Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Κάθε σπίτι τον τρελό του, στο δικό μας όλοι.


Περιστοιχίζομαι από τρελούς: σας το έχω ξαναπεί, έτσι; Επαναλαμβάνομαι, αλλά από την άλλη, ίσως να μην είμαι εγώ που επαναλαμβάνομαι, αλλά οι άλλοι. Σας μπέρδεψα; Χαίρομαι, αυτός ήταν ο σκοπός μου.
Λοιπόν: η Ρενάτα έχει αρχίσει να πιστεύει πως είναι ένα ροζ σύννεφο (αλήθεια) και χτες επέμενε επί μισή ώρα πως το επάγγελμα του βοθρατζή είναι πιθανότατα το πιο σοβαρό επάγγελμα του κόσμου. Ήμασταν με μια παρέα κι έλεγαν αυτές τις ηλίθιες ιστορίες που σου δίνει ο άλλος τα εξής δεδομένα: «είναι ένας σ’ ένα μπαλκόνι και γελάει» κι εσύ πρέπει να βρεις γιατί γελάει, κάνοντας διάφορες ερωτήσεις που θα σε οδηγήσουνε σε ένα παντελώς άσχετο και άκυρο συμπέρασμα. Τις ξέρετε αυτές τις ιστορίες; Μιλάμε, μπορείς να φας ώρες ψάχνοντας να βρεις γιατί γελάει αυτός στο μπαλκόνι ή γιατί ένας άλλος παίρνει το ασανσέρ όταν βρέχει, ενώ όταν δε βρέχει δεν το παίρνει. Ωστόσο, το Ροζ Σύννεφο παραμένει (ενίοτε, μεταμορφώνεται και σε μαύρο και πέφτει απάνω μας).
Παράλληλα, η Ελένη κατέβαζε χτες κάτι παιχνίδια για το κινητό της (όλοι πια έχουν αυτά τα ανόητα κινητά, αφής κι έτσι, my ass, δε δουλεύουν ποτέ) και ανάμεσα στα bubble games (που κυνηγάς να σκάσεις κάτι μπάλες, Χριστέ μου, για λοβοτομή κατευθείαν) κατέβασε κι ένα που υποσχόταν ότι μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις το ευαίσθητο σημείο των κοριτσιών, αν με εννοείτε. Κι επειδή η Ελένη αναρωτήθηκε μήπως δεν έχει βρει το σωστό σημείο, κατέβασε το παιχνίδι και της βγαίνει στην οθόνη η Σάντι, μαζί με διάφορα κουτάκια που μετρούσαν την ικανοποίησή της κι εσύ έπρεπε να τα γεμίσεις όλα, αγγίζοντας διάφορα σημεία της Σάντι. Συγγνώμη αν σας σοκάρω, αλλά όλα μέσα στη ζωή είναι. Ξεκίνησε, λοιπόν, η Ελένη κι άμα της άρεσε της Σάντι, βογκούσε, αλλιώς της έλεγε «όχι εκεί». Ώσπου κάποια στιγμή, γεμίζουν όλα τα κουτάκια κι αρχίζει η Σάντι να ουρλιάζει και να χαίρεται κι η Ελένη έγινε ρεντίκολο στη γειτονιά, διότι επιμένει μονίμως να έχει τον ήχο του κινητού στη διαπασών. Αντιλαμβάνεστε.
Επίσης, ο μπαμπάς μου μαθαίνει επαναστατικά τραγούδια στα δίδυμα και λέει πως ο μπέμπης, όταν ακούει «στ’ άρματα, στ’ άρματα», σηκώνει το αριστερό χέρι σε γροθιά. Όταν δεν τραγουδάει στα μωρά το απάνθισμα της αριστερής μουσικής προπαγάνδας, ψάχνει να βρει από πού ανάβει η κουζίνα της αδελφής μου, γιατί είναι από αυτές τις μοντέρνες που δε φαίνονται τα κουμπιά και ταλαιπωρείται ο καημενούλης μου. Άστε που την άλλη φορά έψαχνε το ψωμί, διότι η αδελφή μου αντί για ψωμιέρα έχει ένα τσίγκινο κουτί, που πιο πολύ μοιάζει με φυσιγγιοθήκη.
Και καλά, αυτοί είναι άκακοι τρελοί, έχω κι άλλους, που μπορεί να γίνουν κι επικίνδυνοι, μ’ αυτούς τι κάνεις, είναι το θέμα, που μπορούν να σου καταστρέψουν την ψυχή, την αυτοεκτίμηση και να σε κουρελιάσουν. Σας έχει τύχει ποτέ κανένας τέτοιος; Κι αν ναι, τι κάνατε;

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Μικρό γαλάζιο κρίνο; Dude, ο σουρεαλισμός είναι πάντα στη μόδα.


Η μεγαλύτερη εφεύρεση του ανθρώπου είναι το αεροπλάνο: ξυπνάς το πρωί στην Κέρκυρα, πας στη δουλειά, μαθαίνεις 7 εκ. άσχημα νέα, πήζεις στο έγγραφο ως τις 3 το μεσημέρι, πας στους μαθητές σου, διαβάζετε, τους βρίζεις προκαταβολικά για τις επόμενες 3 μέρες, φτιάχνεις βαλίτσα (ο θεός να την κάνει, μέχρι που την άνοιξα δεν ήξερα αν έχω βάλει μέσα εσώρουχα) και το βράδυ κοιμάσαι στην Αθήνα. Και στην επιστροφή; Τα ίδια. Ξυπνάς στην Αθήνα, μετακομίζεις τη φιλενάδα σου, πας στο Βασιλόπουλο, όπου κουβαλάς πάνες, γάλατα και διάφορα τέτοια μωροκούρουνα (διότι η περί ης ο λόγος φιλενάδα έχει μωρό) και το απόγευμα είσαι στην Κέρκυρα, χτυπάς κι εκεί ένα σουπερμάρκετ και το βράδυ βγαίνεις και έξω. Σας λέω, η μεγαλύτερη εφεύρεση, για βάλε να έπρεπε να πας και να ‘ρθεις με το χτελ, τραγωδία, θες 2 μέρες να συνέλθεις από την κούραση. Πρώτο συμπέρασμα.
Δεύτερο συμπέρασμα: η Αθήνα, αγαπητοί μου, δεν παλεύεται. Έχω καταντήσει γραφική, το αντιλαμβάνομαι, αλλά πως ζείτε; Βέβαια, είναι, όσο να πεις, εξωτικός προορισμός, άσπρον άνθρωπο εγώ δεν είδα 2 μέρες, παρακολουθείς από κοντά την πολυπολιτισμικότητα μιας σύγχρονης μεγαλούπολης, βλέπεις ενδυμασίες από μακρινές χώρες, ακούς όλες τις γλώσσες της Βαβέλ, μαθαίνεις πως ζουν οι άλλοι λαοί, όλα αυτά (τα οποία, εντάξει, πέρα από την πλάκα και πέρα από την Αφρική, έχουν ενδιαφέρον).
Ωστόσο, το άγχος και η πίεση είναι διάχυτα στον αέρα, και να μην έχεις, κολλάς, η κίνηση είναι ικανή να σε τρελάνει, δηλαδή, πιστεύω πρέπει να κάνεις πρόγραμμα τι θα κάνεις μέσα στο αυτοκίνητο, να φτιάξεις τα νύχια σου, ίσως, ή να κάνεις ένα εργόχειρο, το οποίο μπορείς να πουλήσεις στο επόμενο φανάρι, ή δεν ξέρω τι άλλο, να μαλώσεις, να χωρίσεις, να τα ξαναφτιάξεις, ακόμα και σεξ μπορείς να κάνεις με όλη σου την άνεση. Και καλά να είσαι στο αυτοκίνητο, άμα είσαι σε κάνα τρόλεϊ ή στο λεωφορείο, τι κάνεις; Με δουλεύετε; Γιατί το κάνετε αυτό στον εαυτό σας;
Επίσης, δε βλέπεις ουρανό σ’ αυτή την πόλη, δεν ξέρεις τι καιρό έχει την ώρα που ξυπνάς, να ‘χει ήλιο, συννεφιά, μπας και ρίχνει καρεκλοπόδαρα, και ιπτάμενος δίσκος να έχει προσγειωθεί στην πόλη, δεν το βλέπεις, απλά. Όλα έχουν το ίδιο χρώμα: γκρι του ποντικιού.
Και να τη δείτε τη δικιά σας (εμένα δηλαδή) να διασχίζω την Αχαρνών στο ύψος του Αγ. Παντελεήμονα (οι Αθηναίοι ξέρετε τι σημαίνει αυτό, για του υπόλοιπους σημαίνει ότι έχεις τηλεμεταφερθεί στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν ταυτόχρονα) με τις ροζ γόβες μου να χτυπάνε στα πεζοδρόμια και να αναρωτιέμαι, που πάω ο Καραμήτρος; Αν και νομίζω ότι πιο πολύ σκανδαλίζονταν από το ροζ ως χρώμα, παρά από τη γόβα ως αντικείμενο. Και μετά, να επιχειρώ να ανέβω την Τοσίτσα, δίπλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο, με τις ροζ γόβες. Ε, εκεί, ούτε εγώ το τόλμησα, έκανα μεταβολή κι έφερα βόλτα το Μουσείο για να μπω. Διότι, και μέσα στο Trainspotting να είχες μεταπηδήσει, καλύτερη θα ήταν η κατάσταση απ’ ότι στην Τοσίτσα. Απέραντη θλίψη και τόσες τραγωδίες μαζεμένες, οι κούροι κι οι κόρες είναι έτοιμοι να βγουν από το Μουσείο και να δώσουν ένα χέρι συμπαράστασης, εμείς, οι ζωντανοί, αλήθεια δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα; Αναρωτιέμαι.
Συμπέρασμα τρίτο: για άλλη μια φορά πείστηκα πως η αποκέντρωση είναι η λύση ή έστω μία από τις λύσεις. Μπήκα, λοιπόν, σε ένα από αυτά τα στριμόκωλα αεροπλάνα της Ολυμπιακής, στα οποία φιλιέσαι με τον απέναντι, διότι με το διπλανό δε το συζητάμε, έχεις έρθει πολύ κοντά, και στα οποία ακούς τον έλικα του φτερού να γυρίζει απειλητικά και αναπόδραστα σκέφτεσαι τι θα συμβεί αν σταματήσει να γυρίζει, και γύρισα στο νησί (που πια αποκαλώ «μου», άκουσον άκουσον) με ανάμεικτα συναισθήματα. Σαν τα λαχανικά.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Το έχουμε πει: είναι σαν το σύμπαν.


Παράξενος χειμώνας μπαίνει, παράξενη εποχή. Όλα είναι περίεργα και ρευστά, δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει ή και τι θα σου βραδιάσει ενίοτε, μπορεί εκεί που είσαι ξαπλωμένος κι ήσυχος να σηκωθείς να ντυθείς και να πάρεις τους δρόμους ή εκεί που πίνεις καφέ να σου ‘ρθει ν’ αρχίσεις τα ουίσκια. Και φυσικά, η αντίδραση των ανθρώπων σε όλα αυτά τα παράξενα που συμβαίνουν είναι εξίσου παράξενη και απρόβλεπτη. Και παράλογη, εννοείται. Και όλες οι λέξεις με παρά-παραφυσική, παρατραβηγμένη, παρανοϊκή, κλπ.
Εμείς, για παράδειγμα, στη δουλειά, αυτή τη βδομάδα, παραζαλισμένοι από τις υφέρπουσες φήμες περί χρεοκοπίας, μαζικών απολύσεων και μαζικών εκτοπισμών (παρεμπιπτόντως, μπορούμε επιτέλους να χρεοκοπήσουμε; Δε βαστώ άλλο, αυτή η χρεοκοπία πια είναι σαν τον καιρό στην Κέρκυρα: 7 φορές αυτή τη βδομάδα έχει βρέξει κι έχει κάνει λιακάδα), αρχίσαμε, ψάχνοντας σανίδα σωτηρίας, να μελετάμε το θέμα των μετοχών.
Τι εννοείτε ποιών μετοχών; Σοβαρά μιλάτε, δεν έχετε ακούσει για τις μετοχές τέρατα από την Banque d’ Orient, που τις βρήκε, λέει, ένας πατρινός στο σεντούκι της γιαγιάς του και που αξίζουν, λέει, 67 εκ ευρώ η μία και που θέλει, λέει, αυτός να δωρίσει 4 στο ελληνικό κράτος, αλλά το ελληνικό κράτος, ως περήφανο και άτεγκτο, δεν τις δέχεται; Παιδιά μου, δεν ξέρετε τι γέλιο ρίξαμε μ’ αυτές τις μετοχές. Διότι έρχεται ένα πρωί η συνάδελφος μου και μου λέει «Κατερίνα, εσύ που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει, δεν ψάχνεις το και το, τις μετοχές, που είδα χτες ένα ρεπορτάζ και μου άναψε η περιέργεια;». Πάω κι εγώ, ψάχνω και βρίσκω αυτό το ζήτημα με τις μετοχές, όπου αυτός ο τύπος, που είναι ζάπλουτος, διότι σύμφωνα με αναλύσεις οικονομολόγου παγκοσμίου κύρους (ότι δηλαδή ο οικονομολόγος παγκοσμίου κύρους-καθηγητής του Χάρβαρντ-στέλεχος της αμερικάνικης γιγατράπεζας θα είχε χώρο, χρόνο και διάθεση να ασχοληθεί με τις μετοχές της γιαγιάς ενός τύπου από την Ελλάδα, την Ελλάδα, προσέξτε) οι 40 μετοχές που έχει αξίζουν συνολικά περί τα 30 τρις ή κάποιον τέτοιον αστρονομικό αριθμό, θέλει να χαρίσει τις 4 στην Ελλάδα, όχι μόνο για να ξεχρεώσει, αλλά και για να αναπτυχθεί περαιτέρω.
Μωρέ, ακούμε τι λέμε; Και φυσικά, εκ των ουκ άνευ, οι κατάπτυστοι, προσκυνημένοι, ψεύτες και πουλημένοι πολιτικοί έχουν καταθάψει το θέμα, διότι πολύ απλά δεν θέλουν να διορθωθεί το πρόβλημα παρά γουστάρουν να είναι ηγέτες μιας ημικατεστραμμένης χώρας και να τους φασκελώνουν άπαντες. Εμείς, βέβαια, δε σας το κρύβω, είχαμε καμιά δυο μέρες που ασχολιόμασταν με τις μετοχές και βρίσκαμε και ερμηνείες και κάναμε και όνειρα: ότι η ανεργία θα πέσει στο -17%, ότι κλωτσηδόν θα διώξουμε την τρόικα κι ότι δε θα χρειαστεί κανείς να ξενιτευτεί για να στέλνει λεφτά στο χωριό. Μετά, συλλάβαμε το μέγεθος της βλακείας μας κι απλά γελούσαμε.
Παράλληλα, μαζί με τις εθνοσωτήριες μετοχές, κυκλοφορεί κι αυτό το mail με τα κατασκευασμένα κατοικίδια, το έχετε δει; Που είναι, λέει, αυτά τα πλάσματα με ζωικό DNA που τα κρατάς ναρκωμένα και σου κάνουν όλες τις χάρες; Άμα είναι να μου σιδερώνουν κιόλας, παίρνω κι εγώ ένα, που κοντεύουν τα σεντόνια να μπούνε μόνα τους στη ντουλάπα. Επίσης, μήπως βγαίνει και κάνα μοντέλο που να γεννάει λεφτά; Κι ένα τέτοιο θέλω. Έλεος. Μου το έχουνε στείλει καμιά 5-6 φορές αυτό το mail κι όχι τίποτε άλλο, σιχάθηκα πια, κάθε φορά να βλέπω αυτές τις εικόνες κι επίσης σιχάθηκα πια να βλέπω να τα πιστεύουν και να τα διαδίδουν, λες κι οι επιστήμονες δεν έχουν καμιά άλλη δουλειά. Κι η φράση κατακλείδα; Αναμένουν έγκριση. Δεν είναι φοβερό; Εντελώς τελεσίδικο. Όλα έχουν συμβεί, η κατάλυση του ανθρωπίνου είδους έχει επέλθει, το μόνο που χρειάζεται για να πουλήσουμε κατασκευασμένα πλάσματα στα παιδιά μας, είναι η έγκριση.
Δεν είναι φοβερή αυτή η επιδημία βλακείας; Χτυπάει ακόμα και τους πιο λογικούς ανθρώπους, διαδίδεται με ταχύτητα αστραπής και έχει ακτίνα τουλάχιστον 300 χμ. Σε περιόδους έξαρσης δε, είναι ανεξέλεγκτη. Προκειμένου να μην αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα, είσαι ικανός να πιστέψεις σε μετοχές που θα σώσουν τον κόσμο (και να αρχίσεις κι εσύ να ψάχνεις στα σεντούκια), σε κατοικίδια-διασταύρωση με το Γκοτζίλα, ότι ξεκίνησε ο πόλεμος με την Τουρκία, τη Σουηδία και τη Γκάνα ταυτόχρονα, στην ομάδα Ε, στους Ελ και στους Γκυζ (είναι εξωγήινοι που ζουν κάτω από του Γκύζη), καθώς και ότι κάπου υπάρχουν κάποιοι που δεν τρώνε, δεν κοιμούνται, δε ζουν, παρά σχεδιάζουν την εξόντωση της χώρας μας, για να εκμεταλλευτούν τα πετρέλαια, τα φυσικά αέρια, σε λίγο θα μας πούνε και για αδαμαντωρυχεία σ’ αυτή την έρμη χώρα.
Παιδιά, να συνέλθουμε λίγο;

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΕΣ


Π. Ε. Σ.
Το αρκτικόλεξο που χρησιμοποιείται ευρέως (ποιος είναι πάλι αυτός ο Εβραίος;) για να δηλώσει το ΠροΕμμηνοροϊκό Σύνδρομο, παροδικό σύνδρομο που παρατηρείται σε άτομα γυναικείου φύλου, στις ηλικίες 15-45 (χοντρικά), κατά τις ημέρες που προηγούνται της μηνιαίας συνδρομής των εν λόγω ατόμων στην αιματοχυσία του πλανήτη.
Τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου είναι δυνατόν να ποικίλλουν ανάλογα με το ιστορικό (και το αρχαιολογικό) και τη φυσική (αλλά και την οικονομική, την ερωτική, την επαγγελματική και όποια άλλη μπορείτε να σκεφτείτε) κατάσταση της ασθενούς. Επίσης, είναι δυνατόν να ποικίλλουν ανάλογα με την εποχή, τη χρονολογία, τις καιρικές συνθήκες, το δείκτη του ΧΑΑ, την τιμή της βενζίνης, κα.
Εν ολίγοις, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να προβλεφθούν τα χαρακτηριστικά του Συνδρόμου και κατ’ επέκτασιν οι αντιδράσεις της ασθενούς (οπότε, απλά κάντε το σταυρό σας). Ωστόσο, η πρόοδος της επιστήμης και η ενδελεχής παρατήρηση πλείστων περιπτώσεων φίλων, συγγενών, συναδέλφων και αγνώστων στο δρόμο επέτρεψαν στη γράφουσα να συγκεντρώσει, να καταλογογραφήσει και να καταγράψει αλλά όχι να ερμηνεύσει ορισμένα κοινά σε όλες χαρακτηριστικά του Συνδρόμου.
1.Ακατάσχετη και ανεξέλεγκτη επιθυμία να φας τα πάντα. Τα πάντα, όμως, ακόμα και πράγματα που σε κανονικές συνθήκες, δε θα μύριζες καν. Επίσης, μπορείς να τρως συνέχεια, δίχως διακοπή, και σίγουρα οι τετριμμένοι διαχωρισμοί τύπου πρωινό, μεσημεριανό, κλπ, δεν ισχύουν επ’ ουδενί. Εγώ, για παράδειγμα, σήμερα, έφαγα στις 7.15 κέικ καρότου και στις 8.30 σάντουιτς με μαγιονέζα, ντομάτα, τυρί και πάριζα. Μια άλλη φορά είχα φάει 8 αυγόφετες στην κατσιά.
2.Σου τη σπάνε όλοι: η μαμά σου, το αγόρι σου, το κορίτσι σου, ο διπλανός σου, ο πισινός σου, οι τουρίστες  που σταματάνε στη μέση του πεζοδρομίου απροειδοποίητα για να βγάλουν φωτογραφία, ο διευθυντής σου, ο υπολογιστής σου, αυτοί που γράφουν greeklish στα σχόλια του protagon, όλοι, γνωστοί, άγνωστοι, κοντινοί, μακρινοί, δεν έχει σημασία, εσένα σου τη σπάνε κι αυτό φτάνει.
3.Κλαις. Σε άσχετες, ανύποπτες, ενίοτε ακατάλληλες στιγμές, δίχως προφανή (ή και αφανή) λόγο, με λυγμούς, λες και σου συνέβη κάτι πάρα πολύ κακό, θυμάσαι τα πεθαμένα σου και κλαις με μαύρο δάκρυ. Και μετά, σα να μην πέρασε μια μέρα, σκουπίζεις τα μάτια, ρουφάς (με ανείπωτη κομψότητα) τη μύτη, μουντζουρώνεις πιο πολύ το μολύβι, και καλά άποψη κι όχι μουντζούρα, κι ησυχάζεις (αυτό με τα κλάματα, πριν συνειδητοποιήσω ότι οφείλεται στο ΠΕΣ, πολύ με είχε τρομάξει, νόμιζα ότι είχα καμιά πολύ σοβαρή αρρώστια).
Προκειμένου τα συμπτώματα του Συνδρόμου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά και ανώδυνα για την ασθενή και το περιβάλλον της, μόνο μία είναι η συνταγή: υπομονή.
Επίσης, έχω να προσθέσω πως εκτός από το να κάθομαι και να γράφω τέτοιες κοτσάνες, σήμερα, όπως και κάθε μέρα άλλωστε, γύρισα όλη την πόλη μέσα στην καταρρακτώδη βροχή. Αυτό ούτε πρόβλημα είναι ούτε ασυνήθιστο για την όμορφη Κέρκυρα, το πρόβλημα ήταν πως εγώ φορούσα τις ροζ πλαστικές μπαλαρίνες μου (διότι έχω κάνει ένα τάμα να μην φορέσω μπότες πριν από τις 28 Οκτωβρίου, χάρη μου κάνει να ρίξει και βατράχια κι ακρίδες από τον ουρανό), οι οποίες, από ένα σημείο και μετά γέμισαν νερά σαν τη σκούνα Βαγγελή κι εκεί που πανευτυχής πλατσαρνούσα (εξαιρετικά δόκιμος όρος, προλαβαίνω τα κακεντρεχή σχόλια), μου έφευγε η μπαλαρίνα από το πόδι και βρισκόμουν μονοσάνδαλη στη μέση του πεζοδρομίου. Μια φορά, μάλιστα, τινάχτηκε με φόρα και προσγειώθηκε μπροστά στα πόδια μιας Γαλλίδας, η οποί γελάει ακόμα, είμαι σίγουρη. Θα πάτησα ίσαμε 12 φορές ξυπόλητη στα καντούνια τση Κέρκυρας. Στο τέλος, τις έβγαλα και γύρισα απόδετη στο σπίτι, α σιχτίρ πια.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Μόνο μη μου πείτε να βάλω ούζο. Το βαρέθηκα.


Με πονάει ο φρονιμίτης μου: ούτε στον εχθρό μου τέτοιο πράγμα. Χωρίς να είναι κανονικός πόνος, απ’ αυτούς δηλαδή που δε στέκεσαι και δεν κοιμάσαι, είναι πολύ ενοχλητικό, άστε που το είδα και λίγο μαύρο τώρα που κοιταζόμουν στον καθρέφτη κι έχει πάει η ψυχή μου στην κούλουρη, πέθανε ποτέ κανείς από δόντι; Ή θα είμαι εγώ η πρώτη;
Έχει, βέβαια, κι ένα καλό ο πονόδοντος: δεν μπορώ να φάω, διότι φοβάμαι μην το πονέσω αν πάει η τροφή εκεί κι επίσης δεν μπορώ και να μασήσω πολύ καλά. Λέτε να κρατήσει καμιά βδομάδα, τόσο χρειάζεται το στομάχι για να κλείσει και να μη χρειάζεται μετά πολλή τροφή για να γεμίσει, τι λέω, Χριστέ μου, δεν πάω καλά. Αλλά ξέρω εγώ ποιος φταίει, είχα την προηγούμενη βδομάδα το διαιτολόγο σπίτι μου, τι, μου έλεγε, όλο αυτό θα φας; Ούτε εγώ, που είμαι αγόρι, δεν τρώω τόσο πολύ. Όπου το «όλο αυτό» ήταν ένα μπουτάκι από κοτόπουλο και δυο κουταλιές ρύζι. Τι να πω κι εγώ, άδειασα με πόνο ψυχής το ρύζι πίσω στο τάπερ, μασούλησα καρτερικά το κοτόπουλο και λιμοκτόνησα την υπόλοιπη μέρα, ώσπου το βράδυ με μπούκωσε με 3 κομμάτια πίτσα. Είναι λογικό τώρα αυτό; Να μη σε αφήνει το μεσημέρι να φας δυο κουταλιές ρύζι και το βράδυ να σε ταΐζει πίτσα;
Αλλά, τι περιμένω κι εγώ, λογική από αγόρια; Αυτά, από μικρά, δεν έχουν κανέναν ειρμό στις πράξεις και τις σκέψεις τους κι επίσης, κανένα επιχείρημα για να υποστηρίξουν αυτά που κάνουν. Να, πάρτε για παράδειγμα το μαθητή μου τον Άλεξ: πάει τώρα πέμπτη Δημοτικού, κοντεύει τα 10, το χρυσό μου, αλλά επιμένει, όταν γράφει αρχικούς χρόνους (αυτή την πολύ δύσκολη άσκηση στη γλώσσα, όπου πρέπει να γράψεις ένα ρήμα σε όλους τους χρόνους, στο πρώτο πρόσωπο, δηλαδή στο εγώ), να γράφει τους μισούς με κεφαλαίο και τους άλλους μισούς με μικρό. Ο ενεστώτας είναι στάνταρ με μικρό, ο παρατατικός παραμένει αδιευκρίνιστο, διότι το σχήμα δε σε βοηθάει να καταλάβεις αν πρόκειται για μικρό ή κεφαλαίο και το μέγεθος δεν είναι κριτήριο (έτσι κι αλλιώς, τα μισά γράμματα απειλούν να φάνε τα άλλα μισά), ο αόριστος ανυπερθέτως με κεφαλαίο κι οι υπόλοιποι χρόνοι κατά βούληση, συμβαίνει δε το εξής παράδοξο: στους μέλλοντες, η πρώτη λέξη, εξακολουθητικός ή στιγμιαίος ή συντελεσμένος, είναι με μικρό, αλλά ο μέλλοντας πάντα με κεφαλαίο. Στη αρχή πάλευα να το τακτοποιήσουμε, αλλά τώρα έχω παραιτηθεί, μπορεί το παιδί να είναι καλλιτεχνική φύση και να το εκφράζει έτσι.
Κι επειδή σας έχω μπερδέψει, θα διευκρινίσω πως έχω όντως μαθητές, αλλά είναι μόνο δύο, δεν είμαι δασκάλα, απλά είναι δυο παιδάκια που οι μαμάδες είναι η μία Γαλλίδα κι η άλλη Ιταλίδα και τα βοηθάω λίγο στο διάβασμα. Τα είχα βρει τον πρώτο χρόνο που ήμουν στο νησί και η οικονομική μου κατάσταση ήταν αξιοθρήνητη κι έκτοτε δεν μπορούν να με αποχωριστούν, οπότε συνεχίζω κι ας σημαίνει αυτό ότι φεύγω από το σπίτι στις 7 το πρωί και γυρνάω στις 6 το απόγευμα.
Ο άλλος μαθητής μου, ο Θωμάς, είναι λίγο βαρύς, έτσι, δε μιλάει πολύ κι ούτε σηκώνει πολλά πολλά, θυμώνει εύκολα. Και δε με πολυχωνεύει κιόλας ή έτσι θέλει να δείχνει, για να μη του πάρω και τον αέρα. Όταν χτυπάω το κουδούνι, φωνάζει «μαμά, πάλι ήρθε αυτή». Την άλλη φορά, είχε η μαμά του ένα περιοδικό που το είχε διαβάσει κι ήθελε να μου το χαρίσει να το διαβάσω κι εγώ. Μου το δίνει, λοιπόν, και μου δίνει και μια σκιά που είχε δώρο το περιοδικό. Και να σηκωθεί, παιδιά μου, ο Θωμάς και ν’ αρχίσει να φωνάζει «της δίνεις και τα πράγματά σου, δε φτάνει που της δίνουμε τόσα λεφτά, της χαρίζεις και το περιοδικό από πάνω και να της το πάρεις πίσω», καλά, η μαμά καταντράπηκε κι εγώ είχα ξεραθεί στα γέλια. Ο Θωμάς είναι καλός μαθητής, αλλά όταν βαριέται, πράγμα που συμβαίνει κυρίως τις Παρασκευές, μπορείς να φτάσεις κι ως την παιδοκτονία. Ειδικά τα Αγγλικά, διότι πάνε και Αγγλικά, δεν τα θέλει καθόλου, τα λέει Άγγλικα, από τότε που έμαθε ότι το ugly σημαίνει άσχημος.
Ο δε Άλεξ, όταν λέει κοτσάνα κι εγώ ρίχνω απελπισμένη το κεφάλι μου στα χέρια, μου λέει «μην απελπίζεσαι, Κατερίνα, είμαι μισός Γάλλος και γι’ αυτό δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ρήμα από το ουσιαστικό και δυσκολεύομαι στην ορθογραφία, δε φταις εσύ», το σκασμένο, κι εγώ του απαντάω πως και στα Γαλλικά το ρήμα και το ουσιαστικό είναι δύο διαφορετικά πράγματα και κάποτε θα τα βρει μπροστά του και με λέει κακεντρεχή-εγώ φταίω που του έμαθα τι σημαίνει αυτή η λέξη.
Βέβαια, ο Άλεξ είναι και πιο ερωτιάρης: έχει ένα κορίτσι, την Αθηνά, και κλέβει τα κοσμήματα της μαμάς του για να τα χαρίζει στην Αθηνά κι ευτυχώς τα βρίσκει η μαμά της και τα επιστρέφει στη μαμά του Άλεξ. Επίσης, προχτές μου περηφανευόταν πως φίλησε το κορίτσι του φίλου του πριν το φιλήσει ο ίδιος ο φίλος του, διότι παίζανε μπουκάλα και του έτυχε.
Ο Θωμάς, με τα κορίτσια δεν τα πάει πολύ καλά: λέει ότι είναι χαζά κι εγώ του λέω πως πάντως ένα κορίτσι θα διάβαζε τι πρέπει να κάνει στην άσκηση πριν ξεκινήσει να την κάνει και πελαγώσει κι επίσης ένα κορίτσι θα είχε επιτέλους μάθει πως η ορθογραφία γράφεται με όμικρον κι όχι με ωμέγα, μα είναι δυνατόν; Μάλιστα, γράφει στο βιβλίο «ορθω» για να μην ξεχάσει ποιές λέξεις έχει ορθογραφία, σας λέω, καμία λογική.
Μετά από όλα αυτά, πώς να διατηρήσω εγώ την ψυχική μου ηρεμία; Το δόντι συνεχίζει να πονάει, έχω και να μαγειρέψω, τουλάχιστον σταμάτησε να ουρλιάζει η απέναντι, η οποία έχει παράπονο πως κάποιος περαστικός αφόδευσε χτες έξω από την πόρτα της κι όλο το πρωί «ρίχνω χλωρίνες, κυρα-Βάσω μου, που να του χέσω τη μάνα και τον πατέρα, εδώ δεν είναι οι Άγιοι Πατέρες (το όνομα της συνοικίας), μπουρδέλο είναι, έρχεται και χέζει ο καθένας κι ο Γιωργάκης (ο ΓΑΠ, ντε!) τσεπώνει». Τι σχέση να ‘χει τώρα ο Γιωργάκης και με ποιόν τρόπο τσεπώνει, αυτό δεν το έχω διευκρινίσει ακόμα.
Αν δε φανώ μες στη βδομάδα, θα έχω πεθάνει από το δόντι. Σας αφήνω παρακαταθήκη.