Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Σταχυολογήματα, ίαμβοι και ανάπαιστοι.



Ο κόσμος δεν πάει καλά, γνωστό, δεν περιμένατε εμένα να σας το πω, εγώ απλά θα σας δώσω μερικά παραδείγματα και προσωπικές εμπειρίες που διατρανώνουν και αποδεικνύουν εμπεριστατωμένα την προαναφερθείσα άποψη: ο κόσμος δεν πάει καλά (με αγαπάτε; Κι εγώ!).
Προχτές, ήμουν στη Θεσσαλονίκη (πολύ πρωτότυπο, πιο συχνά πάω στη Θεσσαλονίκη, παρά στην τουαλέτα), μέσα σε ένα λεωφορείο. Στα διπλανά μου καθίσματα καθόταν ένα νεαρό ζευγάρι, εξαιρετικά διαχυτικό. Η κοπέλα είχε τα πόδια της ανεβασμένα στο απέναντι κάθισμα. Μπαίνει μέσα μια κυρία μεσαίας ηλικίας (όπως μου είπε κι ο Παύλος σήμερα), φανερά εκνευρισμένη με τον κόσμο και με τα ίδια της τα άντερα, αν μου επιτρέπετε το νεολογισμό. Βλέπει τα πόδια της κοπέλας, της γυρνάει το μάτι και αρχίζει να ωρύεται πως πρέπει να τα κατεβάσει και πως θα φωνάξει τον οδηγό, οδηγέ, οδηγέ, κατεβάστε τους, και πως αυτή θα έρθει να καθίσει με άσπρο παντελόνι στη θέση και τι φταίει να είναι λερωμένη και απαράδεκτη είσαι, νεαρή μου, τι πράγματα είναι αυτά. Εγώ τρόμαξα από τις φωνές, καθώς ήμουν και ελαφρώς αποκοιμισμένη και είχα μείνει να την κοιτάζω αποσβολωμένη, όπως κι ένα παλικάρι δίπλα μου. Ο νεαρός του ζευγαριού της είπε ευγενέστατα πως έχει δίκιο και πως θα τα κατεβάσει τα πόδια η φίλη του, αλλά δε χρειάζεται να ταράζεται. Αυτή συνέχισε να ουρλιάζει, τι τρόποι είναι αυτοί κι έτσι σου έμαθαν. Μετά γύρισε σε μένα που κουβέντα δεν είχα πει η κακομοίρα και μου λέει «κι εσύ, κοπελιά, μη με κοιτάς έτσι, δίκιο έχω». Εγώ, που νευρίασα καθώς χειρότερο από το να με αποκαλέσουνε κοπελιά δεν έχω, της απάντησα «καθόλου δίκιο δεν έχετε, έπρεπε να εισηγηθείτε να τους τα κόψουνε τα πόδια, πολύ επιεική σας βρίσκω» και κατέβηκα από το λεωφορείο, διότι είχε αφιονιστεί και δεν ήξερα που θα οδηγούνταν η κατάσταση. Ευτυχώς, έχω αδελφή δικηγόρο και πολύ καλή μάλιστα, οπότε και φόνο να κάνω, θα με βγάλει λάδι.
Το επόμενο περιστατικό που δείχνει ότι ο κόσμος δεν πάει καλά έλαβε χώρα στην κοσμοπολίτικη Κατερίνη. Καθόμασταν σε μία καφετέρια και ρουφούσαμε αμέριμνοι μια σοκολάτα, μετά από μία τρελή ημέρα, κατά την οποία είχαμε πάει κι έρθει από το Δίον 2 φορές, με τη δεύτερη να κουβαλάμε μαζί μας κι έναν τύπο που έκανε οτοστόπ και αποδείχτηκε ότι βρωμούσε σαν Ορκ όταν μπήκε στο αυτοκίνητο. Εμφανίζεται μια λατέρνα (κανονική, όχι απ’ αυτές που συναντάς στα κλαμπς), ξεκούρδιστη ελαφρώς, αλλά με τον απαραίτητο κυριούλη να τη γυρνάει. Ακούμε τη λατέρνα, δίνουμε και τον οβολό, εγώ ήθελα να τον ρωτήσω πόσο κάνει, διότι εκεί μας βλέπω, αλλά ο Γιάννης δε με άφησε, και μετά ο λατερνούχος προβληματίστηκε διότι ήθελε να στρώσει ένα χαλάκι κάτω από τη λατέρνα, αλλά δε μπορούσε ταυτόχρονα να σηκώσει τη λατέρνα και να στρώσει το χαλάκι. Ζήτησε, λοιπόν, από έναν τύπο να του κάνει ένα καλό κι ο τύπος απάντησε «ανάλογα». Τι ανάλογα, ρε παπάρα, ανάλογα με τη μαλακία που σε δέρνει; Συγγνώμη δια τη γλώσσα μου, αλλά αγανάκτησα. Μα, ήταν ένας γεράκος που έσερνε τη λατέρνα και την πίκρα του μέσα στην κυριακάτικη ευμάρεια και σου ζήτησε απλά να τον βοηθήσεις να στρώσει ένα bloody χαλί κι εσύ του απαντάς «ανάλογα»; Μετανιώνω τώρα που δεν τον έβρισα, αποφάσισα πως στο εξής θα βρίζω, δεν είναι δυνατόν να έχει χαθεί η ευγένεια κι η ανθρωπιά από αυτόν τον κόσμο και όχι, δεν είμαι αφελής ούτε ηλίθια, οι άλλοι είναι αγενείς και ανάγωγοι. (Τελικά, σηκώθηκε ο Γιάννης και βοήθησε τον κυριούλη.)
Συνεχίζω: ήμασταν στη Δώρα και τρώγαμε ένα κοτόπουλο που το είχανε άσπλαχνα τυλίξει σε ρολό με τυρί και μπέικον (καημένο ζωντανό) και μας διηγήθηκε μια ιστορία την οποία μου επέτρεψε να αναδημοσιεύσω, με κίνδυνο να καταστραφεί κοινωνικά και επαγγελματικά. Γύρισε ένα βράδυ κουρασμένη από τη δουλειά κι ο καλός της είχε μαγειρέψει και στρώσει τραπέζι στο μπαλκόνι. Πριν κάτσουνε να φάνε, η Δώρα πήγε στην τουαλέτα για να μην αναγκαστεί να διακόψει το φαγητό της. Όταν επέστρεψε στο μπαλκόνι και κάθισε στην καρέκλα, ένιωθε ένα ξένο σώμα εκεί που δεν έπρεπε, σα να είχε κάτσει πάνω σε κάτι, αν εννοείτε τι εννοώ. Σηκώθηκε, κοίταξε, έγινε ρεζίλι στον καλό, αλλά δεν αντελήφθη κάτι. Συνέχισε να τρώει. Μετά το φαγητό και αφού η ενόχληση συνεχιζόταν, ξαναπήγε στην τουαλέτα και ανακάλυψε στο εσώρουχο ίχνη από μπλε και κόκκινη μπογιά. Έντρομη, βάζει το χέρι της στο σημείο από όπου λογικά προέρχονταν τα ίχνη και βγάζει την ξύστρα για τα μολύβια του μακιγιάζ! Το διανοείστε; Εμείς έχουμε πέσει κάτω από τις καρέκλες από τα γέλια κι η Δώρα μας περιγράφει την αγωνία της για το αν έπρεπε να αποκαλύψει το περιστατικό στον καλό ή όχι. Τελικά, το απεκάλυψε κι εμείς, μετά από ενδελεχή παρατήρηση του χώρου και του χρόνου, καταλήξαμε πως η ξύστρα είχε μπερδευτεί στο φουστάνι την πρώτη φορά που πήγε στην τουαλέτα και μετά, με κάποιον τρόπο, κατέληξε μέσα στο βρακί.
Ομολογουμένως, το τρίτο περιστατικό είναι άσχετο με τα προηγούμενα, αλλά πάντως το συμπέρασμα συνεχίζει να είναι ότι ο κόσμος δεν πάει καλά κι επίσης, είχε πλάκα και δε μπορούσα να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Τώρα πάω να ψήσω τυροπιτάκια για τα γενέθλια του πιο όμορφου αγοριού στον κόσμο και σύντομα θα τα ξαναπούμε με τις καινούργιες περιπέτειες των weirdos.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Ο μέγας ψιθυριστής.



Αντίξοες συνθήκες, παγκόσμιες συνομωσίες, δυσμενείς αστρολογικές συγκυρίες και μια ξενάγηση στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη (Χριστέ μου, μία στη χάση και μία στη φέξη κάνω, χάθηκε ο κόσμος να είναι κάτι πιο ενδιαφέρον;) με κράτησαν μακριά σας όλες αυτές τις μέρες. Επιπλέον, δεν έχω ίντερνετ (και δεν ξέρω πότε θα ξαναέχω) οπότε μπορεί τώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμέςνα έχει έρθει το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε, εγώ να έχω αναληφθεί στους ουρανούς ή να έχω μεταναστεύσει στον Καναδά ή στη Μ. Βρετανία (όπου είχα και μια πρόταση γάμου, διότι εδώ δε βλέπω φως, στο ράφι θα μείνω) και ο υπολογιστής σας να αυτοκαταστραφεί μόλις ολοκληρώσετε την ανάγνωση.
Στο μεταξύ, έχω πάθει παροξυσμό ντεκουπάζ και κοντεύω να χαρτοπετσετώσω όλο το σπίτι. Ο Γιάννης έχει κλειδώσει την ατλακόλ στο νοτυλάπι μπας και γλιτώσει κάνα έπιπλο κι εγώ έχω αρχίσει και κοιτώ άνωθεν: θα κάνω τώρα ντεκουπάζ στο ταβάνι, κάπου το είδα κι ήταν καλό, αν μου πετύχει, θα σας το δείξω.
Προς το παρόν, θα σας περιγράψω πως πέρασα προχτές που πήγα κάτι Βρετανούς σε διάφορες εκκλησιές. Καταρχάς, κατέβηκα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης μες στο άγριο χάραμα και οι μόνοι που συνάντησα ήταν κάτι βλοσυροί λιμενικοί που με κοιτούσαν παγερά. Μετά που κατέβηκαν και οι τουρίστες από το κρουαζιερόπλοιο, τους κοιτούσαν κι αυτούς παγερά. Κι ίσως αυτός να είναι ο λόγος που κρουαζιερόπλοιο στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης είναι πιο σπάνιο και από καλλιεργημένο Κατερινιώτη. Στη συνέχεια, κι ενώ κόντευα να πάθω εγκεφαλικό από το άγχος, μία ευειδής νεαρά μου έδωσε ένα γουόκι τόκι στο οποίο εγώ θα μιλούσα και τα ξεναγούμενα υποκείμενα (σας έχω περιγράψει την πολυγνωμία σχετικά με το πώς αποκαλούμε τους τουρίστες, έτσι; Εμένα, πάντως, αυτό το «υποκείμενα» νομίζω μου ταιριάζει) θα με ακούγανε μέσα από τα ενσωματωμένα στα αυτιά τους ακουστικά. Τέλειο; Τέλειο. Δε χρειάζεται να ουρλιάζεις σα δαιμονισμένη, δε μαλώνεις με κανέναν, σε ακούνε όλοι και το καλύτερο: αν τους χάσεις μέσα στο μουσείο ή, χειρότερα, γύρω από το Λευκό Πύργο, απλά μιλάς μόνη σου και ξεκινάνε να έρχονται από διάφορες μεριές, σαν ζόμπι που μυρίστηκαν φαγητό. Ένιωθα λίγο θεός, λίγο ο Ορφέας με τη λύρα του και λίγο ο μαγικός αυλός ταυτόχρονα. Τώρα, αυτό το συστηματάκι το λένε αγγλιστί whisperer, προφανές γιατί, και είναι, σου λέει, πολύ της μοδός. Σκέφτομαι να πάρω ένα δικό μου, με ακουστικά και όλα, να το έχω πάντα, σας λέω, ενθουσιάστηκα. Η μόνη βλακεία είναι πως πρέπει να μην ξεχνάς ότι σε ακούνε πάντα, ακόμα κι όταν μονολογείς «τώρα τι να πω;»
Χάρη, λοιπόν, σε αυτό το πραματάκι και, φυσικά, στην έμφυτη ικανότητά μου ως ξεναγού, πήγανε όλα πάρα πολύ καλά, αν εξαιρέσεις ότι περάσαμε από μία εκκλησία για την οποία δεν ήξερα τίποτα και τους έλεγα κάτι γενικούρες, επίσης ότι είχανε λυσσάξει με ένα δέντρο και πως το λένε και τι χρώμα λουλούδια βγάζει, ήμαρτον, στο τέλος τους είπα ανερυθρίαστα ότι δεν ξέρω, κύριοί μου, πως το λένε το δέντρο, τόσα σας είπα, στο δέντρο κολλήσατε; Περνοδιαβαίναμε στην πόλη κι εγώ ήμουν τόσο χαρούμενη, δε φαντάζεστε, είχα και μια ταμπέλα να κρατάω για να με βλέπουνε, αλλά συνέχεια την ξεχνούσα και μια φορά την άφησα πάνω σ’ ένα μηχανάκι και τη θυμήθηκα 10 λεπτά αργότερα: γύρισα να την πάρω, το μηχανάκι είχε φύγει, αλλά η ταμπέλα ήταν ακουμπισμένη πάνω στο γρασίδι. Τυχερή. Μιλούσα στον ψιθυριστή μου, αλλά μερικές φορές ορισμένοι έμεναν λίγο πίσω ή στο απέναντι πεζοδρόμιο κι άλλα βλέπανε κι άλλα ακούγανε, αυτοί μάλλον θα με πήρανε για τρελή. Τους μιλούσα για τη Ροτόντα κι εβλεπαν την Εθνική Τράπεζα. Υπήρχε και ο απαραίτητος χωρατατζής του γκρουπ, ο οποίος μου έλεγε κάτι κρύα βρετανικά αστεία κι εγώ, ωστόσο, ευγενής και καλοαναθρεμμένη, γελούσα.
Με τα πολλά, τελείωσε η μέρα, αυτοί, γνήσιοι Βρετανοί, ανησυχούσαν μήπως δεν προλάβουν την τραπεζαρία ανοιχτή για το γεύμα κι εγώ, γνήσια Ελληνίδα, ανησυχούσα μήπως είχε μουτζουρωθεί τελείως το μολύβι στα μάτια μου. Παρέδωσα υποκείμενα και αντικείμενα, ταμπέλες, ψιθυριστές, κλπ και πήρα τηλέφωνο την Ελένη, η οποία είχε τον δικό της πόνο με τους Ολλανδούς της, που ξύνανε τους κούρους για να δούνε αν είναι από μάρμαρο ή ασβεστόλιθο. Μα να ξύσουνε τον κούρο; Ευτυχώς που δε δαγκώσανε και το δάχτυλο του Ηνίοχου για να δούνε αν είναι όντως χάλκινο. Μετά πήρα και τη Βίβιαν, η οποία επίσης μου διηγήθηκε μια αστεία ιστορία, όπου, στη βάφτιση που έγινε νονά, της έπεσε ο σταυρός του μωρού την ώρα που τον περνούσε στο λαιμό του (η Βίβιαν, όχι το μωρό) κι αυτή γονάτισε μπροστά στον παπά να ψάξει το σταυρό κι ο παπάς την έσπρωχνε με το πόδι, διότι ήθελε να γυρίσει το μωρό γύρω από την κολυμπήθρα. Γονυπετής η Βίβιαν, να κλωτσάει ο παπάς, να ουρλιάζει το μωρό, της κακομοίρας. Τελικά, ο σταυρός βρέθηκε στα ρούχα του μωρού. Αυτά σας τα λέω, για να μη λέει ο Παύλος ότι εμείς είμαστε οι wirdos, συμβαίνουν και σε άλλους περίεργα πράγματα.
Τώρα σας αφήνω, πάω να ψιθυρίσω κάτι σε μια κατσαρόλα στην κουζίνα.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Χωρίς τηλεόραση, όπως χωρίς οικογένεια.



I have a confession to make. Ξέρετε, είναι της μοδός ανάμεσα στους ιστολόγους να λένε διάφορα προσωπικά, μόνο που αυτό το κάνουν ως όρο παραλαβής κάποιου βραβείου, εγώ βραβείο δεν έχω, αλλά ζω και χωρίς αυτό, ενώ χωρίς εξομολογήσεις και δη βαρύγδουπες, δε ζω, έχω το δράμα μέσα μου, όπως κάθε ελληνίς. Επίσης, εδώ δεν τίθεται θέμα προσωπικών, έχουμε ξεβρακωθεί πλήρως.
Σας λέω, λοιπόν, χωρίς να ντρέπομαι και ανερυθρίαστα, πως στο σπίτι μας δεν έχουμε τηλεόραση. Αρχικά, ήτο θέμα ανάγκης, διότι δεν είχαμε λεφτά να πάρουμε τηλεόραση ή μάλλον είχαμε, αλλά δε μας πήγαινε καρδιά να τα ξοδέψουμε στην τηλεόραση: σιγά σιγά έγινε θέμα αρχής το να μην έχουμε τηλεόραση. Συνειδητά πλέον και καθώς φιλοδοξία μας είναι να γίνουμε το hipster ζευγάρι της χρονιάς (είναι να μην είσαι ψώνιο, αν είσαι, να το κάνεις σωστά και ολοκληρωμένα, μισές δουλειές δεν κάνω, που είπα και στο Μιχάλη προχτές) συνεχίζουμε να μην έχουμε τηλεόραση και άρα  επαφή με την τηλεοπτική πραγματικότητα, άμεση τουλάχιστον, διότι όλο και κάτι πιάνει το αυτί μας και το μάτι μας στο διαδίκτυο.
Ήταν μια φυσική συνέχεια των πραγμάτων: στην Κέρκυρα, είχαμε τηλεόραση, αλλά μόνο σκόνη έπιανε, εγώ έλεγα στη Ρενάτα να την πουλήσουμε, αλλά αυτή δεν ήθελε. Μετά, εδώ, στη μαύρη τρύπα, βλέπουμε ταινίες και Dexter στον υπολογιστή, μαθαίνουμε τα νέα από το διαδίκτυο, οπότε η τηλεόραση μας είναι άχρηστη. Μόνο όρο έχω βάλει, αν κάνει ο Παπακαλιάτης καινούργιο σίριαλ, τότε θα πάρουμε τηλεόραση. Τέλοσπαντων, αυτό δεν το βλέπω να γίνεται, οπότε τη γλιτώσαμε.
Όταν λέμε στους ανθρώπους ότι δεν έχουμε τηλεόραση, οι περισσότεροι μας κοιτάνε περίεργα, κάνας δυο δεν το γράφουν στο σκληρό (είναι πληροφορία που δεν χωράει στο μυαλό τους) και μας κοιτάνε με αγελαδέ ύφος και μερικοί μας λένε «α, μπράβο, καλά κάνετε. Αλλά τα βράδια τι κάνετε;». Ε, εκεί, τι να απαντήσεις πλην του ενδεδειγμένου, που όμως δεν είναι πρέπον να αναφερθεί εδώ. Εγώ κάθομαι καμιά φορά και εξηγώ πως διαβάζουμε κάνα βιβλίο, κάνουμε χειροτεχνίες, βλέπουμε ταινίες, μιλάμε στο Skype, μιλάμε μεταξύ μας, έχει πράγματα δηλαδή να κάνεις, αλλά ο Γιάννης βαριέται και δεν απαντάει, παρά με κοιτάει εμένα και γελάει πονηρά, οπότε καταλαβαίνετε πως οι άνθρωποι με περνάνε για τη Μεσσαλίνα τουλάχιστον.
Όπως κι αν έχει, πράγματι υπάρχει ζωή μετά την τηλεόραση. Ακούω εδώ διάφορους να διαμαρτύρονται (σας συμβαίνει και σας να γράφετε διαμαρτύρονατι και άλλα τέτοια ή εγώ είμαι η δυσλεκτική;) για το Σουλεϊμάν και τα άλλα τούρκικα σίριαλ και την προπαγάνδα που γίνεται υπέρ των Τούρκων ή, επί παλαιοτέρω, για τα reality και για τις προσπάθειες αποπροσανατολισμού του λαού από την πραγματικότητα, για τον ψεύτικο κόσμο των διασημοτήτων και των πλουσίων, που προβάλλει η τηλεόραση και μας δημιουργεί πλαστές ανάγκες (χρόνια πλύσης εγκεφάλου με τις έτοιμες παραγράφους της έκθεσης ιδεών έχουν αυτά τα αποτελέσματα).
Τα πράγματα είναι πολύ απλά: μη βλέπετε τηλεόραση. Κλείστε την, πετάξτε την, κάντε τη γλάστρα ή βιβλιοθήκη (για να μην ξεχνάμε και το crafty πνεύμα της εποχής), αλλά μη βλέπετε. Έτσι, ούτε τα τούρκικα σίριαλ (που, αν είναι όλα σαν τον Εζέλ, μιλάμε για πολύ καλύτερη ποιότητα από τα ελληνικά) ούτε οι (προκατασκευασμένες, ψεύτικες, αποπροσανατολιστικές και διάφορα άλλα κακά πράματα) ειδήσεις θα επηρεάσουν την ορθή κρίση. Elementary, dear Watson.
Τα κανάλια διόλου δεν ενδιαφέρονατι-νάτο πάλι-ενδιαφέρονται διά την διαπαιδαγώγηση της ελληνικής κοινωνίας ούτε ποτέ ισχυρίστηκαν πως είναι φορείς της ελληνικής διανόησης, δεν αγόρασε η Ακαδημία Αθηνών τον Εζέλ, ο Αντέννα τον αγόρασε. Τα κανάλια ενδιαφέρονται μόνο να βγάλουν λεφτά, όπως άλλωστε κάθε επιχείρηση, αλλιώς δεν θα ήταν επιχείρηση. Αν θέλεις, αγοράζεις αυτό που σου πουλάει η επιχείρηση και αυτή βγάζει λεφτά. Αν δεν το αγοράσεις, δε θα βγάλει, οπότε θα σκεφτεί τι θα ήθελες να αγοράσεις, για να σου το δώσει (και στοιχεία μάρκετινγκ το ιστολόγιο-εξελισσόμεθα, αγαπητοί). Και πάει λέγοντας. Επίσης, αν τα κανάλια έβρισκαν φτηνά τα σουηδικά σίριαλ ή τα ιαπωνικά, ξέρω ‘γω, θα αγόραζαν και θα έδειχναν αυτά. Τότε, θα ήταν προπαγάνδα και παγκόσμια συνομωσία υπέρ της Σουηδίας ή της Ιαπωνίας; Πιθανόν, όλα τα περιμένω πια.
Αποτέλεσμα, που λέει κι ο μπαμπάς μου; Αν δε μας αρέσει αυτό που πουλάνε τα κανάλια, ας μην το αγοράσουμε. Δεν είναι ότι δεν έχουμε επιλογές, έχουμε και παραέχουμε. Η τηλεόραση έχει κι ένα κόκκινο κουμπάκι (υποπτεύομαι πως το κάνανε κόκκινο για να χτυπάει καμπανάκι: κίνδυνος αν την κλείσεις) με το οποίο κλείνει. Αν δε θέλετε να βλέπετε, κλείστε την. Αν, πάλι, θέλετε να βλέπετε, δεκτόν. Αλλά μη γκρινιάζετε. Όλα (ή πάρα πολλά) είναι στο χέρι μας (με αυτόν ακριβώς τον τρόπο είχα τελειώσει και μια έκθεση στη Γ’ Λυκείου και πήρα 15).

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;


Έλα, έλα, μη γκρινιάζετε, τι να κάνουμε, άργησα πάλι, δε μας έρχονται όλα όπως τα θέλουμε πάντα-η αλήθεια είναι ότι δε μας έρχονται ποτέ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ τα θέλουμε, συνήθως μας έρχονται περίπου κι αυτό είναι αρκούντως εκνευριστικό, αλλά, όπως λέει και μια κινέζικη παροιμία, για δύο πράγματα δεν πρέπει να στενοχωριέται κανείς: γι’ αυτά που διορθώνονται και γι’ αυτά που δε διορθώνονται. Καλό, ε; Κινέζοι, παιδί μου, εγγύηση στη μοιρολατρία.
Λοιπόν, άργησα, διότι μία εβδομάδα ήμουν στο απόλυτο καλοκαιρινό μέρος, όπου φυσικά δεν υπάρχει διαδίκτυο. Επίσης, δεν υπάρχει περίπτερο, σουβλατζίδικο, άλλα αυτοκίνητα, ξαπλώστρες στην παραλία, έλεος και θεός. Υπάρχουν μόνο λιόδεντρα, γερμένα από το βάρος, άμμος και σκόνη, η θάλασσα και τηγανητή αθερίνα. Όπως καταλαβαίνετε και όπως προείπα, το απόλυτο καλοκαιρινό μέρος. Εκεί κοντά, στην άκρη του πουθενά (το απόλυτο είναι στη μέση του πουθενά), είναι κι ένα παρεκκλήσιον αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή, δίπλα σε μια ανεμοδαρμένη παραλία και σε κάτι τουλάχιστον παράταιρες επαύλεις, στο οποίο η τρελή αδελφή μου κι ο ακόμα πιο τρελός άντρας της αποφάσισαν να βαφτίσουν τα μωρά. Οπότε, εμείς συνδυάσαμε βάφτιση, διακοπές και φαγητό της μαμάς και όλα θα πήγαιναν καλά, αν δεν επρόκειτο για την οικογένεια των τρελών.
Το πράγμα φάνηκε από την αρχή: ξεκινώντας από τη μαγευτική Κατερίνη με το αυτοκίνητο, που ονομάζεται Κοκκινοσκουφίτσα (θα καταλάβετε αργότερα το λόγο), για να πάμε στο απόλυτο, ο Γιάννης, προκειμένου να αποφύγουμε να πληρώσουμε ίσαμε 17 χιλιάδες διόδια, έκανε μια μικρή παράκαμψη πριν τον Πλαταμώνα, με σκοπό να βγούμε κάπου στη Λάρισα. Εννοείται πως περάσαμε πάνω, δίπλα και μέσα από ποτάμια, διασχίσαμε χωριά-φαντάσματα, όπου η σκόνη στροβιλιζόταν στην άδεια κεκαυμένη πλατεία, ρωτήσαμε θειούς και μαυρομαντιλωμένες γιαγιάδες και φάγαμε όλα τα σύκα που μας είχε φορτώσει ο μπαμπάς του Γιάννη πριν φύγουμε και τελικά μετά από 2 ώρες βγήκαμε ξανά στην Εθνική, πριν τα Τέμπη και σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από την Κατερίνη. Μεγάλη επιτυχία; Φυσικά, το αυτοκίνητο κόντευε να σκάσει από τη ζέστη κι εμείς μαζί. Με τα πολλά φτάσαμε στο απόλυτο κι ο Γιάννης άπλωσε τον υπολογιστή, δύο σκληρούς δίσκους και μια οθόνη και δεν ξανασηκώθηκε από κει παρά για να πάμε να πάρουμε τσιγάρα και μπύρες. Στο μεταξύ, εγώ έλιωνα στην παραλία, κοιμόμουν και διάβαζα την Αηδονόπιτα, ένα πραγματικά καταπληκτικό βιβλίο. Στα διαλείμματα από την κατάκλιση, βοηθούσα την άλλη τρελή αδελφή να ράψει τις παιδικές μπομπονιέρες για τη βάφτιση (διότι υπάρχουν δύο ειδών μπομπονιέρες στις βαφτίσεις, το ξέρατε αυτό; Παράλογο; Δεν απαντά.), που ήταν μικρές δαχτυλοκουκλίτσες από τσόχα, 5 για κάθε παιδάκι, στο σύνολο 150. Η δαχτυλοκουκλίτσα ήταν το must των διακοπών φέτος, είχαμε κοτούλες, λαγουδάκια, μελισσούλες, βατράχια κι ένα άλλο ζώο που δεν το θυμάμαι. Τη νύχτα, που δε βλέπαμε για να ράψουμε, κατεβαίναμε στην παραλία και χαζεύαμε τα φεγγάρια, και τα μπλε και τα κίτρινα, και βγάζαμε ηλίθιες φωτογραφίες, ξέρετε, να κρατάς το φεγγάρι κι άλλα τέτοια που θυμίζουν πόστερ της δεκαετίας του 80.
Όταν τελείωσαν οι δαχτυλοκουκλίτσες κι αφού τοποθετήσαμε σε στρατηγικά σημεία της διαδρομής προς το παρεκκλήσιον μπαλόνια για να δείξουμε που θα γίνει το μυστήριο, τα οποία είχανε σπάσει μέσα σε διάστημα 20 λεπτών κι είχαν απομείνει κάτι πράσινες κορδελίτσες να ανεμίζουν πάνω στις ταλαίπωρες πινακίδες, ήρθε η ώρα για τη βάφτιση κι εμείς βάλαμε τα καλά μας. Εγώ, επειδή δε μου άρεσαν τα άθλια δερμάτινα λουλούδια που είχαν πάνω τα παπούτσια μου, κότσαρα αντ’ αυτών (των λουλουδιών, όχι των παπουτσιών) δύο μοβ τεράστιους φιόγκους κι ο Γιάννης με κορόιδευε ότι θα πετάξω, αλλά εγώ πιστεύω ότι τα έλεγε από τη ζήλια του. Πάμε το λοιπό στο παρεκκλήσιον, σκοντάφτουμε, τακτοποιούμε τις δαχτυλοκουκλίτσες και περιμένουμε, μεταξύ άλλων, τους γονείς του Γιάννη, οι οποίοι επέμεναν να έρθουν με το Λύκο (θυμάστε την Κοκκινοσκουφίτσα;), όπου λύκος είναι ένα άσπρο Renault του 1973, το οποίο το βάζεις μία φορά μπροστά και μετά δε σταματάς μέχρι να φτάσεις, γιατί μπορεί να μην ξαναξεκινήσει. Ο Λύκος, λοιπόν, οι γονείς του Γιάννη, η εθνική οδός, 25 χιλιόμετρα χωματόδρομος (βαρβάτος), το παρεκκλήσιον και κανένα κινητό μαζί τους. Φοβερό; Όπως καταλαβαίνετε, πρώτον χάθηκαν, διότι ούτε καν τις οδηγίες δεν ακολούθησαν, παρά ρώτησαν κάτι άσχετους και δεύτερον, ο Λύκος έμεινε στη μέση του χωματόδρομου, δίπλα σε μια άλλη, όχι τη σωστή, ανεμοδαρμένη παραλία. Με κάποιον τρόπο που δε θέλω να ξέρω, βρήκανε κάποιους ευγενικούς ανθρώπους με κινητό (ω του θαύματος) και μας ειδοποίησαν, αφού εγώ κόντευα να φάω τις κοτσίδες μου. Εμείς αφήσαμε τη βάφτιση στη μέση (να φανταστείτε έμαθα τα ονόματα 2 ώρες μετά, στο τραπέζι), χάσαμε και το μπέμπη που χειροκροτούσε πανευτυχής τον παπά και με τα καλά μας και τους φιόγκους μας να σούρνονται στη σκόνη πήγαμε να μαζέψουμε γονείς και Λύκο. Οι γονείς μαζεύονταν, ο Λύκος όχι. Ήρθε την άλλη μέρα ο γερανός (στη μέση του πουθενά) και τον μάζεψε. Εμείς πήγαμε κατευθείαν στο τραπέζι, καθώς η βάφτιση είχε τελειώσει, όπου αφήσαμε τους έρμους γονείς με την απαραίτητη θεία Μαρία (κάθε οικογένεια έχει μια θεία Μαρία, που είναι ελαφρώς τρελή και βαρέως φλύαρη) και φάγαμε ωραιότατα μπιφτέκια. Μετά από όλα αυτά, ξεκινήσαμε την επόμενη μέρα, ο Λύκος μπροστά κι η Κοκκινοσκουφίτσα πίσω, κι επιστρέψαμε στη μαύρη τρύπα δίχως άλλες περιπέτειες. Ήταν αρκετές. Αφήσαμε πίσω μας συντρίμμια, τον Τριαντάφυλλο και την Εμμανουέλα, την άδεια μπαταρία του Λύκου και, μερικοί από εμάς, ένα κομμάτι της ψυχής τους στο απόλυτο καλοκαιρινό μέρος.
Ελπίζω να σας έλειψα, εμένα μου λείψατε και θα είμαι πιο τακτική. Πάω να βάψω τα νύχια μου, ένα κοραλλί, ένα πισινί (της πισίνας, άθλιοι, όχι του πισινού) γιατί δε μπορώ να αποφασίσω.