Είναι βράδυ, πρώτη διαφορά με τις συνήθεις αναρτήσεις μου, κι επίσης, είμαι στην αγαπημένη πόλη κι όχι στο νησί. Επίσης, γράφω στον υπολογιστή της αδελφής μου, όπου δεν πιάνει πολύ καλά το πλήκτρο για τον τόνο κι έχουν σπάσει τα νεύρα μου, καθώς οι 3 στις 5 λέξεις δεν έχουν τόνους. Ακόμα πιο σπαστικό είναι το γεγονός ότι μόλις βγει από το μπάνιο και της το πω, θα κατηγορήσει εμένα ότι το χάλασα, διότι πατάω πολύ δυνατά τα πλήκτρα, λέει. Λάσπη στο πρόσωπό μου.
Ένεκα της εθνικής εορτής, η οποία εξαιρετικά βολικά έπεσε Παρασκευή, και σε συνδυασμό με μία πολύτιμη μέρα άδειας, πήρα τον αντίθετο δρόμο από όλους κι έφυγα από την Κέρκυρα για να πάω στη Θεσσαλονίκη: είμαι ανώμαλη, το ξέρω. Ωστόσο, μη βιαστείτε να με κρίνετε, διότι ο τελικός προορισμός μου ήταν ένα πολύ ωραίο μέρος στους πρόποδες του Ολύμπου, στη μαγευτική Πιερία, σε ένα γραφικό χωριό που ονομάζεται Παλιό Κεραμίδι και αποτελείται από ένα φαρμακείο, ένα ταχυδρομείο, μία εκκλησία, 4 τρακτέρ και το απαραίτητο καφενείο με τους απαραίτητους γέρους. Βέβαια, μη σας πω τι τράβηξα μέχρι να φτάσω ως εκεί, καθώς το ΚΤΕΛ της Κέρκυρας αγνοώντας το νεοπαραδοθέν και κυκλώπειο έργο της Εγνατίας οδού, η οποία σύμφωνα με όλους τους λογικούς ανθρώπους, ενώνει την Ηγουμενίτσα με τη Θεσσαλονίκη σε 4 ώρες (αλλά εδώ δε μιλάμε για λογικούς ανθρώπους, παρά για κορφιάτες), έκανε τον κύκλο και πέρασε από τα Γιάννενα, στο θεό σας, μιλάμε για παράκαμψη 1 ώρας, την Κοζάνη, τη Βέροια και τα Γρεβενά. Και κάτι μαντριά που συναντήσαμε στο δρόμο, τα γλυκοκοίταζε κι αυτά ο οδηγός για στάση, αλλά ευτυχώς το αποφύγαμε.
Επιπλέον, καταθέτω εδώ την απορία που ευλόγως μου έχουν δημιουργήσει όλες αυτές οι διαδρομές με τα διάφορα ΚΤΕΛ της χώρας: γιατί όλοι οι οδηγοί ακούνε σκυλάδικα; Παιδιά μου, τα άπαντα της Άντζελας Δημητρίου ακούσαμε και μάλιστα 3 φορές το ίδιο CD, καθώς με τούτα και με κείνα η διαδρομή έφτασε τις 6 ώρες, ήμαρτον! Είναι κυβερνητική οδηγία, απαραίτητη προϋπόθεση για να πάρεις το δίπλωμα οδήγησης λεωφορείου ή σατανικό σχέδιο εξόντωσης των κατώτερων πληθυσμιακών ομάδων που δεν έχουν λεφτά για αεροπλάνα;
Μετά από όλα αυτά, έφτασα στο κτήμα που με φιλοξενεί εκεί στην Πιερία, όπου πέρασα θαύμα, διότι πάνω και πριν από όλα, πρέπει να ξέρετε, είμαι παιδί της φύσης κι εκεί είχε πολλή φύση, χορτάρι, δέντρα ολάνθιστα, μπαξέδες, ζουζούνια και διάφορα άλλα ανοιξιάτικα και πράσινα. Επίσης, κούρεψα μία τεράστια έκταση γκαζόν με μεγάλη επιτυχία και ανταμείφθηκα με πολύ ωραίο αγριογούρουνο στο φούρνο, α, μα σας λέω, σαν το χωριό του Αστερίξ, μέχρι που άρχισα να τραγουδάω από τη χαρά μου και με δέσανε φιμωμένη σε ένα δέντρο.
Πάντως, μην κοροϊδεύετε, γιατί πραγματικά νιώθεις πολύ ωραία όταν ασχολείσαι λίγο με τη γη και πιάνεις χώμα, γυρνάς λίγο σ’ αυτό που ήσουν πριν γίνεις ένας μίζερος και γκρίζος αστός (εντάξει, έχω και τη λυρική πλευρά μου, το έχουμε πει) κι έρχεσαι σε επαφή με αυτό που σε γέννησε. Ψυχοθεραπευτική αξία, σας το λέω, δεν έχει καλύτερο από το να μυρίζεις το χορτάρι και να μαζεύεις καταπράσινα κρεμμυδάκια, να βλέπεις τον ουρανό και να πιάνεις το φρέσκο μαλακό χώμα κι αλήθεια, μην κοροϊδεύετε, βρωμοτεχνοκράτες, γιατί μερικές φορές μόνο έτσι καταφέρνεις να νιώθεις ζωντανός. (Κι είναι απαραίτητο να νιώθεις και να κρατηθείς ζωντανός, γιατί τα δύσκολα είναι μπροστά μας.)
Τώρα, κι αφού φλυάρησα ακατάσχετα κι έβγαλα όλα τα απωθημένα μου, διότι όλο το σαββατοκύριακο κακοβούλως δε μου επετράπη να ασχοληθώ με το ιστολόγιό μου, μέσα στη ζεστή και ανοιξιάτικη θεσσαλονικιά νύχτα, θα σας αφήσω για να δω Dancing with the stars με την αγαπημένη μου αδελφούλα, η οποία πλέκει ατάραχη στον καναπέ (είναι κι αυτή της χειροτεχνίας, οικογενειακό μας) καθισμένη σταυροπόδι.
Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
Κυριακή 20 Μαρτίου 2011
Αυτά παθαίνει όποιος διαβάζει τέτοια βιβλία.
Δεν ξέρω για τον υπόλοιπο κόσμο, εδώ, πάντως, στην όμορφη Κέρκυρα, δεν ήρθε μόνο η άνοιξη, παρά και το καλοκαίρι: το νησί ερημοποίειται. Χτες το βράδυ ξεπάγιασα μέχρι να γυρίσω στο σπίτι και σήμερα, που είχα ανέβει στη γνωστή ταράτσα για να απλώσω τη γνωστή μπουγάδα, με χτύπησε ο ήλιος για δέκα λεπτά κι έσκασα. Και σκεφτόμουν τον ήρωα του βιβλίου που διαβάζω, ο οποίος κάθε Κυριακή επίσης έκανε μπουγάδα κι ανέβαινε στην ταράτσα να την απλώσει, μόνο που η δική του ταράτσα ήταν σε μια φοιτητική εστία στο Τόκυο.
Γενικά, το έχω αυτό το πρόβλημα: όταν διαβάζω ένα καλό βιβλίο, λίγο αποκόβομαι από τον πραγματικό κόσμο και νομίζω ότι ζω στον κόσμο που περιγράφει το βιβλίο. Έτσι έπαθα και τώρα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο, παρά να διαβάζω για το Τόκυο της δεκαετίας του ’70 και τη ζωή του Βατανάμπε και να περπατάω μαζί του στις συνοικίες του Τόκυο και να χαίρομαι όταν αναγνώριζα τα ονόματα των διάφορων περιοχών. Το βιβλίο λέγεται Νορβηγικό Δάσος και το έχει γράψει ο Χαρούκι Μουρακάμι και σας παρακαλώ να το διαβάσετε, μερικές φορές λέω πως αξίζει ο κόσμος αυτός επειδή υπάρχουν τέτοια βιβλία.
Πάντως, καλύτερα τώρα που μιλούσα συνέχεια για το Τόκυο της δεκαετίας του ’70, την προηγούμενη φορά είχα κολλήσει με την πολιορκία του Λένινγκραντ (διάβαζα τον Μπρούντζινο Καβαλάρη, που μιλάει για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Ρωσία) και συμβούλευα τη Ρενάτα να κρατήσει τα σακουλάκια της με τα κρουτόν, γιατί χάρη σ’ αυτά θα επιβιώσουμε όταν αρχίσει κι εδώ η πολιορκία.
Εκτός, όμως, του να διαβάζω παράξενα και σκοτεινά βιβλία που με καταπίνουν σα μαύρες τρύπες και μετά με φτύνουν σε άλλες χώρες και ώρες, αυτή τη βδομάδα κατάφερα να επιβιώσω από τα εξής: δολοφονικά αφγανικά ακάρεα που είμαι σίγουρη πως κατέκλυζαν κάτι χαλιά που ξετύλιγα, ανελέητα λυκειόπαιδα που ξεναγούσα κι αυτά ήταν έτοιμα να κοιμηθούν όρθια σαν τα άλογα, δύο εντελώς αδικαιολόγητα και κατάφωρα άδικα βρισίματα το ίδιο βράδυ, παρακαλώ, και έναν κατακλυσμό από ξανθές με μονόπετρα σε κάτι γενέθλια που ήμουν καλεσμένη χτες (μιλάμε, δεν άντεχα άλλο, ερχόντουσαν συνέχεια κι ήταν όλες ξανθές σαντρέ και τα μονόπετρα ήταν ατελείωτα και τρομακτικά, Παναγία μου, και βάλε τώρα όλες αυτές να συναγωνίζονται ποια είναι πιο ξανθιά και ποια έχει το μεγαλύτερο μονόπετρο, ω θεοι, αναφώνησα-ευτυχώς που τα μονόπετρα δεν τρώνε κι έτσι έφαγα εγώ όλα τα σουτζουκάκια και αποζημιώθηκα).
Όπως αντιλαμβάνεστε, όλα αυτά με έβαλαν σε σκέψεις και σκέφτηκα ότι το μόνο που θέλω τελικά είναι να ζήσω σαν τους κοινούς ανθρώπους, να μην έχω να αντιμετωπίσω άδικα βρισίματα και ξανθά μονόπετρα, να μην πρέπει να διαχειριστώ τη βλακεία, που, όπως έχουμε πει, είναι σαν το σύμπαν: δεν τελειώνει ποτέ, να μην πρέπει να κάνω χίλιους ελιγμούς και μανούβρες για να βγάλω τη μέρα, λες κι είμαι καπετάνιος στα νορβηγικά φιόρδ, να μη χρειάζεται να έχω κάνει στην αγγλική αντικατασκοπεία για να αποκρυπτογραφήσω τα διάφορα μηνύματα.
Διότι, τελικά και αναπόδραστα, είμαι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, σαν τον ήρωα του Νορβηγικού Δάσους, απλά προσπαθώ, αλλά φοβάμαι πως ποτέ δεν προσπαθώ αρκετά, πάντα μένω στη χρυσή μετριότητα, με την οποία εγώ προσωπικά δεν έχω τίποτα, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι τη θεωρούν χειρότερη κι από το χειρότερο, που ίσως και να είναι, βέβαια, αλλά δίχως αυτή δεν θα έλαμπαν τα διάφορα άστρα, δεν είναι έτσι; Ως τέτοιος, λοιπόν, παλεύω με τον εαυτό μου πρώτα και με όλους τους άλλους στη συνέχεια, μερικές φορές τα καταφέρνω, αλλά τις περισσότερες απλά βγάζω τη μέρα.
Παρεμπιπτόντως, κι επειδή την καρδιά μου κυριακάτικα τη χάλασα, είδα και μια εξαιρετική ταινία αυτή τη βδομάδα, το Μαύρο Κύκνο, α, παιδιά μου, καταπληκτική, οπωσδήποτε να τη δείτε, αν δεν την έχετε ήδη δει, διότι εδώ άργησε τόσο να έρθει που είμαι σίγουρη πως έχει προβληθεί ακόμα και στις φαβέλες του Ρίο.
Έλα, δεν έχετε παράπονο: και βιβλίο σας πρότεινα και ταινία, σαν πολιτιστικό ένθετο σε εφημερίδα, σε λίγο θα αρχίσω να λέω και τα ζώδια. Πάω τώρα να ψήσω μπισκοτάκια, που τη ζύμη την έχουμε φτιαγμένη από χτες, λέτε να έχει πάθει τίποτα; Αν δεν έχει ανάρτηση την επόμενη εβδομάδα, θα ξέρετε γιατί.
Γενικά, το έχω αυτό το πρόβλημα: όταν διαβάζω ένα καλό βιβλίο, λίγο αποκόβομαι από τον πραγματικό κόσμο και νομίζω ότι ζω στον κόσμο που περιγράφει το βιβλίο. Έτσι έπαθα και τώρα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο, παρά να διαβάζω για το Τόκυο της δεκαετίας του ’70 και τη ζωή του Βατανάμπε και να περπατάω μαζί του στις συνοικίες του Τόκυο και να χαίρομαι όταν αναγνώριζα τα ονόματα των διάφορων περιοχών. Το βιβλίο λέγεται Νορβηγικό Δάσος και το έχει γράψει ο Χαρούκι Μουρακάμι και σας παρακαλώ να το διαβάσετε, μερικές φορές λέω πως αξίζει ο κόσμος αυτός επειδή υπάρχουν τέτοια βιβλία.
Πάντως, καλύτερα τώρα που μιλούσα συνέχεια για το Τόκυο της δεκαετίας του ’70, την προηγούμενη φορά είχα κολλήσει με την πολιορκία του Λένινγκραντ (διάβαζα τον Μπρούντζινο Καβαλάρη, που μιλάει για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Ρωσία) και συμβούλευα τη Ρενάτα να κρατήσει τα σακουλάκια της με τα κρουτόν, γιατί χάρη σ’ αυτά θα επιβιώσουμε όταν αρχίσει κι εδώ η πολιορκία.
Εκτός, όμως, του να διαβάζω παράξενα και σκοτεινά βιβλία που με καταπίνουν σα μαύρες τρύπες και μετά με φτύνουν σε άλλες χώρες και ώρες, αυτή τη βδομάδα κατάφερα να επιβιώσω από τα εξής: δολοφονικά αφγανικά ακάρεα που είμαι σίγουρη πως κατέκλυζαν κάτι χαλιά που ξετύλιγα, ανελέητα λυκειόπαιδα που ξεναγούσα κι αυτά ήταν έτοιμα να κοιμηθούν όρθια σαν τα άλογα, δύο εντελώς αδικαιολόγητα και κατάφωρα άδικα βρισίματα το ίδιο βράδυ, παρακαλώ, και έναν κατακλυσμό από ξανθές με μονόπετρα σε κάτι γενέθλια που ήμουν καλεσμένη χτες (μιλάμε, δεν άντεχα άλλο, ερχόντουσαν συνέχεια κι ήταν όλες ξανθές σαντρέ και τα μονόπετρα ήταν ατελείωτα και τρομακτικά, Παναγία μου, και βάλε τώρα όλες αυτές να συναγωνίζονται ποια είναι πιο ξανθιά και ποια έχει το μεγαλύτερο μονόπετρο, ω θεοι, αναφώνησα-ευτυχώς που τα μονόπετρα δεν τρώνε κι έτσι έφαγα εγώ όλα τα σουτζουκάκια και αποζημιώθηκα).
Όπως αντιλαμβάνεστε, όλα αυτά με έβαλαν σε σκέψεις και σκέφτηκα ότι το μόνο που θέλω τελικά είναι να ζήσω σαν τους κοινούς ανθρώπους, να μην έχω να αντιμετωπίσω άδικα βρισίματα και ξανθά μονόπετρα, να μην πρέπει να διαχειριστώ τη βλακεία, που, όπως έχουμε πει, είναι σαν το σύμπαν: δεν τελειώνει ποτέ, να μην πρέπει να κάνω χίλιους ελιγμούς και μανούβρες για να βγάλω τη μέρα, λες κι είμαι καπετάνιος στα νορβηγικά φιόρδ, να μη χρειάζεται να έχω κάνει στην αγγλική αντικατασκοπεία για να αποκρυπτογραφήσω τα διάφορα μηνύματα.
Διότι, τελικά και αναπόδραστα, είμαι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, σαν τον ήρωα του Νορβηγικού Δάσους, απλά προσπαθώ, αλλά φοβάμαι πως ποτέ δεν προσπαθώ αρκετά, πάντα μένω στη χρυσή μετριότητα, με την οποία εγώ προσωπικά δεν έχω τίποτα, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι τη θεωρούν χειρότερη κι από το χειρότερο, που ίσως και να είναι, βέβαια, αλλά δίχως αυτή δεν θα έλαμπαν τα διάφορα άστρα, δεν είναι έτσι; Ως τέτοιος, λοιπόν, παλεύω με τον εαυτό μου πρώτα και με όλους τους άλλους στη συνέχεια, μερικές φορές τα καταφέρνω, αλλά τις περισσότερες απλά βγάζω τη μέρα.
Παρεμπιπτόντως, κι επειδή την καρδιά μου κυριακάτικα τη χάλασα, είδα και μια εξαιρετική ταινία αυτή τη βδομάδα, το Μαύρο Κύκνο, α, παιδιά μου, καταπληκτική, οπωσδήποτε να τη δείτε, αν δεν την έχετε ήδη δει, διότι εδώ άργησε τόσο να έρθει που είμαι σίγουρη πως έχει προβληθεί ακόμα και στις φαβέλες του Ρίο.
Έλα, δεν έχετε παράπονο: και βιβλίο σας πρότεινα και ταινία, σαν πολιτιστικό ένθετο σε εφημερίδα, σε λίγο θα αρχίσω να λέω και τα ζώδια. Πάω τώρα να ψήσω μπισκοτάκια, που τη ζύμη την έχουμε φτιαγμένη από χτες, λέτε να έχει πάθει τίποτα; Αν δεν έχει ανάρτηση την επόμενη εβδομάδα, θα ξέρετε γιατί.
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011
Έκτακτο ανακοινωθέν
Ημέρα σιωπής, λέει, σήμερα για τους ιστολόγους όλου του κόσμου. Για να δείξουμε τη συμπαράστασή μας στην Ιαπωνία. Ακολούθησα και το σύνδεσμο για να συνεισφέρω και οικονομικά (τρομάρα μου), αλλά επειδή η πρωτοβουλία ανήκει σε αμερικάνους, δεν μπορώ να στείλω χρήματα εύκολα κι ως γνωστόν, είμαι και πανάσχετη με όλα τα συστήματα ηλεκτρονικής πληρωμής. Επειδή, όμως, έχω μεγάλη ευαισθησία στο θέμα της Ιαπωνίας, την αγαπώ αυτή τη χώρα, δημοσιεύω την εικόνα, μήπως κάποιος θέλει και μπορεί.
Έτσι κι αλλιώς, η σκέψη μου είναι στην πανέμορφη Ιαπωνία, που περνάει των παθών της τον τάραχο κι όμως με τόση αξιοπρέπεια και ψυχραιμία.
Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
Δεν έτυχε. Πέτυχε.
Κυριακή πρωί προς μεσημέρι στην Κέρκυρα: οι καμπάνες χτυπάνε μονίμως τις Κυριακές τα πρωινά, οδυνηρά δυνατά και ανεξήγητα χαρμόσυνα, μα καλά, γιατί; Μπορεί κάποιος να μου το εξηγήσει αυτό; Γιατί πρέπει κάθε Κυριακή να χτυπάνε οι καμπάνες κι όλες οι φιλαρμονικές της πόλης να παίζουν κάτω από το παράθυρό μου; Κι εγώ, που ήθελα μια φορά να κοιμηθώ λίγο παραπάνω, διότι χτες ήπια 2 κρασιά, που, εντάξει, δεν είναι και καμιά φοβερή ποσότητα αλκοόλ, αλλά εγώ δεν είμαι γερό ποτήρι, ξύπνησα η ώρα 10 το πρωί, ενώ όλοι οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν μακαρίως κι έτσι εγώ δεν είχα με ποιόν να μιλήσω, οπότε στράφηκα στους πιστούς μου αναγνώστες.
Πάντως, ρε παιδιά, έχει πολλή πλάκα να βγαίνεις το Σάββατο το βράδυ στην Κέρκυρα (τις άλλες μέρες είναι κρανίου τόπος, μόνο οι αρουραίοι κυκλοφορούν), βλέπεις διάφορα αστεία πράγματα. Εμείς, για παράδειγμα, χτες, είδαμε καταρχήν δυο αγόρια που είχανε βγει στο μπαλκόνι τους εντελώς γυμνά, εντελώς όμως, και χόρευαν μέσα στη νύχτα. Βέβαια, μόλις μας είδανε που τα είχαμε δει, μπήκαν πάραυτα μέσα, αλλά αυτό εξηγείται: ως γνωστόν, τα αγόρια είναι δειλά, ειδικά όταν είναι γυμνά.
Στη συνέχεια, πήγαμε σε ένα μπαράκι, όπου είδαμε έναν τύπο, οπωσδήποτε γυαλιστερό, ο οποίος φορούσε μια κολλητή (φυσικά) μπλούζα, με ντεκολτέ τόσο βαθύ, όσο εγώ δεν έχω βάλει ποτέ μου. Δικαίως: το στήθος του είχε τόσους μυς, που ήταν πιο μεγάλο από το δικό μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα και μετά, όπως φαντάζεστε, ξεράθηκα στα γέλια (εγώ, πάντως, θα ένιωθα λίγο μειονεκτικά, αν ήμουν με ένα αγόρι με στήθος πιο μεγάλο από το δικό μου, άσε που θα ανησυχούσα και για τα σουτιέν μου, αλλά περί ορέξεως…).
Αυτά τα λίγα για χθες το βράδυ, συν ένα τέλειο σοκολατένιο κέικ, το οποίο ίσιωσα σήμερα (ξέρετε, που έχει κοπεί στραβά και πρέπει να φας «λίγο από τη γωνία» για να είναι συμμετρικό) και κάποιες σχοινοτενείς συζητήσεις με τη φίλη μου (που είναι, η γλυκιά μου, πολύ ερωτευμένη) περί εμπιστοσύνης, φιλίας, έρωτος και άλλων δαιμονίων.
Διότι, αγαπημένοι μου φίλοι, δαιμόνια είναι και η εμπιστοσύνη και ο έρωτας και η φιλία, όχι καινά, παρά από τα πιο παλιά του κόσμου. Κι όταν δαιμονίζονται αυτά τα δαιμόνια, δύο τινά: ή που θα σου κάνουν τη ζωή λίγο πιο υποφερτή ή που θα σου καταστρέψουν την ψυχολογία, ειδικά αν μπλεχτούν όλα μαζί, κάτι που πολύ αγαπούν τα δαιμόνια να κάνουν.
Όταν, λοιπόν, εμπλέκονται αυτά τα 3 πράγματα σε μία συζήτηση και σε μία ζωή, πρέπει να έχεις την ψυχραιμία, την υπομονή και τη συνδυαστική ικανότητα μάγειρα και ζαχαροπλάστη ταυτόχρονα για να τα φέρεις βόλτα. Ας πούμε ότι ο έρωτας είναι η σοκολάτα: αν δε βάλεις, πάλι θα φτιάξεις κέικ, οπωσδήποτε νόστιμο, αλλά λίγο βαρετό μάλλον. Από την άλλη, όταν η σοκολάτα είναι πάρα πολλή και δυνατή και δεν την ανακατώσεις με λίγη κρέμα γάλακτος, το κέικ σου θα βγει πικρό.
Η φιλία και οι φίλοι είναι τα αυγά: αλίμονό σου αν δεν τα αναμίξεις καλά, προσεκτικά και υπομονετικά με τη σοκολάτα. Θα πήξουν, μπορεί και να βράσουν αν είναι ζεστό το μείγμα και τελικά το κέικ θα μυρίζει κι εσύ θα σιχαθείς τα αυγά και θα το πετάξεις στα σκουπίδια. Επίσης, πρέπει να ξέρεις να διαλέγεις αυγά για να μη σου βγούνε άχρηστα και σου καταστρέψουν το γλυκό, τα πιο μεγάλα δεν είναι απαραίτητα και τα πιο νόστιμα.
Τέλος, ως γνωστόν, κέικ δίχως αλεύρι δε γίνεται. Και το αλεύρι, όπως κι η εμπιστοσύνη, είναι το πιο σημαντικό πράγμα: πρέπει να μπαίνει σιγά σιγά, σε μικρές ποσότητες, για να μπορεί να απορροφηθεί και από τη σοκολάτα και από τα αυγά, αλλιώς το μείγμα θα μπουχτίσει και θα σβολιάσει, θα γίνει βαρύ και δε θα ψηθεί καλά κι όταν το βγάλεις από το φούρνο, θα είναι περισσότερο για στοκάρισμα στον τοίχο παρά για φάγωμα. Ενώ, αν κάθε κουταλιά αλεύρι την έχεις ανακατώσει καλά, τότε το κέικ σου θα έχει χτιστεί γερά και δύσκολα δεν θα πετύχει.
Η αλήθεια είναι πως χρειάζεται να φτιάξεις πολλά κέικ στη ζωή σου για να σου βγει τελικά ένα καλό. Αν τα παρατήσεις, όμως, δεν θα τα καταφέρεις ποτέ. Αλλά, όταν τελικά τα καταφέρεις και ένα απόγευμα βγάλεις από το φούρνο ένα μυρωδάτο, αφράτο, λαχταριστό κέικ, τι καλύτερο από το να το μοιραστείς αβασάνιστα και ήσυχα με τους φίλους σου και με τον έρωτά σου;
Πάντως, ρε παιδιά, έχει πολλή πλάκα να βγαίνεις το Σάββατο το βράδυ στην Κέρκυρα (τις άλλες μέρες είναι κρανίου τόπος, μόνο οι αρουραίοι κυκλοφορούν), βλέπεις διάφορα αστεία πράγματα. Εμείς, για παράδειγμα, χτες, είδαμε καταρχήν δυο αγόρια που είχανε βγει στο μπαλκόνι τους εντελώς γυμνά, εντελώς όμως, και χόρευαν μέσα στη νύχτα. Βέβαια, μόλις μας είδανε που τα είχαμε δει, μπήκαν πάραυτα μέσα, αλλά αυτό εξηγείται: ως γνωστόν, τα αγόρια είναι δειλά, ειδικά όταν είναι γυμνά.
Στη συνέχεια, πήγαμε σε ένα μπαράκι, όπου είδαμε έναν τύπο, οπωσδήποτε γυαλιστερό, ο οποίος φορούσε μια κολλητή (φυσικά) μπλούζα, με ντεκολτέ τόσο βαθύ, όσο εγώ δεν έχω βάλει ποτέ μου. Δικαίως: το στήθος του είχε τόσους μυς, που ήταν πιο μεγάλο από το δικό μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα και μετά, όπως φαντάζεστε, ξεράθηκα στα γέλια (εγώ, πάντως, θα ένιωθα λίγο μειονεκτικά, αν ήμουν με ένα αγόρι με στήθος πιο μεγάλο από το δικό μου, άσε που θα ανησυχούσα και για τα σουτιέν μου, αλλά περί ορέξεως…).
Αυτά τα λίγα για χθες το βράδυ, συν ένα τέλειο σοκολατένιο κέικ, το οποίο ίσιωσα σήμερα (ξέρετε, που έχει κοπεί στραβά και πρέπει να φας «λίγο από τη γωνία» για να είναι συμμετρικό) και κάποιες σχοινοτενείς συζητήσεις με τη φίλη μου (που είναι, η γλυκιά μου, πολύ ερωτευμένη) περί εμπιστοσύνης, φιλίας, έρωτος και άλλων δαιμονίων.
Διότι, αγαπημένοι μου φίλοι, δαιμόνια είναι και η εμπιστοσύνη και ο έρωτας και η φιλία, όχι καινά, παρά από τα πιο παλιά του κόσμου. Κι όταν δαιμονίζονται αυτά τα δαιμόνια, δύο τινά: ή που θα σου κάνουν τη ζωή λίγο πιο υποφερτή ή που θα σου καταστρέψουν την ψυχολογία, ειδικά αν μπλεχτούν όλα μαζί, κάτι που πολύ αγαπούν τα δαιμόνια να κάνουν.
Όταν, λοιπόν, εμπλέκονται αυτά τα 3 πράγματα σε μία συζήτηση και σε μία ζωή, πρέπει να έχεις την ψυχραιμία, την υπομονή και τη συνδυαστική ικανότητα μάγειρα και ζαχαροπλάστη ταυτόχρονα για να τα φέρεις βόλτα. Ας πούμε ότι ο έρωτας είναι η σοκολάτα: αν δε βάλεις, πάλι θα φτιάξεις κέικ, οπωσδήποτε νόστιμο, αλλά λίγο βαρετό μάλλον. Από την άλλη, όταν η σοκολάτα είναι πάρα πολλή και δυνατή και δεν την ανακατώσεις με λίγη κρέμα γάλακτος, το κέικ σου θα βγει πικρό.
Η φιλία και οι φίλοι είναι τα αυγά: αλίμονό σου αν δεν τα αναμίξεις καλά, προσεκτικά και υπομονετικά με τη σοκολάτα. Θα πήξουν, μπορεί και να βράσουν αν είναι ζεστό το μείγμα και τελικά το κέικ θα μυρίζει κι εσύ θα σιχαθείς τα αυγά και θα το πετάξεις στα σκουπίδια. Επίσης, πρέπει να ξέρεις να διαλέγεις αυγά για να μη σου βγούνε άχρηστα και σου καταστρέψουν το γλυκό, τα πιο μεγάλα δεν είναι απαραίτητα και τα πιο νόστιμα.
Τέλος, ως γνωστόν, κέικ δίχως αλεύρι δε γίνεται. Και το αλεύρι, όπως κι η εμπιστοσύνη, είναι το πιο σημαντικό πράγμα: πρέπει να μπαίνει σιγά σιγά, σε μικρές ποσότητες, για να μπορεί να απορροφηθεί και από τη σοκολάτα και από τα αυγά, αλλιώς το μείγμα θα μπουχτίσει και θα σβολιάσει, θα γίνει βαρύ και δε θα ψηθεί καλά κι όταν το βγάλεις από το φούρνο, θα είναι περισσότερο για στοκάρισμα στον τοίχο παρά για φάγωμα. Ενώ, αν κάθε κουταλιά αλεύρι την έχεις ανακατώσει καλά, τότε το κέικ σου θα έχει χτιστεί γερά και δύσκολα δεν θα πετύχει.
Η αλήθεια είναι πως χρειάζεται να φτιάξεις πολλά κέικ στη ζωή σου για να σου βγει τελικά ένα καλό. Αν τα παρατήσεις, όμως, δεν θα τα καταφέρεις ποτέ. Αλλά, όταν τελικά τα καταφέρεις και ένα απόγευμα βγάλεις από το φούρνο ένα μυρωδάτο, αφράτο, λαχταριστό κέικ, τι καλύτερο από το να το μοιραστείς αβασάνιστα και ήσυχα με τους φίλους σου και με τον έρωτά σου;
Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011
Κι άμα πεινάσω τηγανίζω κάνα αυγό.
Επιτέλους. Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή, όσο βρωμερός, σκονισμένος και δαχτυλιασμένος κι αν είναι, και γράφω. Δεν φαντάζεστε, αγαπημένοι μου και μακρινοί, γνωστοί και άγνωστοι φίλοι, πόσο μεγάλη ανακούφιση είναι αυτό για ένα άτομο που έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του όσο εγώ και που ζει για να ξέρει ότι οι υπόλοιποι ταλαίπωροι και αθώοι συνάνθρωποι διαβάζουν τα παραληρήματά του. Με τρώγανε τα δάχτυλά μου να γράψω και να ράψω την τελευταία εβδομάδα και δεν κατάφερα τίποτε από τα δύο και σήμερα, που πάλι μαζεύτηκα η ώρα 8 το βράδυ από το πρωί, μου’ χει κάτσει να τα κάνω και τα δύο, μα τι άνθρωπος είμαι, όλα μαζί πια θέλω να τα κάνω, τελικά τίποτα δεν θα κάνω καλά, ξέρετε, η παροιμία με το καρπούζι και τη μασχάλη, η οποία, βέβαια, εμένα πάντα μου γεννούσε την απορία: στη δική μου τη μασχάλη έτσι κι αλλιώς δε χωράει ούτε ένα καρπούζι, πόσο μάλλον δύο.
Μα δεν είναι ένα θαύμα που πάλι βλέπετε τη φλυαρία μου την ακατάσχετη στις οθόνες σας; Αχ, και μένα μου είχε λείψει.
Λοιπόν, το θέμα είναι πως είχα όλη την καλή διάθεση να γράψω από την Παρασκευή, πλην την Παρασκευή μεσολάβησαν διάφορα εξαιρετικά δυσάρεστα γεγονότα, τα οποία δεν είναι της παρούσης, με αποτέλεσμα να φύγω το Σάββατο και παραλίγο να μην ξαναγυρίσω ποτέ, πράγμα το οποίο θα ήταν μεγάλο δυστύχημα για όλους μας και ειδικά για το νησί. Επιπλέον, την Παρασκευή διαδραματίστηκαν στο ταλαίπωρο σπίτι μας σουρεαλιστικές σκηνές, όπου εγώ μιλούσα ακατάπαυστα στο τηλέφωνο και παράλληλα τα ψώνια από το σουπερμάρκετ είχαν απλωθεί σε όλα τα τραπέζια του σπιτιού, η Ρενάτα έντρομη αντίκριζε το Θανάση να ακουμπάει το ψωμί στην τοστιέρα από τη βουτυρωμένη πλευρά (διότι πρέπει να ξέρετε πως αν η τοστιέρα δεν έχει λιωμένα βούτυρα και σοκολάτες επάνω, δεν αξίζει-το πιστεύετε όλα τα αγόρια αυτό ή μόνο αυτά που ξέρω εγώ;), ο Θανάσης ο ίδιος είχε ανοίξει όλα τα τυριά και τα ψωμιά και ήθελε να μας χαρίσει ό, τι είχε αγοράσει (κάτι τόνους δηλαδή, μη φανταστείτε) και μια βαλίτσα γέμιζε με άχρηστα πράγματα.
Τελικά, αποσοβήθηκε το διπλωματικό επεισόδιο της τοστιέρας, θυμήθηκα να βάλω και εσώρουχα στη βαλίτσα και διένυσα 828 χιλιόμετρα σε 2,5 μέρες, άλλοι πετούσαν χαρταετό κι εγώ πετούσα μόνο αποκόμματα από εισιτήρια, νομίζω πως κάποτε θα σταματήσω να τα πετάω και θα κάνω ένα τεράστιο κολλάζ με όλα αυτά τα αποκόμματα από τα εισιτήρια.
Όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν στις καλές της: γκρίζα, παγωμένη, βροχερή, κατσουφιασμένη και δυσοίωνη. Κι εμείς, για να ξορκίσουμε το κακό, πήγαμε στον κινηματογράφο, όπου είδαμε μια πολύ ευχάριστη ταινία, η οποία μιλούσε για τις περιπέτειες 7-8 αιχμαλώτων που το είχανε σκάσει από ένα ρώσικο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το καλό ήταν πως κατάφεραν να επιζήσουν οι 4, αφού διασχίσανε ολόκληρη τη Σιβηρία, τη Μογγολία, την έρημο της Ινδίας και τα Ιμαλάια, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο: όπως φαντάζεστε, εγώ, ούσα και πτώμα από το ταξίδι, έχασα περίπου τη μισή έρημο και την πρώτη κορφή των Ιμαλάιων, καθώς και μερικούς θανάτους. Όταν ξύπνησα είχαν μείνει 5 και κατηφόριζαν τα βουνά.
Το άλλο καλό ήταν πως καταλάβαινα όλα τα ρώσικα που γάβγιζαν οι δεσμοφύλακες του στρατοπέδου: ελπίζω πως μόνο δεσμοφύλακες θα μου τυχαίνει να ξεναγήσω.
Το κακό τελικά δεν το ξορκίσαμε, αλλά λίγο το ξεγελάσαμε και μετά εγώ πήγα στην εξοχή, όπου είδα τον καλό μου για περίπου 13 ώρες, εκ των οποίων τις 6 κοιμόμασταν, οπότε δεν πιάνονται. Τέλος, γύρισα στο νησί με το μαγευτικό ΚΤΕΛ, εν μέσω χιονοθύελλας, θλίψης και σύνθλιψης.
Μετά από όλα αυτά, όπως φαντάζεστε, δεν είχα και πολλά περιθώρια υπομονής και ψυχραιμίας. Ωστόσο, άντεξα και πέρασα και τη σημερινή μέρα αδιαμαρτύρητα, μολονότι κάποια στιγμή συνέβαιναν παράλληλα τα εξής: ένας τετράχρονος και τετραπέρατος μπόμπιρας έψαχνε τα εργαλεία του και μου είχε δέσει τα χέρια με σελοτέιπ, ένας φίλος γυάλιζε τα πόδια ενός τραπεζιού (δουλειά η οποία έχει ψυχοθεραπευτική αξία κι αυτός, το καταγγέλλω εδώ, μου την έκλεψε ανερυθρίαστα), μια άλλη φίλη προσπαθούσε να βρει μια πανσιόν που να έχει τοπικό χρώμα κι ο πατέρας του προαναφερθέντος μπόμπιρα, που τυγχάνει επίσης φίλοςς (ο πατέρας, όχι ο μπόμπιρας), τον κυνηγούσε παντού. Κι όλοι αυτοί μιλούσαν, γελούσαν και χειρονομούσαν ταυτόχρονα.
Τέλος, και μετά κι από μια μερίδα κοντοσούβλι, που ομολογώ πως εκτός από κατεξοχήν σαρακοστιανό έδεσμα, είναι και μεγάλη βοήθεια στην αντιμετώπιση της καθημερινότητας, γύρισα στο σπιτάκι μου, από το οποίο σκέφτομαι πολύ σοβαρά να μην ξαναβγώ, διότι «εννιά φορές στις δέκα είναι για κακό».
Μα δεν είναι ένα θαύμα που πάλι βλέπετε τη φλυαρία μου την ακατάσχετη στις οθόνες σας; Αχ, και μένα μου είχε λείψει.
Λοιπόν, το θέμα είναι πως είχα όλη την καλή διάθεση να γράψω από την Παρασκευή, πλην την Παρασκευή μεσολάβησαν διάφορα εξαιρετικά δυσάρεστα γεγονότα, τα οποία δεν είναι της παρούσης, με αποτέλεσμα να φύγω το Σάββατο και παραλίγο να μην ξαναγυρίσω ποτέ, πράγμα το οποίο θα ήταν μεγάλο δυστύχημα για όλους μας και ειδικά για το νησί. Επιπλέον, την Παρασκευή διαδραματίστηκαν στο ταλαίπωρο σπίτι μας σουρεαλιστικές σκηνές, όπου εγώ μιλούσα ακατάπαυστα στο τηλέφωνο και παράλληλα τα ψώνια από το σουπερμάρκετ είχαν απλωθεί σε όλα τα τραπέζια του σπιτιού, η Ρενάτα έντρομη αντίκριζε το Θανάση να ακουμπάει το ψωμί στην τοστιέρα από τη βουτυρωμένη πλευρά (διότι πρέπει να ξέρετε πως αν η τοστιέρα δεν έχει λιωμένα βούτυρα και σοκολάτες επάνω, δεν αξίζει-το πιστεύετε όλα τα αγόρια αυτό ή μόνο αυτά που ξέρω εγώ;), ο Θανάσης ο ίδιος είχε ανοίξει όλα τα τυριά και τα ψωμιά και ήθελε να μας χαρίσει ό, τι είχε αγοράσει (κάτι τόνους δηλαδή, μη φανταστείτε) και μια βαλίτσα γέμιζε με άχρηστα πράγματα.
Τελικά, αποσοβήθηκε το διπλωματικό επεισόδιο της τοστιέρας, θυμήθηκα να βάλω και εσώρουχα στη βαλίτσα και διένυσα 828 χιλιόμετρα σε 2,5 μέρες, άλλοι πετούσαν χαρταετό κι εγώ πετούσα μόνο αποκόμματα από εισιτήρια, νομίζω πως κάποτε θα σταματήσω να τα πετάω και θα κάνω ένα τεράστιο κολλάζ με όλα αυτά τα αποκόμματα από τα εισιτήρια.
Όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν στις καλές της: γκρίζα, παγωμένη, βροχερή, κατσουφιασμένη και δυσοίωνη. Κι εμείς, για να ξορκίσουμε το κακό, πήγαμε στον κινηματογράφο, όπου είδαμε μια πολύ ευχάριστη ταινία, η οποία μιλούσε για τις περιπέτειες 7-8 αιχμαλώτων που το είχανε σκάσει από ένα ρώσικο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το καλό ήταν πως κατάφεραν να επιζήσουν οι 4, αφού διασχίσανε ολόκληρη τη Σιβηρία, τη Μογγολία, την έρημο της Ινδίας και τα Ιμαλάια, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο: όπως φαντάζεστε, εγώ, ούσα και πτώμα από το ταξίδι, έχασα περίπου τη μισή έρημο και την πρώτη κορφή των Ιμαλάιων, καθώς και μερικούς θανάτους. Όταν ξύπνησα είχαν μείνει 5 και κατηφόριζαν τα βουνά.
Το άλλο καλό ήταν πως καταλάβαινα όλα τα ρώσικα που γάβγιζαν οι δεσμοφύλακες του στρατοπέδου: ελπίζω πως μόνο δεσμοφύλακες θα μου τυχαίνει να ξεναγήσω.
Το κακό τελικά δεν το ξορκίσαμε, αλλά λίγο το ξεγελάσαμε και μετά εγώ πήγα στην εξοχή, όπου είδα τον καλό μου για περίπου 13 ώρες, εκ των οποίων τις 6 κοιμόμασταν, οπότε δεν πιάνονται. Τέλος, γύρισα στο νησί με το μαγευτικό ΚΤΕΛ, εν μέσω χιονοθύελλας, θλίψης και σύνθλιψης.
Μετά από όλα αυτά, όπως φαντάζεστε, δεν είχα και πολλά περιθώρια υπομονής και ψυχραιμίας. Ωστόσο, άντεξα και πέρασα και τη σημερινή μέρα αδιαμαρτύρητα, μολονότι κάποια στιγμή συνέβαιναν παράλληλα τα εξής: ένας τετράχρονος και τετραπέρατος μπόμπιρας έψαχνε τα εργαλεία του και μου είχε δέσει τα χέρια με σελοτέιπ, ένας φίλος γυάλιζε τα πόδια ενός τραπεζιού (δουλειά η οποία έχει ψυχοθεραπευτική αξία κι αυτός, το καταγγέλλω εδώ, μου την έκλεψε ανερυθρίαστα), μια άλλη φίλη προσπαθούσε να βρει μια πανσιόν που να έχει τοπικό χρώμα κι ο πατέρας του προαναφερθέντος μπόμπιρα, που τυγχάνει επίσης φίλοςς (ο πατέρας, όχι ο μπόμπιρας), τον κυνηγούσε παντού. Κι όλοι αυτοί μιλούσαν, γελούσαν και χειρονομούσαν ταυτόχρονα.
Τέλος, και μετά κι από μια μερίδα κοντοσούβλι, που ομολογώ πως εκτός από κατεξοχήν σαρακοστιανό έδεσμα, είναι και μεγάλη βοήθεια στην αντιμετώπιση της καθημερινότητας, γύρισα στο σπιτάκι μου, από το οποίο σκέφτομαι πολύ σοβαρά να μην ξαναβγώ, διότι «εννιά φορές στις δέκα είναι για κακό».
Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011
Το βασίλειό μου για μια ραπτομηχανή.
Καλημέρα! Εδώ είμαι, δεν τα παράτησα, μολονότι είχα πολλές ευκαιρίες την εβδομάδα που πέρασε. Αποδεικνύοντας, όμως, για άλλη μια φορά το απύθμενο θάρρος μου και την ακατάβλητη γενναιότητά μου, συνεχίζω ακάθεκτη, εν μέσω απεργιών, καταστροφών, λιμών και λοιμών, γενεθλίων στα οποία δεν ήμουν, ψυχοπλακωτικών ταινιών και ρωσικών βιβλίων.
Αυτό που πάνω απ’ όλα μου δίνει θάρρος, αγαπημένοι μου και υπομονετικοί αναγνώστες, είστε εσείς, που με μαθηματική ακρίβεια αυξάνεστε (αν και, σημειώνω, έχουμε μείνει ψιλοστάσιμοι στο 41, σαν το έπος) κι έτσι μεγαλώνει αυτή η παρέα. Εμένα, τώρα, πολύ περίεργο μου φαίνεται που νιώθω έτσι κοντά μου (άντε βρε, μη συγκινείστε) όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχω δει ποτέ μου κι όμως είμαστε λίγο φίλοι και περιμένω να δω και να διαβάσω τα νέα τους κι ελπίζω κι αυτοί τα δικά μου.
Εμένα τα νέα μου, βέβαια, ποτέ δεν είναι ιδιαίτερα συγκλονιστικά, όπως έλεγα και στην Ελένη προχτές, η οποία, θα καταγγείλω εδώ, μας έχει σπάσει τα νεύρα τις δύο τελευταίες εβδομάδες με κάποιο αισθηματικό της ζήτημα, το οποίο κατά τα άλλα δεν την ενδιαφέρει καθόλου, αλλά ολημερίς κι ολονυχτίς περί αυτού ο λόγος. Κοντεύω εγώ η ίδια μου να τον πάρω τηλέφωνο αυτόν τον άνθρωπο και να του πω αποφάσισε, χρυσέ μου, να ησυχάσουμε. Γιατί δυσκολεύουν έτσι τις ζωές τους οι άνθρωποι;
Σε ένα από τα διαλείμματα, λοιπόν, του αισθηματικού ζητήματος, της έλεγα ότι είμαι λίγο σαν μια ρομαντική κομεντί: όλοι περνάνε πολύ ευχάριστα τις δυο ώρες της ταινίας, αλλά μετά κανείς δε θυμάται τι ακριβώς έγινε.
Εν πάση περιπτώσει, επειδή πρώτα θα καταστραφεί ο κόσμος και μετά θα σταματήσουν να γυρίζονται ρομαντικές κομεντί (τις οποίες, παρεμπιπτόντως, εγώ σιχαίνομαι μέχρι αυτοκτονίας και έχω ορκιστεί να μην ξαναδώ ποτέ μου, εγώ ζω για σπλατεριές κι αυτές τις ταινίες όπου όλοι έχουν πεθάνει από κάποιον ιό κι έχει ερημώσει ο κόσμος), θα συνεχίσω κι εγώ να υπάρχω ώσπου να καταστραφεί ο κόσμος τουλάχιστον.
Ο οποίος κόσμος, δε νομίζω και να αργήσει πολύ να καταστραφεί, οπότε απολαύστε με όσο έχετε καιρό: είδαμε προχτές με τη Ρενάτα μια ταινία του Χάνεκε (αυτός είναι ένας σκηνοθέτης ημίτρελος και σίγουρα πολύ φίλος με τον άλλον ημίτρελο, τον Φον Τρίερ), η οποία αφενός ήταν στα Γαλλικά κι εγώ δεν κατάλαβα λέξη και θέλω να κάνω και ξενάγηση στα Γαλλικά, τρομάρα να μου ‘ρθει, και αφετέρου έδειχνε τον κόσμο μετά το πετρέλαιο. Πολύ τρομακτικός ήταν αυτός ο κόσμος, παιδιά μου, και η ταινία σε έκανε να αναρωτηθείς πόσο εξαρτημένοι είμαστε από αυτό το πράγμα, το καύσιμο, και πόσο εύκολα μπορούν να καταλυθούν όλα και πρώτα πρώτα η ανθρωπιά μας αν λείψει. Μήπως να πάρουμε μια ξυλόσομπα; Κάνει και ωραία σούπα.
Μετά από αυτή την ευχάριστη ταινία, που μας άνοιξε τα μάτια και τις καρδιές, εγώ αποσύρθηκα στα ιδιαίτερά μου και αποφάσισα να μη βγω από το σπίτι όλο το Σαββατοκύριακο (και καλά, λόγω της ταινίας, όχι που δεν έχω ούτε σέντσι) και να αφοσιωθώ στο ράψιμό μου. Αλήθεια, σας το είπα; Έχω ανακαλύψει άλλο ένα ταλέντο μου, το ράψιμο, το οποίο συμβαίνει και να μου αρέσει πολύ: δε μου αρέσουν όλα μου τα ταλέντα, βαριέμαι, ας πούμε, να με λένε όλοι έξυπνη και να με ρωτάνε τα πάντα.
Νομίζω πως αν είχα μια ραπτομηχανή, δεν θα έκανα τίποτε άλλο, μόνο θα έραβα, θα παρατούσα και τα ρώσικα και τα γαλλικά και τις ξεναγήσεις και τα μουσεία και τα ιστολόγια και θα έραβα. Ευτυχώς, δηλαδή, που δεν έχω ραπτομηχανή. Ωστόσο, και δίχως ραπτομηχανή, τα καταφέρνω να τρώω όλο το χρόνο μου και να έχει έρθει Κυριακή βράδυ κι εγώ και να μην έχω διαβάσει τίποτα για τα ρώσικα και να μην έχω γράψει λέξη. Δεν πτοήθηκα, ωστόσο, και είδα άλλη μια ταινία, ένα ιαπωνικό θρίλερ, διότι πρέπει να ξέρετε πως τα ιαπωνικά θρίλερ είναι κλάσεις ανώτερα από οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας θρίλερ, οπότε, αν είναι να δείτε θρίλερ, προτιμήστε ένα ιαπωνικό.
Στη συνέχεια, εγώ, και παρά το θρίλερ, είχα πέσει σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, γιατί σκεφτόμουν τη φίλη μου τη Δώρα που είχε γενέθλια κι εγώ δεν πήγα στο πάρτι της, όπου συζητήσανε, μεταξύ άλλων, για τη ρεφορμιστική αριστερά και ξέρετε πόσο τρελαίνομαι εγώ να συζητάω για τη ρεφορμιστική και τις υπόλοιπες αριστερές. Επίσης, σκεφτόμουν πότε θα ξαναδώ τον καλό μου κι αν ως τότε θα συνεχίσει να είναι ο καλός μου ή θα με έχει παρατήσει να σαπίσω στο νησί, όπως τον έχω κι εγώ παρατημένο και τρέχω από ‘δω κι από ‘κει. Οπότε, σκεφτόμενη όλα αυτά, δεν άντεξα να συνεχίσω κι έπεσα να κοιμηθώ με την ελπίδα ότι την επόμενη μέρα θα ήταν όλα καλύτερα.
Φρούδες και μη σας πω και φλούδες οι ελπίδες: την επόμενη μέρα δεν είχα ρεύμα στη δουλειά και πέρασα 3 ώρες διαβάζοντας στο φυσικό και άπλετο κερκυραϊκό φως για την ιαπωνική κεραμική. Μετά ήρθε το ρεύμα και μαζί του ήρθε και η αναπόδραστη βεβαιότητα πως όλα πάντα, αργά ή γρήγορα, γίνονται καλύτερα, εκτός κι αν τελειώσει το πετρέλαιο. Τότε, είμαστε για φούντο, που λέει κι ο μπαμπάς μου.
Αυτό που πάνω απ’ όλα μου δίνει θάρρος, αγαπημένοι μου και υπομονετικοί αναγνώστες, είστε εσείς, που με μαθηματική ακρίβεια αυξάνεστε (αν και, σημειώνω, έχουμε μείνει ψιλοστάσιμοι στο 41, σαν το έπος) κι έτσι μεγαλώνει αυτή η παρέα. Εμένα, τώρα, πολύ περίεργο μου φαίνεται που νιώθω έτσι κοντά μου (άντε βρε, μη συγκινείστε) όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχω δει ποτέ μου κι όμως είμαστε λίγο φίλοι και περιμένω να δω και να διαβάσω τα νέα τους κι ελπίζω κι αυτοί τα δικά μου.
Εμένα τα νέα μου, βέβαια, ποτέ δεν είναι ιδιαίτερα συγκλονιστικά, όπως έλεγα και στην Ελένη προχτές, η οποία, θα καταγγείλω εδώ, μας έχει σπάσει τα νεύρα τις δύο τελευταίες εβδομάδες με κάποιο αισθηματικό της ζήτημα, το οποίο κατά τα άλλα δεν την ενδιαφέρει καθόλου, αλλά ολημερίς κι ολονυχτίς περί αυτού ο λόγος. Κοντεύω εγώ η ίδια μου να τον πάρω τηλέφωνο αυτόν τον άνθρωπο και να του πω αποφάσισε, χρυσέ μου, να ησυχάσουμε. Γιατί δυσκολεύουν έτσι τις ζωές τους οι άνθρωποι;
Σε ένα από τα διαλείμματα, λοιπόν, του αισθηματικού ζητήματος, της έλεγα ότι είμαι λίγο σαν μια ρομαντική κομεντί: όλοι περνάνε πολύ ευχάριστα τις δυο ώρες της ταινίας, αλλά μετά κανείς δε θυμάται τι ακριβώς έγινε.
Εν πάση περιπτώσει, επειδή πρώτα θα καταστραφεί ο κόσμος και μετά θα σταματήσουν να γυρίζονται ρομαντικές κομεντί (τις οποίες, παρεμπιπτόντως, εγώ σιχαίνομαι μέχρι αυτοκτονίας και έχω ορκιστεί να μην ξαναδώ ποτέ μου, εγώ ζω για σπλατεριές κι αυτές τις ταινίες όπου όλοι έχουν πεθάνει από κάποιον ιό κι έχει ερημώσει ο κόσμος), θα συνεχίσω κι εγώ να υπάρχω ώσπου να καταστραφεί ο κόσμος τουλάχιστον.
Ο οποίος κόσμος, δε νομίζω και να αργήσει πολύ να καταστραφεί, οπότε απολαύστε με όσο έχετε καιρό: είδαμε προχτές με τη Ρενάτα μια ταινία του Χάνεκε (αυτός είναι ένας σκηνοθέτης ημίτρελος και σίγουρα πολύ φίλος με τον άλλον ημίτρελο, τον Φον Τρίερ), η οποία αφενός ήταν στα Γαλλικά κι εγώ δεν κατάλαβα λέξη και θέλω να κάνω και ξενάγηση στα Γαλλικά, τρομάρα να μου ‘ρθει, και αφετέρου έδειχνε τον κόσμο μετά το πετρέλαιο. Πολύ τρομακτικός ήταν αυτός ο κόσμος, παιδιά μου, και η ταινία σε έκανε να αναρωτηθείς πόσο εξαρτημένοι είμαστε από αυτό το πράγμα, το καύσιμο, και πόσο εύκολα μπορούν να καταλυθούν όλα και πρώτα πρώτα η ανθρωπιά μας αν λείψει. Μήπως να πάρουμε μια ξυλόσομπα; Κάνει και ωραία σούπα.
Μετά από αυτή την ευχάριστη ταινία, που μας άνοιξε τα μάτια και τις καρδιές, εγώ αποσύρθηκα στα ιδιαίτερά μου και αποφάσισα να μη βγω από το σπίτι όλο το Σαββατοκύριακο (και καλά, λόγω της ταινίας, όχι που δεν έχω ούτε σέντσι) και να αφοσιωθώ στο ράψιμό μου. Αλήθεια, σας το είπα; Έχω ανακαλύψει άλλο ένα ταλέντο μου, το ράψιμο, το οποίο συμβαίνει και να μου αρέσει πολύ: δε μου αρέσουν όλα μου τα ταλέντα, βαριέμαι, ας πούμε, να με λένε όλοι έξυπνη και να με ρωτάνε τα πάντα.
Νομίζω πως αν είχα μια ραπτομηχανή, δεν θα έκανα τίποτε άλλο, μόνο θα έραβα, θα παρατούσα και τα ρώσικα και τα γαλλικά και τις ξεναγήσεις και τα μουσεία και τα ιστολόγια και θα έραβα. Ευτυχώς, δηλαδή, που δεν έχω ραπτομηχανή. Ωστόσο, και δίχως ραπτομηχανή, τα καταφέρνω να τρώω όλο το χρόνο μου και να έχει έρθει Κυριακή βράδυ κι εγώ και να μην έχω διαβάσει τίποτα για τα ρώσικα και να μην έχω γράψει λέξη. Δεν πτοήθηκα, ωστόσο, και είδα άλλη μια ταινία, ένα ιαπωνικό θρίλερ, διότι πρέπει να ξέρετε πως τα ιαπωνικά θρίλερ είναι κλάσεις ανώτερα από οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας θρίλερ, οπότε, αν είναι να δείτε θρίλερ, προτιμήστε ένα ιαπωνικό.
Στη συνέχεια, εγώ, και παρά το θρίλερ, είχα πέσει σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, γιατί σκεφτόμουν τη φίλη μου τη Δώρα που είχε γενέθλια κι εγώ δεν πήγα στο πάρτι της, όπου συζητήσανε, μεταξύ άλλων, για τη ρεφορμιστική αριστερά και ξέρετε πόσο τρελαίνομαι εγώ να συζητάω για τη ρεφορμιστική και τις υπόλοιπες αριστερές. Επίσης, σκεφτόμουν πότε θα ξαναδώ τον καλό μου κι αν ως τότε θα συνεχίσει να είναι ο καλός μου ή θα με έχει παρατήσει να σαπίσω στο νησί, όπως τον έχω κι εγώ παρατημένο και τρέχω από ‘δω κι από ‘κει. Οπότε, σκεφτόμενη όλα αυτά, δεν άντεξα να συνεχίσω κι έπεσα να κοιμηθώ με την ελπίδα ότι την επόμενη μέρα θα ήταν όλα καλύτερα.
Φρούδες και μη σας πω και φλούδες οι ελπίδες: την επόμενη μέρα δεν είχα ρεύμα στη δουλειά και πέρασα 3 ώρες διαβάζοντας στο φυσικό και άπλετο κερκυραϊκό φως για την ιαπωνική κεραμική. Μετά ήρθε το ρεύμα και μαζί του ήρθε και η αναπόδραστη βεβαιότητα πως όλα πάντα, αργά ή γρήγορα, γίνονται καλύτερα, εκτός κι αν τελειώσει το πετρέλαιο. Τότε, είμαστε για φούντο, που λέει κι ο μπαμπάς μου.
Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011
Τα είδα όλα
Την εβδομάδα που πέρασε, φίλοι μου αγαπημένοι και πιστοί μου αναγνώστες και υποστηρικτές στον αδηφάγο κόσμο του διαδικτύου, ανακάλυψα κάτι, το οποίο πάραυτα θα μοιραστώ μαζί σας, ακολουθώντας τη θεάρεστη συνήθειά μου να μοιράζομαι πάντα τις πολύτιμες εμπειρίες μου από τη ζωή.
Ανακάλυψα, λοιπόν, ότι η εβδομάδα περνάει πολύ γρήγορα κι εύκολα και φτάνει το πολυπόθητο Σαββατοκύριακο με έναν απλό και ευφάνταστο τρόπο: αν έχεις μόνο 2 ευρώ στο πορτοφόλι σου, δεν ξέρετε τι ωραία περνάνε οι μέρες.
Διότι απλά πηγαίνεις και γυρνάς από τη δουλειά και τα μαθήματα, δε σε απασχολεί να προλάβεις το σουπερμάρκετ ανοιχτό, δεν ανησυχείς να βρεις παρέα για καφέ, δε σε πειράζει που ο κινηματογράφος δεν έχει φέρει ακόμα το Μαύρο Κύκνο, επιτέλους αδειάζει το ψυγείο, που δε χωρούσε ούτε μια φέτα από κασέρι, και τα ντουλάπια από όλα τα μισά σακουλάκια φακές και ρύζι κι επιπλέον έχεις να περηφανεύεσαι που έβγαλες μια βδομάδα με 2 ευρώ. Τώρα, μπορείς κι εσύ να πάρεις τον τίτλο του πιο οικονόμου πολίτη, μη σας πω και το κλειδί της πόλης από το δήμαρχο, άσε που μπορεί και να σε αγγίξει και ο κοινωνικός αποκλεισμός, μεγάλο πράγμα στις μέρες μας, που πας αν δε σε έχει αγγίξει ο κοινωνικός αποκλεισμός τη σήμερον ημέρα.
Αφού, λοιπόν, κι εγώ είχα λυμένο το οικονομικό μου πρόβλημα αυτή τη βδομάδα , περπατούσα και κοιτούσα τον κόσμο, η αγαπημένη μου συνήθεια, και θέλω να σας πω τι είδα.
Είδα μια λεμονιά φορτωμένη με λεμόνια στο δρόμο για τα ρώσικα, πολύ όμορφο θέαμα, τυχερός ο που την έχει στον κήπο του.
Είδα μια όμορφη κοπέλα να κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σκαμπό, μέσα σε μια καφετέρια και να χαριεντίζεται μ’ ένα νεαρό, εξαιρετικά χαριτωμένο ενσταντανέ.
Είδα και κάτι ωραία αγόρια να περνάνε έξω από το παράθυρό μου και έπεσα από την καρέκλα, προσπαθώντας να συνεχίσω να τα βλέπω. Φυσικά, με είδανε κι αυτά που έπεσα και γελάνε ακόμα, νομίζω.
Είδα ένα πουά καλσόν, ένα φούξια σουτιέν και μια κόκκινη καμπαρντίνα, όχι στην ίδια βιτρίνα, μην τρελαίνεστε, που μου άρεσαν πολύ.
Είδα, σε μια κοπή πίτας, την κοινότητα των μελλοντικών μου συναδέλφων (ελαφρώς) συγκεντρωμένη και σε (πολύ μεγάλη) φόρμα κι άρχισα να τραγουδάω I wish I was special, you are so fucking special, but I’m a creep, I’ m a weirdo, what the hell am I doing here, I don’t belong here και μετά είδα την ανασφάλειά μου να έρχεται σαν νοτιοανατολικοασιατικό τσουνάμι και πήρα των ομματιών μου κι έφυγα.
Είδα κάτι φωτογραφίες και ντράπηκα που δίπλα ήταν οι δικές μου, μετά είδα και κάτι άλλες και αναθάρρησα.
Είδα μια κυρία με φούξια παλτό και μαύρα ψηλοτάκουνα, τα οποία είχαν αρπάξει κι έσερναν μια σερπαντίνα μήκους περίπου 2 μέτρων. Η σερπαντίνα ήταν του ιδίου χρώματος με το παλτό.
Είδα κάτι κοπέλες που έστελναν φιλάκια στον καλό μου (στο facebook) και πολύ νευρίασα.
Είδα 3 πανέμορφες ανατολές, διότι τις υπόλοιπες μέρες έβρεχε τον κατακλυσμό του Νώε, πράγμα που έκανε ακόμα πιο σπαστικό το γεγονός ότι το χερούλι της ομπρέλας κοπανούσε στο φιόγκο που φορούσα στο κεφάλι μου και μου έκανε σημάδι.
Είδα, στο απέναντι μπαλκόνι, ένα ξανθό σκυλάκι να παίζει με δυο γατάκια κι ήταν τόσο ταιριαστά, τα γλυκά μου!
Είδα χρωματιστά πυροτεχνήματα να σκάνε δίπλα στην πανσέληνο κι έτσι, με τούτα και με κείνα, πέρασε κι αυτή η εβδομάδα, που μπορεί για σας να ήταν λίγο βαρετή, αλλά αν βλέπατε όλα αυτά που είδα εγώ, πιστέψτε με, θα ήταν λίγο καλύτερη.
Ανακάλυψα, λοιπόν, ότι η εβδομάδα περνάει πολύ γρήγορα κι εύκολα και φτάνει το πολυπόθητο Σαββατοκύριακο με έναν απλό και ευφάνταστο τρόπο: αν έχεις μόνο 2 ευρώ στο πορτοφόλι σου, δεν ξέρετε τι ωραία περνάνε οι μέρες.
Διότι απλά πηγαίνεις και γυρνάς από τη δουλειά και τα μαθήματα, δε σε απασχολεί να προλάβεις το σουπερμάρκετ ανοιχτό, δεν ανησυχείς να βρεις παρέα για καφέ, δε σε πειράζει που ο κινηματογράφος δεν έχει φέρει ακόμα το Μαύρο Κύκνο, επιτέλους αδειάζει το ψυγείο, που δε χωρούσε ούτε μια φέτα από κασέρι, και τα ντουλάπια από όλα τα μισά σακουλάκια φακές και ρύζι κι επιπλέον έχεις να περηφανεύεσαι που έβγαλες μια βδομάδα με 2 ευρώ. Τώρα, μπορείς κι εσύ να πάρεις τον τίτλο του πιο οικονόμου πολίτη, μη σας πω και το κλειδί της πόλης από το δήμαρχο, άσε που μπορεί και να σε αγγίξει και ο κοινωνικός αποκλεισμός, μεγάλο πράγμα στις μέρες μας, που πας αν δε σε έχει αγγίξει ο κοινωνικός αποκλεισμός τη σήμερον ημέρα.
Αφού, λοιπόν, κι εγώ είχα λυμένο το οικονομικό μου πρόβλημα αυτή τη βδομάδα , περπατούσα και κοιτούσα τον κόσμο, η αγαπημένη μου συνήθεια, και θέλω να σας πω τι είδα.
Είδα μια λεμονιά φορτωμένη με λεμόνια στο δρόμο για τα ρώσικα, πολύ όμορφο θέαμα, τυχερός ο που την έχει στον κήπο του.
Είδα μια όμορφη κοπέλα να κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σκαμπό, μέσα σε μια καφετέρια και να χαριεντίζεται μ’ ένα νεαρό, εξαιρετικά χαριτωμένο ενσταντανέ.
Είδα και κάτι ωραία αγόρια να περνάνε έξω από το παράθυρό μου και έπεσα από την καρέκλα, προσπαθώντας να συνεχίσω να τα βλέπω. Φυσικά, με είδανε κι αυτά που έπεσα και γελάνε ακόμα, νομίζω.
Είδα ένα πουά καλσόν, ένα φούξια σουτιέν και μια κόκκινη καμπαρντίνα, όχι στην ίδια βιτρίνα, μην τρελαίνεστε, που μου άρεσαν πολύ.
Είδα, σε μια κοπή πίτας, την κοινότητα των μελλοντικών μου συναδέλφων (ελαφρώς) συγκεντρωμένη και σε (πολύ μεγάλη) φόρμα κι άρχισα να τραγουδάω I wish I was special, you are so fucking special, but I’m a creep, I’ m a weirdo, what the hell am I doing here, I don’t belong here και μετά είδα την ανασφάλειά μου να έρχεται σαν νοτιοανατολικοασιατικό τσουνάμι και πήρα των ομματιών μου κι έφυγα.
Είδα κάτι φωτογραφίες και ντράπηκα που δίπλα ήταν οι δικές μου, μετά είδα και κάτι άλλες και αναθάρρησα.
Είδα μια κυρία με φούξια παλτό και μαύρα ψηλοτάκουνα, τα οποία είχαν αρπάξει κι έσερναν μια σερπαντίνα μήκους περίπου 2 μέτρων. Η σερπαντίνα ήταν του ιδίου χρώματος με το παλτό.
Είδα κάτι κοπέλες που έστελναν φιλάκια στον καλό μου (στο facebook) και πολύ νευρίασα.
Είδα 3 πανέμορφες ανατολές, διότι τις υπόλοιπες μέρες έβρεχε τον κατακλυσμό του Νώε, πράγμα που έκανε ακόμα πιο σπαστικό το γεγονός ότι το χερούλι της ομπρέλας κοπανούσε στο φιόγκο που φορούσα στο κεφάλι μου και μου έκανε σημάδι.
Είδα, στο απέναντι μπαλκόνι, ένα ξανθό σκυλάκι να παίζει με δυο γατάκια κι ήταν τόσο ταιριαστά, τα γλυκά μου!
Είδα χρωματιστά πυροτεχνήματα να σκάνε δίπλα στην πανσέληνο κι έτσι, με τούτα και με κείνα, πέρασε κι αυτή η εβδομάδα, που μπορεί για σας να ήταν λίγο βαρετή, αλλά αν βλέπατε όλα αυτά που είδα εγώ, πιστέψτε με, θα ήταν λίγο καλύτερη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
