Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Χωρίς τηλεόραση, όπως χωρίς οικογένεια.



I have a confession to make. Ξέρετε, είναι της μοδός ανάμεσα στους ιστολόγους να λένε διάφορα προσωπικά, μόνο που αυτό το κάνουν ως όρο παραλαβής κάποιου βραβείου, εγώ βραβείο δεν έχω, αλλά ζω και χωρίς αυτό, ενώ χωρίς εξομολογήσεις και δη βαρύγδουπες, δε ζω, έχω το δράμα μέσα μου, όπως κάθε ελληνίς. Επίσης, εδώ δεν τίθεται θέμα προσωπικών, έχουμε ξεβρακωθεί πλήρως.
Σας λέω, λοιπόν, χωρίς να ντρέπομαι και ανερυθρίαστα, πως στο σπίτι μας δεν έχουμε τηλεόραση. Αρχικά, ήτο θέμα ανάγκης, διότι δεν είχαμε λεφτά να πάρουμε τηλεόραση ή μάλλον είχαμε, αλλά δε μας πήγαινε καρδιά να τα ξοδέψουμε στην τηλεόραση: σιγά σιγά έγινε θέμα αρχής το να μην έχουμε τηλεόραση. Συνειδητά πλέον και καθώς φιλοδοξία μας είναι να γίνουμε το hipster ζευγάρι της χρονιάς (είναι να μην είσαι ψώνιο, αν είσαι, να το κάνεις σωστά και ολοκληρωμένα, μισές δουλειές δεν κάνω, που είπα και στο Μιχάλη προχτές) συνεχίζουμε να μην έχουμε τηλεόραση και άρα  επαφή με την τηλεοπτική πραγματικότητα, άμεση τουλάχιστον, διότι όλο και κάτι πιάνει το αυτί μας και το μάτι μας στο διαδίκτυο.
Ήταν μια φυσική συνέχεια των πραγμάτων: στην Κέρκυρα, είχαμε τηλεόραση, αλλά μόνο σκόνη έπιανε, εγώ έλεγα στη Ρενάτα να την πουλήσουμε, αλλά αυτή δεν ήθελε. Μετά, εδώ, στη μαύρη τρύπα, βλέπουμε ταινίες και Dexter στον υπολογιστή, μαθαίνουμε τα νέα από το διαδίκτυο, οπότε η τηλεόραση μας είναι άχρηστη. Μόνο όρο έχω βάλει, αν κάνει ο Παπακαλιάτης καινούργιο σίριαλ, τότε θα πάρουμε τηλεόραση. Τέλοσπαντων, αυτό δεν το βλέπω να γίνεται, οπότε τη γλιτώσαμε.
Όταν λέμε στους ανθρώπους ότι δεν έχουμε τηλεόραση, οι περισσότεροι μας κοιτάνε περίεργα, κάνας δυο δεν το γράφουν στο σκληρό (είναι πληροφορία που δεν χωράει στο μυαλό τους) και μας κοιτάνε με αγελαδέ ύφος και μερικοί μας λένε «α, μπράβο, καλά κάνετε. Αλλά τα βράδια τι κάνετε;». Ε, εκεί, τι να απαντήσεις πλην του ενδεδειγμένου, που όμως δεν είναι πρέπον να αναφερθεί εδώ. Εγώ κάθομαι καμιά φορά και εξηγώ πως διαβάζουμε κάνα βιβλίο, κάνουμε χειροτεχνίες, βλέπουμε ταινίες, μιλάμε στο Skype, μιλάμε μεταξύ μας, έχει πράγματα δηλαδή να κάνεις, αλλά ο Γιάννης βαριέται και δεν απαντάει, παρά με κοιτάει εμένα και γελάει πονηρά, οπότε καταλαβαίνετε πως οι άνθρωποι με περνάνε για τη Μεσσαλίνα τουλάχιστον.
Όπως κι αν έχει, πράγματι υπάρχει ζωή μετά την τηλεόραση. Ακούω εδώ διάφορους να διαμαρτύρονται (σας συμβαίνει και σας να γράφετε διαμαρτύρονατι και άλλα τέτοια ή εγώ είμαι η δυσλεκτική;) για το Σουλεϊμάν και τα άλλα τούρκικα σίριαλ και την προπαγάνδα που γίνεται υπέρ των Τούρκων ή, επί παλαιοτέρω, για τα reality και για τις προσπάθειες αποπροσανατολισμού του λαού από την πραγματικότητα, για τον ψεύτικο κόσμο των διασημοτήτων και των πλουσίων, που προβάλλει η τηλεόραση και μας δημιουργεί πλαστές ανάγκες (χρόνια πλύσης εγκεφάλου με τις έτοιμες παραγράφους της έκθεσης ιδεών έχουν αυτά τα αποτελέσματα).
Τα πράγματα είναι πολύ απλά: μη βλέπετε τηλεόραση. Κλείστε την, πετάξτε την, κάντε τη γλάστρα ή βιβλιοθήκη (για να μην ξεχνάμε και το crafty πνεύμα της εποχής), αλλά μη βλέπετε. Έτσι, ούτε τα τούρκικα σίριαλ (που, αν είναι όλα σαν τον Εζέλ, μιλάμε για πολύ καλύτερη ποιότητα από τα ελληνικά) ούτε οι (προκατασκευασμένες, ψεύτικες, αποπροσανατολιστικές και διάφορα άλλα κακά πράματα) ειδήσεις θα επηρεάσουν την ορθή κρίση. Elementary, dear Watson.
Τα κανάλια διόλου δεν ενδιαφέρονατι-νάτο πάλι-ενδιαφέρονται διά την διαπαιδαγώγηση της ελληνικής κοινωνίας ούτε ποτέ ισχυρίστηκαν πως είναι φορείς της ελληνικής διανόησης, δεν αγόρασε η Ακαδημία Αθηνών τον Εζέλ, ο Αντέννα τον αγόρασε. Τα κανάλια ενδιαφέρονται μόνο να βγάλουν λεφτά, όπως άλλωστε κάθε επιχείρηση, αλλιώς δεν θα ήταν επιχείρηση. Αν θέλεις, αγοράζεις αυτό που σου πουλάει η επιχείρηση και αυτή βγάζει λεφτά. Αν δεν το αγοράσεις, δε θα βγάλει, οπότε θα σκεφτεί τι θα ήθελες να αγοράσεις, για να σου το δώσει (και στοιχεία μάρκετινγκ το ιστολόγιο-εξελισσόμεθα, αγαπητοί). Και πάει λέγοντας. Επίσης, αν τα κανάλια έβρισκαν φτηνά τα σουηδικά σίριαλ ή τα ιαπωνικά, ξέρω ‘γω, θα αγόραζαν και θα έδειχναν αυτά. Τότε, θα ήταν προπαγάνδα και παγκόσμια συνομωσία υπέρ της Σουηδίας ή της Ιαπωνίας; Πιθανόν, όλα τα περιμένω πια.
Αποτέλεσμα, που λέει κι ο μπαμπάς μου; Αν δε μας αρέσει αυτό που πουλάνε τα κανάλια, ας μην το αγοράσουμε. Δεν είναι ότι δεν έχουμε επιλογές, έχουμε και παραέχουμε. Η τηλεόραση έχει κι ένα κόκκινο κουμπάκι (υποπτεύομαι πως το κάνανε κόκκινο για να χτυπάει καμπανάκι: κίνδυνος αν την κλείσεις) με το οποίο κλείνει. Αν δε θέλετε να βλέπετε, κλείστε την. Αν, πάλι, θέλετε να βλέπετε, δεκτόν. Αλλά μη γκρινιάζετε. Όλα (ή πάρα πολλά) είναι στο χέρι μας (με αυτόν ακριβώς τον τρόπο είχα τελειώσει και μια έκθεση στη Γ’ Λυκείου και πήρα 15).

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;


Έλα, έλα, μη γκρινιάζετε, τι να κάνουμε, άργησα πάλι, δε μας έρχονται όλα όπως τα θέλουμε πάντα-η αλήθεια είναι ότι δε μας έρχονται ποτέ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ τα θέλουμε, συνήθως μας έρχονται περίπου κι αυτό είναι αρκούντως εκνευριστικό, αλλά, όπως λέει και μια κινέζικη παροιμία, για δύο πράγματα δεν πρέπει να στενοχωριέται κανείς: γι’ αυτά που διορθώνονται και γι’ αυτά που δε διορθώνονται. Καλό, ε; Κινέζοι, παιδί μου, εγγύηση στη μοιρολατρία.
Λοιπόν, άργησα, διότι μία εβδομάδα ήμουν στο απόλυτο καλοκαιρινό μέρος, όπου φυσικά δεν υπάρχει διαδίκτυο. Επίσης, δεν υπάρχει περίπτερο, σουβλατζίδικο, άλλα αυτοκίνητα, ξαπλώστρες στην παραλία, έλεος και θεός. Υπάρχουν μόνο λιόδεντρα, γερμένα από το βάρος, άμμος και σκόνη, η θάλασσα και τηγανητή αθερίνα. Όπως καταλαβαίνετε και όπως προείπα, το απόλυτο καλοκαιρινό μέρος. Εκεί κοντά, στην άκρη του πουθενά (το απόλυτο είναι στη μέση του πουθενά), είναι κι ένα παρεκκλήσιον αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή, δίπλα σε μια ανεμοδαρμένη παραλία και σε κάτι τουλάχιστον παράταιρες επαύλεις, στο οποίο η τρελή αδελφή μου κι ο ακόμα πιο τρελός άντρας της αποφάσισαν να βαφτίσουν τα μωρά. Οπότε, εμείς συνδυάσαμε βάφτιση, διακοπές και φαγητό της μαμάς και όλα θα πήγαιναν καλά, αν δεν επρόκειτο για την οικογένεια των τρελών.
Το πράγμα φάνηκε από την αρχή: ξεκινώντας από τη μαγευτική Κατερίνη με το αυτοκίνητο, που ονομάζεται Κοκκινοσκουφίτσα (θα καταλάβετε αργότερα το λόγο), για να πάμε στο απόλυτο, ο Γιάννης, προκειμένου να αποφύγουμε να πληρώσουμε ίσαμε 17 χιλιάδες διόδια, έκανε μια μικρή παράκαμψη πριν τον Πλαταμώνα, με σκοπό να βγούμε κάπου στη Λάρισα. Εννοείται πως περάσαμε πάνω, δίπλα και μέσα από ποτάμια, διασχίσαμε χωριά-φαντάσματα, όπου η σκόνη στροβιλιζόταν στην άδεια κεκαυμένη πλατεία, ρωτήσαμε θειούς και μαυρομαντιλωμένες γιαγιάδες και φάγαμε όλα τα σύκα που μας είχε φορτώσει ο μπαμπάς του Γιάννη πριν φύγουμε και τελικά μετά από 2 ώρες βγήκαμε ξανά στην Εθνική, πριν τα Τέμπη και σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από την Κατερίνη. Μεγάλη επιτυχία; Φυσικά, το αυτοκίνητο κόντευε να σκάσει από τη ζέστη κι εμείς μαζί. Με τα πολλά φτάσαμε στο απόλυτο κι ο Γιάννης άπλωσε τον υπολογιστή, δύο σκληρούς δίσκους και μια οθόνη και δεν ξανασηκώθηκε από κει παρά για να πάμε να πάρουμε τσιγάρα και μπύρες. Στο μεταξύ, εγώ έλιωνα στην παραλία, κοιμόμουν και διάβαζα την Αηδονόπιτα, ένα πραγματικά καταπληκτικό βιβλίο. Στα διαλείμματα από την κατάκλιση, βοηθούσα την άλλη τρελή αδελφή να ράψει τις παιδικές μπομπονιέρες για τη βάφτιση (διότι υπάρχουν δύο ειδών μπομπονιέρες στις βαφτίσεις, το ξέρατε αυτό; Παράλογο; Δεν απαντά.), που ήταν μικρές δαχτυλοκουκλίτσες από τσόχα, 5 για κάθε παιδάκι, στο σύνολο 150. Η δαχτυλοκουκλίτσα ήταν το must των διακοπών φέτος, είχαμε κοτούλες, λαγουδάκια, μελισσούλες, βατράχια κι ένα άλλο ζώο που δεν το θυμάμαι. Τη νύχτα, που δε βλέπαμε για να ράψουμε, κατεβαίναμε στην παραλία και χαζεύαμε τα φεγγάρια, και τα μπλε και τα κίτρινα, και βγάζαμε ηλίθιες φωτογραφίες, ξέρετε, να κρατάς το φεγγάρι κι άλλα τέτοια που θυμίζουν πόστερ της δεκαετίας του 80.
Όταν τελείωσαν οι δαχτυλοκουκλίτσες κι αφού τοποθετήσαμε σε στρατηγικά σημεία της διαδρομής προς το παρεκκλήσιον μπαλόνια για να δείξουμε που θα γίνει το μυστήριο, τα οποία είχανε σπάσει μέσα σε διάστημα 20 λεπτών κι είχαν απομείνει κάτι πράσινες κορδελίτσες να ανεμίζουν πάνω στις ταλαίπωρες πινακίδες, ήρθε η ώρα για τη βάφτιση κι εμείς βάλαμε τα καλά μας. Εγώ, επειδή δε μου άρεσαν τα άθλια δερμάτινα λουλούδια που είχαν πάνω τα παπούτσια μου, κότσαρα αντ’ αυτών (των λουλουδιών, όχι των παπουτσιών) δύο μοβ τεράστιους φιόγκους κι ο Γιάννης με κορόιδευε ότι θα πετάξω, αλλά εγώ πιστεύω ότι τα έλεγε από τη ζήλια του. Πάμε το λοιπό στο παρεκκλήσιον, σκοντάφτουμε, τακτοποιούμε τις δαχτυλοκουκλίτσες και περιμένουμε, μεταξύ άλλων, τους γονείς του Γιάννη, οι οποίοι επέμεναν να έρθουν με το Λύκο (θυμάστε την Κοκκινοσκουφίτσα;), όπου λύκος είναι ένα άσπρο Renault του 1973, το οποίο το βάζεις μία φορά μπροστά και μετά δε σταματάς μέχρι να φτάσεις, γιατί μπορεί να μην ξαναξεκινήσει. Ο Λύκος, λοιπόν, οι γονείς του Γιάννη, η εθνική οδός, 25 χιλιόμετρα χωματόδρομος (βαρβάτος), το παρεκκλήσιον και κανένα κινητό μαζί τους. Φοβερό; Όπως καταλαβαίνετε, πρώτον χάθηκαν, διότι ούτε καν τις οδηγίες δεν ακολούθησαν, παρά ρώτησαν κάτι άσχετους και δεύτερον, ο Λύκος έμεινε στη μέση του χωματόδρομου, δίπλα σε μια άλλη, όχι τη σωστή, ανεμοδαρμένη παραλία. Με κάποιον τρόπο που δε θέλω να ξέρω, βρήκανε κάποιους ευγενικούς ανθρώπους με κινητό (ω του θαύματος) και μας ειδοποίησαν, αφού εγώ κόντευα να φάω τις κοτσίδες μου. Εμείς αφήσαμε τη βάφτιση στη μέση (να φανταστείτε έμαθα τα ονόματα 2 ώρες μετά, στο τραπέζι), χάσαμε και το μπέμπη που χειροκροτούσε πανευτυχής τον παπά και με τα καλά μας και τους φιόγκους μας να σούρνονται στη σκόνη πήγαμε να μαζέψουμε γονείς και Λύκο. Οι γονείς μαζεύονταν, ο Λύκος όχι. Ήρθε την άλλη μέρα ο γερανός (στη μέση του πουθενά) και τον μάζεψε. Εμείς πήγαμε κατευθείαν στο τραπέζι, καθώς η βάφτιση είχε τελειώσει, όπου αφήσαμε τους έρμους γονείς με την απαραίτητη θεία Μαρία (κάθε οικογένεια έχει μια θεία Μαρία, που είναι ελαφρώς τρελή και βαρέως φλύαρη) και φάγαμε ωραιότατα μπιφτέκια. Μετά από όλα αυτά, ξεκινήσαμε την επόμενη μέρα, ο Λύκος μπροστά κι η Κοκκινοσκουφίτσα πίσω, κι επιστρέψαμε στη μαύρη τρύπα δίχως άλλες περιπέτειες. Ήταν αρκετές. Αφήσαμε πίσω μας συντρίμμια, τον Τριαντάφυλλο και την Εμμανουέλα, την άδεια μπαταρία του Λύκου και, μερικοί από εμάς, ένα κομμάτι της ψυχής τους στο απόλυτο καλοκαιρινό μέρος.
Ελπίζω να σας έλειψα, εμένα μου λείψατε και θα είμαι πιο τακτική. Πάω να βάψω τα νύχια μου, ένα κοραλλί, ένα πισινί (της πισίνας, άθλιοι, όχι του πισινού) γιατί δε μπορώ να αποφασίσω.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Κι όμως είμαι ακόμα εδώ. Κι αυτό το καλοκαίρι.


Πλάκα κάνεις. Από την 1η Αυγούστου; Έχω να φανώ 25 μέρες; Κι είστε εδώ ακόμα; Μπράβο μου, κάτι καλό θα είπα για να μη φύγετε. Πως περνάει ο καιρός. Ίσως αυτό να είπα, μεγάλη κουβέντα και πρωτότυπη κυρίως. Πάντως, αλήθεια, πως περνάει ο καιρός. Οι μέρες φεύγουν από μπροστά μου και από πάνω μου, μερικές φορές (ευτυχώς όχι πολλές) με σιχαίνονται κιόλας, που λέει κι ο ποιητής, και τρέχουν μακριά μου.
Δεν έχει αλλάξει και τίποτα, εδώ που τα λέμε. Ζω στη μαύρη τρύπα της μαύρης τρύπας του σύμπαντος, υποκρίνομαι ότι δουλεύω και ζουζουνίζω στο εργαστήριο του Γιάννη, ανακατεύοντας τις χάντρες του και χαλώντας τα ψαλίδια του, διαβάζω τα ρωσικά μου (για καθαρά φιλολογικούς λόγους, όχι ότι θα μου χρειαστούν και ποτέ) και πάω για τρέξιμο με τον κόουτς, τον οποίο πιάνει κανονικό παραλήρημα την ώρα που τρέχουμε και μου αναλύει όλα τα σημαντικά θέματα της ζωής. Μπορώ να κάνω ένα ξεχωριστό ιστολόγιο με τις θεωρίες του Παύλου. Προχτές μου περιέγραφε ακριβώς πως κατανέμει τις διάφορες δραστηριότητές του και πως έχει υπολογίσει πόσο χρόνο καταναλώνει για κάθε μία από αυτές κι επειδή θέλει να εντάξει και μια καλλιτεχνική δραστηριότητα, θα τρώει σπιρουλίνα (η οποία είναι φύκι, έτσι;) για να έχει περισσότερη ενέργεια. Γιατί εγώ πέφτω πάντα πάνω στους βλαμμένους, σε όποιο μέρος και να πάω;
Επίσης, κάναμε ένα μεγάλο πάρτι, πράγμα που κατανάλωσε πάρα πολλή από τη δική μας ενέργεια, γιατί το κάναμε στην ταράτσα κι έπρεπε να ανεβάσουμε ως εκεί τραπέζια, καρέκλες, πιάτα, ποτήρια, ποτά, φαγητά, δυο ηχεία ολυμπιακών διαστάσεων και μετά να τα ξανακατεβάσουμε κιόλας. Το αποτέλεσμα ήταν πως ήρθαν 67 άτομα, χορέψαμε μακαρένα περιχαρείς, ήπιαμε και στο τέλος ήρθε και η αστυνομία, ως επιστέγασμα. Ο Παύλος (που σχετικά με τα πάρτι έχει 2 θεωρίες: πως μόνο αν έρθει η αστυνομία είναι πετυχημένα και πως πρέπει να έχει αποκλειστικά κεφτεδάκια και τυροπιτάκια για φαγητό) είπε στα όργανα πως κακώς ήρθαν, διότι το πάρτι δεν ήταν μασκέ. Μετά, έφυγαν όλοι και ανακαλύψαμε πως μας είχαν μείνει 6 κουτιά με παγωτίνια, περίπου 12 μπουκάλια με διάφορα κρασιά, 2 μακαρονοσαλάτες, ίσα με 4 χιλιόμετρα λουκάνικα και κάτι πολύ ωραία πουγκιά με λαχανικά που έφτιαξε η Έλενα. Εγώ πάντως έμεινα πολύ ευχαριστημένη, διότι επιτέλους έγινε το μεγάλο πάρτι που θέλω εδώ και κάνα 4-5 χρόνια να κάνω, αλλά ήμουν στην Κέρκυρα, όπου, ως γνωστόν, είναι όλοι ξενέρωτοι, οπότε δύσκολο να κάνεις πάρτι.
Ταυτόχρονα με το πάρτι, τα Σάββατα του καυτού καλοκαιριού παραδίδωμε (ο Γιάννης δηλαδή, εγώ ζουζουνίζω, όπως προανέφερα) μαθήματα κατασκεύης χειροποίητου κοσμήματος (με γκασμά, στην κοινή καθομιλουμένη) σε παιδιά και ενήλικες. Όπως φαντάζεστε, καταλήγουμε να φτιάχνουμε εμείς όλα τα κοσμήματα όλων των ενηλίκων και όλων των παιδιών, αφού μας έχουν κουρελιάσει τα νεύρα, διότι τελείωσαν οι κόκκινες χάντρες και «Κατερίνα, δώσε μου λίγο σύρμα» και «Κατερίνα, τι χρώμα Swarovski να βάλω;» και «Γιάννη, τι ωραία μπράτσα που έχεις, πας γυμναστήριο;» (το άκουσα και αυτό) και «κυρία, δε μπορώ να το κάνω, θα μου το κάνετε;», «κυρία, πόσο νήμα να κόψω για το βραχιόλι;», παναγία μου, πως γίνεστε δάσκαλοι; Ευτυχώς τελείωσαν τα μαθήματα, πιστεύω δε θα αντέχαμε για πολύ ακόμα, έχουμε δει και πολύ Dexter, έτοιμα τα είχαμε τα νάιλον. Τέλοσπαντων, το κάναμε κι αυτό.
Τι άλλο έγινε; Μου λείπει το νησί και οι φίλες μου, αλλά αυτό δεν έγινε τώρα, είναι γενικώς κι επίσης, το παλεύω κι εδώ να βρω καινούργιους φίλους, μου κρύβονται, βέβαια, αλλά θα δείτε, θα τους ξετρυπώσω. Επίσης, η Δώρα τα ‘φτιαξε με έναν πολιτικό μηχανικό, που ακούγεται να είναι πολύ καλός, αλλά του αρέσει το χρώμα ασβεστί στα νύχια κι η Δώρα έχει πρόβλημα γιατί ως τώρα τα έβαφε στην καλύτερη περίπτωση κόκκινα, πώς να την παλέψει με το ασβεστί; Εγώ της είπα πως αυτός μάλλον το ‘χει πάθει από τις οικοδομές που τριγυρίζει, ως πολιτικός μηχανικός, και πως μια χαρά είναι το ασβεστί, σκέψου να ήταν αυτός, ξέρω ‘γω, βοθρατζής ή κάτι τέτοιο.
Επίσης, έχω πολλά ακόμα να σας πω, κάτι ιστορίες με το μπαμπά του Γιάννη που θα γελάτε 5 μέρες, αλλά νυστάζω μέχρι λιποθυμίας και αύριο φεύγουμε επιτέλους για «τύπου διακοπές» στο απόλυτο καλοκαιρινό μέρος (το Φανό, όπου πέρασα όλα τα παιδικά μου καλοκαίρια) και πρέπει να ξυπνήσω νωρίς, οπότε σας αφήνω κι όταν γυρίσω θα έχω να σας πω και για τη βάφτιση των ανιψιών μου. Τα γλυκά μου.
Καλό καλοκαίρι!

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Στου χαντάκ' θα με βρούνε.


Αστράφτει και βροντά από χτες το βράδυ κι εγώ αστράφτω και βροντώ από το Σάββατο το μεσημέρι, όπου έπεσα πάνω σε μια βλακεία που έγραψε κάποιος στο facebook και τράβηξα μεγάλη σύγχυση. Κι έκτοτε, συνεχίζω να συγχύζομαι και παράλληλα μου δημιουργείται η αίσθηση πως γίνομαι σταδιακά ανθέλληνας.
Δε μας χωνεύω, ρε παιδί μου, ως λαό, πως το λένε, όσο περνάνε τα χρόνια, οι εκλογές, τα άρθρα, τα σχόλια κι οι συζητήσεις, καταλήγω στο συμπέρασμα πως είμαστε τουλάχιστον ανόητοι, μικρόνοοι, αλαζόνες και φαντασμένοι. Και λέω κιόλας, καμιά φορά, καλά να πάθουμε ή, αγγλιστί, για να σταματήσει αυτό το παραμύθι με την ελληνική γλώσσα-κι άλλες γλώσσες έχουν ωραία εκφραστικά μέσα-we had it coming.
Επί της γλώσσας, λοιπόν, και η ταραχή μου.
Έγραφε μια παλιά μου συμμαθήτρια στο facebook, κάτω από τον τίτλο «ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ-ΕΛΛΑΔΑ», ένα κατεβατό από αρχαία ελληνικά ονόματα, υπαρκτών τε και μυθολογικών προσώπων, χωρίς καμία σειρά, αλφαβητική, χρονολογική ή έστω κατά σημασία επιτεύγματος, (Σωκράτης, Αλέξανδρος, Αχιλλέας, Πυθαγόρας, κλπ) και συνέχιζε, με υπότιτλο «Μ. Βρετανία», με άλλα ονόματα, αγγλικά, σε παρόμοιο συνονθύλευμα (Beckam, Mr Bean, James Bond, κλπ). Δεν είχα δει την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στο Λονδίνο, αλλά αντελήφθην, εκ των υστέρων, όταν μου την περιέγραψε λεπτομερώς η αδελφή μου, πως εκεί αναφερόταν το σχόλιο, το οποίο τελείωνε με την υπαινικτική φράση «Τα συμπεράσματα δικά σας…». Ότι και καλά, οι Άγγλοι υστερούν και μόνο αυτά είχαν να δείξουν. Οκ, αναμενόμενο, μαζί και τα like που έπεφταν σωρό.
Αλλά εκεί που εκνευρίστηκα ήταν όταν κάποιος σχολίασε τα εξής: «και βρέθηκε και κάποιος ανιστόρητος άγγλος να πει ενοποιών όλων πως οι Ο.Α. επίστρεψαν σπίτι τους».
Πριν κοκορευτούμε για τη γλώσσα και την πατρίδα που μας έδωσαν (κάποιοι άλλοι, όχι ότι εμείς κάναμε και τίποτα) ελληνική, ας μάθουμε να τη μιλάμε και να τη γράφουμε. Που βγήκε ο ανορθόγραφος (άκου ενοποιών! Τι ακριβώς ενοποιούσε; Τη βλακεία με την αμορφωσιά;) και αστοιχείωτος να κατηγορήσει «κάποιον ανιστόρητο άγγλο», δηλαδή το Βέλγο πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Jacques Rogge. Αυτό ήταν η αφορμή. Πολλάκις έχω αγανακτήσει με τις τερατώδεις ανορθογραφίες και τα ασύλληπτα συντακτικά λάθη που αντικρίζω σε σχόλια και παρεμβολές που υπεραμύνονται της γλώσσας, της ιστορίας, του πολιτισμού και διαφόρων άλλων της Ελλάδας. Μπορεί να έχουν δίκιο αυτά τα σχόλια, αλλά όταν γράφονται σε άπταιστα greeklish ή με φριχτά λάθη, που αν τα έβλεπε ο Αριστοτέλης ή ο Σωκράτης, θα τους πέφτανε και τα λίγα μαλλιά που τους είχανε απομείνει, μετατρέπονται σε φαιδρότητες που δε μπορεί κανείς να πάρει σοβαρά. Πρώτο αυτό. Μάθετε να γράφετε και να μιλάτε και μετά περηφανευτείτε που είστε Έλληνες. Η δομή και η πορεία της ελληνικής γλώσσας είναι πράγματι πλούσια και μαγευτική, αλλά είναι κι εξίσου πολύπλοκη. Επίσης, εξίσου πλούσιες και μαγευτικές είναι και διάφορες άλλες γλώσσες του κόσμου-το ότι εμείς δεν το γνωρίζουμε αυτό, δεν το κάνει και να μην υπάρχει.
Κι αυτό μας φέρνει στο δεύτερο. Γενικά, έχουμε την τάση να μειώνουμε ή και να υποκρινόμαστε πως δεν υπάρχει (διότι άκουσα και το αμίμητο «οι Άγγλοι δεν έχουν λογοτεχνία», έρμε Σαίξπηρ, τσάμπα έφαγες τα χρόνια σου) οτιδήποτε δεν είναι ελληνικό-κακώς. Δεν θα κουραστώ ποτέ να το λέω και να μαλώνω γι’ αυτό, δεν είμαστε ο περιούσιος λαός, για δύο λόγους, επειδή δεν υπάρχει περιούσιος λαός-εφτά δισεκατομμύρια όντα υπάρχουν στη γη κι όλα έχουν την ίδια σημασία-κι επειδή, και να ήμασταν κάποτε, μόνοι μας βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας. Αν ρίξουμε μια μικρή ματιά στην παγκόσμια ιστορία (ω, ναι, υπάρχει και παγκόσμια ιστορία, όχι μόνο ελληνική) θα ανακαλύψουμε την Αμερική ή, πιο επιστημονικά, τα επιτεύγματα και άλλων λαών. Γενικά, αυτή είναι η μαγική φράση. Και άλλοι λαοί. Αλλά, αδιάβαστοι καθώς είμαστε και ακατάδεχτοι, δεν ξέρουμε τίποτα και το χειρότερο, δε θέλουμε και να μάθουμε. Κι εδώ είναι το μεγάλο μας λάθος. Αν δεν έχεις γνώση, δεν έχεις και δύναμη, όπως λέει κι ο Παύλος. Οι Έλληνες νομίζουμε πως έχουμε τη γνώση από γεννησιμιού μας. Αμ δε. Πρέπει να την αποκτήσουμε τη γνώση και μετά θα έχουμε και τη δύναμη να υπερασπιστούμε τη χώρα μας απέναντι στις αδικίες που της γίνονται-αν της γίνονται.
Μην πιστέψετε πως δεν αγαπώ την Ελλάδα-ένας από τους λόγους που έγινα ξεναγός είναι πως την αγαπώ πολύ (ο άλλος είναι τα λεφτά). Επειδή την αγαπώ κι επειδή δε μπορώ να βλέπω να κατακρεουργούν και να καπηλεύονται την ιστορία της, τη γλώσσα της και το παρελθόν της διάφοροι άχρηστοι που δε μπορούν να κάνουν τίποτα από μόνοι τους, τα λέω αυτά.

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Σε δείχνει η τηλεόραση;


Θα σας διηγηθώ πως πέρασα το Σαββατοκύριακο, όπου ήρθανε το αδέλφι κι η Δώρα από τη Θεσσαλονίκη για τρελό weekend στου Γιάννη. Η φίλη μου η Δώρα, με την οποία γνωριστήκαμε την πρώτη μέρα στο Πανεπιστήμιο επειδή της άρεσαν τα κόκκινα παπούτσια μου, είναι τρελή. Μιλάμε για το άτομο που, τον καιρό που τρώγαμε στη λέσχη του Πανεπιστημίου (αχ, αξέχαστες εποχές και αξέχαστος μπακαλιάρος), αφού είχαμε αποφάει, έπαιρνε τις φλούδες από τα πορτοκάλια και τις ψιλόκοβε, διότι, έλεγε, δεν είχε ποτέ στη ζωή της καθαρίσει φασολάκια κι αυτή η κίνηση της έμοιαζε με το να καθαρίζει φασολάκια κι έτσι βαυκαλιζόταν ότι καθαρίζει όντως φασολάκια και δεν είναι εντελώς και αδιόρθωτα ανεπρόκοπη (που είναι). Αντιλαμβάνεστε. 
Η αδελφή μου είναι επίσης τρελή: έχει στο σπίτι της 3 σφουγγαρίστρες, μία για το μπαλκόνι, μία για το μπάνιο και μία για το υπόλοιπο σπίτι-υποπτεύομαι πως έχει και μία τέταρτη, για το διάδρομο της πολυκατοικίας, και μας το κρύβει. 
Εγώ, όπως ξέρετε, είμαι τρελή. 
Ο Γιάννης ήταν το τραγικό πρόσωπο.
Έρχονται, λοιπόν, οι κοπέλες το Σάββατο το μεσημέρι, οπότε εγώ είχα συγχυστεί αρκούντως από κάτι που διάβασα στο facebook, για το οποίο θα σας μιλήσω μια μέρα, φορτώνουμε και τον απαραίτητο Παύλο στο αυτοκίνητο και πάμε για μπάνιο σε μια παραλία που δε μπορούσες ούτε να κλάσεις, όπως είπε η Δώρα, από τον κόσμο. Γενικά, βέβαια, δεν είναι ευγενικό να κλάνεις όταν υπάρχει κόσμος, αλλά εκεί υπήρχε τόσος κόσμος που ούτε να κουνιέσαι ήταν ευγενικό: χούφτωνες τον διπλανό σου (αυτό δεν το θεωρούν όλοι αγένεια, αλλά ξεφεύγουμε). Εκεί, αφού μείναμε μέσα στο νερό ώσπου γίναμε σαν τη Σάντακο στο Ring, βγήκαμε να λιαστούμε και να παίξουμε ένα παιχνίδι που η Δώρα λέει ότι το λένε «μάντεψε ποιος» κι όπου όλοι βάζουν με το μυαλό τους έναν διάσημο (ο καθένας τον δικό του, έτσι;) και  προσπαθούμε να μαντέψουμε ο ένας τον διάσημο του άλλου με ερωτήσεις που μπορούν να απαντηθούν με ναι ή όχι. Η βλακεία είναι σαν το σύμπαν: δεν τελειώνει ποτέ.
Ρωτούσαμε, λοιπόν, ο ένας τον άλλον «ζεις;», «είσαι ευρωπαίος;», «σε δείχνει η τηλεόραση;» κι άλλα τέτοια ευτράπελα. Νομίζω πως μια παρέα δίπλα πίστεψε πως ήμασταν τρόφιμοι που μας έβγαλαν για βόλτα και απομακρύνθηκαν διακριτικά-ουδέν κακό αμιγές καλού (όταν ήμουν μικρή, νόμιζα πως σ’ αυτή την έκφραση η λέξη αμιγές ήταν πληθυντικός, ότι δηλαδή κανένα κακό δεν έχει αμιγές του καλού, μη ρωτάτε). Το θέμα είναι ότι οι ερωτήσεις αυτές έμειναν ως το σλόγκαν του σαββατοκύριακου κι αντί για καλημέρα λέγαμε ο ένας στον άλλον «είσαι ευρωπαίος;». Το παιχνίδι συνεχίστηκε και στην επιστροφή, όπου η Βάσια έβαλε ως διάσημη τη Σαλώμη (στο θεό σας) και μέχρι να το βρούμε μας είπε ότι έζησε πριν το Μεσαίωνα, κάπου στην Ινδία ή γύρω εκεί και η Δώρα, επειδή είχε αγανακτήσει που δεν έβρισκε τη διάσημη της Βάσιας, τη ρώτησε «σε βίαζαν οι Μογγόλοι όταν ήσουν μικρή;» για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο. Ο Γιάννης παραλίγο να τρακάρει.
Την επόμενη μέρα κι αφού φάγαμε κάτι πίτσες, που τις είχαμε ακουμπήσει στην καρέκλα κι εγώ κάθισα πάνω τους, πράγμα που θα περίμενε κανείς να κάνει η Δώρα και όχι εγώ, φτιάξαμε ένα κολιέ από μολύβια και ξαναπήγαμε για μπάνιο σε μια πιο ερημική παραλία, που τελικά δεν ήταν και τόσο ερημική, αφού στη διάρκεια της παραμονής μας εκεί εμφανίστηκαν οι εξής: μία κοπέλα πάνω σε ένα άλογο, αρχικά καβαλικεύουσα και μετά στεκόμενη όρθια και κάνουσα ακροβατικά πάνω στο άλογο, ο εκπαιδευτής αλόγου και ακροβάτισσας, ένας αλεξιπτωτιστής με παραπέντε που μας χαιρετούσε ενθουσιασμένος, ένα μικρό σκυλί που σηκώθηκε στα δύο πόδια για να φιλήσει το άλογο κι ένα δεύτερο σκυλί που ατάραχο μπήκε στη θάλασσα κι έκατσε μέσα κάνα τέταρτο. Φαινόταν να το ευχαριστιέται.
Ωστόσο, δε μας πτόησε τίποτα, πήραμε το λουτρό μας και καταβροχθίσαμε το κοτόπουλο με ρύζι και μετά λιώσαμε. Εγώ λαγοκοιμόμουν, ο Γιάννης κοιμόταν κανονικά κι η Δώρα με τη Βάσια αποφασίζανε ποιος ηθοποιός θα μας έπαιζε αν η ζωή μας γινόταν ταινία. Για μένα είπανε τη Τζούλια Ρόμπερτς, αλλά εγώ τους είπα πως είναι λίγο κοντή για μένα. Αφού τελείωσε το τσίρκο με άλογα, ακροβάτες, κλπ, τα μαζέψαμε κι εμείς και μέχρι να φτάσουμε στο ΚΤΕΛ για να φύγουν τα κορίτσια λέγαμε τι ωραία που είναι να φοράς το μαγιό σου κι ότι είναι σα να μη φοράς τίποτα. Η Δώρα, όμως, μας είπε πως ένιωθε σα να φοράει «την πανοπλία του Άραγκορν από μίθριλ τσιγκελάκι, που του είχε πλέξει η κόρη του Στιβ Τάιλερ» και ξεραθήκαμε στα γέλια κι εκεί αποφάσισα εγώ να σας περιγράψω αυτό τι σαββατοκύριακο και σημείωνα τις ατάκες στο διαφημιστικό Scrap.Paiteris-ανακύκλωση σιδήρων και μετάλλων.
Μετά από αυτό, σας αφήνω, να κάνω και μπάνιο, γιατί έχουμε ξεκινήσει την έκτη σεζόν του Ντέξτερ κι έχω αγωνία.