Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, ξανασβήνω, που πήγαν, καλέ, οι λέξεις μου; Τρεις φορές άδειασα τη σελίδα και την ξαναγέμισα (με κοτσάνες, γι’ αυτό την άδειασα). Τζάμπα που με έβαλε κι η Νίνα στις αγαπημένες της… Επίσης, διόλου δε με βοηθάει κι ένα κενό που έχω στο στομάχι μου, έφαγα 2 γεμιστά το μεσημέρι, τι να σου κάνουν 2 γεμιστά, ούτε για το δόντι, που λέει κι η φίλη μου η Όλγα, κι έτσι τώρα έχω μια απέραντη λαχτάρα για σουβλάκια. Αντ’ αυτού, θα τραφώ με πνευματική τροφή και θα σας γράψω για τα παιδικά μου καλοκαίρια που τα θυμήθηκα προχτές που μίλησα με τον παιδικό μου φίλο, κι έτσι πρώτον θα νευριάσω το συγκεκριμένο φίλο και δεύτερον θα σταματήσει η αδελφή μου να γκρινιάζει που δεν ανέβασα άρθρο την Κυριακή.
Μετά, βέβαια, θα πάω να πάρω σουβλάκια ή πίτες ή γύρους ή όπως αλλιώς τα λέτε εσείς στην περιοχή που ζείτε-τι πράγμα κι αυτό, σε κάθε πόλη να το λένε και με άλλο όνομα αυτό το πανεθνικό έδεσμα και να μην ξέρεις τι σε περιμένει κάθε φορά που το παραγγέλνεις, αλλού θα φας τζατζίκι ενώ δεν θες, αλλού, και να θες, θα σου βάλουν με το ζόρι τυροσαλάτα, εδώ, στην ανώμαλη Κέρκυρα, βάζουν, στο Θεό σας, σάλτσα από κοκκινιστό στα σουβλάκια και πρέπει να θυμηθείς να το τονίσεις ότι δεν θέλεις, αλλιώς, θα σου τιγκάρουν την πίτα (που εδώ τη λένε ζυμάρι, ανώμαλοι, σας λέω) στη σάλτσα και θα είναι αηδιαστικό. Τέλοσπαντων, όπως είπε κι ο Αλέξανδρος, μπορεί κανείς να γράψει βιβλίο σχετικά με την ονοματοδοσία των σουβλακίων ανά την επικράτεια.
Εμείς, πάντως, όταν ήμασταν μικρά, το καλοκαίρι, για να φάμε σουβλάκια έπρεπε να περπατήσουμε καμιά ώρα να πάμε κι άλλο τόσο να έρθουμε, διότι το μέρος που παραθερίζαμε (τέλεια λέξη; Μου θυμίζει τη γιαγιά μου) ήταν 5 χιλιόμετρα από τον πολιτισμό, που αντιπροσωπευόταν από μια χαρακτηριστική παραθαλάσσια πόλη της ελληνικής επαρχίας, τη Γλύφα, αν έχετε ακουστά. Εμείς μέναμε σε ένα μικρό οικισμό στο φρύδι της θάλασσας (πάντα είχα την απορία, το σαγόνι, δηλαδή, της θάλασσας που είναι;), όπου υπήρχαν μόνο τα σπίτια μας, ούτε σουπερμάρκετ ούτε περίπτερα ούτε μπαράκια ούτε σουβλατζίδικα. Πάντα λέγαμε ότι θα ανοίγαμε εμείς ένα, αλλά τελικά πάντα καταλήγαμε ότι θα μπαίναμε μέσα, οπότε εγκαταλείπαμε τα μεγαλόπνοα επιχειρηματικά σχέδια για σουβλατζίδικο στη μέση του πουθενά κι απλώς ξαναπέφταμε ανάσκελα κάτω από τη συκιά, πράγμα που ήταν η βασική μας δραστηριότητα εκείνη την εποχή. Αχ.
Όπως καταλαβαίνετε, όταν ξεκινούσαμε να πάμε στο εξοχικό, φορτώναμε το αυτοκίνητο με προμήθειες κάθε είδους και κυρίως τσιγάρα, καθότι οι γονείς μου καπνίζανε ωσάν την τσιμινιέρα που πάγωσε μετά. Τώρα πια, που έχουν περάσει τα χρόνια και τα αδικήματα έχουν παραγραφεί, ομολογώ πως έκλεβα τα τσιγάρα των γονιών μου για να τα δίνω στα ξαδέλφια μου και στους φίλους μου που καπνίζανε κρυφά, καθότι ήταν αλήτες και πολύ μάγκες, επίσης. Εγώ, από τη μεριά μου, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τους άρεσε το κάπνισμα, ωστόσο, επειδή δε μπορούσα να τους χαλάσω χατίρι, πήγαινα και τους έφερνα τσιγάρα. Αίσχος.
Εκτός από το να καπνίζουνε αυτοί κρυφά κι εγώ να τρώω κρυφά και όλοι μαζί να λιώνουμε στον ίσκιο της συκιάς και πάνω σε κάτι βράχια που είχε στην παραλία, σαν τις φώκιες, παίζαμε τάβλι ατελείωτες ώρες, όπου ο προαναφερθείς παιδικός μου φίλος, ο Κλεάνθης (που τότε ήταν, και είναι ακόμα, σε μια μεριά της καρδιάς μου, ο άντρας της ζωής μου, μεγαλώσαμε μαζί, σαν αδέρφια, κι είναι όλα μου τα καλοκαίρια ο Κλεάνθης), μου έκανε και καλά ψυχολογικό πόλεμο για να χάσω, πράγμα το οποίο συνέβαινε μονίμως, αλλά μόνο και μόνο επειδή ο τύπος αυτός ήταν κωλόφαρδος κι έφερνε μόνο εξάρες, μόνο, όμως.
Επίσης, κάθε φορά που μιλάω για τάβλι, μου έρχεται στο μυαλό το εξής περιστατικό: ήμαστε περίπου 14, 15, κάπου εκεί, εγώ κι η φίλη μου η Στέλλα, που έχει έρθει επίσης στο εξοχικό, και παίζουμε Trivial στη βεράντα, με το μπαμπά μου να διαβάζει εφημερίδα δίπλα μας. Τώρα, ο μπαμπάς μου γενικώς είναι καλός άνθρωπος, απλά στην όψη είναι λίγο ψαρωτικός, λόγω επαγγέλματος, έπρεπε να είναι επιβλητικός στις δικαστικές αίθουσες, οπότε φαντάζεστε την όψη της Στέλλας, όταν μπερδεύει τους τόνους και μου κάνει τη φοβερή ερώτηση: «πως λένε το παιχνίδι στο οποίο πρέπει να πιάσεις το πουλί του αντιπάλου σου;». Ο μπαμπάς μου ξεράθηκε στα γέλια, εγώ έψαχνα να βρω το παιχνίδι κι η Στέλλα μια τρύπα να κρυφτεί από τη ντροπή της.
Καλά, έχω να λέω ιστορίες μέχρι την άλλη βδομάδα για τα καλοκαίρια στο Φανό. Την άλλη φορά, είχαμε πάει παρέα και καλά χωρίς γονείς, ήμασταν βέβαια καμιά 20 χρονών, δε θυμάμαι (ποιος ψήνει μπριζόλες, παιδιά, μου έχει σπάσει τη μύτη), εγώ κι οι 3 φιλενάδες μου, μιλάμε για πολύ γέλιο: το πρώτο βράδυ, κλειδώνω το σπίτι για να κοιμηθούμε και το πρωί που πάω να ανοίξω, σπάει το κλειδί στην κλειδαριά, οι θείες μου που μένουν στα διπλανά σπίτια να λείπουν όλες κι εμείς κλειδωμένες σε ένα σπίτι στη μέση του πουθενά, με σιδεριές στα παράθυρα, λόγω ασφάλειας, να ουρλιάζουμε μπας και μας ακούσει κανένας κι έρθει να μας βγάλει. Τελικά, γυρίσανε οι θειάδες από την εκκλησία και μας ανοίξανε. Το ίδιο βράδυ κατεβαίνουμε στην παραλία για ρομαντζάδα και καλά. Γυρίσαμε άρον άρον, διότι η Μαρίνα άκουσε έναν αρουραίο να χαρχαλεύει δίπλα στο κεφάλι της κι έφυγε σαν την κυνηγημένη, ενώ η Στέλλα, που ήταν από τότε πάρτι άνιμαλ, άκουγε τη μουσική από τα μπαράκια απέναντι στην Εύβοια και στενοχωριόταν που εμείς ήμασταν στην ερημιά του Αδάμ.
Πάντως, η αλήθεια είναι ότι όσο ερημιά και να ήταν, όσο κι αν σου έλειπε το έξω ή τα σουβλάκια, ήταν τέλεια τότε: όλη τη μέρα γυρνούσα ξυπόλητη και με το μαγιό, έμπαινα σε όλα τα σπίτια έτσι, κανείς δεν κλείδωνε, αυτοκίνητο δεν έβλεπες ούτε για πλάκα, η θάλασσα ήταν δική σου όλη, τα βράδια τρώγαμε κίτρινο καρπούζι (δηλαδή τηγανητές πατάτες, που τις λέγαμε έτσι γιατί κάναμε δίαιτα) και ξημερωνόμασταν στην παραλία, κυλιόμασταν στην άμμο από τα γέλια, γράφαμε τα ονόματά μας με σπρέι στα βράχια και παίζαμε γάιδαρο και τζαμί, τρώγαμε τεράστιες φέτες με μερέντα κι ήταν όλα απέραντα και καινούργια.
Τώρα, ένεκα και η απόστασις (για να πάω στην ηπειρωτική Ελλάδα, πρέπει να ταξιδεύω μια μέρα), έχω 3 χρόνια να πατήσω το πόδι μου στο Φανό κι ούτε ξέρω πόσα χρόνια έχω να δω τους παιδικούς μου φίλους. Α στο καλό, στενοχωρήθηκα, δε σηκώνει και το τηλέφωνο, θα πάω να δω Εζέλ, μου φαίνεται.