσεις του προλεταριάτου, δεν είμεθα ανιστόρητοι, ερωτευμένοι είμεθα.
Θα γιορτάσω, το λοιπό, την ερωτική Πρωτομαγιά. Σε πείσμα των καιρών και των λογάδων και των πολιτικών, εγώ θα γιορτάσω τη μεγάλη μου αγάπη και ποσώς ενδιαφέρομαι για τους κοινωνικούς αγώνες. Ο πιο σημαντικός αγώνας είναι ο αγών του έρωτος, ο αγών να ζήσεις μαζί. Κι επειδή τον παλεύουμε ακόμα αυτόν τον αγώνα, εδώ κι 9 χρόνια, και τίποτε ακόμα δεν έχομε μάθει, απλά θα περπατήσουμε στον ήλιο και θα ευχηθούμε να μην ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι, διότι καταντά βλασφημία. Θα αγκαλιαστούμε στη μέση του δρόμου και δε θα πούμε τίποτε, διότι πόσα να πεις πια; Ακόμα κι εγώ ξεμένω από λόγια.
Θα τη γιορτάσω την ερωτική μου Πρωτομαγιά και φορώντας μια μπουρζουάδικη λαχανί φούστα, κοντή, για να χαϊδέψει ο ήλιος τα πόδια μου που όλο το χειμώνα ασφυκτιούσαν κλεισμένα σε καλσόν και παντελόνια. Γιατί χαίρομαι την Πρωτομαγιά κι εγώ όταν είμαι χαρούμενη θέλω να φοράω φούστες, να ανεμίζουν στους αέρηδες και να γελάνε. Δεν είναι πως ξεχνώ τον έρωτά μου τις υπόλοιπες μέρες, απλά η Πρωτομαγιά είναι το σύμβολο κι ακόμα κι όταν δε θέλει κανείς να διαδηλώσει, τα σύμβολα είναι απαραίτητα, σε βάζουν ξανά στο δρόμο που έχεις χάσει. Κι ο έρωτας είναι απαραίτητος κι ας είναι απαιτητικός, που λέει κι ο Παύλος. Κι αυτός σε βάζει σε διάφορους δρόμους, όχι μόνο σε αυτόν που έχεις χάσει αλλά και σ’ αυτούς που περιμένουν υπομονετικοί να τους βρεις.
Θα συνεχίσουμε, λοιπόν, τον αγώνα μας, με μια ελπίδα: να λέμε, στο τέλος των ζωών μας, πως δεν τα παρατήσαμε. Πως δεν αφήσαμε να φύγει ο άλλος και πως νιώσαμε για δυο στιγμές αυτό που ένιωθε εκείνος ο άλλος. Και κάθε Πρωτομαγιά θα ευχόμαστε το ίδιο. Και κάθε Πρωτομαγιά θα φοράω μια λαχανί φούστα. (Ελπίζω να μην πρέπει κάθε Πρωτομαγιά να προλάβουμε τρένα και καράβια κι αυτά να απεργούν, διότι ΑΥΤΟ δεν θα το αντέξω.)

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Τα ταξίδια (του Γκιούλιβερ, των Κινέζων και τα δικά μου).



Αγαπημένοι μου, εδώ είμαι, δεν έφυγα, ελπίζω να μη φύγατε κι εσείς, διότι βαρεθήκατε περιμένοντας τον κοντό. Δηλαδή, έφυγα, αλλά για λίγο μόνο και ξαναγύρισα. Δεν ξέρω αν θα μείνω, δε δίνω πια άλλες υποσχέσεις, διότι δεν ξέρω η ζωή που θα με βγάλει κι αν εκεί θα μπορώ να γράφω.
Θα σας μιλήσω για τα ταξίδια μου και για αυτά που είδα εκεί που πήγα. Καταρχάς, πήγα το καθιερωμένο ανοιξιάτικο σχολικό τριήμερο στην Άρτα (μόνο, δίχως τα Γιάννενα), όπου, εκτός από το γνωστό γεφύρι, είδαμε και την ωραία Πρέβεζα, την ακόμα ωραιότερη Λευκάδα και έναν παλιό μου καθηγητή από τη σχολή ξεναγών. Εγώ διάβαζα τα βράδια στο ξενοδοχείο για να τα πω την άλλη μέρα στον εαυτό μου και στο φυτό της τάξης που με ακολουθούσε κατά πόδας και που στο τέλος της εκδρομής μου ανακοίνωσε περιχαρής πως «θέλει να γίνει σαν εμένα» κι όταν εγώ, εύλογα, τη  ρώτησα «δηλαδή, πως; Με μια σφουγγαρίστρα στο κεφάλι;» μου απάντησε «όχι. Θέλω να γίνω ξεναγήτρια, σαν εσάς». Σέκος η ξεναγήτρια.
Οι υπόλοιποι μαθητές πέφτανε ένας από ‘δω, άλλος από ‘κει, γκρινιάζανε επειδή τους μιλούσα 4 λεπτά μέσα στο λεωφορείο κι άλλα 4 σε κάθε χώρο και το μόνο που τους άρεσε ήταν η ομπρέλα μου (μια ασπρόμαυρη, με πλήκτρα πιάνου επάνω, που μου έχει χαρίσει η Δώρα), όταν τη σήκωνα για να με βλέπουν και να πλησιάζουν-εννοείται ότι δεν πλησίαζε κανένας, παρά καθόντουσαν πάνω στους σπασμένους κίονες και με κοιτούσαν με βλέμμα απλανές.
Εγώ δεν πτοήθηκα, μέχρι και city tour στην Πρέβεζα τους έβγαλα! Μα, η Πρέβεζα, δεν ξέρετε τι ωραία, εγώ ενθουσιάστηκα, ωραία δρομάκια, παραλία, το σπίτι του Καρυωτάκη, ποίηση! Κι η Λευκάδα πολύ όμορφη, έχει κι ένα καστράκι στο έμπα του νησιού, μπιμπελό. Τη Λευκάδα, που λέτε, την είχε πάρει προίκα ένας Ιταλός αριστοκράτης, ο Ορσίνι, και για να καταλάβετε πόσο με άκουγαν μικροί και μεγάλοι, δυο καθηγήτριες, μέχρι που φύγαμε, προσπαθούσαν να θυμηθούν πως λέγανε αυτόν που πήρε προίκα τη Λευκάδα, τι Ορτσόνι είπανε, τι Κορσίνι, δε λέγεται. Τίποτα, τζάμπα τα έλεγα, είναι τελικά τόσο μάταιη αυτή η δουλειά.
Μέσα στο λεωφορείο, καθόμουν με τα παιδιά και παίζαμε χαρτιά, αφενός διότι ο οδηγός ήτο φλύαρος και μάλωνε με τους καθηγητές κι εγώ δε μπορώ τις συγκρούσεις, μου διαταράσσουν την ισορροπία μου και μου κλείνουν τα τσάκρα μου, κι αφετέρου διότι εκεί που παίζαμε χαρτιά τους έκανα και μια επανάληψη γι’ αυτά που είδαμε, μπας και ξεστραβωθούν. Αλλά που. Αυτά μόνο το σεξ είχανε στο μυαλό τους.
Με τα πολλά, καταφέραμε να πάμε παντού όπου έλεγε το πρόγραμμα (διότι πρέπει να ξέρετε πως το πρόγραμμα είναι ιερό για τον ξεναγό, κάλλιο να βγεις από το δρόμο παρά από το πρόγραμμα) και αισίως επέστρεψα στο σπίτι μου, όπου έμεινα για καμιά 8 ώρες περίπου και το επόμενο πρωί πήραμε, με τον καλό μου, το δρόμο για την Αθήνα αρχικώς και για το νησί στη συνέχεια. Για την Αθήνα, εντάξει, δεν έχω τίποτα να πω, πέραν του κλισεδακίου «πως ζείτε σ’ αυτήν την πόλη;». Είστε σοβαροί; Στην Αθήνα; Φίλε, μιλάμε για μια πόλη γκρίζα αποκλειστικά. Ευτυχώς, φύγαμε γρήγορα και στο καράβι εγώ έφαγα ένα μάφιν, για να θυμηθώ τις ξένοιαστες μέρες της σχολής ξεναγών, όπου κάθε φορά που μπαίναμε σε Blue Star Ferry με τη Βίβιαν τρώγαμε μάφιν, αχ, those were the days! Ο Γιάννης, όσο εγώ έτρωγα το μάφιν, φωτογράφιζε τις βραχονησίδες που συναντούσαμε κι έπιανε φιλίες με κάτι Γιαπωνέζους (δεν ξέρω σε ποια γλώσσα) και τους έδειχνε πώς να χρησιμοποιούν τη φωτογραφική τους μηχανή και μετά ερχόταν και μου έκανε παράπονα: «μωρέ, τους άχρηστους, παίρνουν εκεί μια μηχανή και δεν ξέρουν να φωτογραφίσουν».
Παράλληλα, το καράβι ήταν γεμάτο με Γαλλάκια ξεμπράτσωτα και απόδετα και με Κινέζους, μιλάμε, μιλιούνια από Κινέζους, πιο πολλούς είχε το καράβι παρά το Πεκίνο. Οι Κινέζοι τρώγανε ότι υπήρχε πάνω στο καράβι κι οι Κινέζες φορούσαν ότι μπορείτε να φανταστείτε και μερικά ακόμη, που δε μπορείτε να τα φανταστείτε.
Κάποτε, η κιβωτός του Νώε έφτασε στο νησί κι εμείς ακλουθήσαμε μια κυρία που έμοιαζε ντόπια για να πάμε πιο γρήγορα στο ΚΤΕΛ, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε πως ο ξενοδόχος που είχαμε κλείσει μας περίμενε στο λιμάνι με το βανάκι του. Δεν πειράζει, είδαμε το ΚΤΕΛ και μερικούς Κινέζους ακόμα.
Μετά, ξεχυθήκαμε στο νησί, όπου ως επί το πλείστον είδαμε τουριστικά γραφεία, τουριστικούς πράκτορες εξαγριωμένους με τους ξεναγούς, Κινέζους, θειάδες, μαστόρια και κοσμήματα. Λογικά όλα αυτά. Ξεναγό δεν είδαμε κανέναν, όχι ότι ξεχωρίζουν και κάπως, βέβαια, όχι ακόμα τουλάχιστον, σε λίγο καιρό δεν ξέρω τι θα γίνει, μπορεί να φαίνονται από το γυαλιστερό μάτι.
Στα γραφεία που πήγα, γέλασα πολύ. Με αντιμετώπισαν με διάφορους τρόπους. Ένας με ρώτησε από πού ξεφύτρωσα, ένας άλλος με κοίταξε λες κι έβλεπε κατσαρίδα κι ένας τρίτος άρχισε να ουρλιάζει ότι οι ξεναγοί είναι καθίκια. Εγώ ήμουν πολύ ψύχραιμη, όπως πάντα, σε αντίθεση με το Γιάννη, ο οποίος με κοίταζε έντρομος κι αναρωτιόταν που πάω να μπλέξω. Χα. Το σωστό είναι, αυτοί που πάνε να μπλέξουν.
Την επόμενη μέρα, πήραμε ένα αυτοκινητάκι και πήγαμε σε δυο μουσεία κι έναν αρχαιολογικό χώρο, για να μην ξεχνιόμαστε, όπου φωτογραφίσαμε every bloody little stone και κάτι Κινέζες που φορούσαν όλα τα χρώματα του κόσμου.Επίσης, σκαρφαλώσαμε σε κάτι βράχια και φάγαμε τις ταπεινές μας μπανάνες στη σκιά ενός παρεκκλησίου, δίπλα σε μια ανεμοδαρμένη παραλία. Ο Γιάννης με κυνηγούσε και φώναζε "στάσου, μπανάνες" κι εγώ αναρωτιόμουν όντως που πάω να μπλέξω.
Όταν έφτασε η μέρα της αναχώρησης, παραλίγο να μη φύγουμε, διότι ο αέρας λυσσομανούσε. Στο λιμάνι, είχε φριχτό κόσμο συν ένα λύκειο ολάκερο (και τους γνωστούς Κινέζους) κι εγώ προσπαθούσα να εξηγήσω στο Γιάννη πόσο γρήγορος πρέπει να είσαι για να μπεις από τους πρώτους στο καράβι και να βρεις μια θέση, αλλιώς τη βγάζεις στο πάτωμα, αλλά αυτός επέμενε να αφήσουμε τις θειάδες να περάσουν, όπου θειάδες είναι δαίμονες μεταμφιεσμένοι, οι οποίοι ορμάνε, σε πετάνε στη θάλασσα και στρογγυλοκάθονται στους καναπέδες με το μπόγο αγκαλιά και θριαμβευτικό ύφος.
Τελικά δεν είχε και πολλή σημασία που θα καθίσουμε, αφού κούναγε τόσο, που το μισό καράβι ήταν αγκαλιά με τις τουαλέτες και μόνο εμείς και οι Κινέζοι (δεν καταλαβαίνουν τίποτα) ήμασταν ατάραχοι. Φτάσαμε πτώματα στην Αθήνα, δώσαμε τα τελευταία 15 ευρώ στο ταξί και πέσαμε ξεροί, αφού καταβροχθίσαμε τα τοστ της Βίβιαν. Την άλλη μέρα, ξεκινήσαμε να πάμε στο ΚΤΕΛ, αλλά, βρωμοαθήνα, κολλήσαμε κάπου, σε έναν μεγάλο δρόμο, τώρα μη με ρωτήσετε λεπτομέρειες, και χάσαμε το λεωφορείο. Οπότε, ξεμένουμε στο ΚΤΕΛ, με 5 ευρώ συνολικά, 2 βαλίτσες και 5 ώρες μπροστά μας. Κάποια στιγμή, πεινάσαμε και βγήκαμε προς άγραν γυράδικου. Βρήκαμε ένα που με τρία σάντουιτς (4,80) έδινε και μια κόκα κόλα δώρο, τα πήραμε και μετά ο Γιάννης ήθελε να βρούμε ένα δεντράκι, στη μέση της Αθήνας, να καθίσουμε από κάτω να τα φάμε. Κι είμαστε τώρα εμείς, με τους γύρους στο χέρι και τρέχουμε πάνω κάτω στη Λιοσίων για να βρούμε δεντράκι, αλλιώς ο Γιάννης δεν έτρωγε. Μη ρωτήσετε, αλλά βρήκαμε.
Μετά από όλες αυτές τις περιπέτειες, επιστρέψαμε στο σπίτι μας, που υπομονετικό και πενταβρώμικο μας περίμενε, αδειάσαμε τις βαλίτσες μας, γεμίσαμε το πλυντήριο και κοιμηθήκαμε επιτέλους στο κρεβάτι μας. Το ταξίδι αυτό ήταν ενδιαφέρον, εποικοδομητικό, ανησυχητικό και ξεσηκωτικό. Για να δούμε. Καληνύχτα σας.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Ζήσε το μύθο σου.



Έχω να γράψω μια έκθεση στα Γαλλικά για το téléchargement, κι όσοι αδαείς δεν ξέρετε τι σημαίνει αυτό, σημαίνει το κατέβασμα από το Διαδίκτυο, και μαζί μ’ αυτό πρέπει να γράψω για τη σημασία των υπολογιστών στη ζωή των νέων. Τι βλακείες, Θεέ μου, καμία πρωτοτυπία, ακόμα για τους υπολογιστές γράφουνε στις εξετάσεις, χίλια χρόνια δίνω εξετάσεις, χίλια χρόνια τα ίδια θέματα. Εδώ έχει γίνει ο κακός χαμός, οικονομικές κρίσεις, περιβαλλοντικές καταστροφές, αρχαιολογικές ανακαλύψεις, παιδάκια κοιμούνται στις αγκαλιές ζητιάνων (ήμαρτον, παναγία μου, μ’ αυτά τα αξύπνητα παιδάκια), τόσα πράματα, αυτοί, εκεί, το ηλεκτρονικό εμπόριο και η χρήση των υπολογιστών chez les jeunes.
Καταρχάς, ορίστε, να ένα ωραιότατο θέμα για έκθεση σε όλες τις γλώσσες του κόσμου: οι αστικοί μύθοι, urban legends, les légendes urbaines, Городские легенды κι όπως αλλιώς θέλετε πείτε τους. Πολύ ενδιαφέρον  θέμα,  αναπόσπαστο στοιχείο του σύγχρονου πολιτισμού, ένδειξη και απόδειξη της ευπιστίας του ανθρώπου και της ανάγκης του να πιστέψει σε κάτι πέρα από αυτό που βλέπει, μόνο που τώρα δεν πρόκειται για δράκους και ιππότες, μεταμφιέστηκαν σε εμπόρους νεφρών και πονόψυχους ταξιτζήδες.
Θυμάμαι από τα μικράτα μου, την ιστορία με τον ταξιτζή που κάνει τη βάρδια του ένα βράδυ με βροχή ( παρήχηση του β, χαχα) και κρύο, και βλέπει στην άκρη του δρόμου μια κοπέλα με μαγιό (ή με καλοκαιρινά ρούχα, ανάλογα την εκδοχή, έχω ακούσει και μία πιο kinky, όπου η κοπέλα είναι γυμνή) και σταματάει να την πάρει. Τη λυπάται που τουρτουρίζει και της προσφέρει το μπουφάν του. Την πάει σπίτι, αλλά δεν έχει λεφτά αυτή να τον πληρώσει και της αφήνει και το μπουφάν. Πάει την επόμενη μέρα στο σπίτι να το πάρει, ανακαλύπτει ότι η κοπέλα είναι νεκρή και τελικά βρίσκει το μπουφάν πάνω στον τάφο της. Γνωστό.
Αργότερα, κυκλοφόρησε κι εκείνη η ιστορία όπου κάποιος ή κάποια σου την πέφτει στο κλαμπ, εσύ μεθάς (δεδομένο αυτό με το μεθύσι, πιστεύω ακράδαντα πως ήταν προσθήκη ηθικοπλαστική, για να αποφεύγουμε να μεθάμε στα κλαμπ, κάτι που άλλωστε εγώ έκανα καθημερινά στην εφηβεία μου, πιστεύω κι εσείς το ίδιο) και πάτε σπίτι κι όταν εσύ ξυπνάς το πρωί είσαι στη μπανιέρα, μέσα στον πάγο με σημείωμα δίπλα σου «πάρε αμέσως έναν γιατρό» κι όταν το κάνεις, ανακαλύπτεις πως σου έχουν κλέψει το νεφρό. Στοιχειώδες.
Στην Κέρκυρα, πρωτοάκουσα κι έναν άλλον, με κάποιον που είχε βόα για κατοικίδιο (μόδες και χαρακτηριστικά της σύγχρονης ζωής παρεισφρέουν φυσικά στους αστικούς μύθους) κι ο βόας σταματάει να τρώει και ξαπλώνει δίπλα του, σα να θέλει παρέα. Μόνο που δε θέλει παρέα, αλλά να του πάρει τα μέτρα ώστε να δει αν τον χωράει το στομάχι του για να τον φάει ή να νηστέψει κι άλλο. Για ξαναπές στη μάνα σου πως θέλεις φίδι για κατοικίδιο, τολμάς; Ομολογώ πως κι εγώ τον είχα χρησιμοποιήσει ενάντια στο Γιάννη αυτόν το μύθο, διότι κάποτε ήθελε να πάρει φίδι και να το ταΐζει  παγωμένα ποντίκια που θα είχαμε στην κατάψυξη.  Δεν έπιασε, αλλά ευτυχώς ξέχασε και την ιδέα με το φίδι, γελώντας με το βόα.
Για να δω, ξέρω άλλον αστικό μύθο; Α, ναι, τα παιδάκια που κοιμούνται στις αγκαλιές των μανάδων τους ή των υποτιθέμενων μανάδων τους, επειδή είναι ποτισμένα με βότκα ή με ηρωίνη ή και με τα δύο. Παίζει τις τελευταίες 2 μέρες να το έχω δει αυτό το άρθρο τουλάχιστον 20 φορές σε καμιά 7-8 διαφορετικά σημεία (και κανένα αξιόπιστο, είναι η αλήθεια). Υποθέτω πως, όπως σε όλους τους μύθους, αστικούς, υπεραστικούς, λαϊκούς, εξοχικούς και λοιπούς, υπάρχει ένα ψήγμα αλήθειας, υποθέτω πως όντως κάπου υπάρχει ένα κύκλωμα εκμετάλλευσης παιδιών για επαιτεία. Αλλά όχι κι έτσι, ρε παιδιά. Καμία κριτική σκέψη; Αναπαραγωγή της εκάστοτε ανοησίας; Εγώ, πάντως, έχω δει κι εκατομμύρια παιδάκια να ουρλιάζουν ολοζώντανα και να γυρνοβολάνε δαιμονισμένα, εκτός κι αν σε αυτά είχαν δώσει κοκαΐνη ή έκσταση.
Είναι απίστευτο, δε, το πόσο επηρεάζεσαι. Ποτέ δε θα ξαναδώ με το ίδιο μάτι τους ζητιάνους. Το πρωί βγήκα και είδα ένα παιδάκι να κοιμάται στην αγκαλιά μιας ζητιάνας. Παραλίγο να αρχίσω να ουρλιάζω για να το ξυπνήσω και να διαπιστώσω αν όντως ήταν μαστουρωμένο. Ευτυχώς, ένα δευτερόλεπτο πριν γίνω ρεντίκολο, ξύπνησε κι άρχισε να ουρλιάζει από μόνο του.
Οι αστικοί μύθοι δεν είναι κακό να υπάρχουν, ξαναλέω πως δείχνουν (και ικανοποιούν) την καταπιεσμένη και εντελώς παρεξηγημένη ανάγκη του ανθρώπου να ρίξει μια ματιά στο επέκεινα, απλά δε χρειάζεται να γίνονται, πώς να το πω, αυτοσκοπός και υπερβολή. Μετά από αυτό το φιλοσοφικό δοκίμιο, πάω να γράψω και την ηλίθια έκθεση για το téléchargement κι ίσως κάποτε αυτοί που βάζουν τα θέματα στις διάφορες εξετάσεις αποκτήσουν λίγη φαντασία. Διότι χωρίς φαντασία δεν είμεθα τίποτε, αγαπητοί.

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Πως να προωθήσετε τη δουλειά σας.



Έβαψα τα νύχια μου πράσινα, έκανα μια σπονδή στο μάταιο, όπως είπε κι ο Παύλος, ο οποίος παραπονέθηκε πως δεν τον εκθειάζω αρκετά, ωστόσο, εγώ πιστεύω πως με όλα αυτά που λέει, δε χρειάζεται να τον εκθειάσω εγώ, εκθειάζεται από μόνος του. Εδώ σήμερα μας είπε πως ο πρώτος ξεναγός στην ιστορία ήταν το φίδι στον Παράδεισο, διότι, έδειξε, λέει, το μήλο στην Εύα κι είχε το Σατανά να του ψιθυρίζει στο αυτί «δείξε τους το καλό κι από μένα έχεις 2 ευρώ το κεφάλι», υπονοώντας ανηθίκως και αδίκως πως οι ξεναγοί χρηματίζονται από τους διάφορους μαγαζάτορες και λοιπούς σατανάδες-κατηγορία ανυπόστατη και κακοήθης τουλάχιστον (δεν εκστασιάζεστε με το λεξιλογικό μου πλούτο;). Ο δε Γιάννης απάντησε (σ’ αυτό με τη σπονδή, έτσι;) πως έκανα μια σπονδή στο μάτι και καταλαβαίνετε πως μετά ξέφυγε η κουβέντα. Ξέφυγα κι εγώ από τους τρελούς (όπου και να πάω, με κυνηγάνε οι τρελοί: στη Σχολή Ξεναγών, πάντα στο διπλανό μου δωμάτιο μένανε δύο τρελοί που ξενυχτούσανε χαρτοπαίζοντας και ουρλιάζοντας) και πήγα να φάω το κέικ μου, με τη ροζ καρδούλα στη μέση. Διότι, αυτά κάνω εγώ όλη μέρα και μετά δε διαβάζω ρώσικα. Έφτιαξα ένα άσπρο κέικ που το έβαψα ροζ με χρώμα ζαχαροπλαστικής και μετά το έκοψα φέτες και κάθε φέτα την έκοψα σε σχήμα καρδούλας. Τις καρδούλες από ροζ κέικ τις αράδιασα σε μια φόρμα κι από πάνω έριξα ένα μείγμα για σοκολατένιο κέικ. Όλο αυτό ψήθηκε και τώρα κόβεις κομμάτι κι έχει μέσα μια ροζ καρδούλα! Τέλειο; Την άλλη φορά θα σας δείξω φωτογραφίες. Σκέφτηκα να το κάνω και με αστεράκι κι ο Παύλος είπε να του κάνω κι ένα με το σφυροδρέπανο (ε, τώρα, εγώ φταίω;) κι ο Γιάννης είπε να κάνουμε ένα με μη-σας-πω-τι. Αίσχος.
Πριν από όλα αυτά, πήγαμε το πρωί στο υγρό (και πρόθυμο) Δίον, για να κάνουμε μια δωρεάν ξενάγηση στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρα Ξεναγού (εννοείται πως έχει παγκόσμια ημέρα ο ξεναγός, σε λίγο θα έχει και το αυτί μου παγκόσμια ημέρα), για να προωθήσουμε τη δουλειά μας. Εγώ την προώθησα πάρα πολύ. Σε 6 φίλους μου. Μιλάμε για γαμώ τις προωθήσεις, έτσι; Αφού τόσο ευχαριστήθηκαν τα παιδιά που μετά με κεράσανε κάτι κοκορέτσια σε μια ταβέρνα εκεί δίπλα, αυθεντική ρωμαϊκή. Γενικά, όλοι περάσαμε πολύ ωραία κι είπαμε να το κάνουμε κάθε Κυριακή, να συστήσουμε ένα σύλλογο αρχαιόφιλων της Κατερίνης και να πηγαίνουμε σε διάφορους αρχαιολογικούς χώρους και μετά να τρώμε στις παρακείμενες ψησταριές, ώσπου να εξαντλήσουμε τις ψησταριές της Πιερίας (και τις τσέπες μας). Εμένα, ειδικά αν με κερνάνε κάθε Κυριακή, με βολεύει, θα ζω από τα κυριακάτικα κοκορέτσια. Έτσι, ο σύλλογος αρχαιόφιλων θα γίνει σύλλογος ταβερνόφιλων και θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι και κυρίως οι ταβερνιάρηδες. Παράλληλα, θα προωθήσουμε τον πολιτισμό στην Κατερίνη, ο οποίος έχει αρχίσει να κάνει δειλά την εμφάνισή του: τα μπαρ και τα ξενύχτια έχουν γεμίσει με νέα και όμορφα παιδιά που παίζουν ωραία μουσική, σαξόφωνα, κιθάρες, τζαζ-ροκ κι ότι τραβάει η ψυχή σου. Σας λέω, δεν μπορούμε να αποφασίσουμε που θα πάμε.
Αυτά, σε γενικές γραμμές, λίγα, αλλά καλά. Όταν δεν προωθώ τη δουλειά μου, εννοείται πως διαβάζω, χτες πήγα στα γαλλικά κι άνοιξα το χρυσό μου και βγαίνανε, καλέ, από μέσα χείμαρρος, αφού λέω στη δασκάλα μου, εγώ τα είπα όλα αυτά; Κι αν ναι, πως; Α, όχι, το σωστό να λέγεται, μπορεί στα ρώσικα να είμαι ντουβάρι, αλλά στα γαλλικά πετάω. Ένα τελευταίο θα πω και θα πάω να φάω μια ροζ καρδούλα: είμαι βαθύτατα συγκινημένη που οι ακόλουθοί μου (χαχα, μα τι λέξη, ακόλουθοι, σε κάνει να νιώθεις βασίλισσα της βλακείας) έχουν αισίως φτάσει τους 106, με την προσθήκη διάφορων νεαρών κοπελούδων με απαστράπτον πνεύμα και εξίσου απαστράπτουσα πένα. Πριν από αυτό, ο εκατοστός αναγνώστης, συγγνώμη, ακόλουθος, πήρε το δώρο που παρήγγειλε, μια κουζίνα, οπότε αποφασίζω πως κάθε εκατό ακολούθους θα χαρίζω και το δώρο επιλογής του εκάστοτε ακολούθου που θα συμπληρώνει την εκατοντάδα. Μοναδική μας διαφήμιση το κατερχόμενο πλήθος. Σας χαιρετώ.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Δε μπορώ να βρω τίτλο ούτε τι μου φταίει.



Ο Γιάννης έχει πάει στη μιλόνγκα και υποσχέθηκε ότι θα έρθει στις 11.15 sharp (καλά, δε μου είπε sharp, ακριβώς μου είπε, απλά εγώ το λέω για να κάνω μόστρα) για να δούμε ταινία. Εσείς τον είδατε; Ούτε κι εγώ. Αλλά έτσι είναι, σου τρώνε τα καλύτερά σου χρόνια και μετά σε παρατάνε για μια μιλόνγκα και μερικές τανγκέρες. Τώρα, όλο και κάποιος τρελαμένος θα βρεθεί να μου πει πως είναι μόνο στο αρσενικό, tanguero. Σκοτίστηκα.
Παράλληλα, η τρύπα στον τοίχο συνεχίζει να υπάρχει, όπως και στην καρδιά μου, κι έχω βαρεθεί να πηγαίνω με το παλτό μου στην κουζίνα. Διότι ήταν να μας τα φέρουν τα παράθυρα προχτές, αλλά το προηγούμενο βράδυ μας πήρανε και μας είπανε πως λόγω της βροχής, δε θα κολλήσει η σιλικόνη (με σιλικόνη τα κολλάνε τα παράθυρα; Με αυτό το πιστόλι που έχω κι εγώ και κολλάω τα μήλα στο ρολόι της Όλγας; Να τους δώσω τη δική μου που στεγνώνει μια χαρά και με βροχή;) και θα μας τα φέρουνε όταν στεγνώσει ο καιρός. Δηλαδή το Μάιο, για τα γενέθλιά μου δώρο θα τα έχουμε τα παράθυρα. Ως τότε, βέβαια, θα έχουμε στεγνώσει κι εμείς από τους αέρηδες, σαν τους τσίρους. Επίσης, καταγγέλλω εδώ πως τζάμπα δε μας τα φέρανε την προκαθορισμένη μέρα, διότι τελικά μια χαρά λιακάδα είχε. Εγώ πιστεύω ότι μας κοροϊδεύουνε κι απλά δεν τα είχανε έτοιμα. Τελικά, πράγματι πρέπει όλα μόνος σου να τα κάνεις. Τόσες μέρες, θα είχα φτιάξει εγώ κάτι παράθυρα, να χαζεύεις.
Τώρα κάθομαι εδώ, στο ζεστό μισό του σπιτιού και χαζεύω στα craft-o-sites μου (καλό;) και για άλλη μια φορά σκέφτομαι ότι χαραμίζομαι. Χτες μου έλεγε ο Γιάννης (λίγο σας έπρηξα σήμερα με το Γιάννη; Τι να κάνω, hes my hero, έλεγα την άλλη φορά στον Παύλο ότι είναι τάβλα κι αυτός μη σας πω τι άκουσε κι εγώ προβληματίστηκα μπας και του το είπα στ’ αλήθεια αυτό που άκουσε και ξεφτιλιστήκαμε) ότι και να έλυνε το βιοποριστικό του πρόβλημα, διότι πρέπει να ξέρετε πως αυτό είναι το αγαπημένο μας θέμα: τι θα κάναμε αν είχαμε λυμένο το βιοποριστικό, έλεγε, λοιπόν, πως ακόμα και τότε θα συνέχιζε να φτιάχνει κοσμήματα. Εγώ απάντησα πως θα έραβα και θα έκανα χειροτεχνίες και θα έφτιαχνα κι ένα τέλειο, σούπερ οργανωμένο και πεντακάθαρο craft room, διότι σιγά που θα καθόμουνα να λιώνω στο διάβασμα (με αμφίβολα αποτελέσματα) αν δεν είχα ανάγκη να δουλέψω. Έτσι κι αλλιώς, το αν θα δουλέψεις τελικά ή όχι στη δουλειά μου (λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα ) είναι περισσότερο θέμα τύχης, παρά ικανότητας κι αυτό δεν είναι γκρίνια ούτε μιζέρια, είναι αντικειμενικό γεγονός. Άλλωστε, στις περισσότερες δουλειές συμβαίνει αυτό. Κι αν ήταν δείγμα απαισιοδοξίας αυτό που λέω, δε θα έκανα τίποτε από όσα κάνω γι’ αυτή τη δουλειά.
Αυτά με τη μίρλα της Κυριακής, που μου έχει μείνει κουσούρι από το σχολείο, όπου, ειδικά αν είχα πρώτη ώρα Μαθηματικά (μα ποιος σαδιστής έβαζε πρώτη ώρα Δευτέρας Μαθηματικά; Κανονικά έπρεπε να είχες το πολύ Αγγλικά), ήμουν ικανή να κοιμηθώ από τις 7 για να γλιτώσω τη μελαγχολία. Ας είναι. Ο κόσμος, στην πραγματικότητα, μας περιμένει, απλά δεν το ξέρει ακόμα. Αυτή τη βδομάδα θα ράψω όλα αυτά που θέλω κι ας πάνε στα κομμάτια και τα ρώσικα και τα γαλλικά (Χριστέ μου, στο γκουλάγκ θα με στείλει, τουλάχιστον να προλάβω να μάθω βελονάκι, να ‘χω κάτι να κάνω, να πουλάω και κάνα κασκόλ στους δεσμοφύλακες, να ‘χω καλύτερη μεταχείριση).