Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Παλιά.


 Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, ξανασβήνω, που πήγαν, καλέ, οι λέξεις μου; Τρεις φορές άδειασα τη σελίδα και την ξαναγέμισα (με κοτσάνες, γι’ αυτό την άδειασα). Τζάμπα που με έβαλε κι η Νίνα στις αγαπημένες της… Επίσης, διόλου δε με βοηθάει κι ένα κενό που έχω στο στομάχι μου, έφαγα 2 γεμιστά το μεσημέρι, τι να σου κάνουν 2 γεμιστά, ούτε για το δόντι, που λέει κι η φίλη μου η Όλγα, κι έτσι τώρα έχω μια απέραντη λαχτάρα για σουβλάκια. Αντ’ αυτού, θα τραφώ με πνευματική τροφή και θα σας γράψω για τα παιδικά μου καλοκαίρια που τα θυμήθηκα προχτές που μίλησα με τον παιδικό μου φίλο, κι έτσι πρώτον θα νευριάσω το συγκεκριμένο φίλο και δεύτερον θα σταματήσει η αδελφή μου να γκρινιάζει που δεν ανέβασα άρθρο την Κυριακή.
Μετά, βέβαια, θα πάω να πάρω σουβλάκια ή πίτες ή γύρους ή όπως αλλιώς τα λέτε εσείς στην περιοχή που ζείτε-τι πράγμα κι αυτό, σε κάθε πόλη να το λένε και με άλλο όνομα αυτό το πανεθνικό έδεσμα και να μην ξέρεις τι σε περιμένει κάθε φορά που το παραγγέλνεις, αλλού θα φας τζατζίκι ενώ δεν θες, αλλού, και να θες, θα σου βάλουν με το ζόρι τυροσαλάτα, εδώ, στην ανώμαλη Κέρκυρα, βάζουν, στο Θεό σας, σάλτσα από κοκκινιστό στα σουβλάκια και πρέπει να θυμηθείς να το τονίσεις ότι δεν θέλεις, αλλιώς, θα σου τιγκάρουν την πίτα (που εδώ τη λένε ζυμάρι, ανώμαλοι, σας λέω) στη σάλτσα και θα είναι αηδιαστικό. Τέλοσπαντων, όπως είπε κι ο Αλέξανδρος, μπορεί κανείς να γράψει βιβλίο σχετικά με την ονοματοδοσία των σουβλακίων ανά την επικράτεια.
Εμείς, πάντως, όταν ήμασταν μικρά, το καλοκαίρι, για να φάμε σουβλάκια έπρεπε να περπατήσουμε καμιά ώρα να πάμε κι άλλο τόσο να έρθουμε, διότι το μέρος που παραθερίζαμε (τέλεια λέξη; Μου θυμίζει τη γιαγιά μου) ήταν 5 χιλιόμετρα από τον πολιτισμό, που αντιπροσωπευόταν από μια χαρακτηριστική παραθαλάσσια πόλη της ελληνικής επαρχίας, τη Γλύφα, αν έχετε ακουστά. Εμείς μέναμε σε ένα μικρό οικισμό στο φρύδι της θάλασσας (πάντα είχα την απορία, το σαγόνι, δηλαδή, της θάλασσας που είναι;), όπου υπήρχαν μόνο τα σπίτια μας, ούτε σουπερμάρκετ ούτε περίπτερα ούτε μπαράκια ούτε σουβλατζίδικα. Πάντα λέγαμε ότι θα ανοίγαμε εμείς ένα, αλλά τελικά πάντα καταλήγαμε ότι θα μπαίναμε μέσα, οπότε εγκαταλείπαμε τα μεγαλόπνοα επιχειρηματικά σχέδια για σουβλατζίδικο στη μέση του πουθενά κι απλώς ξαναπέφταμε ανάσκελα κάτω από τη συκιά, πράγμα που ήταν η βασική μας δραστηριότητα εκείνη την εποχή. Αχ.
Όπως καταλαβαίνετε, όταν ξεκινούσαμε να πάμε στο εξοχικό, φορτώναμε  το αυτοκίνητο με προμήθειες κάθε είδους και κυρίως τσιγάρα, καθότι οι γονείς μου καπνίζανε ωσάν την τσιμινιέρα που πάγωσε μετά. Τώρα πια, που έχουν περάσει τα χρόνια και τα αδικήματα έχουν παραγραφεί, ομολογώ πως έκλεβα τα τσιγάρα των γονιών μου για να τα δίνω στα ξαδέλφια μου και στους φίλους μου που καπνίζανε κρυφά, καθότι ήταν αλήτες και πολύ μάγκες, επίσης. Εγώ, από τη μεριά μου, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τους άρεσε το κάπνισμα, ωστόσο, επειδή δε μπορούσα να τους χαλάσω χατίρι, πήγαινα και τους έφερνα τσιγάρα. Αίσχος.
Εκτός από το να καπνίζουνε αυτοί κρυφά κι εγώ να τρώω κρυφά και όλοι μαζί να λιώνουμε στον ίσκιο της συκιάς και πάνω σε κάτι βράχια που είχε στην παραλία, σαν τις φώκιες, παίζαμε τάβλι ατελείωτες ώρες, όπου ο προαναφερθείς παιδικός μου φίλος, ο Κλεάνθης (που τότε ήταν, και είναι ακόμα, σε μια μεριά της καρδιάς μου, ο άντρας της ζωής μου, μεγαλώσαμε μαζί, σαν αδέρφια, κι είναι όλα μου τα καλοκαίρια ο Κλεάνθης), μου έκανε και καλά ψυχολογικό πόλεμο για να χάσω, πράγμα το οποίο συνέβαινε μονίμως, αλλά μόνο και μόνο επειδή ο τύπος αυτός ήταν κωλόφαρδος κι έφερνε μόνο εξάρες, μόνο, όμως.
Επίσης, κάθε φορά που μιλάω για τάβλι, μου έρχεται στο μυαλό το εξής περιστατικό: ήμαστε περίπου 14, 15, κάπου εκεί, εγώ κι η φίλη μου η Στέλλα, που έχει έρθει επίσης στο εξοχικό, και παίζουμε Trivial στη βεράντα, με το μπαμπά μου να διαβάζει εφημερίδα δίπλα μας. Τώρα, ο μπαμπάς μου γενικώς είναι καλός άνθρωπος, απλά στην όψη είναι λίγο ψαρωτικός, λόγω επαγγέλματος, έπρεπε να είναι επιβλητικός στις δικαστικές αίθουσες, οπότε φαντάζεστε την όψη της Στέλλας, όταν μπερδεύει τους τόνους και μου κάνει τη φοβερή ερώτηση: «πως λένε το παιχνίδι στο οποίο πρέπει να πιάσεις το πουλί του αντιπάλου σου;». Ο μπαμπάς μου ξεράθηκε στα γέλια, εγώ έψαχνα να βρω το παιχνίδι κι η Στέλλα μια τρύπα να κρυφτεί από τη ντροπή της.
Καλά, έχω να λέω ιστορίες μέχρι την άλλη βδομάδα για τα καλοκαίρια στο Φανό. Την άλλη φορά, είχαμε πάει παρέα και καλά χωρίς γονείς, ήμασταν βέβαια καμιά 20 χρονών, δε θυμάμαι (ποιος ψήνει μπριζόλες, παιδιά, μου έχει σπάσει τη μύτη), εγώ κι οι 3 φιλενάδες μου, μιλάμε για πολύ γέλιο: το πρώτο βράδυ, κλειδώνω το σπίτι για να κοιμηθούμε και το πρωί που πάω να ανοίξω, σπάει το κλειδί στην κλειδαριά, οι θείες μου που μένουν στα διπλανά σπίτια να λείπουν όλες κι εμείς κλειδωμένες σε ένα σπίτι στη μέση του πουθενά, με σιδεριές στα παράθυρα, λόγω ασφάλειας, να ουρλιάζουμε μπας και μας ακούσει κανένας κι έρθει να μας βγάλει. Τελικά, γυρίσανε οι θειάδες από την εκκλησία και μας ανοίξανε. Το ίδιο βράδυ κατεβαίνουμε στην παραλία για ρομαντζάδα και καλά. Γυρίσαμε άρον άρον, διότι η Μαρίνα άκουσε έναν αρουραίο να χαρχαλεύει δίπλα στο κεφάλι της κι έφυγε σαν την κυνηγημένη, ενώ η Στέλλα, που ήταν από τότε πάρτι άνιμαλ, άκουγε τη μουσική από τα μπαράκια απέναντι στην Εύβοια και στενοχωριόταν που εμείς ήμασταν στην ερημιά του Αδάμ.
Πάντως, η αλήθεια είναι ότι όσο ερημιά και να ήταν, όσο κι αν σου έλειπε το έξω ή τα σουβλάκια, ήταν τέλεια τότε: όλη τη μέρα γυρνούσα ξυπόλητη και με το μαγιό, έμπαινα σε όλα τα σπίτια έτσι, κανείς δεν κλείδωνε, αυτοκίνητο δεν έβλεπες ούτε για πλάκα, η θάλασσα ήταν δική σου όλη, τα βράδια τρώγαμε κίτρινο καρπούζι (δηλαδή τηγανητές πατάτες, που τις λέγαμε έτσι γιατί κάναμε δίαιτα) και ξημερωνόμασταν στην παραλία, κυλιόμασταν στην άμμο από τα γέλια, γράφαμε τα ονόματά μας με σπρέι στα βράχια και παίζαμε γάιδαρο και τζαμί, τρώγαμε τεράστιες φέτες με μερέντα κι ήταν όλα απέραντα και καινούργια.
Τώρα, ένεκα και η απόστασις (για να πάω στην ηπειρωτική Ελλάδα, πρέπει να ταξιδεύω μια μέρα), έχω 3 χρόνια να πατήσω το πόδι μου στο Φανό κι ούτε ξέρω πόσα χρόνια έχω να δω τους παιδικούς μου φίλους. Α στο καλό, στενοχωρήθηκα, δε σηκώνει και το τηλέφωνο, θα πάω να δω Εζέλ, μου φαίνεται.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Για όλα φταίει το ραδιόφωνο.


Εξαιρετικό, ταιριαστό, αρκούντως μελαγχολικό φθινοπωρινό τραγούδι, άμα ξανακούσω το Wake me up when September ends, θα τσιρίξω. Τι λε ρε φίλε, θα κοιμάσαι όλο το Σεπτέμβριο; Κάνεις παρέα μ’ εκείνον τον άλλον, που θέλει να πιει όλο το Βόσπορο; Για δες, φίλε μου, κάτι ανθρώπους, πολύ υπερβολικούς, απαπαπα! 
Ενώ η Ελευθερία, λιτή και απέριττη, ειλικρινής και προσγειωμένη, βασιλιάς, σου λέει, δεν είμαι ‘γω, μην έχεις άλλες ψευδαισθήσεις, όπως τελειώνει το καλοκαίρι και σβήνουν τα κύματα στην άμμο, έτσι τελειώνουν κι οι βασιλείες κάθε είδους, πολιτικές, συναισθηματικές και λοιπές, τα στέμματα είναι ψέματα, κι αν νόμιζες κάποτε πως είμαι βασίλισσα, τώρα που φεύγει το μαύρισμα και δε λάμπω πια στραφταλίζοντας στον ήλιο, αποκαθηλώνομαι. Κι όσο κι αν προσπαθώ να σε κρατήσω ή να κρατηθώ, όσο κι αν σου λέω πως είναι νωρίς ακόμα, άδικα, η ώρα περνάει πιο γρήγορα και τα βράδια φτάνουν πιο γοργά κι είναι δέκα και μισή πριν καλά καλά το καταλάβεις. Και μετά είναι και δύο και μισή κι έχει ψύχρα κι ούτε τα καθαρά σεντόνια σε δελεάζουν, θέλεις μια κουβερτούλα πικέ.
Διότι αυτό είναι το φθινόπωρο, αγαπημένοι μου, διαλύεται η θολούρα της ζέστης, διαλύεται κι η θολούρα του μυαλού και βλέπεις πιο καθαρά και το φως είναι διάφανο και λίγο πιο στέρεο, σαν τη ζωή και τα θέματά της το φθινόπωρο, που δεν έχεις τη θάλασσα να στα ξεπλύνει και να στα στρογγυλέψει σα βότσαλα, παρά μένουν μυτερά όπως είναι στην πραγματικότητα.
Κι άλλο τραγουδάκι ωραίο σας έχω για το φθινόπωρο: Κάθε Σεπτέμβρη θα γυρνάς απ’ το χωριό σου και μόνο τ’ άσπρα μέρη κάτω απ’ το μαγιό θα φανερώνουν το κορμάκι το δικό σου, που τους χειμώνες το κοιτάζω μόνο εγώ. Και τι έχει ο ήλιος που δεν έχω να σου δώσω; Τη νύχτα αυτός κλείνει, εγώ μένω ανοιχτός κι αν καταφέρω και τον πάγο σου τον λιώσω, κάθε Σεπτέμβρη θα γεμίζουν όλα φως, λέει ο Φοίβος (αρρώστια αυτό που τους λέω με τα μικρά τους, λες κι είναι οι κολλητοί μου, έτσι;) στο κορίτσι του, που τόνε παρατάει κάθε καλοκαίρι και τρέχει στις παραλίες και τσι θάλασσες. Μετά, όμως; Που «κλείνει» ο ήλιος; Που νυχτώνει και θέλεις κάτι να σε φωτίσει, κοπέλα μου, πάλι σ’ εκείνον δε θα γυρίσεις; Διότι τα καλοκαίρια περνάνε και, όπως φέρνουν μαζί τους, έτσι παίρνουν και πίσω μέρες και νύχτες, πράματα και θάματα, που θα σου αφήσουν καμιά γρατζουνιά στα γόνατα και τα σημάδια στο δέρμα (όσο κι αν πάρεις στράπλες μαγιό, τα σημάδια εκεί θα είναι)-μερικές φορές τα σημάδια θα είναι και πιο κάτω από το δέρμα κι αν δεν έχεις κρατήσει λίγο ήλιο στο μπουκάλι ή στα μάτια, αλλοίμονο σου, κι άντε να βρεις ήλιο χειμωνιάτικα.
Παιδιά μου, δεν ξέρω τι με έπιασε, λυρική διάθεση, πάντως, η πικρή αλήθεια είναι ότι το καλοκαίρι κάτι κρατάει ακόμα, ζέστη έχει, η θάλασσα φιλόξενη και τα βράδια πιο ευχάριστα, μη μασάτε και προπάντων μην πέσετε για ύπνο όλο το Σεπτέμβρη, θα χάσετε τα σταφύλια και τη μυρωδιά της βροχής, δύο πολύ σημαντικά πράγματα σ’ αυτή τη ζωή.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Ήθη, έθιμα και παραδόσεις της χώρας μας.


Στη Νέα Υόρκη έχει τυφώνα, ελπίζω να μην την καταστρέψει και να προλάβω να τη δω πριν πεθάνω-είναι ένα από τα 3 μέρη που θέλω να δω στις ΗΠΑ: τα άλλα δύο είναι το Σαν Φρανσίσκο και οι απέραντοι δρόμοι που διασχίζουν την έρημο-α, και το Μέιν, όπου ζει ο Στίβεν Κινγκ και διαδραματίζονται όλα τα βιβλία του (θέλω να διαπιστώσω αν όντως ζει ο Πένιγουαϊζ). Μέχρι, όμως, να πάω στη Νέα Υόρκη, θα έχω να θυμάμαι το Τόκυο, για όπου έφευγα τέτοιες μέρες πριν από 2 χρόνια και κάθε χρόνο, όταν τελειώνει ο Αύγουστος, το νοσταλγώ και το σκέφτομαι εκείνο το ταξίδι.
Βέβαια, κι ας είναι στη Νέα Υόρκη ο τυφών, εμάς το σπίτι μας, εδώ, στην Κέρκυρα, καταρρέει: το φωτιστικό της κουζίνας, που κρέμεται από ένα καλώδιο, απ’ αυτά που μαζεύουν και τεντώνονται, τα ξέρετε, έχει χαμηλώσει σε βαθμό επικίνδυνο και κοπανάμε τα κεφάλια μας κάθε φορά που πάμε στο νεροχύτη, διότι ένας φίλος μου μια φορά έπαιζε με το φωτιστικό και το πήγαινε πέρα δώθε σαν τις μπάλες στα μπαρ, με αποτέλεσμα να ξεχειλώσει το καλώδιο και το φωτιστικό να μην ξανανέβει ποτέ στη θέση του. Σκεφτείτε ότι μέχρι κι η Ρενάτα κοπανάει. Παράλληλα, το συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα (γιατί, άραγε, τα λέμε έτσι κι αφήνουμε τα κουτάλια απέξω;) μαζί με το ντουλάπι από κάτω του (που είναι το ιερό ντουλάπι, διότι περιέχει τα τάπερ), έχει μια ελαφριά εσάνς θάλασσας, μετά από το ατυχές περιστατικό ενός μπακαλιάρου, που καθώς ξεπάγωνε πάνω στο μάρμαρο του πάγκου και όχι μέσα στο νεροχύτη, γέμισε το συρτάρι με θαλασσινό νερό. Επίσης, το κούφωμα του παραθύρου της κουζίνας είναι εντελώς κούφιο και με διάφορες τρύπες γύρω γύρω, οι οποίες χρησιμεύουν ως η πρώτη κατοικία εντόμων, μελισσών και άλλων. Και αυτά είναι μόνο στην κουζίνα. Αν επεκταθώ και στο υπόλοιπο σπίτι, θα μας στείλετε το Υγειονομικό.
Τέλοσπαντων, δεν ξέρω τι με έπιασε κι άρχισα να παραπονιέμαι για το σπίτι, εγώ ήθελα να σας πω για το γάμο της φίλης μου της Σοφίας, που πήγαμε χτες και ρίξαμε το γέλιο της αρκούδας, εννοείται, διότι είμαστε γνωστοί καραγκιόζηδες κι όπου πάμε γελάμε ασταμάτητα.
Πριν το γάμο, βέβαια, πήγαμε στο λεγόμενο κρεβάτι, δεν ξέρω αν ξέρετε, όπου οι καλεσμένοι του γάμου (όχι όλοι, γίνεται μια επιλογή) πάνε στο σπίτι του ζευγαριού για να στρώσουν το νυφικό κρεβάτι, πράγμα εξαιρετικά ηλίθιο κατά τη γνώμη μου, διότι που κοιμάται μετά το ζευγάρι; Στο πάτωμα; Στη μπανιέρα; Στο χαλάκι της εισόδου; Παράλληλα, το κρεβάτι υποτίθεται ότι το στρώνουν οι ανύπαντρες κοπέλες, όπου η Ελένη έκανε ότι έβγαζε φωτογραφίες για να το αποφύγει, εγώ έλεγα ότι είμαι παντρεμένη κι η Ρενάτα κάπου είχε εξαφανιστεί. Αφού στρώσουν, εν πάση περιπτώσει, το κρεβάτι, πετάνε μετά πάνω και ότι μωρά βρεθούν πρόχειρα, για να είναι γόνιμο το ζευγάρι. Η Ρενάτα είπε ότι αυτό είναι πολύ παγανιστικό έθιμο κι ότι μήπως θυσιάζουν κιόλας κάνα μωρό για να απλώσουν το αίμα του στο κρεβάτι. Ευτυχώς δεν την άκουσε παρά μόνο η Νατάσα, διότι θα μας έδιωχναν από το κρεβάτι. Το θέμα είναι ότι ψιλοβαρεθήκαμε, καθώς είχε μόνο θειες και μωρά, ευτυχώς που είχε και κάτι τυροπιτάκια, τα οποία έσωσαν την κατάσταση, τα τυροπιτάκια, να το ξέρετε, πάντα μπορούν να σώσουν μια δυσάρεστη κατάσταση.
Και χτες, μετά από κρεβάτια και θυσίες μωρών, ήταν η μεγάλη μέρα. Εμείς, φυσικά, τρέχαμε, όπως πάντα, τελευταία στιγμή, να φτιάξουμε τις κάρτες για το ζευγάρι, να βαφτούμε και να πάρουμε τα καλάθια με τις μπομπονιέρες κι όλα αυτά με τα τακουνάκια μας και τα καλά μας φουστάνια, τα οποία, έτσι κι αλλιώς, μέχρι να φτάσουμε στην εκκλησία, είχαν γίνει καθημερινά. Στη δε εκκλησία, φωτογραφιζόμασταν αναμετάξυ μας, γιατί ο φωτογράφος του γάμου μας αντιπαθούσε και δε μας έβγαλε ούτε μία φωτογραφία. Παράλληλα, η Ελένη εξηγούσε στη Ρενάτα το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τειχοποιίας της βυζαντινής εκκλησιάς όπου έγινε ο γάμος κι εγώ προσπαθούσα να στερεώσω στα παπούτσια μου κάτι πάτους που είχα βάλει για να μη με πονέσουν οι πατούσες μου. Μετά το μυστήριο, κι ενώ περιμέναμε να μαζέψουμε τα στέφανα και κάποια άλλα αντικείμενα, απαραίτητα για την εξίσου παγανιστική τελετή του γάμου, βγήκε ο πάτερ του ναού και μας είπε «και στα δικά σας, κοπέλες, φαίνεστε ότι είστε ανύπαντρες από το ντύσιμό σας» κι εμείς κοιταζόμασταν απορημένες, τι είχε το ντύσιμό μας; Την άλλη την είδε ο πάτερ, που είχε ξεχάσει να βάλει φούστα, είχε έρθει μόνο με τη μπλούζα; Μπα!
Κατάπιαμε την προσβολή και φύγαμε αξιοπρεπείς για «το κέντρο», φοβερή έκφραση που σημαίνει το εστιατόριο, όπου δίνεται η δεξίωση του γάμου (κι εδώ θυμήθηκα τη Ρενάτα, η οποία με είχε ρωτήσει το πρωί «η δεξίωση θα ακολουθήσει αμέσως μετά  το γάμο;» κι είχα ξεραθεί στο γέλιο, διότι εγώ θα έλεγα «στο τραπέζι θα πάμε στο καπάκι;», αλλά γι’ αυτό η Ρενάτα είναι μεταφράστρια κι εγώ ξεναγός), όπου είχαμε το καλύτερο τραπέζι εννοείται, μόνο που στο διπλανό τραπέζι κάθονταν 4 ζευγάρια, που κόντεψαν να βγάλουν ρίζες, δεν κουνήσανε ούτε ώμο όλη τη νύχτα, σαν το μαρμαρωμένο βασιλιά.
Εμείς, φυσικά, δε βάλαμε κώλο κάτω, τι κερκυραϊκά, τι μακεδονίτικα, τι συρτά, όλα τα χορέψαμε, μαζί με το γαμπρό, ο οποίος είχε τέτοια χαρά που έσερνε το χορό κι ας πήγαιναν τα πόδια του ένα δω κι ένα κει, παιδιά μου, πέθανα στα γέλια, κόντεψε να ξεχεριάσει αυτόν που χόρευε δίπλα του, μα πιο ατσούμπαλο χορευτή δεν έχω δει. Δεν πειράζει, όμως, δεν το έβαλε κάτω, κι ας τον πειράζαμε όλοι.
Μετά από όλους αυτούς τους κυκλικούς προαιώνιους ελληνικούς χορούς, οι οποίοι τελικά εκφυλίζονται όλοι σε συρτό, όπου χορεύεις αγκαλιά με την τάδε θεια που δεν την ξέρεις κι όπου εγώ παράλληλα κρατούσα το φουστάνι να μη μου πέσει, διότι ήταν στράπλες, τρομάρα μου, μετά, λοιπόν, από όλα αυτά, μπήκαν τα απαραίτητα ζεϊμπέκικα, όπου χόρευε ένας κύριος πολύ μάγκας και σε μια φάση ακούγεται ένα σφύριγμα διαπεραστικό, ωσάν του βοσκού, γυρνάμε να δούμε ποιος σφύριξε έτσι και βλέπουμε μια νεαρά με ροζ φουστάνι και γονατίσαμε από τα γέλια. Την ίδια στιγμή, έτρεμε η εξέδρα όπου ήταν το τραπέζι μας, διότι ο φωτογράφος είχε έρθει κι αυτός στο τσακίρ κέφι και δως του να βαράει το πάτωμα στο ρυθμό του ζεϊμπέκικου. Εγώ νόμιζα ότι έγινε σεισμός και αντανακλαστικά κράτησα το φουστάνι μου. Στη συνέχεια, ο φοβερός ντι-τζέι έκανε την κίνηση ματ κι έβαλε κάτι βαλς και κάτι ταγκό, όπου η Ρενάτα νευρίασε γιατί «κανείς δεν ξέρει να χορεύει σωστά» κι η Ελένη την κορόιδευε γιατί κρατούσε το κεφάλι της στητό, σαν τη Μαρία Αντουανέτα. Πολύ γέλιο, σας λέω.
Στο τέλος, μάλωσα με την Ελένη, γιατί ήθελε να πάρει όλες τις γλάστρες με τις τριανταφυλλιές που στόλιζαν τα τραπέζια κι εμείς να μην πάρουμε καμία, και με το φωτογράφο, ο οποίος τώρα θυμήθηκε να με φωτογραφίσει, που είχα λιώσει στον ιδρώτα και κόντευα να εξαϋλωθώ και να μείνει μόνο η λιμνούλα, τα μαλλιά είχαν γίνει τζίβα και το μακιγιάζ λάσπη. Αφού οι γλάστρες μοιράστηκαν ακριβοδίκαια, οι μπομπονιέρες επίσης, τα φουστάνια μείνανε στη θέση τους κι ο γαμπρός έκλεψε την παράσταση, γυρίσαμε σπίτι μας εξουθενωμένες και καταϊδρωμένες.
(Τερατώδης η ανάρτηση, έτσι; Τι να κάνω, ρε γαμώτο, μου ήρθε η έμπνευση, δεν έπλυνα και τα πιάτα και νευρίασε κι η Ρενάτα, που ξύπνησε και τα βρήκε άπλυτα, πείτε της ότι η πνευματική δημιουργία δε γνωρίζει ωράρια και προγράμματα!)
Και στα δικά σας!

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Ρέγκε νάιτς.


Μετά από ευρεία λαϊκή απαίτηση και επειδή είμαι λίγο σαν το ΚΚΕ (η βάση μου είναι πλατιά, δε φαντάζεστε όμως πόσο πλατιά, κοντεύει την περίμετρο πισίνας, λόγω και των χειροποίητων μακαρονιών), αποφάσισα να ανταποκριθώ στο αίτημα και να γράφω δις την εβδομάδα, σε πείσμα όλων αυτών που δε με διαβάζουν και όλων αυτών που πίστευαν ότι το άστρο μου θα σβήσει άδοξα πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις. Αμ δε. Δεν πα να βραχνιάσει ο αλέκτωρ από το λάλημα, εγώ θα γράφω.
Τέλοσπαντων, για να μη λέμε και μεγάλα λόγια (δεν είναι, άλλωστε, καθόλου του χαρακτήρος μου αυτό), θα προσπαθήσω να γράφω περισσότερο, δεδομένου ότι όσο τελειώνει η θερινή ραστώνη κι αρχίζει ο φθινοπωρινός πανικός, ο χρόνος και ο χώρος θα λιγοστεύουν καφκικά: τώρα, ας πούμε, σε λίγο θα έρθει η Ρενάτα να πάμε για το δώρο της Σοφίας κι αν δεν είμαι έτοιμη, θα με μαλώσει, κι εγώ κάθομαι και γράφω αντί να σηκωθώ να ντυθώ. Ευτυχώς έπλυνα τα πιάτα, μπορεί έτσι να την εξευμενίσω.
Αν και γενικώς δε νομίζω να μου συγχωρήσει ποτέ αυτό που την έβαλα να περάσει το Σάββατο το βράδυ, όπου μετά από μια απρόσμενη ομολογουμένως πρόσκληση, βρεθήκαμε μέσα σε ένα Golf παρέα με άλλους 4, το σύνολο 6, εκ των οποίων οι 2 αλλοδαποί (ήμασταν σαν ανέκδοτο: ένας Σουηδός, ένας Αμερικάνος και 4 Έλληνες, η ανθρωποφάγα φυλή της ζούγκλας μας έλειπε, αν περιμέναμε όμως λίγο ακόμα, είμαι σίγουρη πως κάτι θα φαινόταν στον ορίζοντα), οι 2 ημίτρελοι (σκεφτείτε πως ένας από αυτούς θέλει να έρθει να περάσει το χειμώνα στην Κέρκυρα, πόσο άρρωστο μπορεί να είναι αυτό;) και οι υπόλοιποι (η Ρενάτα, δηλαδή, γιατί εγώ τα ξέρω αυτά) ανυποψίαστοι. Με τα πολλά, στριμωχνόμαστε στο Golf κι αρχίζει ο γύρος του θανάτου, που συνεπιβάτες στη μηχανή εκείνη που ανέβαινε κάθετα στα τοιχώματα της βαρέλας (τη θυμάστε εκείνη την ατραξιόν της παιδικής μας ηλικίας;) να ήμασταν πιο ασφαλείς θα νιώθαμε. Η Ρενάτα είχε δεθεί με 3 ζώνες και κρατιόταν με τα χέρια από τα χερούλια, με τα πόδια από το κάθισμα και με τα δόντια από το σβέρκο μου (με δάγκωσε για να με τιμωρήσει) κι εγώ παραλίγο να βρεθώ με το κεφάλι μου έξω από την οροφή του αυτοκινήτου, πράγμα που βέβαια θα ήταν ευχής έργον, δεδομένου ότι έκανε φρικτή ζέστη. Οι υπόλοιποι επιβάτες ήταν μακάριοι, διότι οι μεν Έλληνες ήταν αραχτοί και light στα μπροστινά καθίσματα και οι δε Αμερικανοσουηδοί πολύ λίγα καταλάβαιναν από τις βρισιές  που εκτοξεύονταν. Αφού μετρήσαμε όλες τις λακκούβες της ειδικής διαδρομής που την είχε τάμα ο οδηγός μας να την κάνει (γιατί έπρεπε να το ξεπληρώσει τώρα το τάμα του δεν ξέρω), εφτάκαμε, που λένε κι οι Κερκυραίοι, σε εκείνο το πολύ ωραίο μπαράκι κοντά στη θάλασσα που είχαμε πάει στην άλλη συναυλία, θυμάστε, με το μεγάλο τελετάρχη του παρκαρίσματος; Αυτή τη φορά δεν είχε τελετάρχη, παρά έναν ταλαίπωρο νεαρό που καταϊδρωμένος πάλευε να βολέψει όλους τους τρελαμένους οδηγούς-εμάς μας έβαλε στο τέρμα του αχανούς πάρκινγκ κι εγώ είπα ότι καλά θα κάναμε να ρίχναμε κάνα ψίχουλο για να βρούμε το δρόμο της επιστροφής, αλλά ουδείς μου έδωσε σημασία με αποτέλεσμα στην επιστροφή, μετά από συνολικά 6 μοχίτο, 3 αβάνα κόλα και 10 μπίρες, όντως να μη βρίσκουμε το αυτοκίνητο (και σκεφτείτε ότι είχαμε απαρατήσει και τους Αμερικανοσουηδούς).
Αφήνουμε το έρμο Golf στη μοίρα του και μπαίνουμε στο μπαράκι, όπου, ξέχασα να σας το αναφέρω, είχε μια συναυλία ρέγκε, κι όπου μια συμπαθητική νεαρά μας έβαλε στον καρπό για να μη χαθούμε κάτι μπλε σφραγίδες-αρκουδάκια (μα αρκουδάκια στη συναυλία ρέγκε; Χάθηκε ένας ρασταφάρι, ένα τύμπανο, κάτι πιο ταιριαστό σημειολογικά, βρε αδερφέ!) και απλωθήκαμε στο χώρο για να ακούσουμε τη συναυλία.
Την ακούσαμε. Όχι μόνο τη συναυλία. Την ακούσαμε γενικώς, που λένε.
Ίπταντο στο συναυλιακό χώρο μοχίτο με άσπρη ζάχαρη (γιατί άσπρη ζάχαρη; Ακόμα κι εγώ η πανάσχετη ξέρω ότι στο μοχίτο βάζεις μαύρη ζάχαρη), μπίρες κρυμμένες μέσα στις τσάντες, αρκουδάκια στους καρπούς, ύποπτα σύννεφα καπνού, ρυθμικοί ήχοι από τρομπέτες, μια ωραία φωνή στο βάθος και μαζί τους ίπτατο το παρελθόν, κάτι χέρια και κάτι πόδια και φυσικά οι Αμερικανοσουηδοί, με το βλέμμα του τρελού.
Σημειώνω το γεγονός ότι ο Αμερικάνος μου την είπε επειδή δεν είμαι μαυρισμένη κι εγώ του είπα ότι αυτό που βλέπει είναι η μαυρισμένη εκδοχή κι αυτός απόρησε γιατί τα Greek girls είναι τόσο άσπρα, ενώ θα έπρεπε να είναι μαυρογκαγκανιασμένα, διότι, ως γνωστόν, δεν κάνουν τίποτε άλλο, παρά ξημεροβραδιάζονται στις παραλίες, ούτε δουλεύουν ούτε τίποτα, περίεργα πράγματα.
Αφού πέρασε η ώρα αρκούντως κι ακούσαμε το γδούπο που έκανε η Ρενάτα πέφτοντας από την καρέκλα της διότι νύσταζε, αποφασίσαμε να φύγουμε. Τώρα, προσέξτε τι γίνεται: γιατί, όταν αποφασίζεις να φύγεις από κάπου, πρέπει να καθυστερήσεις τουλάχιστον μισή ώρα στο φευγιό και μέχρι να φτάσεις στην πόρτα έχει τελικά περάσει περισσότερη ώρα από όση συνολικά ήσουν εκεί; Παράλληλα, εμείς είχαμε να μαζέψουμε και τους Αμερικανοσουηδούς από την πίστα, οπότε αντιλαμβάνεστε ότι μέχρι τελικά να διαβούμε το κατώφλι, κόντευε να ξημερώσει.
Στο τέλος, αφήσαμε τους συμμάχους εκεί καθώς είχανε βρει και κάτι γκόμενες, με χίλια ζόρια βρήκαμε το αυτοκίνητο κι αφού ξαναπεράσαμε την ειδική διαδρομή (κι άλλο τάμα), όπου η Ρενάτα κόντεψε να πιστέψει στο Θεό, μπήκαμε σώες και αβλαβείς (ή όχι και τόσο) στο σπίτι μας.
Εγώ, πάντως, πέρασα πολύ ωραία, διότι, όπως έχω πολλάκις πει, όλα πρέπει να τα δοκιμάζει κανείς στη ζωή του. Η Ρενάτα, από την άλλη, αν με συγχωρήσει ποτέ, νομίζω πως θα εκτιμήσει κι αυτή αυτές τις εμπειρίες που σου διδάσκουν τη ζωή και σου χαρίζουν σοφία και ψυχραιμία.
Σας φιλώ.


Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Το πορτοκαλί ράσο μου λείπει.


Το καλοκαίρι αυτό είναι πρώτον ατελείωτο, δεύτερον μοναχικό τουλάχιστον και τρίτον καθοριστικό.  Κάτι σαν εσωτεριστικό ταξίδι με την καθοδήγηση του Δαλάι Λάμα, μόνο που εγώ δεν είμαι ο Μπραντ Πιτ ούτε έχω περάσει 7 χρόνια στο Θιβέτ, παρά είμαι η Κατερίνα, έχω περάσει 3 μήνες στο νησί και είμαι καλά.
Τουλάχιστον, αν ήμουν στο Θιβέτ δε θα έκανε τόση ζέστη και υγρασία, όσο να πεις, μια δροσιά παραπάνω θα την είχε, εκεί στα βουνά. Εδώ κοντεύουμε να βράσουμε στο ζουμί μας. Και δεν έχει και καμιά πηγή να βρέξουμε το κεφάλι μας από κάτω να ξεθολώσει.
Επίσης, στο Θιβέτ, θα είχα κι άλλους τριγύρω μου, αμίλητους μεν, παρέα δε. Εδώ, αν εξαιρέσεις το μικρό φαντασματάκι (οι αδελφές μου λένε έτσι τη συγκάτοικό μου, γιατί δεν την έχουν γνωρίσει ποτέ κι υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει, αλλά την έχω εφεύρει εγώ για να τις ξεφορτώνομαι και κάνω εγώ και τις δύο φωνές στο τηλέφωνο για να τους ξεγελάω, ξέρω, τρομακτικό, αλλά είναι αδελφές μου και τις αγαπάω), είμαι μόνη μου. Οι μισοί μου φίλοι είναι φευγάτοι κι οι άλλοι μισοί παντρολογιούνται, δουλεύουν, δε με χωνεύουν πια και διάφορα άλλα πολύ ανασταλτικά για τη διατήρηση κοινωνικών και φιλικών σχέσεων. Με αποτέλεσμα να περνάω ολόκληρα Σαββατοκύριακα (όπως το προηγούμενο, που ήταν και τριήμερο, τρεις μέρες στην Κόλαση, να ταινία, την Αντζελίνα θα βάλω να με παίξει) μόνο με τις χειροτεχνίες μου και τη Ρενάτα, η οποία στο τέλος θα με σκοτώσει και μετά θα αυτοκτονήσει από ανία, διότι πόσο χρόνο πια να περάσεις με τον ίδιο άνθρωπο με τον οποίο μένεις και στο ίδιο σπίτι; Πόσο να αντέξει η κακομοίρα; Εν τω μεταξύ, εγώ, από τη βαρεμάρα μου και τη δυστυχία μου, μαγειρεύω συνέχεια και μετά τη μπουκώνω με μακαρόνια και κουλουράκια, στο τέλος δε θα χωράμε στο ίδιο σπίτι, μία θα πρέπει να φύγει.
Θα καταγγείλω ακόμα εδώ, στην ανάρτηση κόλαφο, τους άλλους φίλους μου, από τα υπόλοιπα μέρη του κόσμου και της Ελλάδας, που χρυσούς τους έχω κάνει να έρθουν στην Κέρκυρα-στην Κέρκυρα, έτσι, το σημειώνετε, όπου οι υπόλοιποι άνθρωποι πληρώνουν ένα σκασμό λεφτά για να έρθουν κι οι δικοί μου, 3 χρόνια τώρα, ένας δεν το έχει πατήσει το ποδάρι του, που θα είχε και τζάμπα σπίτι. Πώς να το εκλάβω εγώ αυτό; Αποφάσισα να μην το εκλάβω καθόλου κι απλά να το αφήσω να περάσει, σαν αυτό το καλοκαίρι, που στην ευχή του θεού να πάει και να μην ξαναγυρίσει.
Τελικά, όντως, οι ψυχές κι οι ζωές είναι σαν τις αυλές: αν τις έχεις ορθάνοιχτες, μπαίνουν όλοι, πίνουν από έναν καφέ, μη σας πω κατουράνε κιόλας όπου βρούνε και μετά εσύ πρέπει να καθαρίσεις μόνος σου και να ποτίσεις και τα λουλούδια. Βέβαια, πάλι, αν την έχεις την αυλή σου κλειστή, κανείς δεν έρχεται να θαυμάσει τα λουλούδια σου, οπότε δώρον άδωρον. Αντιλαμβάνεστε το πρόβλημά μου;
(Επειδή μαύρισε η καρδιά μου σήμερα, σε αντίθεση με την κοιλίτσα μου, η οποία κοντεύει να γίνει άσπρη σαν του ψαριού, αφού έχω να πάω στη θάλασσα 2 βδομάδες, κι ως εκ τούτου μαύρισα και τις δικές, θα σας γράψω αύριο πως περάσαμε σε μια συναυλία που πήγαμε, με τη Ρενάτα, φυσικά, και κάτι ημίτρελους μεθυσμένους, να γελάσει το χειλάκι σας.)