Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί.


Παιδιά, ο τροχός είναι αμείλικτος. Δε σταματάει να γυρίζει ποτέ κι όσες στροφές και καταστροφές κι αν ζήσει κανείς, πάντα η επόμενη μέρα ξημερώνει και μετά η επόμενη κι η επόμενη και πάει λέγοντας.
Εγώ πάντως αυτό έχω καταλάβει στα χιλιάδες χρόνια που έχω ζήσει πάνω σ’ αυτή τη γη (σας το έχω ξαναπεί πως είμαι αθάνατη και γι’ αυτό φεύγω συνέχεια από τα διάφορα μέρη που ζω, για να μη με καταλαβαίνουν οι άνθρωποι πως δε γερνάω) κι όσο νωρίτερα το καταλάβουμε όλοι, τόσο πιο εύκολη θα γίνει η ζωή μας. Το μυστικό είναι να θυμάσαι, να μην ξεχνάς ποτέ αυτά που σου συμβαίνουν κι αυτούς που συναντάς. Μπορείς να τα αφήσεις να ξεθωριάζουν, να γίνονται λιγότερα μυτερά (ποντερά, που λένε και στην Κέρκυρα), να ξεχνάς την επίδραση που είχανε πάνω σου, αλλά δεν πρέπει να ξεχάσεις αυτά τα ίδια.
Σ’ ένα από τα βιβλία του Στίβεν Κινγκ, ένας εξωγήινος καταλαμβάνει το μυαλό ενός ταλαίπωρου ανθρώπου και τον βάζει να κάνει διάφορα ακατανόμαστα. Το μυαλό, λοιπόν, το βλέπει ο εξωγήινος σα μια αποθήκη με πολλές ντουλάπες και διάφορα συρτάρια, τα οποία φιλοξενούν τις αναμνήσεις, τις εμπειρίες και τους ανθρώπους του συγκεκριμένου ανθρώπου κι όσο περισσότερα από αυτά ανοίγει, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι από τον άνθρωπο έχει κατακτήσει. Πολύ με άρεσε αυτή η απεικόνιση του μυαλού, καθώς όλες οι ντουλάπες και τα συρτάρια είχαν επάνω ονόματα και περιγραφές, μερικά ήταν πεντακάθαρα και συγυρισμένα κι άλλα ήταν σκονισμένα και καταχωνιασμένα. Αλλά όλα ήταν εκεί.
Έτσι πρέπει να είναι: όλα εκεί. Άσε μερικά να σκονιστούν και να καταχωνιαστούν και κράτα κάποια καθαρά, αλλά μην πετάξεις τίποτα από την αποθήκη του μυαλού σου, θα το μετανιώσεις. Σε δεδομένη στιγμή θα σου χρειαστεί κι επίσης, είμαστε αυτά που μας συμβαίνουν κι οι άνθρωποι που μας θυμούνται.
Με έπιασε αυτή η φιλοσοφική διάθεση λόγω της αναχώρησής μου από το νησί, όπως καταλαβαίνετε, κι επειδή αγχώθηκα γιατί εγώ νόμιζα πως θα μείνουν όλα όπως τα άφησα για να τα ξαναβρώ όταν ξαναπάω, αλλά τελικά δεν είναι έτσι και όλοι συνεχίζουν να ζουν. (Κι εδώ φαίνεται ξεκάθαρα πόσο εγωκεντρικό γουρούνι είμαι, αλλά επειδή έχω άλλα προτερήματα, αυτό θα το παραβλέψουμε.)
Θα συνεχίσω κι εγώ, λοιπόν, να ζω (όχι ότι μπορώ και να μη συνεχίσω) και, σε περίπτωση που δεν τα καταφέρω ως ξεναγός, πράγμα εξαιρετικά απίθανο, διότι είμαι γεννημένη γι’ αυτό το επάγγελμα (το συνειδητοποίησα χτες που έβλεπα το δρόμο να ανοίγεται μπροστά μου κι ένιωθα αγνή χαρά και άμετρη αγάπη για το ταξίδι κάθε είδους και για κάθε τοπίο που κυλάει δίπλα μου), αν, λοιπόν, δεν τα καταφέρω, θα βγάζω το ψωμί μου ανακαινίζοντας χώρους, μη σας πω θα βγω και στην τηλεόραση και θα γίνω ένας νέος Σπύρος και μία νέα Σίσυ ταυτόχρονα.
Τις τελευταίες μέρες (και πιθανότατα για τις επόμενες εβδομάδες) ξύνω σοβάδες, μετράω τα πλακάκια του μπάνιου για να δω αν χωράει η ντουζιέρα ή αν θα πλενόμαστε με το λάστιχο (το μπάνιο είναι εξαιρετικά λειτουργικό: μπορείς να κατουράς και να λούζεσαι ταυτόχρονα) και διαλέγω χρώματα-η αδελφή μου, χτες που της είπα ότι θα βάψουμε το σπίτι πράσινο και μοβ, δε μπορούσε να σταματήσει να γελάει, δεν καταλαβαίνω γιατί. Ωραίο δε θα είναι;

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: το νησί.

Το καράβι είναι άσχημος τρόπος τελικά να φύγεις από ένα μέρος που αγαπάς (μολονότι έχεις κάνει τα πάντα για να το μισήσεις), διότι το βλέπεις το μέρος να απομακρύνεται σιγά σιγά και να σβήνει στον ορίζοντα και ξαναβλέπεις όλα τα αγαπημένα μέρη που έχεις πάει και περάσει όμορφες στιγμές με καλούς φίλους και σου ξανάρχονται όλα στο μυαλό και δεν μπορείς να αφαιρεθείς και κλαις σαν το βλάκα στο σαλόνι του καραβιού, δίπλα στην ομάδα βόλεϊ Απόλλων Καλαμαριάς. Ενώ, αν είχα προνοήσει και είχα φύγει με το αεροπλάνο, τίποτα απ’ αυτά δε θα είχε συμβεί, θα απογειωνόταν το αεροπλάνο και σε μισό λεπτό η Κέρκυρα και όλα τα συμπαρομαρτούντα θα είχαν εξαφανιστεί από τα μάτια μου. Άσε που σιγά μην είχε ομάδα βόλεϊ στο αεροπλάνο. Άλλα, έτσι κι αλλιώς, μια παλιά κινέζικη παροιμία λέει πως πρέπει να φεύγεις από ένα μέρος με τον ίδιο τρόπο που ήρθες, αν θες να ξαναγυρίσεις. Κι επειδή εγώ πρώτον ακολουθώ πιστά, ως γνωστόν, τις κινέζικες συμβουλές και δεύτερον θέλω να ξαναγυρίσω στην Κέρκυρα, έπρεπε να φύγω με καράβι.
Να τώρα, για παράδειγμα, βλέπω το Νέο Φρούριο και τη Σπηλιά και σε λίγο, που θα βγει αρόδο θα δω και το Παλαιό Φρούριο και το μουσειάκι, τα Μουράγια κι όλη την παλιά πόλη να είναι εκεί και θα ‘ναι σα να με χαιρετάει. Το καμπαναριό του Αγίου περισσεύει και στον ορίζοντα φαίνεται η μπάλα στους Αγίους Δέκα (αυτή η μπάλα είναι ένα ραντάρ σφαιρικό και τεράστιο, κοντά σ’ ένα χωριό, που φαίνεται από κάθε σημείο του νησιού σχεδόν κι όπου είχα περάσει ένα παγωμένο και τρομακτικά όμορφο απόγευμα κοιτώντας την ασύλληπτη θέα). Τώρα περνάμε το Κάβο Σίδερο, την άκρη του Παλιού Φρουρίου κι ανοίγεται η Γαρίτσα, ο κόλπος της πόλης της Κέρκυρας, όπου αμέτρητα απογεύματα έχω περάσει τρέχοντας κι όπου εκατομμύρια βόλτες έχω κάνει με το αυτοκίνητο κι όπου γενικά είναι το αγαπημένο μου μέρος στην πόλη.
«Οι τόποι καραδοκούν, σιωπηλοί, υπομονετικοί μέσα στην ακινησία τους πότε θα πέσεις στα δόντια τους, σαν ήμεροι δράκοι… Δεν τους υποπτεύεσαι», γράφει ένας κορφιάτης, ο Πλασκοβίτης, και σαν κάτι να ξέρει, έτσι είναι, οι τόποι είναι μαγεμένοι και δεν καταλαβαίνεις για πότε σε καταπίνουν και σε χωνεύουν ολόκληρο κι είναι σα να μην έχεις ζήσει ποτέ πουθενά αλλού. Όλοι οι τόποι. Κι αυτό συμβαίνει διότι στους τόπους ζουν άνθρωποι, που τους αγαπάς και τους συνηθίζεις, μαθαίνεις τα τηλέφωνά τους απέξω και τα σπίτια τους, τους συναντάς σε συγκεκριμένα μέρη και περπατάς μαζί τους κι άντε μετά να φύγεις από τον τόπο αυτόν.
Όταν είχα πρωτοέρθει στην Κέρκυρα, πέρασα μερικές από τις πιο άσχημες στιγμές στη ζωή μου, ήταν Φλεβάρης (τραγικό παντού, πόσο μάλλον στην Κέρκυρα), ήμουν μόνη μου, δεν ήξερα άνθρωπο και δεν είχα φράγκο. Μετά, βέβαια, γύρισε η Ρενάτα από το Δουβλίνο και αρχίσαμε να μένουμε μαζί, οπότε ή φίλες θα γινόμασταν ή εχθρές-ευτυχώς για όλους γίναμε φίλες.  Ακόμα πιο μετά ξεκίνησε η σχολή, όπου, τη στιγμή που πίστευα πως δε θα κάνω άλλους φίλους στη ζωή μου καθώς είχα πια τριανταρίσει (ως πότε θα ξενυχτάω συζητώντας δηλαδή, δε θα ωριμάσω ποτέ;), συνάντησα τις φιλενάδες μου όλες τις ξεναγίνες (τη Σοφία και τη Μαριλένα και τη Βίβιαν και τη Νατάσα και φυσικά το αγαπημένο μου στραβόξυλο, την Ελένη) και ήμασταν ξανά σαν πενταήμερη. Και, στο τέλος, ήρθε κι η δουλειά στο μουσείο, το πιο όμορφο μουσείο ασιατικής τέχνης στον κόσμο, όπου έχω ρίξει το γέλιο της αρκούδας κι όπου γνώρισα δύο από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους στο νησί (η φωτογραφία, από μια παραλία στη νότια Κερκυρα, είναι ευγενική χορηγία του ενός από αυτούς). Θα μπορούσα να λέω ιστορίες για την Κέρκυρα μέχρι την άλλη βδομάδα. Ας μην το κάνω. Θέλω να μπορώ να ξαναπατήσω.
Το θέμα είναι, υπομονετικοί μου φίλοι, πως η ζωή πάει (κανείς δεν ξέρει που) κι άμα εσύ δεν την ακολουθείς, έχεις πρόβλημα. Φεύγω μεν, αλλά για να μπορώ να έρχομαι, έτσι; Άλλωστε, όλα τώρα αρχίζουν, που να δείτε τι έχει να γίνει που θα μείνουμε στο ίδιο σπίτι με το Γιάννη, το οποίο προς το παρόν είναι ακόμα ιατρείο και χτες, στο αποχαιρετιστήριο πάρτι, με κοροϊδεύανε όλοι, «έχω τραπέζι στο ιατρείο απόψε» κι «ελάτε στο ιατρείο την Κυριακή» και «πάω στο ιατρείο να ξεκουραστώ» κι όλο τέτοιες βλακείες λέγανε. Αλλά τις ξέρω εγώ, τις λέγανε για να γελάνε, γιατί αλλιώς θα κλαίγανε…

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Για πουθενά δεν είμαι.


Ε, πια το ξέρετε, είναι να μην πάρω φόρα. Επίσης, μετράει σημαντικά το ότι έχω πίσω τον υπολογιστή μου, γιατρεμένο, να πηγαίνει σφαίρα-πριν, τον άναβα κι έμπαινα για μπάνιο, ώστε μέχρι να βγω να έχει ανοίξει και μετά, μέχρι να μπει στο ίντερνετ, στέγνωνα και τα μαλλιά μου, φοβερό; Μια φορά, πρόλαβα να φάω μέχρι να φορτώσει το protagon. Εν πάση περιπτώσει, τώρα πάει πολύ καλύτερα, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες συσκευές στο σπίτι μας: ο βραστήρας απεβίωσε πριν τα Χριστούγεννα, το πιστολάκι μου έκανε ένα τσαφ προχτές και σταμάτησε να λειτουργεί (ευτυχώς που μόνο σταμάτησε να λειτουργεί και δεν εξερράγη κι από πάνω) κι η σόμπα της Ρενάτας έκανε πανομοιότυπο τσαφ κι από τότε μόνο γυρίζει γύρω γύρω δίχως να βγάζει ζέστη, εγώ της είπα να βάλουμε πάνω μερικά κεριά και θα ‘ναι το ίδιο και πιο ατμοσφαιρικά ίσως, αλλά δεν ήθελε, οπότε της έδωσα τη δική μου. Νομίζω ότι το πνεύμα του σπιτιού κάτι θέλει να μας πει. (Τώρα που είπα πνεύμα του σπιτιού, θυμήθηκα ένα φίλο φίλου κάποτε στη Θεσσαλονίκη, που ισχυριζόταν πως στο σπίτι του υπήρχε το πνεύμα του παππού που έμενε εκεί πριν και πως ο παππούς καθόταν, λέει, στον καναπέ και του έκανε παρέα και μια φορά του είχε μιλήσει κιόλας, εντάξει, ο τύπος μάλλον έπαιρνε ναρκωτικά και δε μου το είχανε πει-ίσως του τα έφερνε ο παππούς.)
Θα συνεχίσω τώρα την εξιστόρηση των ταξιδιών του Γκιούλιβερ, διότι, ναι, αγαπημένοι μου, δεν παρέμεινα στη γοητευτική Λαμία, με πόνο ψυχής αποχωρίστηκα τα μωρά μας (ε, και την υπόλοιπη οικογένεια, εντάξει) και πήγα μια βόλτα στη διπλανή Βουλγαρία. Τι ρωτάτε που; Εκεί που πήγανε όλοι φέτος το χειμώνα: στο Μπάνσκο. Όλοι, όμως. Αφού απορώ, πως δε βρήκα κάνα γνωστό στο δρόμο. Πώς να βρω, βέβαια, η κακομοίρα, αφού πάνω δεν κοίταζα, μόνο κάτω, μη και φάω τα μούτρα μου, πράγμα που τελικά δεν απέφυγα, τα έφαγα 2-3 φορές, τη μία, μάλιστα, μαύρισε όλος ο ποπός μου από το πέσιμο και για 2 μέρες καθόμουν στραβά κι έπρεπε να έχω δίπλα μου κάτι να με στηρίζει, διότι αλλιώς έπεφτα.
Που λέτε, στο Μπάνσκο, δεν ξέρω γιατί πήγαμε. Εκεί έχει μόνο χιόνια  και Ugg (αυτές τις μπότες του γιέτι, που είναι πολύ τση μοδός τον τελευταίο καιρό κι έχουν και απαίσιο όνομα, ουγκ, σαν τη γλώσσα των Ινδιάνων στα Λούκι Λουκ) κι εμείς ούτε σκι κάνουμε ούτε τέτοιες μπότες έχουμε. Τέλοσπαντων, πήγαμε, διότι είχαμε παρέα και είχε και το ξενοδοχείο σπα και λέω, άντε, πάμε, να κάνουμε και σπα, να βγάλουμε και φωτογραφίες στα χιόνια-όλοι κουβαλούσανε σκι, εμείς κουβαλούσαμε το τρίποδο και μας περνούσαν και για δημοσιογράφους: εγώ την τελευταία μέρα άρχισα να διαδίδω πως είναι η Τζένιφερ Λόπεζ στο Μπάνσκο και πως την κυνηγούσαμε να τη φωτογραφίσουμε αλλά δε με πίστευε κανείς (ο Γιάννης είπε πως έπρεπε να σκεφτώ καμιά εγχώρια διασημότητα, αλλά δεν τον χωνεύω, γιατί έχει πάντα δίκιο).
Αφού, λοιπόν, δεν κάναμε σκι, γιατί αν ανέβαινα εγώ σε σκι, ακόμα εκεί θα ήμουν και θα προσπαθούσα να κατέβω, είπαμε να πάμε στη σάουνα του ξενοδοχείου. Έχετε κάνει ποτέ σάουνα; Τα βασανιστήρια της κολάσεως. Αλήθεια, πληρώνει ο κόσμος για να το κάνει αυτό; Σε χώνουν σε ένα ξύλινο δωματιάκι, όπου η θερμοκρασία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, στους 42 βαθμούς (Δεκαπενταύγουστο στις 3 το μεσημέρι στον Κοντογυαλό, πιο δροσερά είναι) και δε σε αφήνουν να βγεις πριν περάσει ένα τέταρτο, εγώ έπαθα αποπληξία, παραλίγο να αρχίσω να χτυπάω την πόρτα και να ουρλιάζω «βγάλτε με». Και πάνω που είχα λίγο συνηθίσει τους 42 βαθμούς, μπαίνει μέσα ένας τρελαμένος Ρώσος και λέει «α, πολύ δροσερά είναι» και πιάνει το όργανο του μαρτυρίου, την κουτάλα που ρίχνεις νερό στα κάρβουνα και δώστου, κόντεψε να μας πεθάνει. Αφού περάσει το μαρτυρικό τέταρτο, όπου έχεις ξαναπιστέψει στο Θεό (αφού υπάρχει κόλαση, θα υπάρχει και παράδεισος), σε χώνουν στο ατμόλουτρο, το οποίο είναι ακριβώς το ίδιο με επιπλέον μειωμένη ορατότητα λόγω των υδρατμών κι όπου εγώ πήγαινα τοίχο τοίχο, χωρίς παρ’ όλ’ αυτά να αποφύγω τις πατούσες μιας θηριώδους Βουλγάρας. Καταλαβαίνετε. Αφού στωικά άντεξα και το ατμόλουτρο, με έχωσε ο Γιάννης κάτω από το παγωμένο ντους, δεν ξέρω τι απωθημένα έχει. Μετά, ήθελε να μπούμε και στο τζακούζι, αλλά εγώ είχα αγριευτεί και δεν πήγαινα πουθενά, παρά μόνο στο κρεβάτι μου, μπας κι επανέλθω σε φυσιολογική θερμοκρασία. Ρε, ο κόσμος δεν πάει καλά, που πάνε και κάνουνε αυτό το πράγμα και μετά σέρνονται στα χιόνια. Αφού επέζησα από τη σάουνα, πήγαμε βόλτα στο χωριό κι εγώ αποφάσισα πως είμαι άνθρωπος της θάλασσας κι όχι του βουνού κι ο Γιάννης αγόρασε 5 χάρτινα πράσινα κουνούπια για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο.
Αφού χόρτασε το μάτι μας χιόνι κι εγώ σκεφτόμουν πότε επιτέλους θα επιστρέψω κάπου, οπουδήποτε που θα μπορούσα να βγάλω τα ρούχα μου από τη βαλίτσα, είχα κλείσει μήνα στους δρόμους, επιστρέψαμε, αλλά εγώ έκανα άλλες 2 μέρες να φτάσω στο (ακόμα) σπίτι μου, κάνοντας μια στάση στο αεροδρόμιο της Αθήνας, όπου έτρωγα σπανακόπιτα από το αλουμινόχαρτο στη μέση της αίθουσας αναμονής. Με τα πολλά γύρισα στο νησί, για λίγο, μέχρι να φύγω τελείως. Τώρα πάω να γεμίσω καμιά κούτα με αναμνήσεις… (η επόμενη ανάρτηση θα είναι δακρύβρεχτη).

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Baby Boom!

Τι; 24 Δεκεμβρίου η τελευταία ανάρτηση; Σοβαρά μιλάμε; Ντροπή μου. Αλήθεια, ντρέπομαι. Πλην, όμως, έχω, όπως πάντα, άπειρες δικαιολογίες: άλλο ένα φοβερό ταλέντο που έχω είναι και το πώς μπορώ να δικαιολογήσω, να εξηγήσω, να διακωμωδήσω και εν τέλει (πράγμα που είναι και ο τελικός σκοπός) να αναιρέσω οποιαδήποτε παράλειψη ή λάθος μου. Δε με θαυμάζετε;
Λοιπόν, αυτή τη φορά πραγματικά αδυνατούσα να γράψω, καθώς πολύ απλά επί δύο εβδομάδες ανεβοκατέβαινα σε αεροπλάνα, λεωφορεία, ταξί και τρένα-μια φορά παραλίγο να πάρω και μουλάρι, αλλά δε νομίζω πως θα άντεχε να σηκώσει τη βαλίτσα μου. Μετά το μαγευτικό Παρίσι επισκέφτηκα την ακόμα μαγευτικότερη Λαμία, όπου κοιμόμουν δίπλα στο τζάκι, σαν τη Σταχτοπούτα, κι όπου έζησα, μετά από 13 χρόνια, τη μοναδική εμπειρία του να συγκατοικείς ξανά με όλη σου την οικογένεια, ήτοι τη μαμά, το μπαμπά, τις δύο αδελφές και τα δίδυμα μωρά της μίας αδελφής. Καταλαβαίνετε πως στην καλύτερη περίπτωση κοιμόντουσαν οι 5 από τους 7, αλήθεια, νομίζω πως ποτέ (ίσως μόνο για καμιά ώρα μέσα στην άγρια νύχτα των Χριστουγέννων), δεν κοιμόμασταν και οι 7. Οι μυστικοί 7.
Από τη μία στενοχωριόμουν για τον πατέρα των μωρών, που αρμένιζε κάπου στη Βραζιλία, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή, που η μπέμπα έφτυνε περιχαρής την κρέμα παντού και ο μπέμπης, εξίσου περιχαρής, περήφανα με κατουρούσε, ίσως και να τον ζήλευα λίγο. Και που να δείτε όταν έφτανε η ώρα του φαγητού (του μεσημεριανού, έτσι; Το βράδυ απλά δεν αντέχαμε να ξαναστρώσουμε τραπέζι). Ταυτόχρονα έπρεπε να ετοιμαστούν δύο μπολ με πολτοποιημένο φαγητό, καλά, δε θα σχολιάσω το αηδιαστικό αυτό κατασκεύασμα που υποχρεώνουμε τα έρμα μωρά να καταπιούν, καλά κάνουν και μας το φτύνουν στα μούτρα (αν και ο μπέμπης το καταβρόχθιζε αδιαμαρτύρητα, αγόρι, παιδί μου, τι περιμένεις, και βίδες να του δώσεις, θα τις φάει), να μεταφερθούν τα μωρά από το πάρκο στα ριλάξ (ω, αγαπημένε Θεέ, όλη την ημέρα αυτή η δουλειά, από το πάρκο στα ριλάξ και πάλι πίσω, μιλάμε, μπορείς να τρελαθείς), να πάρεις χαρτί, νερό σε (αποστειρωμένα) μπιμπερό, να ζεσταθεί το δικό μας φαγητό, να ετοιμαστεί το τραπέζι και μετά να κοιμηθούν τα μωρά και να φάμε κι εμείς μια μπουκιά. Ήμασταν σαν ταινία του Αλμοδοβάρ.
Αλλά, ρε παιδιά, όταν τα βλέπεις και σου γελάνε, τα σκασμένα, κι όταν τους λες «που είναι η θεία Παρλαπίπα;» (έτσι με λένε οι βλαμμένες αδελφές μου, δεν καταλαβαίνω γιατί) να γυρνάνε και να σε κοιτάνε μ’ αυτά τα μάτια, εσένα να κοιτάνε, ναι, γιατί ξέρουν ποια είσαι, ε, εκεί εσύ λιώνεις και ετοιμάζεις όχι δύο, αλλά ένα στρατό από μπολ με λιωμένη αηδία κι επίσης ετοιμάζεις έναν ολόκληρο καινούργιο κόσμο γι’ αυτά, λαμπερό και καθαρό και γυαλιστερό, για να ζήσουνε την πιο όμορφη ζωή που γίνεται.
Και τώρα, πάω να δώσω τον υπολογιστή μου στο γιατρό και σας αφήνω έτσι, λίγο ξαφνικά, γιατί περιμένει από κάτω. Σας αγαπώ και ελπίζω ο καινούργιος σας χρόνος να είναι καλύτερος από όλους τους προηγούμενους μαζί.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Τα ένδοξα Παρίσια.

Λοιπόν, έχω να σας πω καταρχάς δύο πράγματα: πρώτον, καλά Χριστούγεννα σε όλους και να μην ξεχάσετε να ζητήσετε από τον Άγιο Βασίλη αυτό που πραγματικά θέλετε να σας φέρει, διότι αλλιώς θα σας φέρει ότι του κατέβει στο κεφάλι, και δεύτερον, μην πάτε ποτέ στο Παρίσι το χειμώνα, θα πεθάνετε από το κρύο (τώρα οι χαζοαδελφές μου παίζουν μέσα με τα μωρά και θέλω να πάω κι εγώ αλλά έχουμε και υποχρεώσεις απέναντι στο αναγνωστικό κοινό, τις οποίες δεν θα ήταν σωστό να αγνοήσουμε κι επίσης, αν πάω, θα με βάλουν να φτιάξω κρέμα, οπότε θα κάτσω εδώ να γράψω).
Γενικά, βέβαια, καλό θα ήταν να πάτε κάποτε στο Παρίσι, γενικά, καλό είναι να πηγαίνετε πολλά ταξίδια, ανοίγουν το μυαλό του ανθρώπου και τα μάτια του (του κλείνουν την τσέπη, βέβαια, αλλά κομμάτια να γίνει). Διότι το Παρίσι είναι εκπληκτικό, μανιφίκ γαλλιστί, κι ας έκανε το κρύο της αρκούδας κι ας έβρεχε του σκοτωμού τις 3 μέρες που ήμουν εκεί, το Παρίσι είναι πανέμορφο, αγαπητοί μου, ολόλαμπρο και παλιό, ιστορικό, φορτωμένο ιστορία, με πανέμορφους ανθρώπους και καμπυλωτά κτίρια, πλουμιστά σαν τούρτες, με πλατιούς δρόμους όλο κίνηση, μικρούλικα καφέ με πανάκριβους καφέδες και μουσεία που σου κόβουν την ανάσα.
Καθώς πήγα για δουλειά (ναι, αυτή τη δουλειά που αποφάσισα να αφήσω, μην το ανακινούμε τώρα αυτό το θέμα, το κλείσαμε, ειλημμένες αποφάσεις και λοιπά), είχα μόνο μια μέρα ολόκληρη ελεύθερη, οι υπόλοιπες ήταν μισές κι ανέσωστες κι ώσπου να βγω στους δρόμους είχε σκοτεινιάσει και είχαν κλείσει τα πάντα, καθώς εκεί κλείνουν όλα στις 6, το πολύ στις 7.
Ωστόσο, είδα πολλά από το Παρίσι: είδα τον Πύργο του Άιφελ, ω, ναι, ήταν αυτός, σιδερένιος, ελαφρώς απειλητικός, ολωσδιόλου εμβληματικός, με ένα ροζ-σάπιο μήλο χρώμα τη μέρα και άπειρα φωτάκια τη νύχτα, που αναβόσβηναν κιόλας, ωσάν φωτορυθμικά σε ντισκοτέκ και εννοείται εκατομμύρια τουρίστες να στραβολαιμιάζουν τριγύρω του. Είδα και τον Σηκουάνα, βρώμικο και καφετί, με τις όχθες του βρεγμένες και αρκούντως μελαγχολικές, με όλες τις γέφυρες όμορφες και στολισμένες με άπειρα αγάλματα και εξίσου άπειρα λουκέτα, που τα βάζουνε, λέει, τα ζευγάρια και γράφουν τα ονόματά τους πάνω στα λουκέτα για να κλειδώσουν αιωνίως την αγάπη τους (εγώ αυτά τα παγανιστικά δεν τα κάνω). Είδα, εννοείται, την περίφημη πυραμίδα έξω από το Λούβρο, μέσα το Λούβρο δεν το είδα, διότι μυρμήγκιαζαν απέξω μιλιούνια οι αναμένοντες κι έπεφτε και μια ψιλή, παγωμένη βροχή, δε βαστούσα να περιμένω. Εγώ, δηλαδή, βαστούσα, να σας πω την αλήθεια, αλλά ο συνάδελφος που είχαμε πάει μαζί το θεώρησε αδιανόητο, όπως και το να ανεβούμε στην κορυφή του Πύργου. Κόντεψα, εν ολίγοις, να φύγω από το Παρίσι χωρίς να δω ένα μουσείο, αλλά κάποια στιγμή το έσκασα και πήγα στο Musee dOrsay, ένα εκπληκτικό μουσείο ακριβώς απέναντι από το Λούβρο, που παλιά ήταν σιδηροδρομικός σταθμός και σήμερα φιλοξενεί τη μεγαλύτερη, νομίζω, συλλογή ιμπρεσιονιστών στον κόσμο. Το ίδιο το κτίριο είναι εντυπωσιακό, καθώς έχουν διατηρήσει το μέγεθος του παλιού σταθμού και το θεόρατο ρολόι που δεσπόζει σε όλο το χώρο και την ημικυλινδρική και διαφανή στέγη, αχ, τι να σας πω, το ηράσθην σφόδρα αυτό το μουσείο. Και μετά, ανέβηκα στο πάνω επίπεδο, όπου είδα τόση ομορφιά μαζεμένη, είδα το Πρόγευμα στη Χλόη (που το σπουδάζω από τα μικράτα μου και το ακούω επί σειρά ετών), είδα Γκωγκέν και Βαν Γκογκ, είδα πάρα πολλούς πίνακες του Σεζάν και του Ρενουάρ, είδα τις μπαλαρίνες του Ντεγκά, και τι δεν είδα! Ήμουν εκεί μέσα για 4 ώρες και πάλι δεν ήθελα να φύγω. Καλά, μη με περάσετε για τελείως βλαμμένη, απλά τα αγαπώ όλα τα μουσεία κι όλοι αυτοί οι πίνακες είναι ορόσημα της τέχνης κι είναι τουλάχιστον συγκινητικό να βλέπεις τους πραγματικούς, που όταν τους είχαν ζωγραφίσει τα τέρατα εκείνα της τέχνης, είχαν δημιουργήσει μεγάλη φασαρία! (Εντάξει, τώρα βεβαιωθήκατε ότι είμαι βλαμμένη.)
Θα ήθελα να σας δείξω καμιά ωραία φωτογραφία από το Παρίσι, αλλά δεν έχω τον υπολογιστή μου κι αυτός της αδελφής μου είναι χαζός, δεν τα πάμε καλά και δεν έχω και τα καλώδια της μηχανής, οπότε θα σας δείξω κάποια άλλη στιγμή.
Τι άλλο να σας πω για το Παρίσι; Έβλεπες παντού μαύρους και ήταν όλοι πανέμορφοι, τα ρούχα και τα παπούτσια τα λάτρεψα όλα και το φαγητό ήταν πολύ νόστιμο κι ας ήταν πανάκριβο, άξιζε! Ένα μεσημέρι, δε, πήγαμε να φάμε με τους συναδέλφους από το γαλλικό μουσείο, οι οποίοι, σημειωτέον, ήταν Ιάπωνες. Οπότε, βρεθήκαμε Ιάπωνες και Έλληνες να τρώμε σε ένα κορεάτικο εστιατόριο στο Παρίσι (η παγκοσμιοποίηση είναι εδώ, μην παιδεύεστε άλλο με τις διαδηλώσεις), όπου φυσικά εγώ έγινα ρεζίλι, διότι οι Κορεάτες τρώνε με ξυλάκια, σαν τους Κινέζους και τους Ιάπωνες, μόνο που τα κορεάτικα ξυλάκια είναι μεταλλικά και γλιστράνε σαν το διάολο κι είναι αδύνατον να τα κρατήσεις. Εγώ, περήφανη μαθές, δεν ήθελα πιρούνι και μου έπεφταν τα κορεάτικα ραβιόλια μέσα στη σάλτσα κι είχα πιτσιλίσει το σύμπαν άπαν και μετά έριξα κι όλη τη μπύρα πάνω στο τραπέζι, άστε τα, σας λέω, ξεφτιλίστηκα.
Εν πάση περιπτώσει, με τα πολλά φάγαμε, τελειώσαμε και τη δουλειά μας, αγοράσαμε και τα απαραίτητα μαγνητάκια με τον Πύργο και γυρίσαμε… Όπου στο γυρισμό, έπαθα πολιτισμικό σοκ, διότι το πρωί ξύπνησα στο Παρίσι και το βράδυ κοιμήθηκα στη Λαμία. Αντιλαμβάνεστε.
Τώρα, με καλεί το καθήκον του αλλάγματος της μπέμπας (γλίτωσα την κρέμα, αλλά αυτό όχι), οπότε θα σας αφήσω με μεγάλη μου λύπη και ελπίζω πως άυριο θα σας περιγράψω την κατάσταση που ζω στη μαγευτική Λαμία.
Καλά Χριστούγεννα, βρε!

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Δύσκολοι αποχωρισμοί: το γραφείο.


Φεύγω αύριο. Κι αφήνω, ως συνήθως, πίσω μου συντρίμμια. Σε κάνα μήνα, που θα γυρίσω, θα έχω ακόμα περισσότερα (και συντρίμμια και άλλα) να αφήσω πίσω μου, αλλά προς το παρόν κάτι λίγα μόνο: τελευταία φορά χτες κλείδωσα το γραφείο, τελευταία φορά χτες είδα τον ήλιο να βγαίνει πίσω από το φρούριο, μάζεψα και το κάδρο που είχε πάρει δυσμενή μετάθεση από το δωμάτιό μου στο γραφείο, συγύρισα χαρτιά, συρτάρια και υπολογιστή και να με, να ατενίζω ένα μέλλον (δεν ξέρω ποιο ακόμα).
Αμάν, ρε παιδί μου, τι ανικανοποίητο ον ο άνθρωπος! Να, εγώ, για παράδειγμα. Μπορούσα να μείνω και φεύγω, αλλά στενοχωριέμαι που φεύγω. Άμα μου έλεγες, όμως, μείνε, όχι, δε θέλω να μείνω. Ε, α σιχτίρ, Κατερίνα, δεν ξέρεις τι θέλεις, μου φαίνεται (ναι, τρομακτικό αυτό που μιλάω με τον εαυτό μου, αλλά το έχουμε πει ότι κρύβω μια πολύ τρομακτική πλευρά). Η αλήθεια είναι πως ξέρω τι θέλω. Απλά, όταν τελειώνει μια περίοδος της ζωής μου, πάντα στενοχωριέμαι, εσείς όχι; Πέρασα πολλά μέσα σε κείνο το γραφείο, πιο πολλά όμορφα παρά άσχημα. Κι έχω κι ένα περίεργο πράμα, να συνηθίζω εύκολα και ν’ αγαπάω ακόμα ευκολότερα. Οπότε, όταν έρθει η ώρα να φύγω, που αναπόφευκτα έρχεται, ότι και να κάνεις, όσο και να παλέψεις, στενοχωριέμαι.
Το γραφείο που δούλευα είχε ωραία θέα το Παλιό Φρούριο της Κέρκυρας και τα πρωινά, όταν το έλουζε ο ήλιος, σήκωνα το βλέμμα μια στιγμή από τα ανούσια χαρτιά με τα οποία πάλευα κι ήταν σα να έπαιρνε ανάσα ο νους μου. Και πως μου άρεσε, να φτάνω πρώτη και να ανοίγω τέρμα το παράθυρο και να βλέπω τη μέρα να ξεκινάει. Μετά, βέβαια, χτυπούσε το τηλέφωνο με πολύ δυσοίωνο κόασμα και όλα γίνονταν όπως πριν.  
Αγάπησα κι αυτό το παλιό και μαγικό ασανσέρ, που γεννάει περιπέτειες κι έτριζε σα μαούνα κι έλεγες πότε θα μείνω εδώ μέσα και θα ‘ρθει να μου κάνει παρέα το φάντασμα του συλλέκτη μέχρι να με βγάλουν. Κι έχει εκεί, στη δουλειά (θα σας την αποκαλύψω κάποτε αυτή τη δουλειά), και μια μεγάλη σκάλα, στρωμένη με κόκκινο χαλί, που όταν την είχα πρωτοδεί, έκανα την πριγκίπισσα και ανέβαινα να πάω στο χορό. Τότε, δεν ήξερα ακόμα ότι θα δούλευα εκεί, στην κόκκινη σκάλα, και μετά τη λάτρευα, επίτηδες την ανεβοκατέβαινα πολλές φορές τη μέρα και χάιδευα την ξύλινη κουπαστή και κάθιζα εκεί τα παιδάκια όταν είχα ξενάγηση σε σχολείο και με κοίταζαν με λαμπερά μάτια (καλά, όχι όλα, δεν είμαι και ο Γκάντι, τα περισσότερα σκυλοβαριόνταν). Και στην κορυφή της σκάλας, έχει κι ένα μαύρο άγαλμα, που ήταν λίγο σαν το γιοφύρι της Άρτας, ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν, ποιος να στοίχειωσε μέσα του και ολοκληρώθηκε, δεν ξέρω. Κι αυτό το αγάπησα.
Τι να πω, ρε παιδιά, δεν ξέρω πόσο σώφρων είναι αυτή μου η απόφαση, αλλά τώρα, πάει, το πετρωμένο φίδι δε ματαγίνεται (δηλαδή, το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον) κι εγώ φεύγω και πρέπει να σας αφήσω, γιατί, για μαντέψτε, έχω να φτιάξω βαλίτσα και με κοιτάει πολύ απειλητικά και χάσκει σα στόμα έτοιμα να με φάει και τα νύχια μου ακόμα είναι έτσι, πότε θα τα βάψω, δεν ξέρω. Την άλλη φορά θα σας πω πως πέρασα εκεί που θα πάω αύριο και θα σας πω κι άλλα για όλα αυτά που αφήνω. Καληνύχτα, και καλή τύχη.

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Το τανγκό θέλει δύο, κύριε υπολοχαγέ.

Την προηγούμενη Κυριακή, ήμουν με τη Βίβιαν και περιπλανιόμασταν στους έρημους δρόμους της Κέρκυρας κι έβρεχε καταρρακτωδώς και λέγαμε «και Κυριακή και απόγευμα και στην Κέρκυρα και βρέχει και ερημιά, περισσότερη μελαγχολία πεθαίνεις», ευτυχώς που την άλλη μέρα δεν είχαμε να πάμε δευτεριάτικο σχολείο με πρώτη ώρα Μαθηματικά.
Αυτή την Κυριακή είναι η παραμονή του Αγίου, που λένε εδώ στο νησί τη μεγάλη ονομαστική εορτή του Αγίου Σπυρίδωνος, πολιούχου και προστάτου της πόλης, ο οποίος έχει διασωθεί ως λείψανο μαυριδερό και ολίγον σκιαχτικό: εγώ τουλάχιστον τον φοβάμαι, ειδικά μετά που έμαθα ότι βγαίνει τις νύχτες και περιπολεί στην πόλη του και το άλλο πρωί βρίσκουν, λέει, λασπωμένα τα πασούμια του-κι αυτός με τα πασούμια βγαίνει, χάθηκε μια γαλότσα; Η παραμονή του Αγίου, λοιπόν, σημαίνει πως όλος ο κόσμος θα είναι έξω με τη Louis του ο καθείς (εννοείται καροτσάκια και γριές αβέρτα) κι επίσης, ειδικά για φέτος, σημαίνει πως δεν υπάρχει τσαγκαροδευτέρα, καθώς αύριο είναι αργία. Οπότε, είναι μια όμορφη και διόλου μελαγχολική Κυριακή αφού μάλιστα πλησιάζουν και τα Χριστούγεννα.
Ακριβώς επειδή πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, θα σας πω κι εγώ για δυο χριστουγεννιάτικα πράγματα.
Το ένα είναι το σπιτάκι που φτιάξαμε με τη Ρενάτα για να το χαρίσουμε στην Άννα που γιόρταζε. Η Ρενάτα το οραματιζόταν το σπιτάκι εδώ και κάνα μήνα, οπότε, επιστρέφω την Παρασκευή, μετά από όλα αυτά που σας περιέγραψα χτες, και η Ρενάτα, αραχτή με τη ρόμπα στο κρεβάτι σαν την οδαλίσκη, με προστάζει «η Άννα μας έχει καλέσει το βράδυ, κανόνισε να φτιάξουμε το σπιτάκι!» Τέλοσπαντων, το καταπίνω και βάζουμε στο τηγάνι τη ζάχαρη για να φτιάξουμε καραμέλα, που θα τη χρησιμοποιούσαμε ως το συνδετικό υλικό για τα πτι-μπερ-τούβλα του σπιτακίου. Δεν έλιωνε η ρημαδοζάχαρη με τίποτα και με τα πολλά πείθω (το αντίθετο του μπροθτά) τη Ρενάτα (η οποία δεν έχει δράμι υπομονή κι ήθελε να τα παρατήσουμε όλα και να κολλήσουμε τα πτι-μπερ με κόλλα, προφανώς για να δηλητηριάσει την Άννα) να βάλουμε και λίγο νεράκι, οπότε εγένετο καραμέλα. Κολλάμε τα πτι-μπερ, αλλά επειδή τα πηγαινοφέρναμε από το μάτι στον πάγκο βουτηγμένα στην καραμέλα, είχαμε δημιουργήσει έναν ιστό από λεπτές καραμελένιες κλωστίτσες, είχαμε καλυφθεί κι εμείς οι ίδιες, άλλο να σας λέω κι άλλο να το βλέπετε. Στη συνέχεια, φτιάχνουμε το χιόνι και καλύπτουμε σούμπιτο το σπιτάκι, μιλάμε εμείς δε φτιάξαμε σπίτι, ντάτσα στη Σιβηρία φτιάξαμε (ντάτσα λένε το εξοχικό σπίτι στη Ρωσία), εγώ ήθελα να φτιάξω και χιονάνθρωπο, αλλά το γλάσο έτρεχε και δεν καθόταν.
(Αυτό που έχουμε να δούμε χιόνι καμιά δεκαετία και παρ’ όλ’ αυτά επιμένουμε να διακοσμούμε όλα τα χριστουγεννιάτικα με χιόνι, μήπως είναι λίγο εμμονικό;)
Φτιάχνουμε κι ένα φράχτη με γκοφρετάκια, εγώ έφαγα την πόρτα του φράχτη κι οι κότες έμπαιναν ελεύθερες, βάζουμε και χρωματιστά κουφετάκια για κεραμίδια (εννοείται πως έφαγα και τα μισά κεραμίδια) κι έτοιμο το σπιτάκι μας. Μετά, που το πηγαίναμε στην Άννα, μου έσπασε τα νεύρα: με τα δύο χέρια κράτα το, γέρνει, θα σου πέσει, μην πας από κει, γλιστράει, με τα δύο χέρια είπα!, τι τα ήθελες τα τακούνια, θα πέσεις-κι όχι ότι χέστηκε μην πέσω, το σπιτάκι μην πάθει τίποτα. Το σπιτάκι, βέβαια, είχε στεγνώσει το γλάσο κι η καραμέλα κι ήθελε σφυρί και καλέμι να το σπάσεις! Με τα πολλά, φτάνουμε και η Άννα ενθουσιάζεται με το σπιτάκι, που ήταν το ένα χριστουγεννιάτικο πράγμα.
Το άλλο χριστουγεννιάτικο πράγμα είναι μια ταινία που είδαμε χτες. Το ταγκό των Χριστουγέννων. Παιδιά μου, τι ταινία! Βασισμένη σε ένα βιβλίο του Ξανθούλη, μιλούσε για μια ιστορία έρωτος και αναμονής, μυστικών και κρυφών αισθημάτων. Ένας υπολοχαγός είναι σφόδρα ερωτευμένος με την πανέμορφη σύζυγο του ανωτέρου του και θέλει να της ζητήσει να χορέψουν ένα ταγκό στη χριστουγεννιάτικη εορτή του στρατοπέδου. Ζητά, λοιπόν, από έναν φαντάρο να του μάθει να χορεύει ταγκό με αντάλλαγμα μια πολυπόθητη άδεια. Τι να σας πρωτοπώ: για την ατμόσφαιρα της ταινίας, με τη βροχή και την ομίχλη και τη σκοτεινιά του χειμώνα στον Έβρο, για τη μουσική, που σε ταξίδευε εκεί, σε κείνο το tango notturno, για τον Στάνκογλου που έπαιζε τον υπολοχαγό και τον ερωτευόσουνα μόνο για την εγκατάλειψη που έδειχναν τα μάτια του, για τους υπαινιγμούς και τα υπόγεια συναισθήματα που κατέκλυζαν όλες τις σκηνές της ταινίας. Δε θα σας πω τι γίνεται, για να πάτε να τη δείτε απαραιτήτως. Πολύ καιρό είχα να δω μια τέτοια ταινία: ούτε αγορίστικη ούτε κοριτσίστικη, άψογη, ολόκληρη, να μιλάει για κάτι, να σε πηγαίνει κάπου. Και πόση σημασία μπορεί να έχει ένας χορός, πόσο περισσότερο αποκαλυπτικός μπορεί να είναι από οποιαδήποτε εξομολόγηση.
Α, εξαιρετική ταινία, μακάρι να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι μια τέτοια στιγμή.