Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Κι όμως είμαι ακόμα εδώ. Κι αυτό το καλοκαίρι.


Πλάκα κάνεις. Από την 1η Αυγούστου; Έχω να φανώ 25 μέρες; Κι είστε εδώ ακόμα; Μπράβο μου, κάτι καλό θα είπα για να μη φύγετε. Πως περνάει ο καιρός. Ίσως αυτό να είπα, μεγάλη κουβέντα και πρωτότυπη κυρίως. Πάντως, αλήθεια, πως περνάει ο καιρός. Οι μέρες φεύγουν από μπροστά μου και από πάνω μου, μερικές φορές (ευτυχώς όχι πολλές) με σιχαίνονται κιόλας, που λέει κι ο ποιητής, και τρέχουν μακριά μου.
Δεν έχει αλλάξει και τίποτα, εδώ που τα λέμε. Ζω στη μαύρη τρύπα της μαύρης τρύπας του σύμπαντος, υποκρίνομαι ότι δουλεύω και ζουζουνίζω στο εργαστήριο του Γιάννη, ανακατεύοντας τις χάντρες του και χαλώντας τα ψαλίδια του, διαβάζω τα ρωσικά μου (για καθαρά φιλολογικούς λόγους, όχι ότι θα μου χρειαστούν και ποτέ) και πάω για τρέξιμο με τον κόουτς, τον οποίο πιάνει κανονικό παραλήρημα την ώρα που τρέχουμε και μου αναλύει όλα τα σημαντικά θέματα της ζωής. Μπορώ να κάνω ένα ξεχωριστό ιστολόγιο με τις θεωρίες του Παύλου. Προχτές μου περιέγραφε ακριβώς πως κατανέμει τις διάφορες δραστηριότητές του και πως έχει υπολογίσει πόσο χρόνο καταναλώνει για κάθε μία από αυτές κι επειδή θέλει να εντάξει και μια καλλιτεχνική δραστηριότητα, θα τρώει σπιρουλίνα (η οποία είναι φύκι, έτσι;) για να έχει περισσότερη ενέργεια. Γιατί εγώ πέφτω πάντα πάνω στους βλαμμένους, σε όποιο μέρος και να πάω;
Επίσης, κάναμε ένα μεγάλο πάρτι, πράγμα που κατανάλωσε πάρα πολλή από τη δική μας ενέργεια, γιατί το κάναμε στην ταράτσα κι έπρεπε να ανεβάσουμε ως εκεί τραπέζια, καρέκλες, πιάτα, ποτήρια, ποτά, φαγητά, δυο ηχεία ολυμπιακών διαστάσεων και μετά να τα ξανακατεβάσουμε κιόλας. Το αποτέλεσμα ήταν πως ήρθαν 67 άτομα, χορέψαμε μακαρένα περιχαρείς, ήπιαμε και στο τέλος ήρθε και η αστυνομία, ως επιστέγασμα. Ο Παύλος (που σχετικά με τα πάρτι έχει 2 θεωρίες: πως μόνο αν έρθει η αστυνομία είναι πετυχημένα και πως πρέπει να έχει αποκλειστικά κεφτεδάκια και τυροπιτάκια για φαγητό) είπε στα όργανα πως κακώς ήρθαν, διότι το πάρτι δεν ήταν μασκέ. Μετά, έφυγαν όλοι και ανακαλύψαμε πως μας είχαν μείνει 6 κουτιά με παγωτίνια, περίπου 12 μπουκάλια με διάφορα κρασιά, 2 μακαρονοσαλάτες, ίσα με 4 χιλιόμετρα λουκάνικα και κάτι πολύ ωραία πουγκιά με λαχανικά που έφτιαξε η Έλενα. Εγώ πάντως έμεινα πολύ ευχαριστημένη, διότι επιτέλους έγινε το μεγάλο πάρτι που θέλω εδώ και κάνα 4-5 χρόνια να κάνω, αλλά ήμουν στην Κέρκυρα, όπου, ως γνωστόν, είναι όλοι ξενέρωτοι, οπότε δύσκολο να κάνεις πάρτι.
Ταυτόχρονα με το πάρτι, τα Σάββατα του καυτού καλοκαιριού παραδίδωμε (ο Γιάννης δηλαδή, εγώ ζουζουνίζω, όπως προανέφερα) μαθήματα κατασκεύης χειροποίητου κοσμήματος (με γκασμά, στην κοινή καθομιλουμένη) σε παιδιά και ενήλικες. Όπως φαντάζεστε, καταλήγουμε να φτιάχνουμε εμείς όλα τα κοσμήματα όλων των ενηλίκων και όλων των παιδιών, αφού μας έχουν κουρελιάσει τα νεύρα, διότι τελείωσαν οι κόκκινες χάντρες και «Κατερίνα, δώσε μου λίγο σύρμα» και «Κατερίνα, τι χρώμα Swarovski να βάλω;» και «Γιάννη, τι ωραία μπράτσα που έχεις, πας γυμναστήριο;» (το άκουσα και αυτό) και «κυρία, δε μπορώ να το κάνω, θα μου το κάνετε;», «κυρία, πόσο νήμα να κόψω για το βραχιόλι;», παναγία μου, πως γίνεστε δάσκαλοι; Ευτυχώς τελείωσαν τα μαθήματα, πιστεύω δε θα αντέχαμε για πολύ ακόμα, έχουμε δει και πολύ Dexter, έτοιμα τα είχαμε τα νάιλον. Τέλοσπαντων, το κάναμε κι αυτό.
Τι άλλο έγινε; Μου λείπει το νησί και οι φίλες μου, αλλά αυτό δεν έγινε τώρα, είναι γενικώς κι επίσης, το παλεύω κι εδώ να βρω καινούργιους φίλους, μου κρύβονται, βέβαια, αλλά θα δείτε, θα τους ξετρυπώσω. Επίσης, η Δώρα τα ‘φτιαξε με έναν πολιτικό μηχανικό, που ακούγεται να είναι πολύ καλός, αλλά του αρέσει το χρώμα ασβεστί στα νύχια κι η Δώρα έχει πρόβλημα γιατί ως τώρα τα έβαφε στην καλύτερη περίπτωση κόκκινα, πώς να την παλέψει με το ασβεστί; Εγώ της είπα πως αυτός μάλλον το ‘χει πάθει από τις οικοδομές που τριγυρίζει, ως πολιτικός μηχανικός, και πως μια χαρά είναι το ασβεστί, σκέψου να ήταν αυτός, ξέρω ‘γω, βοθρατζής ή κάτι τέτοιο.
Επίσης, έχω πολλά ακόμα να σας πω, κάτι ιστορίες με το μπαμπά του Γιάννη που θα γελάτε 5 μέρες, αλλά νυστάζω μέχρι λιποθυμίας και αύριο φεύγουμε επιτέλους για «τύπου διακοπές» στο απόλυτο καλοκαιρινό μέρος (το Φανό, όπου πέρασα όλα τα παιδικά μου καλοκαίρια) και πρέπει να ξυπνήσω νωρίς, οπότε σας αφήνω κι όταν γυρίσω θα έχω να σας πω και για τη βάφτιση των ανιψιών μου. Τα γλυκά μου.
Καλό καλοκαίρι!

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Στου χαντάκ' θα με βρούνε.


Αστράφτει και βροντά από χτες το βράδυ κι εγώ αστράφτω και βροντώ από το Σάββατο το μεσημέρι, όπου έπεσα πάνω σε μια βλακεία που έγραψε κάποιος στο facebook και τράβηξα μεγάλη σύγχυση. Κι έκτοτε, συνεχίζω να συγχύζομαι και παράλληλα μου δημιουργείται η αίσθηση πως γίνομαι σταδιακά ανθέλληνας.
Δε μας χωνεύω, ρε παιδί μου, ως λαό, πως το λένε, όσο περνάνε τα χρόνια, οι εκλογές, τα άρθρα, τα σχόλια κι οι συζητήσεις, καταλήγω στο συμπέρασμα πως είμαστε τουλάχιστον ανόητοι, μικρόνοοι, αλαζόνες και φαντασμένοι. Και λέω κιόλας, καμιά φορά, καλά να πάθουμε ή, αγγλιστί, για να σταματήσει αυτό το παραμύθι με την ελληνική γλώσσα-κι άλλες γλώσσες έχουν ωραία εκφραστικά μέσα-we had it coming.
Επί της γλώσσας, λοιπόν, και η ταραχή μου.
Έγραφε μια παλιά μου συμμαθήτρια στο facebook, κάτω από τον τίτλο «ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ-ΕΛΛΑΔΑ», ένα κατεβατό από αρχαία ελληνικά ονόματα, υπαρκτών τε και μυθολογικών προσώπων, χωρίς καμία σειρά, αλφαβητική, χρονολογική ή έστω κατά σημασία επιτεύγματος, (Σωκράτης, Αλέξανδρος, Αχιλλέας, Πυθαγόρας, κλπ) και συνέχιζε, με υπότιτλο «Μ. Βρετανία», με άλλα ονόματα, αγγλικά, σε παρόμοιο συνονθύλευμα (Beckam, Mr Bean, James Bond, κλπ). Δεν είχα δει την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στο Λονδίνο, αλλά αντελήφθην, εκ των υστέρων, όταν μου την περιέγραψε λεπτομερώς η αδελφή μου, πως εκεί αναφερόταν το σχόλιο, το οποίο τελείωνε με την υπαινικτική φράση «Τα συμπεράσματα δικά σας…». Ότι και καλά, οι Άγγλοι υστερούν και μόνο αυτά είχαν να δείξουν. Οκ, αναμενόμενο, μαζί και τα like που έπεφταν σωρό.
Αλλά εκεί που εκνευρίστηκα ήταν όταν κάποιος σχολίασε τα εξής: «και βρέθηκε και κάποιος ανιστόρητος άγγλος να πει ενοποιών όλων πως οι Ο.Α. επίστρεψαν σπίτι τους».
Πριν κοκορευτούμε για τη γλώσσα και την πατρίδα που μας έδωσαν (κάποιοι άλλοι, όχι ότι εμείς κάναμε και τίποτα) ελληνική, ας μάθουμε να τη μιλάμε και να τη γράφουμε. Που βγήκε ο ανορθόγραφος (άκου ενοποιών! Τι ακριβώς ενοποιούσε; Τη βλακεία με την αμορφωσιά;) και αστοιχείωτος να κατηγορήσει «κάποιον ανιστόρητο άγγλο», δηλαδή το Βέλγο πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Jacques Rogge. Αυτό ήταν η αφορμή. Πολλάκις έχω αγανακτήσει με τις τερατώδεις ανορθογραφίες και τα ασύλληπτα συντακτικά λάθη που αντικρίζω σε σχόλια και παρεμβολές που υπεραμύνονται της γλώσσας, της ιστορίας, του πολιτισμού και διαφόρων άλλων της Ελλάδας. Μπορεί να έχουν δίκιο αυτά τα σχόλια, αλλά όταν γράφονται σε άπταιστα greeklish ή με φριχτά λάθη, που αν τα έβλεπε ο Αριστοτέλης ή ο Σωκράτης, θα τους πέφτανε και τα λίγα μαλλιά που τους είχανε απομείνει, μετατρέπονται σε φαιδρότητες που δε μπορεί κανείς να πάρει σοβαρά. Πρώτο αυτό. Μάθετε να γράφετε και να μιλάτε και μετά περηφανευτείτε που είστε Έλληνες. Η δομή και η πορεία της ελληνικής γλώσσας είναι πράγματι πλούσια και μαγευτική, αλλά είναι κι εξίσου πολύπλοκη. Επίσης, εξίσου πλούσιες και μαγευτικές είναι και διάφορες άλλες γλώσσες του κόσμου-το ότι εμείς δεν το γνωρίζουμε αυτό, δεν το κάνει και να μην υπάρχει.
Κι αυτό μας φέρνει στο δεύτερο. Γενικά, έχουμε την τάση να μειώνουμε ή και να υποκρινόμαστε πως δεν υπάρχει (διότι άκουσα και το αμίμητο «οι Άγγλοι δεν έχουν λογοτεχνία», έρμε Σαίξπηρ, τσάμπα έφαγες τα χρόνια σου) οτιδήποτε δεν είναι ελληνικό-κακώς. Δεν θα κουραστώ ποτέ να το λέω και να μαλώνω γι’ αυτό, δεν είμαστε ο περιούσιος λαός, για δύο λόγους, επειδή δεν υπάρχει περιούσιος λαός-εφτά δισεκατομμύρια όντα υπάρχουν στη γη κι όλα έχουν την ίδια σημασία-κι επειδή, και να ήμασταν κάποτε, μόνοι μας βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας. Αν ρίξουμε μια μικρή ματιά στην παγκόσμια ιστορία (ω, ναι, υπάρχει και παγκόσμια ιστορία, όχι μόνο ελληνική) θα ανακαλύψουμε την Αμερική ή, πιο επιστημονικά, τα επιτεύγματα και άλλων λαών. Γενικά, αυτή είναι η μαγική φράση. Και άλλοι λαοί. Αλλά, αδιάβαστοι καθώς είμαστε και ακατάδεχτοι, δεν ξέρουμε τίποτα και το χειρότερο, δε θέλουμε και να μάθουμε. Κι εδώ είναι το μεγάλο μας λάθος. Αν δεν έχεις γνώση, δεν έχεις και δύναμη, όπως λέει κι ο Παύλος. Οι Έλληνες νομίζουμε πως έχουμε τη γνώση από γεννησιμιού μας. Αμ δε. Πρέπει να την αποκτήσουμε τη γνώση και μετά θα έχουμε και τη δύναμη να υπερασπιστούμε τη χώρα μας απέναντι στις αδικίες που της γίνονται-αν της γίνονται.
Μην πιστέψετε πως δεν αγαπώ την Ελλάδα-ένας από τους λόγους που έγινα ξεναγός είναι πως την αγαπώ πολύ (ο άλλος είναι τα λεφτά). Επειδή την αγαπώ κι επειδή δε μπορώ να βλέπω να κατακρεουργούν και να καπηλεύονται την ιστορία της, τη γλώσσα της και το παρελθόν της διάφοροι άχρηστοι που δε μπορούν να κάνουν τίποτα από μόνοι τους, τα λέω αυτά.

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Σε δείχνει η τηλεόραση;


Θα σας διηγηθώ πως πέρασα το Σαββατοκύριακο, όπου ήρθανε το αδέλφι κι η Δώρα από τη Θεσσαλονίκη για τρελό weekend στου Γιάννη. Η φίλη μου η Δώρα, με την οποία γνωριστήκαμε την πρώτη μέρα στο Πανεπιστήμιο επειδή της άρεσαν τα κόκκινα παπούτσια μου, είναι τρελή. Μιλάμε για το άτομο που, τον καιρό που τρώγαμε στη λέσχη του Πανεπιστημίου (αχ, αξέχαστες εποχές και αξέχαστος μπακαλιάρος), αφού είχαμε αποφάει, έπαιρνε τις φλούδες από τα πορτοκάλια και τις ψιλόκοβε, διότι, έλεγε, δεν είχε ποτέ στη ζωή της καθαρίσει φασολάκια κι αυτή η κίνηση της έμοιαζε με το να καθαρίζει φασολάκια κι έτσι βαυκαλιζόταν ότι καθαρίζει όντως φασολάκια και δεν είναι εντελώς και αδιόρθωτα ανεπρόκοπη (που είναι). Αντιλαμβάνεστε. 
Η αδελφή μου είναι επίσης τρελή: έχει στο σπίτι της 3 σφουγγαρίστρες, μία για το μπαλκόνι, μία για το μπάνιο και μία για το υπόλοιπο σπίτι-υποπτεύομαι πως έχει και μία τέταρτη, για το διάδρομο της πολυκατοικίας, και μας το κρύβει. 
Εγώ, όπως ξέρετε, είμαι τρελή. 
Ο Γιάννης ήταν το τραγικό πρόσωπο.
Έρχονται, λοιπόν, οι κοπέλες το Σάββατο το μεσημέρι, οπότε εγώ είχα συγχυστεί αρκούντως από κάτι που διάβασα στο facebook, για το οποίο θα σας μιλήσω μια μέρα, φορτώνουμε και τον απαραίτητο Παύλο στο αυτοκίνητο και πάμε για μπάνιο σε μια παραλία που δε μπορούσες ούτε να κλάσεις, όπως είπε η Δώρα, από τον κόσμο. Γενικά, βέβαια, δεν είναι ευγενικό να κλάνεις όταν υπάρχει κόσμος, αλλά εκεί υπήρχε τόσος κόσμος που ούτε να κουνιέσαι ήταν ευγενικό: χούφτωνες τον διπλανό σου (αυτό δεν το θεωρούν όλοι αγένεια, αλλά ξεφεύγουμε). Εκεί, αφού μείναμε μέσα στο νερό ώσπου γίναμε σαν τη Σάντακο στο Ring, βγήκαμε να λιαστούμε και να παίξουμε ένα παιχνίδι που η Δώρα λέει ότι το λένε «μάντεψε ποιος» κι όπου όλοι βάζουν με το μυαλό τους έναν διάσημο (ο καθένας τον δικό του, έτσι;) και  προσπαθούμε να μαντέψουμε ο ένας τον διάσημο του άλλου με ερωτήσεις που μπορούν να απαντηθούν με ναι ή όχι. Η βλακεία είναι σαν το σύμπαν: δεν τελειώνει ποτέ.
Ρωτούσαμε, λοιπόν, ο ένας τον άλλον «ζεις;», «είσαι ευρωπαίος;», «σε δείχνει η τηλεόραση;» κι άλλα τέτοια ευτράπελα. Νομίζω πως μια παρέα δίπλα πίστεψε πως ήμασταν τρόφιμοι που μας έβγαλαν για βόλτα και απομακρύνθηκαν διακριτικά-ουδέν κακό αμιγές καλού (όταν ήμουν μικρή, νόμιζα πως σ’ αυτή την έκφραση η λέξη αμιγές ήταν πληθυντικός, ότι δηλαδή κανένα κακό δεν έχει αμιγές του καλού, μη ρωτάτε). Το θέμα είναι ότι οι ερωτήσεις αυτές έμειναν ως το σλόγκαν του σαββατοκύριακου κι αντί για καλημέρα λέγαμε ο ένας στον άλλον «είσαι ευρωπαίος;». Το παιχνίδι συνεχίστηκε και στην επιστροφή, όπου η Βάσια έβαλε ως διάσημη τη Σαλώμη (στο θεό σας) και μέχρι να το βρούμε μας είπε ότι έζησε πριν το Μεσαίωνα, κάπου στην Ινδία ή γύρω εκεί και η Δώρα, επειδή είχε αγανακτήσει που δεν έβρισκε τη διάσημη της Βάσιας, τη ρώτησε «σε βίαζαν οι Μογγόλοι όταν ήσουν μικρή;» για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο. Ο Γιάννης παραλίγο να τρακάρει.
Την επόμενη μέρα κι αφού φάγαμε κάτι πίτσες, που τις είχαμε ακουμπήσει στην καρέκλα κι εγώ κάθισα πάνω τους, πράγμα που θα περίμενε κανείς να κάνει η Δώρα και όχι εγώ, φτιάξαμε ένα κολιέ από μολύβια και ξαναπήγαμε για μπάνιο σε μια πιο ερημική παραλία, που τελικά δεν ήταν και τόσο ερημική, αφού στη διάρκεια της παραμονής μας εκεί εμφανίστηκαν οι εξής: μία κοπέλα πάνω σε ένα άλογο, αρχικά καβαλικεύουσα και μετά στεκόμενη όρθια και κάνουσα ακροβατικά πάνω στο άλογο, ο εκπαιδευτής αλόγου και ακροβάτισσας, ένας αλεξιπτωτιστής με παραπέντε που μας χαιρετούσε ενθουσιασμένος, ένα μικρό σκυλί που σηκώθηκε στα δύο πόδια για να φιλήσει το άλογο κι ένα δεύτερο σκυλί που ατάραχο μπήκε στη θάλασσα κι έκατσε μέσα κάνα τέταρτο. Φαινόταν να το ευχαριστιέται.
Ωστόσο, δε μας πτόησε τίποτα, πήραμε το λουτρό μας και καταβροχθίσαμε το κοτόπουλο με ρύζι και μετά λιώσαμε. Εγώ λαγοκοιμόμουν, ο Γιάννης κοιμόταν κανονικά κι η Δώρα με τη Βάσια αποφασίζανε ποιος ηθοποιός θα μας έπαιζε αν η ζωή μας γινόταν ταινία. Για μένα είπανε τη Τζούλια Ρόμπερτς, αλλά εγώ τους είπα πως είναι λίγο κοντή για μένα. Αφού τελείωσε το τσίρκο με άλογα, ακροβάτες, κλπ, τα μαζέψαμε κι εμείς και μέχρι να φτάσουμε στο ΚΤΕΛ για να φύγουν τα κορίτσια λέγαμε τι ωραία που είναι να φοράς το μαγιό σου κι ότι είναι σα να μη φοράς τίποτα. Η Δώρα, όμως, μας είπε πως ένιωθε σα να φοράει «την πανοπλία του Άραγκορν από μίθριλ τσιγκελάκι, που του είχε πλέξει η κόρη του Στιβ Τάιλερ» και ξεραθήκαμε στα γέλια κι εκεί αποφάσισα εγώ να σας περιγράψω αυτό τι σαββατοκύριακο και σημείωνα τις ατάκες στο διαφημιστικό Scrap.Paiteris-ανακύκλωση σιδήρων και μετάλλων.
Μετά από αυτό, σας αφήνω, να κάνω και μπάνιο, γιατί έχουμε ξεκινήσει την έκτη σεζόν του Ντέξτερ κι έχω αγωνία.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Πάνω απ' όλα, οι ξεναγοί είναι εξωστρεφείς.


Αποφάσισα να γίνω ξεναγός όταν ήμουν στη Δευτέρα Λυκείου και μας είχαν πάει εκδρομή στη Βεργίνα, η οποία, τω καιρώ εκείνω, δεν ήταν ακόμα τόσο τρέντι όσο είναι σήμερα και όπου μας ξενάγησε μια κυρία, ξεναγός, φαντάζομαι, η οποία ήτο ελαφρώς άτυχη, διότι η μόνη ανάμνηση που μας έχει μείνει από αυτή είναι που κάποια στιγμή έχασε τον ειρμό των λόγων της και δε μπορούσε να θυμηθεί τη λέξη δόρυ και τραύλιζε «το… το…», ώσπου η Μαρίνα πετάχτηκε σαν την τσουτσού και θριαμβευτικά αναφώνησε «Δόρυ!». Δυστυχώς, δε θυμάμαι και πολλά από την υπόλοιπη ξενάγηση, αλλά υποθέτω πως θα ήταν καλή, αφού εγώ πήρα την απόφαση να γίνω ξεναγός μετά από αυτό-ή μπορεί να ήταν και άθλια και γι’ αυτό ακριβώς να πήρα κι εγώ την προαναφερθείσα απόφαση. Είναι κάτι που δεν θα το μάθουμε ποτέ, εκτός κι αν, ανάμεσα στα εκατομμύρια των αναγνωστών μου (λατρεύω να με παινεύω), υπάρχει κι εκείνη η κυρία ξεναγός που είναι υπεύθυνη για την εξέλιξη της ζωής μου και μας διαφωτίσει. Όπως και να ‘χει, εγώ έβγαλα και φωτογραφία μπροστά στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας, για να θυμάμαι και να υπηρετήσω την απόφασή μου.
Την οποία απόφαση, μετά από διάφορες περιπέτειες, αποτυχίες και ειλικρινείς προσπάθειες του σύμπαντος να με αποπροσανατολίσει και να με απομακρύνει από το στόχο μου πράγματι κατάφερα να την υλοποιήσω και να με που έγινα ξεναγός, κάτι που ήταν όνειρο ζωής για μένα (αυτό, όταν το έλεγα στη σχολή, με κορόιδευαν όλοι-τώρα καταλαβαίνω γιατί: μόνο εγώ ήθελα να γίνω ξεναγός, όλοι οι άλλοι έγιναν μάλλον τυχαία, τυχαίο; Δε νομίζω). Μολονότι τον τελευταίο καιρό δεν το πολυεξασκώ το επάγγελμα, στη θεωρία, όπως έχω πλειστάκις αναφέρει, είμαι πάρα πολύ καλή, οπότε με μεγάλη χαρά και ευκολία θα σας περιγράψω τι ακριβώς κάνει ένας ξεναγός, πράγμα το οποίο πιθανώς πολλούς από εσάς να μην ενδιαφέρει, αλλά, είπαμε, το ιστολόγιο είναι δικό μου και γράφω ότι γουστάρω.
Τελευταίως, υπάρχει πολλή συζήτηση γύρω από το επάγγελμα του ξεναγού, αν είναι κλειστό, ανοιχτό, μισάνοιχτο, ορθάνοιχτο και άλλα τέτοια υπαινικτικά. Υπάρχει, βέβαια, και η πιθανότητα να μην υπάρχει αυτή η συζήτηση, απλά εμείς να την έχουμε επινοήσει, καθότι οι ξεναγοί είναι σαν τους φαντάρους: αν βρεθούν πολλοί μαζί, μιλάνε μόνο για το στρατό. Διότι, φίλοι, μη νομίζετε, κι ο ξεναγός ένας φαντάρος είναι. Βαράμε σκοπιές, όπως είναι η δόκιμη ορολογία, περιμένοντας τους τουρίστες-πελάτες-φίλους-ξεναγούμενα υποκείμενα (υπάρχει πολυγνωμία σχετικά με την πολιτικώς ορθή ονομασία των ανθρώπων που απολαμβάνουν τις υπηρεσίες σου, οπότε εγώ καταθέτω τα πάντα και διαλέξτε ότι σας αρέσει), σε προκυμαίες, έξω από πούλμαν (δεν ξέρω γιατί έχει επικρατήσει αυτή η τουλάχιστον άκομψη ορολογία, αλλά όλοι λένε πούλμαν, κανείς δε λέει λεωφορείο), μέσα σε αυτά, σε ρεσεψιόν ξενοδοχείου, έξω από αρχαιολογικούς χώρους και όπου αλλού μπορείτε να φανταστείτε. Δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση μια ξενάγηση να ξεκινήσει στην ώρα που έχεις υπολογίσει-εάν συμβεί αυτό, κάτι είχες εσύ υπολογίσει λάθος. Επίσης, αναφέρουμε σχετικά και κανονικά, ακριβώς όπως οι φαντάροι, αριθμό αδείας, σχολή αποφοίτησης και βαθμό πτυχίου σε οποιονδήποτε του τη βαρέσει ότι δεν έχουμε δικαίωμα να ξεναγήσουμε. Γενικά, πιστεύω, το δικαίωμα να ξεναγείς μόνο στη Χάρτα των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων υπολείπεται να συμπεριληφθεί-τόση συζήτηση έχει γίνει επ’ αυτού.
Για να αποκτήσουμε, λοιπόν, όλοι εμείς οι περιλάλητοι ξεναγοί αυτό το δικαίωμα να ξεναγούμε, έπρεπε να αποφοιτήσουμε από μία από τις Σχολές Ξεναγών που υπάρχουν σε διάφορες πόλεις της όμορφης χώρας μας, αφού πρώτα δώσαμε εξετάσεις που για άλλους ήταν γελοίες, για άλλους εξουθενωτικές και για άλλους μια απομύζηση. Για μένα ήταν απλά οι 38ες εξετάσεις που έδινα στη ζωή μου, οπότε έκανα τη δουλειά μου. A man’s got to do what a man’s got to do. Η Σχολή Ξεναγών είναι αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητας ενός ξεναγού και παράλληλα η μεγαλύτερη τύχη που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Βέβαια, επειδή οι μίζεροι άνθρωποι είναι σαν τα αγριόχορτα, φυτρώνουν παντού και δεν έχεις σωτηρία, δε θα συμφωνήσουν όλοι οι ξεναγοί μ’ αυτό για την τύχη. Στη σχολή, πάντως, όπως σε όλες τις σχολές, μαθαίνεις αρκετά ώστε να τα μπερδέψεις μεταξύ τους και τελικά αυτό που σου μένει είναι οι κοινές εμπειρίες με τους συμφοιτητές σου.
Αφού, λοιπόν, εκάναμε αρκούντως αχταρμά τα σπίτια με τους διαδρόμους της προϊστορικής αρχαιολογίας με τις θόλους των Δελφών και της Επιδαύρου και μαλώσαμε περισσότερες από μία φορές για το αν η κεραμική της Κορίνθου είναι ανώτερη της αθηναϊκής, αφού μάθαμε όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της βυζαντινής  αυτοκρατορικής μηχανής κι αφού περπατήσαμε κάθε σκονισμένο δρομάκι της ελληνικής υπαίθρου και αποτίσαμε φόρο τιμής σε κάθε ανύποπτο (και σε ορισμένα ύποπτα) μνημείο μάχης που στέκεται περήφανο στην ελληνική γη, ονοματιστήκαμε με συνοπτικές διαδικασίες ξεναγοί και κληθήκαμε να κάνουμε τους αξιότιμους επισκέπτες μας μετόχους του ελληνικού πολιτισμού και τοπίου.
Ο ξεναγός (τουλάχιστον ο σωστός) πρέπει να έχει τη σωστή αναλογία γνώσης, μουρλαμάρας και αλαζονείας για να μπορέσει να πει δυο ακριβή πράγματα για την έρμη και πολύπαθη ελληνική ιστορία χωρίς να του πεθάνουν από τη βαρεμάρα οι τουρίστες και παράλληλα να μπορέσει να διατηρήσει την ψυχική του ηρεμία και ακεραιότητα. Διότι, δε μπορείς να βάλεις τον τουρίστα να μετράει τις ραβδώσεις του κίονα ούτε όμως και να αγνοείς τον κίονα-είναι εκεί και σε κοιτάει, δεν είναι «just columns, move on!». Επίσης, ο τουρίστας περιμένει από τον ξεναγό να είναι τα εξής: ο διοργανωτής της εκδρομής (κάτι που δε συμβαίνει επ’ ουδενί, ο ξεναγός απλά εκτελεί το πρόγραμμα που συνήθως του έχει δοθεί τελευταία στιγμή), ο φωτεινός παντογνώστης σχετικά με τη χλωρίδα, την πανίδα, την ταβερνίδα και την τουαλετίδα της εκάστοτε περιοχής (εγώ αυτό το πρόβλημα το έχω λύσει παίρνοντας το ύφος «εννοείται ότι ξέρω που πάμε και θα σας πω που είναι η τουαλέτα, απλά το κρατάω για έκπληξη» κι ας μην έχω την παραμικρή ιδέα), ο διαιτολόγος του, ο εξομολογητής του, η μαμά του, ο μπαμπάς του, ο γιατρός του και ο προσωπικός του διασκεδαστής. (Εντάξει, ίσως και να οφείλει να είναι όλα αυτά, αλλά άντε να το κάνεις για 43 άτομα.)
Το να είσαι ξεναγός δεν είναι δύσκολη δουλειά, ειδικά αν έχεις πολλούς γνωστούς και πολλά χρόνια υπηρεσίας, στα οποία να συμπεριλαμβάνεται η χρυσή δεκαετία του 80. Το να είσαι καλός ξεναγός εδώ και τώρα είναι δύσκολη δουλειά, γιατί πρέπει να ξέρεις και να θυμάσαι πολλά και διαφορετικά πράγματα, να είσαι ευχάριστος στην όψη και στην ψυχή, να έχεις ανεξάντλητο χιούμορ, ευστροφία και ψυχραιμία, να δρας αστραπιαία και αποφασιστικά, να έχεις μεταδοτικότητα, ζωηρότητα και πνεύμα. Να μην ξεχνάς ότι εσένα θα θυμούνται ως επί το πλείστον αυτοί οι άνθρωποι όταν πάνε πίσω στα σπίτια τους. Να μην εκνευρίζεσαι όταν αργούν να κατέβουν από τα δωμάτιά τους κι όταν χαζολογάνε με τις ώρες στα τουριστικά μαγαζιά. Να μην κουράζεσαι να επαναλαμβάνεις τουλάχιστον 4 φορές την ώρα συνάντησης και να είσαι έτοιμος να δώσεις την ίδια απάντηση σε τουλάχιστον ακόμα 3 άτομα που θα σε ρωτήσουν κατ’ ιδίαν «τι ώρα θα συναντηθούμε». Πρέπει να ξέρεις ότι την ώρα που μιλάς οι μισοί θα βγάζουν φωτογραφίες κι από τους υπόλοιπους οι μισοί θα πίνουν καφέ στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου κι οι άλλοι μισοί θα σε ακούνε, αν είσαι τυχερός.
Οι πρώτοι ξεναγοί στην Ελλάδα ήταν τα πονηρά και ξυπόλητα παιδιά των χωριών που οδηγούσαν τους τρελαμένους περιηγητές και τα μουλάρια τους στα χνάρια των ερειπίων που άσπριζαν ανάμεσα στις ελιές και πάνω στα υψώματα. Οι δεύτεροι ήταν η Έλενα Ναθαναήλ που τραγουδούσε «in this land of dreams». Εμείς είμαστε ξεναγοί τρίτης γενιάς, εξελιγμένοι, με ενσωματωμένο gps και ειδική κόλλα στα δάχτυλα, για να μην αφήνουν το μικρόφωνο ποτέ. Ποτέ, όμως. Η κρυφή μου ελπίδα είναι πως θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε, σε πείσμα των μηχανακίων με τις ηχογραφημένες και κάπως στεγνές ξεναγήσεις και πως θα αναβαθμίσουμε τις προσφερόμενες υπηρεσίες, σε πείσμα των καιρών και των δυσφημίσεων που υφίσταται ο κλάδος-ξέρετε πόσο τρελαίνομαι για κλισέ.
Τέλοσπαντων, αν, παρ’ ελπίδα και προς τιμήν σας, έχετε διαβάσει ως εδώ, σας αφήνω ευχή και κατάρα: την επόμενη φορά που θα βρεθείτε σε γκρουπ με ξεναγό, ακούστε τον και συμπονέστε τον. Σας φιλώ και πάω να διαβάσω για τους Φιλίππους (μια μέρα θα σας πω για τα περίεργα μέρη που επισκέπτονται οι άνθρωποι στην Ελλάδα).

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Μου 'χει καταστρέψει το κεφάλι αυτή η ζέστη.


Η ζέστη δε με αφήνει να συγκεντρωθώ σε ένα θέμα. Σκέφτομαι ταυτόχρονα πάρα πολλά πράγματα. Σας συμβαίνει κι εσάς αυτό; Για παράδειγμα, ανοίγω το καινούργιο έγγραφο κι αναρωτιέμαι να βάλω 11 ή 12 στο μέγεθος των γραμμάτων; Μετά, προσπαθώ να αποφασίσω αν θα πάω για τρέξιμο με την τρελή ζεστάρα και τη μηνιαία συνδρομή μου στην αιματοχυσία του πλανήτη να καταβάλλεται σε μία δόση. Πάραυτα, αγχώνομαι για τη δουλειά (ναι, ρε, την ανύπαρκτη, υπάρχει κάνα πρόβλημα;) και πιάνω να διαβάσω για τα νεοκλασικά της Θεσσαλονίκης, δε φαντάζεστε πόσα είναι, δηλαδή, αν δεν είχαν κατεδαφίσει και τα υπόλοιπα χάριν της αντιπαροχής εμείς θα διαβάζαμε ως την άλλη ζωή, έτσι; Κατά τη διάρκεια αυτής της ενασχόλησης, πετυχαίνω σε ένα φόρουμ τρελαμένων αρχιτεκτόνων έναν τύπο που μιλάει για το λεγόμενο Κόκκινο Σπίτι, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, στην Αγία Σοφία απέναντι και είναι πανέμορφο και αρκούντως εγκαταλελειμμένο κι ο οποίος ισχυρίζεται πως είναι στοιχειωμένο και πως έχει, λέει, κάτι φωτογραφίες που δείχνουν «κάτι πάρα, μα πάρα πολύ περίεργο σε ένα παράθυρο του πυργίσκου του». Μου εξάπτει την περιέργεια και ψάχνω για όλες τις στοιχειωμένες βίλες της Θεσσαλονίκης και όλες τις γωνιές της Άνω Πόλης που υποτίθεται πως είναι μαύρες τρύπες και είσοδοι σε άλλη διάσταση και λέω, μωρέ, δεν πάω να μπω σε καμιά από αυτές τις εισόδους, σε όποια διάσταση κι αν με στείλει καλύτερη θα είναι από αυτή εδώ που ζούμε.
Πάνω που είμαι έτοιμη να συναντήσω τη Σκάλι και το Μόλντερ, ο Γιάννης αποφασίζει να καθαρίσουμε, διότι νόμιζε πως τόση ώρα εγώ διάβαζα και ανησύχησε ότι θα κουραστώ και ότι πρέπει να κάνω κάτι χειρωνακτικό (εννοείται πως εγώ, όταν δεν έψαχνα μαύρες τρύπες και κόκκινα σπίτια, έπαιζα Zuma) και πως «με τόσο τάνγκο, ρε παιδί μου, έχουμε ξεχάσει να ροκάρουμε» και βάζει ο Kid Rock μια λίστα να παίζει, όπου ακούμε το Money for nothing 2 φορές και μετά πέφτει τάνγκο. Και μαζί του πέφτω κι εγώ ανάσκελα και γελάω. Παράλληλα, καθαρίζουμε κι εγώ, πιστή στην ασυνάρτητη σκέψη μου, προσπαθώ να θυμηθώ αν ξέρω πότε οι άνθρωποι ξεκίνησαν να τρώνε αυγά-διότι, γενικά, πρέπει να ξέρετε, αυτό είναι ένα θέμα που με ενδιαφέρει πολύ, πότε μπήκαν στο διαιτολόγιο του ανθρώπου οι διάφορες τροφές και ποιος πρώτος αποφάσισε να τηγανίσει τις πατάτες ή να λιάσει τις ντομάτες και πως, δηλαδή μια μέρα ξύπνησε ένας και είπε, για να δοκιμάσω να ανακατώσω το αλεύρι με τα αυγά, να δω τι θα γίνει. Πραγματικά, δεν είναι φοβερό; Δηλαδή, ποιος σκέφτηκε να φτιάξει τις ελιές κι ως τότε τις τρώγανε έτσι, από το δέντρο; Πολλές τέτοιες απορίες έχω. Τις μελιτζάνες πως τις μαγειρέψανε ή ακόμα ακόμα πως αποφάσισαν ότι τρώγονται; Είδανε κάνα ζώο να τρώει μελιτζάνες; Τρώνε τα ζώα μελιτζάνες; Και μετά, μου ‘ρχονται κι άλλες σκέψεις, φαντάσου, λέει, ο πρώτος που δοκίμασε καρπούζι, πχ, τι έκπληξη θα ένιωσε! Και θα τον πίστευαν οι άλλοι ότι είναι ωραίο ή θα τον κορόιδευαν, άντε, ρε μαλάκα, σιγά τη βλακεία, ούτε οι κατσίκες δεν το τρώνε.
Και με τούτα και με κείνα περνάει η μέρα κι εγώ δεν έχω κάνει τίποτα χρήσιμο. Ας πάω να κάνω τώρα κάτι.