Δεν είχα υπολογιστή, γιατί ταξίδευα για την αγαπημένη μου πόλη-όχι το Τόκυο, την άλλη αγαπημένη μου πόλη, τη Θεσσαλονίκη, οπότε έγραψα αυτό το ομολογουμένως λίγο πιο χαρούμενο από το προηγούμενο άρθρο σ’ ένα τετράδιο, πολύ ευχάριστο, με εικόνες από ασπρόμαυρες ταινίες, όπου φιλιούνται διάφοροι παλιοί πανέμορφοι ηθοποιοί.
Το κατάλληλο τετράδιο για να γράψεις ένα άρθρο για τον έρωτα.
Επίσης, είναι καλό καμιά φορά να γράφεις και στο χέρι, γυρνάς λίγο πίσω κι ίσως μπορέσεις να θυμηθείς πράγματα από το παρελθόν: πώς συναντιόσουν με τους φίλους σου πριν έρθουν τα κινητά-τυχαία; Είχαμε όλοι το κληρονομικό χάρισμα της ενόρασης; Δεν το καταλαβαίνω, τώρα γιατί πρέπει να μιλήσουμε 14 φορές πριν το ραντεβού;
Ξεφεύγω, όμως, και το θέμα μας είναι ο έρωτας. Ο έρωτας, που λέτε, φίλοι μου, πιστεύω, τον αλλάζει τον άνθρωπο. Τον κάνει πιο ήρεμο, προσηνή, γαλήνιο, ευχάριστο (σχετικά), να χαμογελά περισσότερο και να μιλά καλύτερα (τον φυσιολογικό άνθρωπο. Διότι τον βλαμμένο δεν τον σώζει ούτε ο έρωτας ούτε ο Δαλάι Λάμα ούτε τίποτα).
Και το λέω αυτό, διότι τελευταία βλέπω διάφορους έρωτες τριγύρω μου να γεννιούνται και να ανθίζουν και να κάνουν όλα αυτά που συνήθως κάνει ένας έρωτας. Και παράλληλα βλέπω διάφορους ερωτευμένους φίλους μου (ξέρουν αυτοί, δεν θα τους δώσω τώρα στεγνά) να παθαίνουν όλα τα προαναφερθέντα.
Εγώ; Α, εγώ είμαι μονίμως ερωτευμένη (με το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, πρέπει να ξέρετε, είναι σαν αυτούς τους παλιούς ηθοποιούς που σας έλεγα) και γι’ αυτό δεν παρατηρούνται αλλαγές επάνω μου: χαμογελάω ηλιθιωδώς και χαχανίζω αδιακρίτως, σαν τη Γιαδικιάρογλου, από γεννησιμιού μου, διότι και πριν το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, εγώ ερωτευόμουν σε εβδομαδιαία βάση.
Τέλοσπαντων, εντάξει, δεν ήταν όλα αυτά έρωτες, καθώς, ο πραγματικός έρωτας όταν έρθει, αντίθετα με ό, τι πιστεύεται, δεν τον καταλαβαίνεις, διότι σε βαράει κατακέφαλα, είτε σιγά σιγά και ύπουλα είτε άμεσα και δραστικά, δεν έχει σημασία, το κατακέφαλα παραμένει: σου διαλύει την αντίληψη, σου κόβει τα γόνατα και σου αλλάζει τον αδόξαστο γενικώς.
Και μετά, μένεις εκεί ξέπνοος, προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις το τσουνάμι που σε πέτυχε και να το διαχειριστείς. Σιγά. Άμα ξέρετε εσείς κανέναν που να το διαχειρίστηκε, να μου τον δείξετε.
Αδύνατον να διαχειριστείς ένα τσουνάμι. Δεν μπορείς να το αποφύγεις ούτε να του κρυφτείς, να το ξεγελάσεις, δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν (το χρόνο ή τον εαυτό σου). Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κάθεσαι σαν το βλάκα μπροστά στην οθόνη του 131 και να κοιτάς τη διεύθυνση και το τηλέφωνό του: τα έκανα αυτά όταν δούλευα εκεί, πατούσα το κουμπί που έλεγε ότι δεν δεχόμουν κλήσεις και για κάνα δεκάλεπτο κοιτούσα.
Τέλοσπαντων, όταν δεν κάνεις τέτοιες βλακείες κι όταν τα καταφέρνεις και συγκρατείσαι να μην κλάψεις με τη Μαρία την άσχημη επειδή βρίσκεις παραλληλισμούς ανάμεσα στη δική σου και τη δική της ερωτική ιστορία (βασικά, βρίσκεις παραλληλισμούς ανάμεσα στη δική σου και σε οποιαδήποτε ερωτική ιστορία και κυρίως στις τραγικές, Ρωμαίος κι Ιουλιέτα, Δάφνις και Χλόη κι άλλα τέτοια), το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον ζήσεις τον έρωτά σου.
Άλλωστε, και με τα κύματα πιο εύκολο είναι να βουλιάξεις μέσα τους παρά να τα αφήσεις να σπάσουν πάνω σου ή να τα δαμάσεις: είδατε ο Λαρς φον Τρίερ τι έπαθε. Και μετά, με όσο κουράγιο σου έχει απομείνει, να ξεκινήσεις για «νέες ήττες, για νέες συντριβές».
Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010
Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010
Πίκρα.
Εντάξει, προσέξτε τώρα τι έχω πάθει: έχω ένα άρθρο στο τετράδιό μου έτοιμο, διότι δεν είμαι σπίτι κι εκεί που είμαι δεν έχω ίντερνετ, οπότε το έγραψα στο τετράδιό μου ταξιδεύοντας.
Πλην, όμως, τώρα έχουν γίνει πάρα πολλά πράγματα και είναι παντελώς άκυρο να ανεβάσω ένα άσχετο άρθρο, το οποίο είναι και για τον έρωτα (ακόμα πιο άσχετο θέμα). Λέω, λοιπόν, να γράψω τους διάφορους πόνους που έχω εγώ και οι γύρω μου και να είμαι μέσα στο κλίμα.
Καταρχήν, η Ρενάτα δίνει αύριο κάτι πολύ σημαντικές εξετάσεις και τώρα μάλλον τα 'χει παίξει από το άγχος εγώ δεν είμαι εκεί, καλά, γενικώς, υπάρχει αυτό το πρόβλημα: ποτέ δεν είμαι κάπου όταν πραγματικά πρέπει, είμαι μόνο όταν δεν χρειάζεται και πάρα πολύ, αλλά δεν θα το κάνω θέμα τώρα.
Επίσης, ήρθα στην πόλη μου μετά από 3 χρόνια περίπου και διαπίστωσα τα εξής εξαιρετικά απογοητευτικά πράγματα: 1. οι παλιοί μου φίλοι έχουν κάνει καινούργιους φίλους, τους οποίους εγώ δεν ξέρω. 2. ο κοινωνικός κύκλος μου έχει συρρικνωθεί έως έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. 3. η Δώρα αγχώθηκε διότι δεν της έχω εκθέσει τα σχέδιά μου για το μέλλον, με τα οποία έτσι κι αλλιώς δε νομίζω να συμφωνήσει.
Σε γενικές γραμμές, νιώθω για άλλη μια φορά ελαφρώς πρόσφυγας. Που είμαι, που θα επιστρέψω, από που θα φύγω και που θα καταλήξω τελικά; Έχω και το Γιάννη, ο οποίος παθαίνει κάτι παραπλήσιο σε υστερική κρίση όταν λέω τη φράση "σπίτι μας", τι θα κάνω, δεν ξέρω.
Να γράψω, λοιπόν, για όλα αυτά ή να ανεβάσω το έτοιμο, χαλαρό και χαριτωμένο άρθρο για τον έρωτα; Οέο;
Εν πάση περιπτώσει, θα το αφήσω φλου το θέμα. Υποθέτω πως όλα θα πάρουν μόνα τους το δρόμο τους. Θα συνεχίσω τώρα την εκδρομή μου στη Μακεδονία κι όταν γυρίσω, θα σας πω τι έγινε να γελάσετε.
Πλην, όμως, τώρα έχουν γίνει πάρα πολλά πράγματα και είναι παντελώς άκυρο να ανεβάσω ένα άσχετο άρθρο, το οποίο είναι και για τον έρωτα (ακόμα πιο άσχετο θέμα). Λέω, λοιπόν, να γράψω τους διάφορους πόνους που έχω εγώ και οι γύρω μου και να είμαι μέσα στο κλίμα.
Καταρχήν, η Ρενάτα δίνει αύριο κάτι πολύ σημαντικές εξετάσεις και τώρα μάλλον τα 'χει παίξει από το άγχος εγώ δεν είμαι εκεί, καλά, γενικώς, υπάρχει αυτό το πρόβλημα: ποτέ δεν είμαι κάπου όταν πραγματικά πρέπει, είμαι μόνο όταν δεν χρειάζεται και πάρα πολύ, αλλά δεν θα το κάνω θέμα τώρα.
Επίσης, ήρθα στην πόλη μου μετά από 3 χρόνια περίπου και διαπίστωσα τα εξής εξαιρετικά απογοητευτικά πράγματα: 1. οι παλιοί μου φίλοι έχουν κάνει καινούργιους φίλους, τους οποίους εγώ δεν ξέρω. 2. ο κοινωνικός κύκλος μου έχει συρρικνωθεί έως έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. 3. η Δώρα αγχώθηκε διότι δεν της έχω εκθέσει τα σχέδιά μου για το μέλλον, με τα οποία έτσι κι αλλιώς δε νομίζω να συμφωνήσει.
Σε γενικές γραμμές, νιώθω για άλλη μια φορά ελαφρώς πρόσφυγας. Που είμαι, που θα επιστρέψω, από που θα φύγω και που θα καταλήξω τελικά; Έχω και το Γιάννη, ο οποίος παθαίνει κάτι παραπλήσιο σε υστερική κρίση όταν λέω τη φράση "σπίτι μας", τι θα κάνω, δεν ξέρω.
Να γράψω, λοιπόν, για όλα αυτά ή να ανεβάσω το έτοιμο, χαλαρό και χαριτωμένο άρθρο για τον έρωτα; Οέο;
Εν πάση περιπτώσει, θα το αφήσω φλου το θέμα. Υποθέτω πως όλα θα πάρουν μόνα τους το δρόμο τους. Θα συνεχίσω τώρα την εκδρομή μου στη Μακεδονία κι όταν γυρίσω, θα σας πω τι έγινε να γελάσετε.
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Οι καλοί και οι φελλοί
Κυριακή πρωί, κάνει μαύρο ψόφο κι έχω ξετρυπώσει μια μάλλινη γκρι ζακέτα, υπέρκομψη, δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο ταιριάζει με τη φόρμα μου! Ενδεδυμένη καταλλήλως, λοιπόν, και εννοείται με μαλλιά σαν τον κήπο της τρελής, κάθομαι να μελετήσω Βυζαντινή Αρχαιολογία: αδύνατον.
Αγαπητή Ελένη, αν διαβάσεις την ανάρτηση, θα ξέρεις τι σε περιμένει αύριο. Αν όχι, τόσο το χειρότερο.(Η Ελένη είναι η καθηγήτριά μου της Βυζαντινής Αρχαιολογίας, που θα με εξετάσει αύριο, η δύσμοιρη).
Αδύνατον, παιδιά, να διαβάσω. Διότι, πρώτον, έχω βαρεθεί στη ζωή μου να διαβάζω και, δεύτερον, έχω ήδη το bloody πτυχίο της Αρχαιολογίας, το έχω, να μη σας νοιάζει πως το απέκτησα, το θέμα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μου το πάρει πίσω, για ποιο λόγο πρέπει να ξαναδώσω τις ίδιες εξετάσεις για να γίνω ξεναγός, ε;
Αλλά, βέβαια, που πάει ο ξεναγός άμα δεν ξέρει τι είναι το ημιχώνιο και τι είναι η ημικυλινδρική καμάρα, άσε πια το αυτονόητο του σύνθετου οκταγωνικού και της ογκηρής τεχνοτροπίας.
Εν πάση περιπτώσει, δε σας ενδιαφέρουν όλες αυτές οι άγνωστες λέξεις, που μερικοί ίσως τις περάσατε και για βρισιές (εγώ δε σε είπα ημιχώνιο ποτέ), απλά χρησιμοποιώ αυτό το αίσθημα της ματαιότητος που μου δημιουργούν εμένα αυτές οι εξετάσεις ως έναυσμα (αγαπημένη λέξη) για άλλο ένα παραλήρημα-άρθρο. Αυτή τη ματαιότητα, λοιπόν, προφανώς τη νιώθουν πάρα πολλοί άνθρωποι, νέοι ή όχι και τόσο νέοι, στην Ελλάδα και σε διάφορα επίπεδα ή εκφάνσεις της ζωής τους και γι’ αυτό παίρνουν των ομματιών τους και ξενιτεύονται.
Είχε, λέει, το προηγούμενο ΒΗΜagazino δημοσιεύσει τις ιστορίες 8 ελλήνων που έχουν βρει δουλειά και καταφύγιο στη Βαρκελώνη. Επίσης, έχει δημοσιευτεί έρευνα σχετική με τους γιατρούς στη Σουηδία: περισσότεροι από τους μισούς είναι μη Σουηδοί, με πάρα πολλούς από αυτούς να είναι Έλληνες. Για την ακρίβεια, οι Έλληνες γιατροί στη Σουηδία είναι όσοι και οι Γερμανοί γιατροί στη Σουηδία, τη στιγμή που η Ελλάδα έχει περί τα 11 εκ. πληθυσμό, ενώ η Γερμανία πόσο, δεν ξέρω, καμιά 7-8 φορές παραπάνω; Και, βέβαια, πέρα από τις δημοσιευμένες έρευνες και ιστορίες, εσείς οι ίδιοι πόσους γνωστούς έχετε που ζουν στα εξωτερικά ή που πολύ θα ήθελαν; Εγώ, πάντως, ανησυχητικά πολλούς. Όλοι αυτοί έφυγαν ή επιθυμούν διακαώς να φύγουν από αυτή την άθλια χώρα. Άριστα έπραξαν, μολονότι όπου και να πάνε, η Ελλάδα θα τους προδίδει, όπως είχε πει κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου.
Άριστα έπραξαν, διότι εκεί που πήγαν ζούνε καλύτερα, αν και τους λείπουν οι σκεπές της Ελλάδας, που λέει κι ο Μηνάς, παίρνουν τα λεφτά που τους αξίζουν, βοηθάνε όσο θα ήθελαν την οικογένειά τους, έχουν καλούς συνεργάτες, ωραίο περιβάλλον, ασφάλεια και πάρα πολλά άλλα πράγματα, αναγνώριση, επιβράβευση, και δεν ξέρω τι άλλο, διότι εγώ ουδέποτε έζησα στο εξωτερικό, πλην εκείνων των ημερών στο Τόκυο, όπου πράγματι τα είχα αυτά όλα.
Αυτή είναι η μία πλευρά.
Την άλλη πλευρά την εξέθεσε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης σε μια συνέντευξη στο 7 της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας: «Θα κάτσω εδώ, να δεχτώ το δώρο της ταπείνωσης (…) του ανθρώπου που, ενώ μικρός ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, στη δύσκολη στιγμή δεν μπορεί ούτε τη γειτονιά του να κάνει καλύτερη. Εδώ, λοιπόν, να με δω στην πράξη. Γιατί στα λόγια υπήρξα αρκετά καλός…», λέει ο Αλκίνοος. Εντάξει, μην αρχίσετε τη γκρίνια, ναι, άνθρωποι σαν αυτόν μιλάνε ελαφρώς εκ του ασφαλούς, αλλά εδώ θα με βρει σύμφωνη.
Κι εγώ εδώ θα κάτσω, φίλοι μου(όχι ότι μπορώ να κάνω κι αλλιώς δηλαδή, εκ του ασφαλούς κι εγώ, καμιά πρόταση δε μου έχει γίνει από τα εξωτερικά), να μας δω στην πράξη. Εδώ, να παίρνω τα ελάχιστα χρήματα για τη δουλειά μου, να ξεσκίζομαι στο διάβασμα για το τίποτα ίσως, να δουλεύω (αν δουλεύω) 42 ώρες το 24ωρο ίσα για να επιβιώνω, να τρέμω το σουπερμάρκετ, να μετράω ένσημα λες κι είναι λίρες. Αλλά, αν φύγουμε, ρε παιδιά, όλοι οι καλοί, τι θα γίνει; Θα βουλιάξει αυτή η χώρα, διότι πολλοί φελλοί μαζί κάνουν βάρος. Όχι, όχι, εγώ θα κάτσω εδώ, να δω τι μπορώ να κάνω κι αν το μόνο που θα μπορέσω είναι απλά να υπάρχω, θα το κάνω όσο καλύτερα γίνεται.
Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το μόνο που θα μπορέσω. Ξέρετε κάτι; Εντάξει, δε φταίμε εμείς για ότι έγινε και για το πόσο σκατά έχουνε πάει όλα στην Ελλάδα. Αλλά, αν όλα είχανε πάει άριστα και τώρα ήταν η Ελλάδα δίχως οικονομική κρίση, δίχως χρέη, δίχως προβλήματα, δίχως τίποτε, δε θα καθόμασταν εδώ να απολαμβάνουμε τους καρπούς; Έτσι και τώρα, να κάτσουμε εδώ, να βοηθήσουμε στη λύση. Όταν ζεις σε μια ομάδα, σε ένα σύνολο μέσα, δεν γίνεται να λες ότι εγώ θα είμαι μέλος μόνο τις καλές στιγμές. Αλλιώτικα, μην είσαι καθόλου μέλος. Κι αυτό θεμιτό. Το αθέμιτο είναι να είσαι μέλος όποτε σε βολεύει.
Κι αφού είπα αυτά τα βαρυσήμαντα, πάω τώρα να διαβάσω Βυζαντινή Αρχαιολογία και να γίνω μια καταπληκτική ξεναγός, που θα φέρει πολλούς τουρίστες στην Ελλάδα, γιατί την υπεραγαπά και δε θέλει με τίποτα να την αφήσει στη μοίρα της.
Αγαπητή Ελένη, αν διαβάσεις την ανάρτηση, θα ξέρεις τι σε περιμένει αύριο. Αν όχι, τόσο το χειρότερο.(Η Ελένη είναι η καθηγήτριά μου της Βυζαντινής Αρχαιολογίας, που θα με εξετάσει αύριο, η δύσμοιρη).
Αδύνατον, παιδιά, να διαβάσω. Διότι, πρώτον, έχω βαρεθεί στη ζωή μου να διαβάζω και, δεύτερον, έχω ήδη το bloody πτυχίο της Αρχαιολογίας, το έχω, να μη σας νοιάζει πως το απέκτησα, το θέμα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μου το πάρει πίσω, για ποιο λόγο πρέπει να ξαναδώσω τις ίδιες εξετάσεις για να γίνω ξεναγός, ε;
Αλλά, βέβαια, που πάει ο ξεναγός άμα δεν ξέρει τι είναι το ημιχώνιο και τι είναι η ημικυλινδρική καμάρα, άσε πια το αυτονόητο του σύνθετου οκταγωνικού και της ογκηρής τεχνοτροπίας.
Εν πάση περιπτώσει, δε σας ενδιαφέρουν όλες αυτές οι άγνωστες λέξεις, που μερικοί ίσως τις περάσατε και για βρισιές (εγώ δε σε είπα ημιχώνιο ποτέ), απλά χρησιμοποιώ αυτό το αίσθημα της ματαιότητος που μου δημιουργούν εμένα αυτές οι εξετάσεις ως έναυσμα (αγαπημένη λέξη) για άλλο ένα παραλήρημα-άρθρο. Αυτή τη ματαιότητα, λοιπόν, προφανώς τη νιώθουν πάρα πολλοί άνθρωποι, νέοι ή όχι και τόσο νέοι, στην Ελλάδα και σε διάφορα επίπεδα ή εκφάνσεις της ζωής τους και γι’ αυτό παίρνουν των ομματιών τους και ξενιτεύονται.
Είχε, λέει, το προηγούμενο ΒΗΜagazino δημοσιεύσει τις ιστορίες 8 ελλήνων που έχουν βρει δουλειά και καταφύγιο στη Βαρκελώνη. Επίσης, έχει δημοσιευτεί έρευνα σχετική με τους γιατρούς στη Σουηδία: περισσότεροι από τους μισούς είναι μη Σουηδοί, με πάρα πολλούς από αυτούς να είναι Έλληνες. Για την ακρίβεια, οι Έλληνες γιατροί στη Σουηδία είναι όσοι και οι Γερμανοί γιατροί στη Σουηδία, τη στιγμή που η Ελλάδα έχει περί τα 11 εκ. πληθυσμό, ενώ η Γερμανία πόσο, δεν ξέρω, καμιά 7-8 φορές παραπάνω; Και, βέβαια, πέρα από τις δημοσιευμένες έρευνες και ιστορίες, εσείς οι ίδιοι πόσους γνωστούς έχετε που ζουν στα εξωτερικά ή που πολύ θα ήθελαν; Εγώ, πάντως, ανησυχητικά πολλούς. Όλοι αυτοί έφυγαν ή επιθυμούν διακαώς να φύγουν από αυτή την άθλια χώρα. Άριστα έπραξαν, μολονότι όπου και να πάνε, η Ελλάδα θα τους προδίδει, όπως είχε πει κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου.
Άριστα έπραξαν, διότι εκεί που πήγαν ζούνε καλύτερα, αν και τους λείπουν οι σκεπές της Ελλάδας, που λέει κι ο Μηνάς, παίρνουν τα λεφτά που τους αξίζουν, βοηθάνε όσο θα ήθελαν την οικογένειά τους, έχουν καλούς συνεργάτες, ωραίο περιβάλλον, ασφάλεια και πάρα πολλά άλλα πράγματα, αναγνώριση, επιβράβευση, και δεν ξέρω τι άλλο, διότι εγώ ουδέποτε έζησα στο εξωτερικό, πλην εκείνων των ημερών στο Τόκυο, όπου πράγματι τα είχα αυτά όλα.
Αυτή είναι η μία πλευρά.
Την άλλη πλευρά την εξέθεσε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης σε μια συνέντευξη στο 7 της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας: «Θα κάτσω εδώ, να δεχτώ το δώρο της ταπείνωσης (…) του ανθρώπου που, ενώ μικρός ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, στη δύσκολη στιγμή δεν μπορεί ούτε τη γειτονιά του να κάνει καλύτερη. Εδώ, λοιπόν, να με δω στην πράξη. Γιατί στα λόγια υπήρξα αρκετά καλός…», λέει ο Αλκίνοος. Εντάξει, μην αρχίσετε τη γκρίνια, ναι, άνθρωποι σαν αυτόν μιλάνε ελαφρώς εκ του ασφαλούς, αλλά εδώ θα με βρει σύμφωνη.
Κι εγώ εδώ θα κάτσω, φίλοι μου(όχι ότι μπορώ να κάνω κι αλλιώς δηλαδή, εκ του ασφαλούς κι εγώ, καμιά πρόταση δε μου έχει γίνει από τα εξωτερικά), να μας δω στην πράξη. Εδώ, να παίρνω τα ελάχιστα χρήματα για τη δουλειά μου, να ξεσκίζομαι στο διάβασμα για το τίποτα ίσως, να δουλεύω (αν δουλεύω) 42 ώρες το 24ωρο ίσα για να επιβιώνω, να τρέμω το σουπερμάρκετ, να μετράω ένσημα λες κι είναι λίρες. Αλλά, αν φύγουμε, ρε παιδιά, όλοι οι καλοί, τι θα γίνει; Θα βουλιάξει αυτή η χώρα, διότι πολλοί φελλοί μαζί κάνουν βάρος. Όχι, όχι, εγώ θα κάτσω εδώ, να δω τι μπορώ να κάνω κι αν το μόνο που θα μπορέσω είναι απλά να υπάρχω, θα το κάνω όσο καλύτερα γίνεται.
Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το μόνο που θα μπορέσω. Ξέρετε κάτι; Εντάξει, δε φταίμε εμείς για ότι έγινε και για το πόσο σκατά έχουνε πάει όλα στην Ελλάδα. Αλλά, αν όλα είχανε πάει άριστα και τώρα ήταν η Ελλάδα δίχως οικονομική κρίση, δίχως χρέη, δίχως προβλήματα, δίχως τίποτε, δε θα καθόμασταν εδώ να απολαμβάνουμε τους καρπούς; Έτσι και τώρα, να κάτσουμε εδώ, να βοηθήσουμε στη λύση. Όταν ζεις σε μια ομάδα, σε ένα σύνολο μέσα, δεν γίνεται να λες ότι εγώ θα είμαι μέλος μόνο τις καλές στιγμές. Αλλιώτικα, μην είσαι καθόλου μέλος. Κι αυτό θεμιτό. Το αθέμιτο είναι να είσαι μέλος όποτε σε βολεύει.
Κι αφού είπα αυτά τα βαρυσήμαντα, πάω τώρα να διαβάσω Βυζαντινή Αρχαιολογία και να γίνω μια καταπληκτική ξεναγός, που θα φέρει πολλούς τουρίστες στην Ελλάδα, γιατί την υπεραγαπά και δε θέλει με τίποτα να την αφήσει στη μοίρα της.
Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010
Θεόφιλε, ζούμε για να σε δούμε!
Δεν ξέρω αν ψάχνατε την εβδομαδιαία μου ανάρτηση, ελπίζω να την ψάχνατε, διότι αλλιώς τι κάνουμε εδώ πέρα, πάντως έλειπα. Τώρα, λοιπόν, που γύρισα, μπορώ να αφιερωθώ ψυχή τε και σώματι στην αγαπημένη μου ενασχόληση: να γράφω στο blog μου και να χαζεύω πόσες φορές είδανε το προφίλ μου και να παλεύω να βάλω αυτή τη ρημάδα τη ροή διαδικτυακού τόπου, που, παρεμπιπτόντως, αν ξέρει κανείς πώς, ας μου πει.
Φυσικά, μαντεύετε που είχα πάει: εκδρομή με την αγαπημένη μου σχολή, ναι, ξέρω πόσο όλοι ανυπομονείτε για την περιγραφή των περιπετειών των ιπτάμενων ξεναγών! Κοιτάξτε όμως τι έχω πάθει: όλοι θέλουν να μπουν σ’ αυτό το blog, δεν ξέρω γιατί, εγώ δεν το έχω και για πολύ καλό κι όπως είπα και στην Ευδοκία, που θα γκρινιάξει τώρα γιατί δεν θέλει να τη λένε έτσι, ας μην ελπίζουν σε μένα για τα 15 λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούν, γιατί σωθήκανε.
Αυτή τη φορά πήγαμε στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, δηλαδή στη Λήμνο, τη Λέσβο και τη Χίο. Α, πάρα πολύ ωραία νησιά, με ευχάριστη ατμόσφαιρα και πράσινες πεδιάδες, με ούζα, μαστίχες, ποιήτριες, κλπ, αλλά πάνω απ’ όλα με το προνόμιο να είναι η κοιτίδα των λεγόμενων πολιτισμών του ΒΑ Αιγαίου, οι οποίοι υπήρξανε εκεί περί τις 3.000 χρόνια πριν από σήμερα. Αυτοί οι πολιτισμοί, που λέτε, καταπληκτικοί πολιτισμοί, πολύ ευφάνταστοι, από τους πρώτους στον ελλαδικό χώρο, εφευρετικοί άνθρωποι, με εμπορικό δαιμόνιο και άριστες σχέσεις με τους απέναντι, κάτι που επ’ ουδενί δεν ισχύει για τους σημερινούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Εντάξει, να σας πω, εκείνοι οι παλιοί κάτι παραπάνω θα ξέρανε, λέω εγώ με το φτωχό μου μυαλό, εμείς σήμερα για ποιόν λόγο ακριβώς τρωγόμαστε σαν τα σκυλιά;
Τέλοσπαντων, ας μην υπεισέλθω, διότι θα με βρείτε σε κάνα χαντάκι, ξεκινήσαμε, λοιπόν, από τη Λήμνο, πράγμα που σημαίνει ότι γλιτώσαμε την Αθήνα και τη διαδρομή του μαρτυρίου. Αντ’ αυτού, έπρεπε να πάμε στη Θεσσαλονίκη για να πάρουμε το καραβάκι για το νησί. Το οποίο καραβάκι λέγεται Θεόφιλος κι υπάρχει και πλέει από το σωτήριον έτος 1975. Επιπλέον, επειδή έχει την κακή συνήθεια να κοπανάει στα λιμάνια κατά το παρκάρισμα, έχει πάρει το παρατσούκλι Θεότυφλος. Συν το ότι θα ταξιδεύαμε μέσα στη μαύρη νύχτα, όλα αυτά μαζί μας έκαναν να νοσταλγήσουμε τις μπριζόλες της Αμφιλοχίας. Για να μην πεινάσουμε, λοιπόν, πάνω στο καράβι κι αναγκαστούμε να φάμε αυτά τα μαυρογκαγκανιασμένα καραβίσια τοστ κι επειδή είχαμε δικαίωμα φαγητού αξίας 9 ευρώ ανά άτομο, τα οποία έπρεπε να χαλάσουμε ΟΛΑ, μόλις φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η Βίβιαν κι εγώ πήγαμε να πάρουμε πίτσες και σάντουιτς, όπου, εντάξει, το παρακάναμε λίγο: 3 πίτσες και 3 σάντουιτς, μαζί με τα (κλεμμένα) κεκάκια από την καφετέρια και 3 κουτιά με τσουρέκια και τρίγωνα που μας είχε φέρει ο μπαμπάς της Νατάσας, κι όλα αυτά για 6 άτομα. Χμμ. Εντάξει, πόσο σίγουρες ήμασταν ότι δεν θα καταλήγαμε σε καμιά άγνωστη βραχονησίδα, όπου εκτός από διπλωματικό επεισόδιο, θα δημιουργούνταν κι ένα μεγάλο κενό στο στομάχι μας, ε, πόσο;(Περιττό να σας πω ότι τρώγαμε πίτσες και τσουρέκι για 4 μέρες.)
Τρώγοντας, λοιπόν, και κοιμώμενες στις πάρα πολύ βολικές πολυθρόνες του Θεόφιλου, εφτάσαμε στη Λήμνο, όπου πήγαμε καταρχήν στην Πολιόχνη, προϊστορικός οικισμός, μη με ρωτήσετε χρονολόγηση, ποτέ δεν την έμαθα, το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι χτισμένος σε έναν πανέμορφο λόφο με αέρα και θάλασσα (εμείς γιατί χτίζουμε τις πόλεις μας σε γούβες;) και ότι εκεί υπάρχει, λέει, το πρώτο κοινοβούλιο στην Ευρώπη, όπου κοινοβούλιο λένε τα υπολείμματα ενός κτιρίου μέσα στο οποίο υπάρχουν καθίσματα για τους βουλευόμενους, τι να πω, μεγάλη φαντασία έχουν αυτοί οι αρχαιολόγοι καμιά φορά. Έπειτα, και αφού κοντέψαμε να σκοτωθούμε για να μπούμε σε μια σπηλιά κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, ντε και καλά, λες και δεν είχαμε ξαναβουτήξει τα πόδια μας στη θάλασσα, πήγαμε να φάμε. Παιδιά μου, τι φαΐ ήταν εκείνο! Κάτι πιατέλες δυο στρέμματα με άπειρα ορεκτικά και μετά κάτι βουνά από καλαμαράκια και στο τέλος λουκουμάδες ζεστοί, έχουμε να το λέμε, έτσι δεν έχουμε ξαναφάει κι ας έχουμε γυρίσει όλη την Ελλάδα.
Είχαμε ήδη πάρει 2 κιλά έκαστος, όπως καταλαβαίνετε, και καλύτερα που φύγαμε από τη Λήμνο και πήγαμε στη Λέσβο, εννοείται πάλι με το Θεόφιλο, για να μη χαλαρώνουμε! Βέβαια, και στη Λέσβο που πήγαμε, ένα ουζάκι εδώ, ένα μεζεδάκι εκεί, καταστραφήκαμε πάλι. Εκεί είδαμε καταρχήν τη μαγευτική πόλη της Μυτιλήνης, όπου όλοι θέλαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι, διότι όλοι οι Μυτιληνιοί ήσαν καραβοκύρηδες κι έχτιζαν κάτι αρχοντικά, άλλο πράγμα! Κι επειδή ο γείτονας ήθελε να μπει στο μάτι του γειτόνου, το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο. Εγώ πήρα ένα απομακρυσμένο: η Ελένη γκρίνιαζε ότι πάλι γειτόνισσα θα με έχει. Επίσης, είδαμε τις ναΐφ ζωγραφιές του Θεόφιλου, με ψαράδες και ωραία χρώματα και απλές, κατανοητές και ευχάριστες, η χαρά της ζωής, βρε παιδί μου, φτάνει πια με τους μουρτζούφλικους πίνακες! Σε κάποιο σημείο του νησιού δε, σώζεται ακόμα πάνω στον τοίχο όπου τη ζωγράφισε μια εικόνα του Θεόφιλου κι εκεί ένας επίδοξος και φιλόδοξος ποιητής έχει γράψει τον ύμνο του για τον καλλιτέχνη. Δεν αντέχω να μη σας παραθέσω μια στροφή:
Θεόφιλε, μας έλειψες κι όλοι σ’ αναζητούμε,
μα είν’ αργά, πολύ αργά για να σε ξαναδούμε.
Υπήρχες κάποτε στη γη σα λαϊκός ζωγράφος,
δούλευες αμερόληπτα με ζήλο και με πάθος.
Τέλοσπαντων, έτσι πήγαινε όλο το ποίημα, είναι τα αγαπημένα μου αυτά με τις εμπνευσμένες ρίμες.
Πριν πάμε εκεί με τη ζωγραφιά και το ποίημα, ξέχασα να σας πω, επισκεφτήκαμε ένα γλυκό ορεινό χωριό, την Αγιάσσω, κι ήπιαμε ωραίο ελληνικό καφέ σε ζωγραφιστά φλιτζανάκια, τα οποία η Μαριλένα έβαζε στη σειρά και φωτογράφιζε το art de la table, τους έχω κολλήσει όλους με τις καλλιτεχνικές φωτογραφίες, χα!
Αφήσαμε τη Μυτιλήνη και το ωραιότατο ξενοδοχείο όπου μέναμε και στο οποίο η Βίβιαν ξαναβρήκε κατσαρίδες, α, δεν εξηγείται μόνο αυτή να βρίσκει, τις φέρνει μαζί της, μέσα στη βαλίτσα, και πλεύσαμε στη Χίο, φυσικά με το Θεόφιλο, τι χαζά είναι αυτά που ρωτάτε, έχει, βρε, άλλο καράβι σαν το Θεόφιλο; Τώρα, στη Χίο εγώ έχω περάσει μερικές από τις πιο ωραίες μέρες της ζωής μου, είχα και κάτι Χιώτες φίλους, την αγαπώ πολύ, αλλά η αλήθεια είναι πως μετά τη Μυτιλήνη δεν άρεσε η Χίος σε κανέναν. Ευτυχώς που μέναμε σε καλό ξενοδοχείο, με θέα και ανατολές κλπ, αλλιώτικα θα μας έσπαγαν στη γκρίνια. Εκεί, στη Χίο, έχει ένα χωριό, τα Μεστά, που είναι σα να έχει βγει από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, όλο πέτρινο, με καμάρες και καστροσπιτάκια και πλακόστρωτα για να τρέχουν τα αλογάκια των ιπποτών, κι εμείς κάναμε τις πυργοδέσποινες. Όταν, όμως, γυρίσαμε στο ξενοδοχείο κι ήρθε η ώρα να ξεκουράσουμε τα πονεμένα μας πόδια, ευχήθηκα να είχα ένα Ορκ μαζί μου: οι συγκάτοικοί μου ελύσσαξαν εκείνο το βράδυ, χαχάνιζαν και τσίριζαν, μου κρύβανε τα παπούτσια, με φωτογράφιζαν ενώ κοιμόμουν, όλο κάτι τέτοιες βλακείες. Αλλά αυτά παθαίνεις άμα δεν έχεις πάει ποτέ κατασκήνωση, ό,τι δεν έκανες τότε, τα κάνεις τώρα. Έπρεπε να το φωνάξω τελικά εκείνο το Ορκ.
Εν πάση περιπτώσει, τη γλίτωσαν και μετά φύγαμε, με αεροπλάνο! Να φανταστείτε, κάτι μούτσοι από το Θεόφιλο έπαιρναν τηλέφωνο διότι απόρησαν που είχαμε τόσες μέρες να φανούμε, εμείς όμως είμαστε, όπως έχω πει, ιπτάμενοι ξεναγοί, και σαν τέτοιοι, πετάξαμε μακριά για άλλες περιπέτειες…
Φυσικά, μαντεύετε που είχα πάει: εκδρομή με την αγαπημένη μου σχολή, ναι, ξέρω πόσο όλοι ανυπομονείτε για την περιγραφή των περιπετειών των ιπτάμενων ξεναγών! Κοιτάξτε όμως τι έχω πάθει: όλοι θέλουν να μπουν σ’ αυτό το blog, δεν ξέρω γιατί, εγώ δεν το έχω και για πολύ καλό κι όπως είπα και στην Ευδοκία, που θα γκρινιάξει τώρα γιατί δεν θέλει να τη λένε έτσι, ας μην ελπίζουν σε μένα για τα 15 λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούν, γιατί σωθήκανε.
Αυτή τη φορά πήγαμε στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, δηλαδή στη Λήμνο, τη Λέσβο και τη Χίο. Α, πάρα πολύ ωραία νησιά, με ευχάριστη ατμόσφαιρα και πράσινες πεδιάδες, με ούζα, μαστίχες, ποιήτριες, κλπ, αλλά πάνω απ’ όλα με το προνόμιο να είναι η κοιτίδα των λεγόμενων πολιτισμών του ΒΑ Αιγαίου, οι οποίοι υπήρξανε εκεί περί τις 3.000 χρόνια πριν από σήμερα. Αυτοί οι πολιτισμοί, που λέτε, καταπληκτικοί πολιτισμοί, πολύ ευφάνταστοι, από τους πρώτους στον ελλαδικό χώρο, εφευρετικοί άνθρωποι, με εμπορικό δαιμόνιο και άριστες σχέσεις με τους απέναντι, κάτι που επ’ ουδενί δεν ισχύει για τους σημερινούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Εντάξει, να σας πω, εκείνοι οι παλιοί κάτι παραπάνω θα ξέρανε, λέω εγώ με το φτωχό μου μυαλό, εμείς σήμερα για ποιόν λόγο ακριβώς τρωγόμαστε σαν τα σκυλιά;
Τέλοσπαντων, ας μην υπεισέλθω, διότι θα με βρείτε σε κάνα χαντάκι, ξεκινήσαμε, λοιπόν, από τη Λήμνο, πράγμα που σημαίνει ότι γλιτώσαμε την Αθήνα και τη διαδρομή του μαρτυρίου. Αντ’ αυτού, έπρεπε να πάμε στη Θεσσαλονίκη για να πάρουμε το καραβάκι για το νησί. Το οποίο καραβάκι λέγεται Θεόφιλος κι υπάρχει και πλέει από το σωτήριον έτος 1975. Επιπλέον, επειδή έχει την κακή συνήθεια να κοπανάει στα λιμάνια κατά το παρκάρισμα, έχει πάρει το παρατσούκλι Θεότυφλος. Συν το ότι θα ταξιδεύαμε μέσα στη μαύρη νύχτα, όλα αυτά μαζί μας έκαναν να νοσταλγήσουμε τις μπριζόλες της Αμφιλοχίας. Για να μην πεινάσουμε, λοιπόν, πάνω στο καράβι κι αναγκαστούμε να φάμε αυτά τα μαυρογκαγκανιασμένα καραβίσια τοστ κι επειδή είχαμε δικαίωμα φαγητού αξίας 9 ευρώ ανά άτομο, τα οποία έπρεπε να χαλάσουμε ΟΛΑ, μόλις φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η Βίβιαν κι εγώ πήγαμε να πάρουμε πίτσες και σάντουιτς, όπου, εντάξει, το παρακάναμε λίγο: 3 πίτσες και 3 σάντουιτς, μαζί με τα (κλεμμένα) κεκάκια από την καφετέρια και 3 κουτιά με τσουρέκια και τρίγωνα που μας είχε φέρει ο μπαμπάς της Νατάσας, κι όλα αυτά για 6 άτομα. Χμμ. Εντάξει, πόσο σίγουρες ήμασταν ότι δεν θα καταλήγαμε σε καμιά άγνωστη βραχονησίδα, όπου εκτός από διπλωματικό επεισόδιο, θα δημιουργούνταν κι ένα μεγάλο κενό στο στομάχι μας, ε, πόσο;(Περιττό να σας πω ότι τρώγαμε πίτσες και τσουρέκι για 4 μέρες.)
Τρώγοντας, λοιπόν, και κοιμώμενες στις πάρα πολύ βολικές πολυθρόνες του Θεόφιλου, εφτάσαμε στη Λήμνο, όπου πήγαμε καταρχήν στην Πολιόχνη, προϊστορικός οικισμός, μη με ρωτήσετε χρονολόγηση, ποτέ δεν την έμαθα, το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι χτισμένος σε έναν πανέμορφο λόφο με αέρα και θάλασσα (εμείς γιατί χτίζουμε τις πόλεις μας σε γούβες;) και ότι εκεί υπάρχει, λέει, το πρώτο κοινοβούλιο στην Ευρώπη, όπου κοινοβούλιο λένε τα υπολείμματα ενός κτιρίου μέσα στο οποίο υπάρχουν καθίσματα για τους βουλευόμενους, τι να πω, μεγάλη φαντασία έχουν αυτοί οι αρχαιολόγοι καμιά φορά. Έπειτα, και αφού κοντέψαμε να σκοτωθούμε για να μπούμε σε μια σπηλιά κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, ντε και καλά, λες και δεν είχαμε ξαναβουτήξει τα πόδια μας στη θάλασσα, πήγαμε να φάμε. Παιδιά μου, τι φαΐ ήταν εκείνο! Κάτι πιατέλες δυο στρέμματα με άπειρα ορεκτικά και μετά κάτι βουνά από καλαμαράκια και στο τέλος λουκουμάδες ζεστοί, έχουμε να το λέμε, έτσι δεν έχουμε ξαναφάει κι ας έχουμε γυρίσει όλη την Ελλάδα.
Είχαμε ήδη πάρει 2 κιλά έκαστος, όπως καταλαβαίνετε, και καλύτερα που φύγαμε από τη Λήμνο και πήγαμε στη Λέσβο, εννοείται πάλι με το Θεόφιλο, για να μη χαλαρώνουμε! Βέβαια, και στη Λέσβο που πήγαμε, ένα ουζάκι εδώ, ένα μεζεδάκι εκεί, καταστραφήκαμε πάλι. Εκεί είδαμε καταρχήν τη μαγευτική πόλη της Μυτιλήνης, όπου όλοι θέλαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι, διότι όλοι οι Μυτιληνιοί ήσαν καραβοκύρηδες κι έχτιζαν κάτι αρχοντικά, άλλο πράγμα! Κι επειδή ο γείτονας ήθελε να μπει στο μάτι του γειτόνου, το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο. Εγώ πήρα ένα απομακρυσμένο: η Ελένη γκρίνιαζε ότι πάλι γειτόνισσα θα με έχει. Επίσης, είδαμε τις ναΐφ ζωγραφιές του Θεόφιλου, με ψαράδες και ωραία χρώματα και απλές, κατανοητές και ευχάριστες, η χαρά της ζωής, βρε παιδί μου, φτάνει πια με τους μουρτζούφλικους πίνακες! Σε κάποιο σημείο του νησιού δε, σώζεται ακόμα πάνω στον τοίχο όπου τη ζωγράφισε μια εικόνα του Θεόφιλου κι εκεί ένας επίδοξος και φιλόδοξος ποιητής έχει γράψει τον ύμνο του για τον καλλιτέχνη. Δεν αντέχω να μη σας παραθέσω μια στροφή:
Θεόφιλε, μας έλειψες κι όλοι σ’ αναζητούμε,
μα είν’ αργά, πολύ αργά για να σε ξαναδούμε.
Υπήρχες κάποτε στη γη σα λαϊκός ζωγράφος,
δούλευες αμερόληπτα με ζήλο και με πάθος.
Τέλοσπαντων, έτσι πήγαινε όλο το ποίημα, είναι τα αγαπημένα μου αυτά με τις εμπνευσμένες ρίμες.
Πριν πάμε εκεί με τη ζωγραφιά και το ποίημα, ξέχασα να σας πω, επισκεφτήκαμε ένα γλυκό ορεινό χωριό, την Αγιάσσω, κι ήπιαμε ωραίο ελληνικό καφέ σε ζωγραφιστά φλιτζανάκια, τα οποία η Μαριλένα έβαζε στη σειρά και φωτογράφιζε το art de la table, τους έχω κολλήσει όλους με τις καλλιτεχνικές φωτογραφίες, χα!
Αφήσαμε τη Μυτιλήνη και το ωραιότατο ξενοδοχείο όπου μέναμε και στο οποίο η Βίβιαν ξαναβρήκε κατσαρίδες, α, δεν εξηγείται μόνο αυτή να βρίσκει, τις φέρνει μαζί της, μέσα στη βαλίτσα, και πλεύσαμε στη Χίο, φυσικά με το Θεόφιλο, τι χαζά είναι αυτά που ρωτάτε, έχει, βρε, άλλο καράβι σαν το Θεόφιλο; Τώρα, στη Χίο εγώ έχω περάσει μερικές από τις πιο ωραίες μέρες της ζωής μου, είχα και κάτι Χιώτες φίλους, την αγαπώ πολύ, αλλά η αλήθεια είναι πως μετά τη Μυτιλήνη δεν άρεσε η Χίος σε κανέναν. Ευτυχώς που μέναμε σε καλό ξενοδοχείο, με θέα και ανατολές κλπ, αλλιώτικα θα μας έσπαγαν στη γκρίνια. Εκεί, στη Χίο, έχει ένα χωριό, τα Μεστά, που είναι σα να έχει βγει από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, όλο πέτρινο, με καμάρες και καστροσπιτάκια και πλακόστρωτα για να τρέχουν τα αλογάκια των ιπποτών, κι εμείς κάναμε τις πυργοδέσποινες. Όταν, όμως, γυρίσαμε στο ξενοδοχείο κι ήρθε η ώρα να ξεκουράσουμε τα πονεμένα μας πόδια, ευχήθηκα να είχα ένα Ορκ μαζί μου: οι συγκάτοικοί μου ελύσσαξαν εκείνο το βράδυ, χαχάνιζαν και τσίριζαν, μου κρύβανε τα παπούτσια, με φωτογράφιζαν ενώ κοιμόμουν, όλο κάτι τέτοιες βλακείες. Αλλά αυτά παθαίνεις άμα δεν έχεις πάει ποτέ κατασκήνωση, ό,τι δεν έκανες τότε, τα κάνεις τώρα. Έπρεπε να το φωνάξω τελικά εκείνο το Ορκ.
Εν πάση περιπτώσει, τη γλίτωσαν και μετά φύγαμε, με αεροπλάνο! Να φανταστείτε, κάτι μούτσοι από το Θεόφιλο έπαιρναν τηλέφωνο διότι απόρησαν που είχαμε τόσες μέρες να φανούμε, εμείς όμως είμαστε, όπως έχω πει, ιπτάμενοι ξεναγοί, και σαν τέτοιοι, πετάξαμε μακριά για άλλες περιπέτειες…
Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010
Η μοναξιά του σχοινοβάτη
Θα σας εκθέσω τώρα ένα πρόβλημα που έχω. Καλά, δεν είναι μόνο ένα το πρόβλημα που έχω, είναι γύρω στα 4 ή 5, κι επίσης, δεν το έχω μόνο τώρα αυτό το πρόβλημα, το είχα ανέκαθεν. Απλά, τώρα που ζω σε μια μικρή πόλη, λίγο έχει μεγαλώσει το πρόβλημα, όχι, ψέματα, δεν έχει μεγαλώσει, μάλλον φαίνεται περισσότερο διότι έχει λιγότερα λεωφορεία. (Με διακρίνει μια αντίφαση σήμερα ή είναι η ιδέα μου;)
Όπως κι αν έχει, το πρόβλημά μου αφορά, σε πρώτη ανάγνωση, το lifestyle και σε δεύτερη, τη βιοθεωρία –καταπληκτική λέξη, πολύ μου αρέσει, η θεωρία του βίου, η τέχνη του ζην, οι προσωπικές σου οδηγίες χρήσης για τη ζωή, είμαι και πολύ καλή στα θεωρητικά, μεγάλη επιτυχία έχω και στη βιοθεωρία. Στη βιοπράξη, πάλι, όχι και τόση. Διότι, μολονότι η δική μου βιοθεωρία είναι πάρα πολύ συγκεκριμένη, ξεκάθαρη και σταθερή, στην πράξη αντιμετωπίζω πρόβλημα ένταξης.
Προσέξτε: στην Κέρκυρα, ή θα πηγαίνεις στο Μικρό Καφέ και στο Κουρδιστό Πορτοκάλι ή θα πηγαίνεις στο Bristol και στο Ευ. Με αντιλαμβάνεστε; Συμβαίνει αυτό και στη Θεσσαλονίκη και σε οποιαδήποτε πόλη κι αν ζείτε, για δοκιμάστε να αλλάξετε τα ονόματα με δικά σας οικεία. Με λίγα λόγια, πρόκειται για την αιώνια πάλη, παλιά όσο ο κόσμος, μεταξύ των αναρχοαυτόνομων, που τους λέω εγώ συνεκδοχικά, και των mode people, που τους λέει η Ρενάτα. Είναι, ρε παιδί μου, λες και υπάρχει μια λεπτή κόκκινη γραμμή, όχι πάντα τόσο λεπτή βέβαια, μερικές φορές είναι σαν αεροδιάδρομος, μην τυχόν και την περάσει κανείς κατά λάθος και βρεθεί στην άλλη πλευρά του δρόμου. Διότι, όσο και να διατείνονται απαξάπαντες, και οι μεν και οι δε, ότι δεν βάζουν ταμπέλες αυτοί κι ότι τώρα πια δεν υπάρχουν διαχωρισμοί κι ότι ας ενωθούμε σε μια μεγάλη παρέα, ο καθένας, λέει, είναι ελεύθερος, τρίχες, στην ουσία τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Πρέπει να διαλέξεις: δεν γίνεται να πηγαίνεις για καφέ στο Bristol και για ποτό στο Κουρδιστό Πορτοκάλι, δε γίνεται να παρακολουθείς συναυλίες του Αγγελάκα με ροζ γόβες.
Και γιατί, παρακαλώ, δεν γίνεται; Εμένα πολύ μου αρέσει ο Αγγελάκας, μεγάλωσα μ’ αυτά τα τραγούδια. Αλλά τι να κάνω που μου αρέσουν κι οι ροζ γόβες και δεν θέλω να τις αποχωρίζομαι; Δηλαδή, γι’ αυτό πρέπει να μην ακούω Αγγελάκα; Νομίζω πως και ο ίδιος ο Αγγελάκας θα εξανίστατο αν του το έλεγα.
Διότι, φίλοι μου, ειδικά οι αναρχοαυτόνομοι, που υποτίθεται ότι είναι και πιο ανοιχτόμυαλοι από όλους τους άλλους ανθρώπους και πρεσβεύουν την ελευθερία κινήσεων και επιλογών, απαπα, ειδικά αυτοί σε κοιτάνε σαν εξωγήινο, αν τυχόν δεν ακολουθείς τη στιλιστική και συμπεριφοριστική τους πρόταση, την οποία δεν θα αναλύσω τώρα εδώ, πιστεύω όλοι την έχουμε μπροστά μας. Κάποτε, όταν ζούσα στη Θεσσαλονίκη, πήγα με μια παρέα σε μια μπυραρία στην Τούμπα, που ομοίαζε με γαλατικό χωριό: ξύλινοι πάγκοι και θηριώδεις τύποι που έπιναν κουβάδες μπίρα. Εγώ, για κακή τύχη της (μαυροντυμένης, φυσικά) παρέας μου, φορούσα το ροζ παλτό μου. Μόλις μπαίνουμε μέσα, έφριξαν και ήθελαν να το βγάλω. Συμφώνησα και το έβγαλα, αποκαλύπτοντας το αγαπημένο μου λαχανί πουλόβερ. Αντιλαμβάνεστε τι έγινε, χαχα, εγώ ακόμα γελάω! (Εμένα, πάντως, πολύ μου άρεσε εκείνη η μπυραρία, γιατί, ως γνωστόν, μου αρέσει η μπύρα, αλλά και οι θηριώδεις τύποι.) Επίσης, ας πούμε ότι παραβλέπουν τις ροζ γόβες και τα λαχανί πουλόβερ, άμα λες συνέχεια αστειάκια και γελάς ακατάσχετα πώς να το παραβλέψουν; Σε θεωρούν το λιγότερο σοβαρό άνθρωπο στον κόσμο και το να μην είσαι σοβαρός είναι έγκλημα, σημαίνει ότι δεν ασχολείσαι διόλου με τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα. Βέβαια, το ότι συγχέουν τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια δεν τους έχει περάσει καν από το μυαλό.
Αλλά μη νομίζετε πως κι οι mode people είναι καλύτεροι. Το δήθεν πάει σύννεφο, στις φλέβες τους ρέει εσπρεσσάκι (άμα ακούω εσπρεσσάκι, μου ’ρχεται να ρίξω σφαλιάρα), όχι αίμα, η λέξη κάμπινγκ είναι βρισιά κι αν ασχοληθείς λίγο με τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα, τους χαλάς το βράδυ. Επίσης, αυτοί ποτέ δεν κυλίστηκαν στην άμμο, όταν η μαμά τους τους πήγαινε στη θάλασσα, παίζανε με τα κουβαδάκια πάνω στην ξαπλώστρα, εννοείται! Άσε που άμα δώσεις λεφτά σε κάνα πλανόδιο μουσικό, αυτομάτως υποθάλπεις εγκληματικές ενέργειες. Και φυσικά υπάρχει κι εδώ το στιλιστικό ζήτημα: αυτό το καρό του Burberry μπορώ να μην το ξαναδώ; Άμα δεν έχεις ένα Burberry, έστω ένα από αυτά τα πουκάμισα που το έχουν στο γιακά και που μόνο ο γιακάς κοστίζει μισό μισθό, μη βγεις καλύτερα, κάτσε μέσα. Και το φαγητό; Σουβλάκια; Ε, όχι και σουβλάκια, προσούτο με πεπόνι θα φάμε για μεσημεριανό και άμα σου αρέσει, μόνο τη Μαριλένα παραδέχομαι, που γυρνούσαμε στο Λιστόν με τις πίτες ανά χείρας και χαιρόμασταν.
Αντιλαμβάνεστε το πρόβλημά μου; Οι αναρχοαυτόνομοι εγκρίνουν που μου αρέσει ο Αγγελάκας, αλλά παθαίνουν σοκ με τις ροζ γόβες μου, οι mode people χαίρονται που είμαι χαρούμενη, αλλά δεν μπορούν να κάτσουν και στα γρασίδια, που εμένα πολύ μου αρέσει να κάθομαι στα γρασίδια, ειδικά την άνοιξη (τις γόβες τις αφήνω δίπλα μου και χώνω τα δαχτυλάκια μου στο χορτάρι) κι εγώ μονίμως παραπαίω. Οι φίλοι μου λένε ότι πρέπει να αποφασίσω με ποιους θα πάω και ποιους θ’ αφήσω, αλλά εγώ λέω ότι σιγά μην αποφασίσω ποτέ: πολύ γέλιο ρίχνω με τις φάτσες των διαφόρων που με κοιτάνε καλά καλά επειδή φοράω ροζ ή επειδή χτυπιέμαι σαν τρελή με τα τραγούδια των Violent Femmes, που μπορεί να ακουστούν κατά τύχη στα κυριλέ μπαράκια επειδή μπερδεύτηκε ο ντιτζέι…
Όπως κι αν έχει, το πρόβλημά μου αφορά, σε πρώτη ανάγνωση, το lifestyle και σε δεύτερη, τη βιοθεωρία –καταπληκτική λέξη, πολύ μου αρέσει, η θεωρία του βίου, η τέχνη του ζην, οι προσωπικές σου οδηγίες χρήσης για τη ζωή, είμαι και πολύ καλή στα θεωρητικά, μεγάλη επιτυχία έχω και στη βιοθεωρία. Στη βιοπράξη, πάλι, όχι και τόση. Διότι, μολονότι η δική μου βιοθεωρία είναι πάρα πολύ συγκεκριμένη, ξεκάθαρη και σταθερή, στην πράξη αντιμετωπίζω πρόβλημα ένταξης.
Προσέξτε: στην Κέρκυρα, ή θα πηγαίνεις στο Μικρό Καφέ και στο Κουρδιστό Πορτοκάλι ή θα πηγαίνεις στο Bristol και στο Ευ. Με αντιλαμβάνεστε; Συμβαίνει αυτό και στη Θεσσαλονίκη και σε οποιαδήποτε πόλη κι αν ζείτε, για δοκιμάστε να αλλάξετε τα ονόματα με δικά σας οικεία. Με λίγα λόγια, πρόκειται για την αιώνια πάλη, παλιά όσο ο κόσμος, μεταξύ των αναρχοαυτόνομων, που τους λέω εγώ συνεκδοχικά, και των mode people, που τους λέει η Ρενάτα. Είναι, ρε παιδί μου, λες και υπάρχει μια λεπτή κόκκινη γραμμή, όχι πάντα τόσο λεπτή βέβαια, μερικές φορές είναι σαν αεροδιάδρομος, μην τυχόν και την περάσει κανείς κατά λάθος και βρεθεί στην άλλη πλευρά του δρόμου. Διότι, όσο και να διατείνονται απαξάπαντες, και οι μεν και οι δε, ότι δεν βάζουν ταμπέλες αυτοί κι ότι τώρα πια δεν υπάρχουν διαχωρισμοί κι ότι ας ενωθούμε σε μια μεγάλη παρέα, ο καθένας, λέει, είναι ελεύθερος, τρίχες, στην ουσία τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Πρέπει να διαλέξεις: δεν γίνεται να πηγαίνεις για καφέ στο Bristol και για ποτό στο Κουρδιστό Πορτοκάλι, δε γίνεται να παρακολουθείς συναυλίες του Αγγελάκα με ροζ γόβες.
Και γιατί, παρακαλώ, δεν γίνεται; Εμένα πολύ μου αρέσει ο Αγγελάκας, μεγάλωσα μ’ αυτά τα τραγούδια. Αλλά τι να κάνω που μου αρέσουν κι οι ροζ γόβες και δεν θέλω να τις αποχωρίζομαι; Δηλαδή, γι’ αυτό πρέπει να μην ακούω Αγγελάκα; Νομίζω πως και ο ίδιος ο Αγγελάκας θα εξανίστατο αν του το έλεγα.
Διότι, φίλοι μου, ειδικά οι αναρχοαυτόνομοι, που υποτίθεται ότι είναι και πιο ανοιχτόμυαλοι από όλους τους άλλους ανθρώπους και πρεσβεύουν την ελευθερία κινήσεων και επιλογών, απαπα, ειδικά αυτοί σε κοιτάνε σαν εξωγήινο, αν τυχόν δεν ακολουθείς τη στιλιστική και συμπεριφοριστική τους πρόταση, την οποία δεν θα αναλύσω τώρα εδώ, πιστεύω όλοι την έχουμε μπροστά μας. Κάποτε, όταν ζούσα στη Θεσσαλονίκη, πήγα με μια παρέα σε μια μπυραρία στην Τούμπα, που ομοίαζε με γαλατικό χωριό: ξύλινοι πάγκοι και θηριώδεις τύποι που έπιναν κουβάδες μπίρα. Εγώ, για κακή τύχη της (μαυροντυμένης, φυσικά) παρέας μου, φορούσα το ροζ παλτό μου. Μόλις μπαίνουμε μέσα, έφριξαν και ήθελαν να το βγάλω. Συμφώνησα και το έβγαλα, αποκαλύπτοντας το αγαπημένο μου λαχανί πουλόβερ. Αντιλαμβάνεστε τι έγινε, χαχα, εγώ ακόμα γελάω! (Εμένα, πάντως, πολύ μου άρεσε εκείνη η μπυραρία, γιατί, ως γνωστόν, μου αρέσει η μπύρα, αλλά και οι θηριώδεις τύποι.) Επίσης, ας πούμε ότι παραβλέπουν τις ροζ γόβες και τα λαχανί πουλόβερ, άμα λες συνέχεια αστειάκια και γελάς ακατάσχετα πώς να το παραβλέψουν; Σε θεωρούν το λιγότερο σοβαρό άνθρωπο στον κόσμο και το να μην είσαι σοβαρός είναι έγκλημα, σημαίνει ότι δεν ασχολείσαι διόλου με τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα. Βέβαια, το ότι συγχέουν τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια δεν τους έχει περάσει καν από το μυαλό.
Αλλά μη νομίζετε πως κι οι mode people είναι καλύτεροι. Το δήθεν πάει σύννεφο, στις φλέβες τους ρέει εσπρεσσάκι (άμα ακούω εσπρεσσάκι, μου ’ρχεται να ρίξω σφαλιάρα), όχι αίμα, η λέξη κάμπινγκ είναι βρισιά κι αν ασχοληθείς λίγο με τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα, τους χαλάς το βράδυ. Επίσης, αυτοί ποτέ δεν κυλίστηκαν στην άμμο, όταν η μαμά τους τους πήγαινε στη θάλασσα, παίζανε με τα κουβαδάκια πάνω στην ξαπλώστρα, εννοείται! Άσε που άμα δώσεις λεφτά σε κάνα πλανόδιο μουσικό, αυτομάτως υποθάλπεις εγκληματικές ενέργειες. Και φυσικά υπάρχει κι εδώ το στιλιστικό ζήτημα: αυτό το καρό του Burberry μπορώ να μην το ξαναδώ; Άμα δεν έχεις ένα Burberry, έστω ένα από αυτά τα πουκάμισα που το έχουν στο γιακά και που μόνο ο γιακάς κοστίζει μισό μισθό, μη βγεις καλύτερα, κάτσε μέσα. Και το φαγητό; Σουβλάκια; Ε, όχι και σουβλάκια, προσούτο με πεπόνι θα φάμε για μεσημεριανό και άμα σου αρέσει, μόνο τη Μαριλένα παραδέχομαι, που γυρνούσαμε στο Λιστόν με τις πίτες ανά χείρας και χαιρόμασταν.
Αντιλαμβάνεστε το πρόβλημά μου; Οι αναρχοαυτόνομοι εγκρίνουν που μου αρέσει ο Αγγελάκας, αλλά παθαίνουν σοκ με τις ροζ γόβες μου, οι mode people χαίρονται που είμαι χαρούμενη, αλλά δεν μπορούν να κάτσουν και στα γρασίδια, που εμένα πολύ μου αρέσει να κάθομαι στα γρασίδια, ειδικά την άνοιξη (τις γόβες τις αφήνω δίπλα μου και χώνω τα δαχτυλάκια μου στο χορτάρι) κι εγώ μονίμως παραπαίω. Οι φίλοι μου λένε ότι πρέπει να αποφασίσω με ποιους θα πάω και ποιους θ’ αφήσω, αλλά εγώ λέω ότι σιγά μην αποφασίσω ποτέ: πολύ γέλιο ρίχνω με τις φάτσες των διαφόρων που με κοιτάνε καλά καλά επειδή φοράω ροζ ή επειδή χτυπιέμαι σαν τρελή με τα τραγούδια των Violent Femmes, που μπορεί να ακουστούν κατά τύχη στα κυριλέ μπαράκια επειδή μπερδεύτηκε ο ντιτζέι…
Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
Ο ιπτάμενος ξεναγός και το μαγεμένο νησί
Μερικές φορές, ξέρετε, νιώθω πάρα πολύ τυχερός άνθρωπος, διότι, μολονότι η μοίρα μου με έχει ρίξει στην Κέρκυρα, η σχολή για την οποία ήρθα εδώ μας πηγαίνει διάφορες σχεδόν εκπαιδευτικές εκδρομές σε ολόκληρη την όμορφη χώρα μας, οι οποίες, εκτός από ευχάριστα ταξίδια αναψυχής και επιμόρφωσης, είναι και πηγή ασύλληπτου γέλιου. Βέβαια, η γράφουσα ευκαιρίες ασύλληπτου γέλιου βρίσκει, ως γνωστόν, παντού, πάντα και υπό οιεσδήποτε συνθήκες (ναι, ξέρω, αυτό είναι λίγο προβληματικό).
Από μία από αυτές τις εκδρομές, λοιπόν, πρόσφατα επέστρεψα και πολύ θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τις αναμνήσεις μου, εσείς δεν ξέρω αν θέλετε, αλλά, είπαμε, αυτό είναι το καλό με το blog.
Ξεκινήσαμε ένα ωραίο (και πολύ) πρωί να πάμε στην Αθήνα για να πάρουμε το αεροπλανάκι για τη Σαντορίνη. Δεν ξέρω αν έχετε ταξιδέψει ποτέ με λεωφορείο από την Κέρκυρα στην Αθήνα, αν δεν το έχετε κάνει, μην παραλείψετε, είναι μοναδική εμπειρία. Επίσης, επιβάλλεται, κατά τις 12 να σταματήσετε στην Αμφιλοχία να φάτε ωραιότατες μπριζόλες ή γεμιστά, στην καλύτερη περίπτωση. Και το λέω αυτό, διότι εμείς, σε ΚΑΘΕ bloody εκδρομή σταματάμε στην Αμφιλοχία για μεσημεριανό, η οποία απέχει περί τις 2 ώρες από την Ηγουμενίτσα, όπου έχεις μόλις φάει την πρωινή σου τυρόπιτα. Και μετά, ως την Αθήνα, δεν τρως τίποτε και έχεις λιμοκτονήσει ώσπου να φτάσεις. Μα καλά, διαίρεση δεν ξέρει κανείς σ’ αυτή τη ρημαδοσχολή;
Εν πάση περιπτώσει, φτάνουμε στην Αθήνα, μπαίνουμε στο αεροπλανάκι και πατάμε το ταλαιπωρημένο ποδαράκι μας στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, αλήθεια λέω, παιδιά, η Σαντορίνη είναι το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, με τα απόκοσμα βράχια της να μαυρολογούν μέσα σ’ αυτό το μπλε θαύμα και την καλντέρα να στέκει απέναντί σου και να σου θυμίζει ότι είσαι στο έλεος της φύσης, ότι και να κάνεις. Εκεί, πάμε στο ξενοδοχείο, όπου, με μεγάλη μας χαρά, η Μαριλένα, η Ελένη κι εγώ διαπιστώνουμε ότι έχουμε τρίκλινο-εντάξει, αυτό τώρα εσάς δεν σας λέει τίποτα, αλλά εμάς μας είπε πολλά. Στο οποίο τρίκλινο πληρώσαμε ακριβά τη χαρά μας, διότι, μόλις μπαίνει η Μαριλένα για μπάνιο εμφανίζεται μια κατσαρίδα σε μέγεθος δεινόσαυρου και με ικανότητες αμφίβιου, αφού επέπλεε με μεγάλη άνεση σε ένα στρώμα αφρού. Η Μαριλένα να σκούζει στα Αγγλικά (ποιος ξέρει γιατί, ίσως στην προηγούμενη ζωή της ήταν η Μαρία Στιούαρτ, εγώ πάντως δεν θυμάμαι πως είναι η κατσαρίδα στα Αγγλικά, αυτηνής πως της ήρθε με τη μία;), η Ελένη να έχει βουλώσει τα αυτιά της και να τραγουδάει δυνατά για να μην ακούσει το κρατς του φόνου κι εγώ, ο ήρωας της μάχης των κατσαρίδων, ατάραχη να φονεύω την κατσαρίδα.
Την επόμενη μέρα, δολοφόνοι και ληστές, πήγαμε στην Οία. Η Οία, δεν ξέρω αν ξέρετε, είναι ένα χωριουδάκι στη Σαντορίνη, πάρα πολύ γραφικό, με άσπρα σπιτάκια, στενά δρομάκια, φούξια βουκαμβίλιες κι ένα ηλιοβασίλεμα παγκοσμίως διάσημο. Εμείς είδαμε το ηλιοβασίλεμα, ακούσαμε τον ήλιο που τσιτσίρισε μόλις ακούμπησε τη θάλασσα και μετά χαθήκαμε στα στενά δρομάκια κι όταν έφτασε η ώρα να πάρουμε το λεωφορείο της επιστροφής, είχαν μαζευτεί όλες οι φυλές του Ισραήλ και περίμεναν το ίδιο λεωφορείο. Το οποίο, εννοείται, τίγκαρε μόλις έφτασε και κρεμιόμασταν σαν τα σταφύλια από τις πόρτες :της Νατάσας ο ποπός ήταν όλος έξω από το λεωφορείο. Να γίνεται χαμός, όλοι να προσπαθούν να μπουν στο λεωφορείο, ένας φώναζε “I’m coming, honey” τρώγοντας κάτι πατάτες, κάτι κοπέλες είχαν πιαστεί από τη μέση και κάνανε, λέει, το σκουλήκι, για να τα καταφέρουν να μπουν, σας λέω, πανικός γινόταν. Ώσπου, ο εισπράκτορας τα παίρνει κρανίο, κατεβαίνει και φωνάζει με στεντόρεια φωνή “Ten people down! Now!”. Έντρομοι, κατέβηκαν 5-6 κι ένας είχε πέσει κάτω με τα χέρια στο κεφάλι, νόμιζε ότι γινόταν τρομοκρατική επίθεση. Κατεβήκαμε κι εμείς και περιμέναμε στωικά το επόμενο λεωφορείο, συζητώντας με κάτι Αμερικάνους πως φτιάχνεται η taramosalata. Εγώ τους είπα ότι το μυστικό είναι the fish thing κι εκεί έληξε η συζήτηση: μάλλον δεν τους άρεσε το ψάρι.
Το επόμενο νησί που επισκεφτήκαμε ήταν η Νάξος. Να σας πω τώρα τι συμβαίνει με τα νησιά των Κυκλάδων: είναι πανέμορφα, γαλήνια και χρωματιστά, αλλά εγώ στο 48ο δρομάκι είχα συγχυστεί, δεν θυμόμουν πια σε ποιο νησί είμαι από όλα, σε όποιο στενό και να έμπαινα, νόμιζα ότι μου ήταν γνώριμο. Αυτή, βέβαια, η υπερέκθεση στις εικόνες και τις πληροφορίες μου συμβαίνει σε κάθε εκδρομή, οπότε το έχω συνηθίσει. Κάπως έτσι έπαθα και στη Νάξο. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι η Νάξος έχει, λέει, 620 εκκλησιές, τις οποίες νομίζω είδαμε όλες. Και πόσους αγίους πια να έχει η ορθόδοξη εκκλησία; Από ένα σημείο άρχισε η επανάληψη των ονομασιών, η Ελένη έχασε το μέτρημα κι εμείς χάσαμε το μυαλό μας. Ολόκληρη την ημέρα ήμασταν μέσα σε ένα λεωφορείο κι όταν πια είχε βραδιάσει κι εκ των πραγμάτων δεν έβλεπες μπροστά σου, εμείς σταματήσαμε, στο Θεό σας, σε ένα αρχαίο λατομείο για να δούμε έναν κολοσσιαίο κούρο-που να τον δούμε τον κούρο, παραλίγο να σκοντάψουμε πάνω του και να φάμε τα μούτρα μας. Είπαμε θα αφήσουμε τα κοκαλάκια μας σ’ εκείνο το λεωφορείο και θα το στοιχειώσουμε, αιώνια καταδικασμένοι να περιπλανιόμαστε στους αρχαιολογικούς χώρους, οι σκελετωμένοι ξεναγοί που βγαίνουν απειλητικοί και μαυλίζουν τους ανθρώπους για να ακούνε τους ατελείωτους μονολόγους τους. Ο ιπτάμενος ξεναγός. Και μετά ο κούρος θα σηκώνεται, σαν άλλο κράκεν, και θα τρώει τους ανυποψίαστους τουρίστες…
Ευτυχώς φύγαμε από τη Νάξο, δε μας έκανε καλό. Στη συνέχεια, επισκεφτήκαμε την Πάρο. Μαλαματένιο νησί η Πάρος, μια κούκλα ξαπλωμένη στη θάλασσα, λαμπερή και χαρούμενη, εντάξει, με τα γνωστά δρομάκια και τις βουκαμβίλιές της. Είδαμε, όμως, στην Πάρο, μια εκκλησιά πολύ διαφορετική από όσες είχαμε δει ως τώρα, την Εκατονταπυλιανή. Χτισμένη με χρωματιστά, χαρούμενα τουβλάκια, που μόνα αυτά διακοσμούσαν τους τοίχους της κι έλειπαν αυτοί οι βλοσυροί, κατσούφηδες άγιοι, στέκεται εκεί δροσερή και χαριτωμένη, όπως ολόκληρο το νησί, και μόνο τη χαρά της ζωής σε κάνει να σκέφτεσαι και καθόλου τη ματαιότητά της.
Από την Πάρο πήγαμε στη Μύκονο με ένα πλεούμενο πολύ ωραίο, αλλά τι να το κάνεις; Είχε κάτι μποφόρια, σύνηθες φαινόμενο στο Αιγαίο, και λίγο κουνούσε το πλεούμενο. Αντιλαμβάνεστε τι γινόταν: οι μισοί ήταν κάτασπροι, οι άλλοι μισοί πράσινοι, ένας ταλαίπωρος κύριος μοίραζε σακουλάκια (και μετά έπρεπε να τα ξαναμαζέψει…) κι εγώ με τη Βίβιαν ρωτούσαμε τι έχει για μεσημεριανό και παραλίγο να μας δείρουν.
Με τα πολλά φτάσαμε στη Μύκονο και στο ξενοδοχείο, το οποίο μάλλον ήταν το πρώτο που χτίστηκε ever στο νησί, έβριθε σκαλιών (έπρεπε να ανέβουμε 194 μετρημένα σκαλιά για να πάμε στα δωμάτιά μας) και κατσαρίδων (στο κρεβάτι της Βίβιαν είχε το σπίτι της μια κατσαριδοοικογένεια). Για τη Μύκονο δεν έχω και πολλά να σας πω, εμένα προσωπικά πολύ μου χάλασε την εντύπωση η εμπορευματοποίηση των πάντων, τα πανάκριβα μαγαζιά και τα λαμπερά φώτα, οι δήθεν φάτσες στο δρόμο κι όλη η ατμόσφαιρα του κοσμοπολίτικου, που τελικά καμία προσωπικότητα δεν δίνει στο μέρος.
Έχω, όμως, να σας πω για τη Δήλο, όπου φτάνεις από τη Μύκονο με ένα καραβάκι κι όπου ακόμα βασιλεύει ο Απόλλωνας. Αυτό το νησί είναι μαγεμένο, είμαι σίγουρη. Το φως που το κατακλύζει είναι μοναδικό, πλημμυρίζει την καρδιά σου και το πνεύμα σου, δε σ’ αφήνει να σκεφτείς σχεδόν. Περιπλανιέσαι ανάμεσα στα ερείπια της ελληνιστικής πόλης και ξαφνικά ξεπροβάλλουν μπροστά σου χρωματιστά ψηφιδωτά, ψηλές κολόνες και μαρμάρινα κατώφλια. Και μετά, ψηλά, κοντά στην κορφή του λόφου, κοντοστέκεσαι να πάρεις μια ανάσα κι αυτή σου ξανακόβεται, καθώς αντικρίζεις όλα τα χρυσά και τα θαλασσιά και τα άσπρα που φτιάχνουν τη Δήλο. Ο άνεμος τα παίρνει όλα μακριά και μόνο μένουν οι ναοί των ξένων θεών που έφτασαν από την Αίγυπτο και την Ανατολή και ρίζωσαν εδώ, γιατί τους άρεσε το φως, είμαι σίγουρη. Και τέλος, κοντά στο λιμάνι και στους ανθρώπους, για να τους προσέχει και να τους βοηθά, το ιερό του Απόλλωνα, το σπίτι του, τόσο όμορφο, ακόμα και γκρεμισμένο. Καθώς τριγύριζα και πάλευα να βγάλω άκρη από τα ερείπια και να γλιτώσω από τα φίδια που φώλιαζαν ανάμεσά τους, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και μέσα στον αέρα του Αιγαίου, είμαι σίγουρη ότι κάπου εκεί τριγύρω ήταν κι ο θεός, που ποτέ δεν άφησε το αγαπημένο του μέρος, το μέρος που γεννήθηκε και πρωτοείδε αυτό το καταιγιστικό φως, που όλα τα δείχνει κι όλα τα κρύβει.
Μετά από όλα αυτά τα λυρικά και μαγεμένα, κατάκοποι επιστρέψαμε στην πεζή πραγματικότητα και στην πολύβουη Αθήνα κι από εκεί πήραμε τους πέντε δρόμους, καθένας και για άλλο μέρος, με άπειρες φωτογραφίες και άπειρα άπλυτα, ώσπου να έρθει η στιγμή να ξαναφύγουμε: αυτή είναι η μοίρα μας, εμάς των μαθητευόμενων ξεναγών κι ας μην υποκρινόμαστε ότι δεν μας αρέσει.
Από μία από αυτές τις εκδρομές, λοιπόν, πρόσφατα επέστρεψα και πολύ θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τις αναμνήσεις μου, εσείς δεν ξέρω αν θέλετε, αλλά, είπαμε, αυτό είναι το καλό με το blog.
Ξεκινήσαμε ένα ωραίο (και πολύ) πρωί να πάμε στην Αθήνα για να πάρουμε το αεροπλανάκι για τη Σαντορίνη. Δεν ξέρω αν έχετε ταξιδέψει ποτέ με λεωφορείο από την Κέρκυρα στην Αθήνα, αν δεν το έχετε κάνει, μην παραλείψετε, είναι μοναδική εμπειρία. Επίσης, επιβάλλεται, κατά τις 12 να σταματήσετε στην Αμφιλοχία να φάτε ωραιότατες μπριζόλες ή γεμιστά, στην καλύτερη περίπτωση. Και το λέω αυτό, διότι εμείς, σε ΚΑΘΕ bloody εκδρομή σταματάμε στην Αμφιλοχία για μεσημεριανό, η οποία απέχει περί τις 2 ώρες από την Ηγουμενίτσα, όπου έχεις μόλις φάει την πρωινή σου τυρόπιτα. Και μετά, ως την Αθήνα, δεν τρως τίποτε και έχεις λιμοκτονήσει ώσπου να φτάσεις. Μα καλά, διαίρεση δεν ξέρει κανείς σ’ αυτή τη ρημαδοσχολή;
Εν πάση περιπτώσει, φτάνουμε στην Αθήνα, μπαίνουμε στο αεροπλανάκι και πατάμε το ταλαιπωρημένο ποδαράκι μας στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, αλήθεια λέω, παιδιά, η Σαντορίνη είναι το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, με τα απόκοσμα βράχια της να μαυρολογούν μέσα σ’ αυτό το μπλε θαύμα και την καλντέρα να στέκει απέναντί σου και να σου θυμίζει ότι είσαι στο έλεος της φύσης, ότι και να κάνεις. Εκεί, πάμε στο ξενοδοχείο, όπου, με μεγάλη μας χαρά, η Μαριλένα, η Ελένη κι εγώ διαπιστώνουμε ότι έχουμε τρίκλινο-εντάξει, αυτό τώρα εσάς δεν σας λέει τίποτα, αλλά εμάς μας είπε πολλά. Στο οποίο τρίκλινο πληρώσαμε ακριβά τη χαρά μας, διότι, μόλις μπαίνει η Μαριλένα για μπάνιο εμφανίζεται μια κατσαρίδα σε μέγεθος δεινόσαυρου και με ικανότητες αμφίβιου, αφού επέπλεε με μεγάλη άνεση σε ένα στρώμα αφρού. Η Μαριλένα να σκούζει στα Αγγλικά (ποιος ξέρει γιατί, ίσως στην προηγούμενη ζωή της ήταν η Μαρία Στιούαρτ, εγώ πάντως δεν θυμάμαι πως είναι η κατσαρίδα στα Αγγλικά, αυτηνής πως της ήρθε με τη μία;), η Ελένη να έχει βουλώσει τα αυτιά της και να τραγουδάει δυνατά για να μην ακούσει το κρατς του φόνου κι εγώ, ο ήρωας της μάχης των κατσαρίδων, ατάραχη να φονεύω την κατσαρίδα.
Την επόμενη μέρα, δολοφόνοι και ληστές, πήγαμε στην Οία. Η Οία, δεν ξέρω αν ξέρετε, είναι ένα χωριουδάκι στη Σαντορίνη, πάρα πολύ γραφικό, με άσπρα σπιτάκια, στενά δρομάκια, φούξια βουκαμβίλιες κι ένα ηλιοβασίλεμα παγκοσμίως διάσημο. Εμείς είδαμε το ηλιοβασίλεμα, ακούσαμε τον ήλιο που τσιτσίρισε μόλις ακούμπησε τη θάλασσα και μετά χαθήκαμε στα στενά δρομάκια κι όταν έφτασε η ώρα να πάρουμε το λεωφορείο της επιστροφής, είχαν μαζευτεί όλες οι φυλές του Ισραήλ και περίμεναν το ίδιο λεωφορείο. Το οποίο, εννοείται, τίγκαρε μόλις έφτασε και κρεμιόμασταν σαν τα σταφύλια από τις πόρτες :της Νατάσας ο ποπός ήταν όλος έξω από το λεωφορείο. Να γίνεται χαμός, όλοι να προσπαθούν να μπουν στο λεωφορείο, ένας φώναζε “I’m coming, honey” τρώγοντας κάτι πατάτες, κάτι κοπέλες είχαν πιαστεί από τη μέση και κάνανε, λέει, το σκουλήκι, για να τα καταφέρουν να μπουν, σας λέω, πανικός γινόταν. Ώσπου, ο εισπράκτορας τα παίρνει κρανίο, κατεβαίνει και φωνάζει με στεντόρεια φωνή “Ten people down! Now!”. Έντρομοι, κατέβηκαν 5-6 κι ένας είχε πέσει κάτω με τα χέρια στο κεφάλι, νόμιζε ότι γινόταν τρομοκρατική επίθεση. Κατεβήκαμε κι εμείς και περιμέναμε στωικά το επόμενο λεωφορείο, συζητώντας με κάτι Αμερικάνους πως φτιάχνεται η taramosalata. Εγώ τους είπα ότι το μυστικό είναι the fish thing κι εκεί έληξε η συζήτηση: μάλλον δεν τους άρεσε το ψάρι.
Το επόμενο νησί που επισκεφτήκαμε ήταν η Νάξος. Να σας πω τώρα τι συμβαίνει με τα νησιά των Κυκλάδων: είναι πανέμορφα, γαλήνια και χρωματιστά, αλλά εγώ στο 48ο δρομάκι είχα συγχυστεί, δεν θυμόμουν πια σε ποιο νησί είμαι από όλα, σε όποιο στενό και να έμπαινα, νόμιζα ότι μου ήταν γνώριμο. Αυτή, βέβαια, η υπερέκθεση στις εικόνες και τις πληροφορίες μου συμβαίνει σε κάθε εκδρομή, οπότε το έχω συνηθίσει. Κάπως έτσι έπαθα και στη Νάξο. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι η Νάξος έχει, λέει, 620 εκκλησιές, τις οποίες νομίζω είδαμε όλες. Και πόσους αγίους πια να έχει η ορθόδοξη εκκλησία; Από ένα σημείο άρχισε η επανάληψη των ονομασιών, η Ελένη έχασε το μέτρημα κι εμείς χάσαμε το μυαλό μας. Ολόκληρη την ημέρα ήμασταν μέσα σε ένα λεωφορείο κι όταν πια είχε βραδιάσει κι εκ των πραγμάτων δεν έβλεπες μπροστά σου, εμείς σταματήσαμε, στο Θεό σας, σε ένα αρχαίο λατομείο για να δούμε έναν κολοσσιαίο κούρο-που να τον δούμε τον κούρο, παραλίγο να σκοντάψουμε πάνω του και να φάμε τα μούτρα μας. Είπαμε θα αφήσουμε τα κοκαλάκια μας σ’ εκείνο το λεωφορείο και θα το στοιχειώσουμε, αιώνια καταδικασμένοι να περιπλανιόμαστε στους αρχαιολογικούς χώρους, οι σκελετωμένοι ξεναγοί που βγαίνουν απειλητικοί και μαυλίζουν τους ανθρώπους για να ακούνε τους ατελείωτους μονολόγους τους. Ο ιπτάμενος ξεναγός. Και μετά ο κούρος θα σηκώνεται, σαν άλλο κράκεν, και θα τρώει τους ανυποψίαστους τουρίστες…
Ευτυχώς φύγαμε από τη Νάξο, δε μας έκανε καλό. Στη συνέχεια, επισκεφτήκαμε την Πάρο. Μαλαματένιο νησί η Πάρος, μια κούκλα ξαπλωμένη στη θάλασσα, λαμπερή και χαρούμενη, εντάξει, με τα γνωστά δρομάκια και τις βουκαμβίλιές της. Είδαμε, όμως, στην Πάρο, μια εκκλησιά πολύ διαφορετική από όσες είχαμε δει ως τώρα, την Εκατονταπυλιανή. Χτισμένη με χρωματιστά, χαρούμενα τουβλάκια, που μόνα αυτά διακοσμούσαν τους τοίχους της κι έλειπαν αυτοί οι βλοσυροί, κατσούφηδες άγιοι, στέκεται εκεί δροσερή και χαριτωμένη, όπως ολόκληρο το νησί, και μόνο τη χαρά της ζωής σε κάνει να σκέφτεσαι και καθόλου τη ματαιότητά της.
Από την Πάρο πήγαμε στη Μύκονο με ένα πλεούμενο πολύ ωραίο, αλλά τι να το κάνεις; Είχε κάτι μποφόρια, σύνηθες φαινόμενο στο Αιγαίο, και λίγο κουνούσε το πλεούμενο. Αντιλαμβάνεστε τι γινόταν: οι μισοί ήταν κάτασπροι, οι άλλοι μισοί πράσινοι, ένας ταλαίπωρος κύριος μοίραζε σακουλάκια (και μετά έπρεπε να τα ξαναμαζέψει…) κι εγώ με τη Βίβιαν ρωτούσαμε τι έχει για μεσημεριανό και παραλίγο να μας δείρουν.
Με τα πολλά φτάσαμε στη Μύκονο και στο ξενοδοχείο, το οποίο μάλλον ήταν το πρώτο που χτίστηκε ever στο νησί, έβριθε σκαλιών (έπρεπε να ανέβουμε 194 μετρημένα σκαλιά για να πάμε στα δωμάτιά μας) και κατσαρίδων (στο κρεβάτι της Βίβιαν είχε το σπίτι της μια κατσαριδοοικογένεια). Για τη Μύκονο δεν έχω και πολλά να σας πω, εμένα προσωπικά πολύ μου χάλασε την εντύπωση η εμπορευματοποίηση των πάντων, τα πανάκριβα μαγαζιά και τα λαμπερά φώτα, οι δήθεν φάτσες στο δρόμο κι όλη η ατμόσφαιρα του κοσμοπολίτικου, που τελικά καμία προσωπικότητα δεν δίνει στο μέρος.
Έχω, όμως, να σας πω για τη Δήλο, όπου φτάνεις από τη Μύκονο με ένα καραβάκι κι όπου ακόμα βασιλεύει ο Απόλλωνας. Αυτό το νησί είναι μαγεμένο, είμαι σίγουρη. Το φως που το κατακλύζει είναι μοναδικό, πλημμυρίζει την καρδιά σου και το πνεύμα σου, δε σ’ αφήνει να σκεφτείς σχεδόν. Περιπλανιέσαι ανάμεσα στα ερείπια της ελληνιστικής πόλης και ξαφνικά ξεπροβάλλουν μπροστά σου χρωματιστά ψηφιδωτά, ψηλές κολόνες και μαρμάρινα κατώφλια. Και μετά, ψηλά, κοντά στην κορφή του λόφου, κοντοστέκεσαι να πάρεις μια ανάσα κι αυτή σου ξανακόβεται, καθώς αντικρίζεις όλα τα χρυσά και τα θαλασσιά και τα άσπρα που φτιάχνουν τη Δήλο. Ο άνεμος τα παίρνει όλα μακριά και μόνο μένουν οι ναοί των ξένων θεών που έφτασαν από την Αίγυπτο και την Ανατολή και ρίζωσαν εδώ, γιατί τους άρεσε το φως, είμαι σίγουρη. Και τέλος, κοντά στο λιμάνι και στους ανθρώπους, για να τους προσέχει και να τους βοηθά, το ιερό του Απόλλωνα, το σπίτι του, τόσο όμορφο, ακόμα και γκρεμισμένο. Καθώς τριγύριζα και πάλευα να βγάλω άκρη από τα ερείπια και να γλιτώσω από τα φίδια που φώλιαζαν ανάμεσά τους, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και μέσα στον αέρα του Αιγαίου, είμαι σίγουρη ότι κάπου εκεί τριγύρω ήταν κι ο θεός, που ποτέ δεν άφησε το αγαπημένο του μέρος, το μέρος που γεννήθηκε και πρωτοείδε αυτό το καταιγιστικό φως, που όλα τα δείχνει κι όλα τα κρύβει.
Μετά από όλα αυτά τα λυρικά και μαγεμένα, κατάκοποι επιστρέψαμε στην πεζή πραγματικότητα και στην πολύβουη Αθήνα κι από εκεί πήραμε τους πέντε δρόμους, καθένας και για άλλο μέρος, με άπειρες φωτογραφίες και άπειρα άπλυτα, ώσπου να έρθει η στιγμή να ξαναφύγουμε: αυτή είναι η μοίρα μας, εμάς των μαθητευόμενων ξεναγών κι ας μην υποκρινόμαστε ότι δεν μας αρέσει.
Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010
Τελικά, ο Βολταίρος κάπνιζε;
Σας έχω πει πόσο μου αρέσει να γράφω κλισέ και φοβερές ρήσεις διάσημων αντρών, έτσι; Λοιπόν, μία από τις αγαπημένες μου είναι αυτή που είχε πει ο Βολταίρος, αν δεν απατώμαι (αν απατώμαι, παρακαλώ, να διαλύσετε την πλάνη μου): δε συμφωνώ με όσα λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τα λες. Την έχω παραφράσει ελαφρώς και συνήθιζα να λέω ότι δεν καπνίζω, αλλά θα υπερασπιστώ το δικαίωμά σου να καπνίζεις( καλά, όχι μέχρι θανάτου, δεν είμαι δα κι ο Βολταίρος).
Και γράφω συνήθιζα, διότι σιγά σιγά αλλάζω γνώμη επί του συγκεκριμένου δικαιώματος.
Με αφορμή την καθολική, λέει, και δίχως παραθυράκια, λέει, απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους (που φαντάζομαι έχετε υπόψη σας, από 1 Σεπτεμβρίου) και μετά από την παρακολούθηση εκατοντάδων παθιασμένων συζητήσεων μεταξύ καπνιστών και μη, σκληροπυρηνικών και μετριοπαθών, κάθησα κι εγώ και σκέφτηκα ποια είναι στ’ αλήθεια η άποψή μου για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όχι ότι σας ενδιαφέρει και πάρα πολύ, αλλά αυτό είναι το καλό με το blog: γράφεις ό, τι θέλεις, τον πόνο σου, τις απόψεις σου, ποιήματα, ανέκδοτα και άμα σε διαβάσει κανείς, καλώς, αλλιώς, τουλάχιστον τα είπες και ξέσπασες.
Ας είμαι ειλικρινής: πολύ μου άρεσε, ρε παιδιά, αυτή η απαγόρευση. Ναι, ξέρω, τραγικό να το λέω, ότι μου αρέσει μια απαγόρευση ( απαγορεύεται το απαγορεύεται, αυτό δεν θυμάμαι ή μπορεί και να μην ξέρω ποιος το έχει πει), οι απαγορεύσεις είναι κακό πράγμα, φασιστικό, ολοκληρωτικό κι όλα αυτά τα δαιμονισμένα, αλλά δείτε πως έχει το θέμα: εγώ δεν καπνίζω, ωραία; Παρόλαυτα, πολλοί από τους φίλους μου καπνίζουν. Επίσης, οι γονείς μου κάπνιζαν αρειμανίως σε όλα μου τα παιδικά χρόνια (όταν με έστελνε η μαμά μου να της πάρω τσιγάρα, εγώ της τα έπαιρνα μεν αλλά μετά τα έριχνα στην τουαλέτα και τραβούσα το καζανάκι, απαίσιο;). Επίσης, κάπνιζε η παλιά μου συγκάτοικος: μύριζαν οι πυτζάμες μου (σιχαμένο), μύριζε το σπίτι, κιτρίνιζαν οι κουρτίνες, μύριζε μέχρι και η γάτα, ρε παιδιά, στο θεό σας.
Ως εκ τούτου, εγώ μονίμως μύριζα, μυρίζω και θα μυρίζω, μου φαίνεται, μέχρι να πεθάνω, τσιγαρίλα, μολονότι δεν καπνίζω ούτε κάπνισα ποτέ στη ζωή μου ολόκληρη. Ανήκω, δηλαδή, σε μια μειοψηφία παραμελημένη και αγνοημένη, όπως γίνεται, άλλωστε, συνήθως με τις μειοψηφίες.
Επίσης, αφάνταστα με εκνευρίζει που όταν βγαίνω έξω να πιω ένα ποτό ή έναν καφέ (ναι, ακόμα και οι μη καπνιστές πίνουν καφέδες και ποτά, φοβερό;), πάλι μυρίζω, όχι απλώς μυρίζω, ποτίζουν τα πάντα, τσιγαρίλα. Από τα μαλλιά, φρεσκολουσμένα ενίοτε, μέχρι τα εσώρουχα, φρεσκοπλυμένα πάντα. Δεν έχω χειρότερο. Ας πούμε, όμως, ότι ανέχεσαι τη μυρωδιά κι ότι βγαίνεις μονίμως άλουστη, ώστε να λουστείς μία και καλή την άλλη μέρα (εντάξει, τα εσώρουχα τα ξαναπλένεις, μην αρχίσετε αμέσως τις αηδίες). Το μαυρισμένο πνεύμονα πως τον ανέχεσαι; Το να τρως με τον καπνό μέσα στη μούρη σου πως το ανέχεσαι; Πως ανέχεσαι, εν ολίγοις, την αγένεια και την αναισθησία του καπνιστή, ο οποίος, εντάξει, αυτός καταστρέφεται, τι να κάνουμε τώρα, ο καθένας κάνει ό, τι θέλει, αλλά εσένα σε ενοχλεί μέχρι ανθρωποκτονίας και σου μαυρίζει και τα δικά σου τα πνευμόνια;
Όταν πρωτοξεκίνησε το θέμα με την απαγόρευση του καπνίσματος, ήμουν ενάντια, διότι έλεγα, η αφελεστάτη, ότι η προσπάθεια να μην ενοχλείς το διπλανό σου με τη συνήθειά σου ή η προσπάθεια να είσαι υγιής πρέπει να είναι αποτέλεσμα παιδείας και όχι εξαναγκασμού ή νόμου. Τρίχες. Ο κόσμος έχει φτιαχτεί για τους καπνιστές, τους δεξιόχειρες και τα αυτοκίνητα. Οι υπόλοιποι στον Καιάδα, να φύγετε, να πάτε αλλού. Ελαχιστότατοι καπνιστές, ακόμα και φίλοι μου, καλά δεν το συζητάω για τους αγνώστους, προσπαθούν στ’ αλήθεια να μη με ενοχλούν με τον καπνό τους. Καμία παιδεία και κανένας σεβασμός. Εγώ καπνίζω όπου και όποτε γουστάρω, διότι είμαστε ελεύθερη χώρα και είμαι ελεύθερος άνθρωπος και δεν θα με περιορίσεις εσύ κι ούτε θα μου πεις τι και αν θα το κάνω. Σύμφωνοι.
Πόσο ελεύθερος, όμως, είμαι εγώ, φίλε μου καπνιστή, ο μη καπνιστής; Το ξέρετε, φαντάζομαι, ότι υπάρχουν άνθρωποι που αποφεύγουν καφετέριες και μπαρ που τους αρέσουν επειδή έχει πολύ καπνό. Αυτό είναι ελευθερία, άραγε; Ή μήπως είναι ελευθερία να μη μπορείς να προστατευτείς από τη μαυρίλα στα μέσα σου; Διότι και ο παθητικός καπνιστής, αποδεδειγμένα, μπορεί κάποτε να υποφέρει από τις αρρώστιες του καπνιστή: βήχα, δύσπνοια, πισσαρισμένα πνευμόνια.
Εξανίστανται, λοιπόν, όλοι για τον καινούργιο νόμο και ωρύονται για την παραβίαση των δικαιωμάτων (υπερβολικό) και απειλούν ότι αυτοί θα καπνίζουν όπως και πριν και σιγά να μην πληρώσουν κανένα πρόστιμο. Το θέμα, όμως, δεν είναι τα πρόστιμα (αν και 500 ευρώ δεν είναι αμελητέο θέμα, έτσι;). Το θέμα είναι ότι εκλείπει από το μέσο άνθρωπο η στοιχειώδης ευγένεια και ο στοιχειώδης σεβασμός για τον διπλανό, που διόλου δεν είναι ζήτημα μόρφωσης ή κοινωνικής τάξης ή εκπαίδευσης, είναι ζήτημα ανθρωπιάς. Κι όταν εκλείπουν τα στοιχειώδη και αναγκαζόμαστε να φτιάχνουμε νόμους για να τα φέρουμε πίσω υποχρεωτικά, τότε αυτό ακριβώς είναι το ανησυχητικό και το ολοκληρωτικό και το φασιστικό. Οπότε, μάλλον στο χέρι μας είναι να τα αποφύγουμε αυτά όλα, αρκεί να σκεφτόμαστε λίγο και τον άλλον, ε;
Και γράφω συνήθιζα, διότι σιγά σιγά αλλάζω γνώμη επί του συγκεκριμένου δικαιώματος.
Με αφορμή την καθολική, λέει, και δίχως παραθυράκια, λέει, απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους (που φαντάζομαι έχετε υπόψη σας, από 1 Σεπτεμβρίου) και μετά από την παρακολούθηση εκατοντάδων παθιασμένων συζητήσεων μεταξύ καπνιστών και μη, σκληροπυρηνικών και μετριοπαθών, κάθησα κι εγώ και σκέφτηκα ποια είναι στ’ αλήθεια η άποψή μου για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όχι ότι σας ενδιαφέρει και πάρα πολύ, αλλά αυτό είναι το καλό με το blog: γράφεις ό, τι θέλεις, τον πόνο σου, τις απόψεις σου, ποιήματα, ανέκδοτα και άμα σε διαβάσει κανείς, καλώς, αλλιώς, τουλάχιστον τα είπες και ξέσπασες.
Ας είμαι ειλικρινής: πολύ μου άρεσε, ρε παιδιά, αυτή η απαγόρευση. Ναι, ξέρω, τραγικό να το λέω, ότι μου αρέσει μια απαγόρευση ( απαγορεύεται το απαγορεύεται, αυτό δεν θυμάμαι ή μπορεί και να μην ξέρω ποιος το έχει πει), οι απαγορεύσεις είναι κακό πράγμα, φασιστικό, ολοκληρωτικό κι όλα αυτά τα δαιμονισμένα, αλλά δείτε πως έχει το θέμα: εγώ δεν καπνίζω, ωραία; Παρόλαυτα, πολλοί από τους φίλους μου καπνίζουν. Επίσης, οι γονείς μου κάπνιζαν αρειμανίως σε όλα μου τα παιδικά χρόνια (όταν με έστελνε η μαμά μου να της πάρω τσιγάρα, εγώ της τα έπαιρνα μεν αλλά μετά τα έριχνα στην τουαλέτα και τραβούσα το καζανάκι, απαίσιο;). Επίσης, κάπνιζε η παλιά μου συγκάτοικος: μύριζαν οι πυτζάμες μου (σιχαμένο), μύριζε το σπίτι, κιτρίνιζαν οι κουρτίνες, μύριζε μέχρι και η γάτα, ρε παιδιά, στο θεό σας.
Ως εκ τούτου, εγώ μονίμως μύριζα, μυρίζω και θα μυρίζω, μου φαίνεται, μέχρι να πεθάνω, τσιγαρίλα, μολονότι δεν καπνίζω ούτε κάπνισα ποτέ στη ζωή μου ολόκληρη. Ανήκω, δηλαδή, σε μια μειοψηφία παραμελημένη και αγνοημένη, όπως γίνεται, άλλωστε, συνήθως με τις μειοψηφίες.
Επίσης, αφάνταστα με εκνευρίζει που όταν βγαίνω έξω να πιω ένα ποτό ή έναν καφέ (ναι, ακόμα και οι μη καπνιστές πίνουν καφέδες και ποτά, φοβερό;), πάλι μυρίζω, όχι απλώς μυρίζω, ποτίζουν τα πάντα, τσιγαρίλα. Από τα μαλλιά, φρεσκολουσμένα ενίοτε, μέχρι τα εσώρουχα, φρεσκοπλυμένα πάντα. Δεν έχω χειρότερο. Ας πούμε, όμως, ότι ανέχεσαι τη μυρωδιά κι ότι βγαίνεις μονίμως άλουστη, ώστε να λουστείς μία και καλή την άλλη μέρα (εντάξει, τα εσώρουχα τα ξαναπλένεις, μην αρχίσετε αμέσως τις αηδίες). Το μαυρισμένο πνεύμονα πως τον ανέχεσαι; Το να τρως με τον καπνό μέσα στη μούρη σου πως το ανέχεσαι; Πως ανέχεσαι, εν ολίγοις, την αγένεια και την αναισθησία του καπνιστή, ο οποίος, εντάξει, αυτός καταστρέφεται, τι να κάνουμε τώρα, ο καθένας κάνει ό, τι θέλει, αλλά εσένα σε ενοχλεί μέχρι ανθρωποκτονίας και σου μαυρίζει και τα δικά σου τα πνευμόνια;
Όταν πρωτοξεκίνησε το θέμα με την απαγόρευση του καπνίσματος, ήμουν ενάντια, διότι έλεγα, η αφελεστάτη, ότι η προσπάθεια να μην ενοχλείς το διπλανό σου με τη συνήθειά σου ή η προσπάθεια να είσαι υγιής πρέπει να είναι αποτέλεσμα παιδείας και όχι εξαναγκασμού ή νόμου. Τρίχες. Ο κόσμος έχει φτιαχτεί για τους καπνιστές, τους δεξιόχειρες και τα αυτοκίνητα. Οι υπόλοιποι στον Καιάδα, να φύγετε, να πάτε αλλού. Ελαχιστότατοι καπνιστές, ακόμα και φίλοι μου, καλά δεν το συζητάω για τους αγνώστους, προσπαθούν στ’ αλήθεια να μη με ενοχλούν με τον καπνό τους. Καμία παιδεία και κανένας σεβασμός. Εγώ καπνίζω όπου και όποτε γουστάρω, διότι είμαστε ελεύθερη χώρα και είμαι ελεύθερος άνθρωπος και δεν θα με περιορίσεις εσύ κι ούτε θα μου πεις τι και αν θα το κάνω. Σύμφωνοι.
Πόσο ελεύθερος, όμως, είμαι εγώ, φίλε μου καπνιστή, ο μη καπνιστής; Το ξέρετε, φαντάζομαι, ότι υπάρχουν άνθρωποι που αποφεύγουν καφετέριες και μπαρ που τους αρέσουν επειδή έχει πολύ καπνό. Αυτό είναι ελευθερία, άραγε; Ή μήπως είναι ελευθερία να μη μπορείς να προστατευτείς από τη μαυρίλα στα μέσα σου; Διότι και ο παθητικός καπνιστής, αποδεδειγμένα, μπορεί κάποτε να υποφέρει από τις αρρώστιες του καπνιστή: βήχα, δύσπνοια, πισσαρισμένα πνευμόνια.
Εξανίστανται, λοιπόν, όλοι για τον καινούργιο νόμο και ωρύονται για την παραβίαση των δικαιωμάτων (υπερβολικό) και απειλούν ότι αυτοί θα καπνίζουν όπως και πριν και σιγά να μην πληρώσουν κανένα πρόστιμο. Το θέμα, όμως, δεν είναι τα πρόστιμα (αν και 500 ευρώ δεν είναι αμελητέο θέμα, έτσι;). Το θέμα είναι ότι εκλείπει από το μέσο άνθρωπο η στοιχειώδης ευγένεια και ο στοιχειώδης σεβασμός για τον διπλανό, που διόλου δεν είναι ζήτημα μόρφωσης ή κοινωνικής τάξης ή εκπαίδευσης, είναι ζήτημα ανθρωπιάς. Κι όταν εκλείπουν τα στοιχειώδη και αναγκαζόμαστε να φτιάχνουμε νόμους για να τα φέρουμε πίσω υποχρεωτικά, τότε αυτό ακριβώς είναι το ανησυχητικό και το ολοκληρωτικό και το φασιστικό. Οπότε, μάλλον στο χέρι μας είναι να τα αποφύγουμε αυτά όλα, αρκεί να σκεφτόμαστε λίγο και τον άλλον, ε;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)