Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Τρέχοντας στη Γαρίτσα

Γαρίτσα λέμε στην Κέρκυρα την παραλιακή λεωφόρο, που σε αντίθεση με τις άλλες πόλεις ( διότι πρέπει να ξέρετε ότι στην Κέρκυρα όλα γίνονται σε αντίθεση με τις άλλες πόλεις) δεν έχει καφετέριες και περαντζάδα, παρά ένα πλατύ πεζοδρόμιο δίπλα στη θάλασσα, στο οποίο τρέχουν διάφοροι δρομείς, μαμάδες, καροτσάκια, παππούδες και η γράφουσα. Έτρεχα, λοιπόν, σαν κυνηγημένη, χτες το απόγευμα και σκεφτόμουν τι να γράψω. Κι έτσι όπως αγνάντευα το φρούριο και τη θάλασσα, αποφάσισα να γράψω για την Κέρκυρα. Χεχε. Ήρθε η ώρα (της ή μου).
Εξηγούμαι από την αρχή, διότι θα με λιντσάρουν : θα είμαι ειλικρινής, άτεγκτη και αμερόληπτη σαν το Δικαστή Ντρεντ, δε θέλω ν’ ακούσω γκρίνιες κι όποιος νομίζει πως όσα λέω δεν είναι αλήθεια, μπορεί να με αντικρούσει. Η πείρα μου, βέβαια, έχει δείξει ότι αυτό (το να με αντικρούσεις, ντε!) είναι δύσκολο…
Καταρχήν, έρχεται ο έρμος άνθρωπος στην Κέρκυρα( κι άντε να είναι τυχερός και να έρθει καλοκαίρι, βάλε να έρθει χειμώνα) και με τίποτα δεν υποψιάζεται την απίστευτη βροχή. Μιλάμε για καντάρια βροχή, έτσι; Σε λίγο θα πηγαίνουμε με βατραχοπέδιλα στο σπίτι μας. Και, ναι, ξέρω τι ωραία είναι η βροχή όταν είσαι σπίτι σου και χαζεύεις από τη τζαμαρία ή διαβάζεις μπροστά στο τζάκι. Όταν όμως έχεις να πας σε τρία μαθήματα και από το Σαρόκο στην Κρεμαστή με τα πόδια και το νερό σου φτάνει στο γόνυ, ε, εκεί πια λίγο θα βλαστημήσεις, δε γίνεται. Άσε που η Κέρκυρα είναι το μόνο μέρος που η βροχή πέφτει οριζόντια, αλήθεια σας λέω, μην κοροϊδεύετε, οριζόντια, καταπάνω σου. Βρέχει και σε άλλα μέρη, αλλά στην Κέρκυρα δεν παλεύεται, διότι ταυτόχρονα φυσάει κιόλας. Σκεφτείτε, είσαι φορτωμένη με μια ομπρέλα, μια εξάδα νερά (διότι στην Κέρκυρα το νερό δεν πίνεται, στο θεό σας, και πρέπει κάθε 2 μέρες να κουβαλάς νερά), δυο τσάντες και 4 βιβλία και ταυτόχρονα φυσάει, βρέχει του σκοτωμού, η ομπρέλα γυρίζει, οι μπότες λασπώνονται, τα νερά πέφτουν στα νερά και σου ’ρχεται να τα παρατήσεις όλα και να κάτσεις εκεί μες στις λάσπες και να κλαις.
Αφήστε, το ξέρω το επιχείρημα ότι χάρη σ’ αυτή τη βροχή είναι τόσο πράσινο το νησί. Και συμφωνώ. Πράγματι είναι πράσινο το νησί. Μόνο που εκτός από το νησί, είναι πράσινα και όλα τα υπόλοιπα πάνω στο νησί. Από τη μούχλα και την υγρασία. Θα ξεχάσω που γύρισα από διακοπές Χριστουγέννων και βρήκα το στόρι μου από μπαμπού να έχει φυτρώσει κανονικά; Είχε βγάλει μαλλάκια πράσινα γύρω γύρω, σε λίγο θα ζωντάνευε. Το τοπικό χρώμα, σου λέει.
Εν πάση περιπτώσει, ας υποθέσουμε ότι γλιτώνεις τον πνιγμό και δεν παρασύρεσαι από χείμαρρους, ας υποθέσουμε ακόμα κι ότι δε σιχαίνεσαι τις μπότες και τις γαλότσες για το υπόλοιπο της ζωής σου κι ας υποθέσουμε τέλος ότι σου έχουνε μείνει λίγα λεφτά και δεν τα έχεις φάει ΟΛΑ στις ομπρέλες. Και πας στο σουπερμάρκετ. Ο θεός να σε φυλάει. Μήπως μπορεί κάποιος με γνώσεις οικονομικών και δημοσιονομικών να μου εξηγήσει γιατί είναι όλα τόσο πιο ακριβά από την υπόλοιπη χώρα; Έχει εδώ στο νησί μια τοπική αλυσίδα σουπερμάρκετ, η οποία στο χαρτί που τυλίγουν τα τυριά γράφει «ψωνίζω κερκυραϊκά και το ευρώ μου μένει στον τόπο μου». Αμ δε που μένει στον τόπο σου, στον τόπο σκέτο μένει το ευρώ, παραδίδει πνεύμα, πόσο ν’ αντέξει το έρμο νόμισμα;
Κανονικά, θα σου πει ο ντόπιος, η Κέρκυρα έπρεπε να έχει δικό της νόμισμα, δικό της σύνταγμα, να είναι γενικώς μια άλλη χώρα, διαφορετική από την Ελλάδα. Αφού οι Κερκυραίοι την 21η Μαΐου ( επέτειο της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα) τη θεωρούν αποφράδα ημέρα, κάτι σαν την άλωση της Πόλης, κι αυτές οι παράτες κι οι γιορτές που κάνουν, μην τα πιστεύετε, για τα μάτια του κόσμου είναι. Κατά βάθος, όλοι θεωρούν μεγάλη ατυχία για τον τόπο το ότι τελικά ανήκει στην τριτοκοσμική Ελλαδίτσα, Μονακό, σου λένε, θα ήμασταν τώρα αν είχαμε ανεξαρτητοποιηθεί. Διότι, καλύτερος και πιο ευλογημένος τόπος δεν υπάρχει. Μετά το νησί, κόβεται ο κόσμος και πέφτεις στα Τάρταρα και άλλωστε γιατί να φύγεις, να δεις κι άλλα μέρη; Αφού καλύτερα δεν θα βρεις. Παράλογο; Δεν απαντά. Άρα, λογικό.
Έλα, εντάξει, θα σταματήσω, αλήθεια. Δυο πραγματάκια θα πω μόνο ακόμα. Πρώτον, πως στον κόρακα γίνεται και μια φτυσιά τόπος, όπως η πόλη της Κέρκυρας, έχει περί τις 14 διαφορετικές συνοικίες, δεν το καταλαβαίνω. Κάθε οικοδομικό τετράγωνο έχει κι άλλο όνομα, άντε να βγάλεις άκρη. Ίσως γι’ αυτό οι ντόπιοι παίρνουν το αυτοκίνητο ακόμα και στο περίπτερο να πάνε, σου λέει, άλλο όνομα, άλλο μέρος, κάτσε να το πάρω εγώ το αυτοκίνητο, να ‘ μαι σίγουρος, μην τυχόν κι είναι μακριά η Κοφινέτα από το Οκαζιόν κι αναγκαστώ να περπατήσω 200 μέτρα. Και δωσ’ του με κάτι τζιπ σα μαούνες μέσα στην παλιά πόλη, που δε χρειάζεται να σας πω πόσο στενά είναι τα δρομάκια. Μη σου τύχει, πρέπει να γίνεις ένα με τον τοίχο, διότι αλλιώς δεν χωράς και θα σε συνθλίψει το ποταμόπλοιο που έχει μεταμφιεστεί σε αυτοκίνητο. Αλλά και μέσα στο αυτοκίνητο να είσαι πάλι δε γλιτώνεις, θα πας από λακκούβα. Μα καλά, τι προϊστορικά τέρατα περπατούν τη νύχτα στους δρόμους και γίνονται έτσι; Λίτρα από καφέ έχουν χυθεί πάνω σε παντελόνια και καθίσματα σε ανύποπτες στιγμές επειδή παραμόνευε η γιγαντιαία λακκούβα. Και το δεύτερο πραγματάκι που ήθελε να πω τώρα το έχω ξεχάσει και καλύτερα ίσως, να γλιτώσω και καμιά μήνυση από αυτές που θα έρθουν σωρηδόν μετά την ανάρτηση.
Και για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις, υπόσχομαι ότι η επόμενη ανάρτηση θα αναφέρεται ΜΟΝΟ στα καλά της Κέρκυρας (πωπω, απ’ τα μαλλιά θα το τραβήξω για να βγάλω άρθρο…).

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Τη Δευτέρα το βράδυ δε βγαίνω

Α, όχι, Δευτέρα βράδυ αδύνατον, δε βγαίνω. Και δε φταίει κάποια προκατάληψη από αυτές που είναι ευρέως διαδεδομένες, όπως η αγαπημένη της Βίβιαν: Τετάρτη και Παρασκευή τα νύχια σου μην κόψεις και Κυριακή να μη λουστείς αν θέλεις να προκόψεις. Όχι, τίποτα τέτοιο. Απλώς, βλέπω Παπακαλιάτη. Ε, ναι, λοιπόν, ευθαρσώς λέγω και δημοσίως και δίχως να κοκκινίζω, βλέπω Παπακαλιάτη και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω. Διότι μη μου πείτε ότι έστω και μία φορά, ίσως επειδή έτυχε να είναι ανοιχτή στο Mega η τηλεόραση, δεν παρασυρθήκατε να δείτε κι εσείς Παπακαλιάτη. Δεν θα το πιστέψω. Διότι είναι λίγο σαν αισθησιακή ταινία ο Παπακαλιάτης ( βλέπετε το επίπεδο που κρατάω στις αναρτήσεις, έτσι; Αισθησιακή ταινία έγραψα.). Όλοι δηλαδή έχουμε δει κάποτε αλλά ντρεπόμαστε να το ομολογήσουμε, μερικοί δε από εμάς κατεβάζουν κρυφά τα επεισόδια από το ιντερνέτ και το φχαριστιούνται κιόλας…
Και τι να κάνεις, που από καταβολής τηλεόρασης, ο Παπακαλιάτης τα έβαζε πάντα Δευτέρα τα σίριαλ; Μελετημένη κίνηση, πιστεύω, διότι τη Δευτέρα να βγεις δεν πρόκειται με τη γκρίνια που έχεις για την πρώτη μέρα της βδομάδας, ποδόσφαιρο επίσης δεν έχει, οπότε γλιτώνεις τον καβγά, και το Star έχει συνήθως κάτι ανόητες πολιτικές εκπομπές. Το μόνο που δεν πρόβλεψε ο Χριστόφορος και θα τον μαλώσω είναι ότι τις Δευτέρες πολλοί κινηματογράφοι στη Θεσσαλονίκη έχουν μειωμένο εισιτήριο, γεγονός που όταν ζούσα εκεί μεγάλο δίλημμα μου προκαλούσε.( Δε χρειάζεται να σας πω τελικά τι έκανα. )Τώρα που ζω εδώ, κανένα δίλημμα δεν έχω : έτσι κι αλλιώς, σπάνια έχει ταινία της προκοπής ( ακούω τις ιαχές των διαμαρτυρόμενων, εντόπιων και μη!).
Όπως κι αν έχει, η γράφουσα, και σαββατόβραδο με πυρετό να ήταν ο Παπακαλιάτης θα τον έβλεπε. Και μη βιαστείτε να κρίνετε. Έχω πολλά επιχειρήματα υπέρ του Παπακαλιάτη.
Καταρχήν, διαλέγει ο άτιμος πολύ ωραία μουσική και σοφά την τοποθετεί στις σκηνές. Εντάξει, είναι χάριν εντυπωσιασμού, το δέχομαι, αλλά είναι ωραία να ακούς και κάνα πιο σπάνιο τραγουδάκι, ε;
Επίσης, έχει ατάκες που σκοτώνουν. Και αναρωτιέσαι εσύ, μισοπεθαμένη στον καναπέ, μιλάει άραγε κανείς έτσι; Κι αν ναι, σε ποια χώρα; Διότι, δεν ξέρω για σας, εγώ, και στις πιο μελοδραματικές στιγμές μου, και στους πιο άγριους καβγάδες ή στις μεγαλύτερες συμφορές, τέτοιες κοτσάνες αν ξεστομίσω, πάει η δραματικότητα της στιγμής, θα ξεραθούμε όλοι στα γέλια. Τέλοσπαντων, στον Χριστόφορο συγχωρούμε πολλά.
Και το σενάριο, ε; Αχ, το σενάριο! Τι να πρωτοπεί κανείς; Για τα μύρια όσα απίθανα που συμβαίνουν, που ούτε ο Στίβεν Κινγκ δεν έχει τόσο αρρωστημένη φαντασία; Για τη διαδοχή των γεγονότων, καταιγιστική και συντριπτική, που στη διακοπή ούτε να κατουρήσεις δεν τολμάς; Ποιος θα σου πει μετά τι έγινε; Εγώ πάντως τους βρίζω αν με πάρουν να με ρωτήσουν τι είπε τώρα και ποιος είναι αυτός. (Γιατί μη νομίζετε ότι είμαι μόνη μου σ’ αυτόν το βούρκο της υποκουλτούρας, όχι, ξέρω πολλούς που βλέπουν Παπακαλιάτη κι αν με πληρώσετε θα σας δώσω ονόματα και διευθύνσεις…)
Δεν σκοπεύω να σας περιγράψω κανένα από τα 8 περίπου σίριαλ του Παπακαλιάτη που έχω δει, αφενός γιατί θα βαρεθείτε κι αφετέρου γιατί δεν το περιγράφεις, λέμε, απλά το ζεις! Σκοπεύω μόνο να σας πω ότι αν θέλεις να διατηρήσεις την πνευματική σου διαύγεια και να ξεχωρίζεις το καλό από το κακό, την ήρα από το σιτάρι, τους αμνούς από τα ερίφια, κλπ, πρέπει να ανακατώνεσαι, ρε παιδί μου, και με τα δύο! Διότι, εντάξει, δε λέω, άριστη η ποιότητα, θαύμα ο πολιτισμός, αλλά αν δε δεις κι έναν Παπακαλιάτη, δεν εκτιμάς τίποτε, νομίζεις ότι όλοι είναι έτσι, καλλιεργημένοι σαν φάρμες στο facebook και συνειδητοποιημένοι σαν Γάλλοι χωρικοί το 1789! Αμ δε.
Οπότε, δεν είναι δα και τόσο καταστροφικό να βλέπεις Παπακαλιάτη, έτσι; Είναι λίγο σαν ομοιοπαθητική. Άσε που ρίχνεις και απίστευτο γέλιο. Γενικώς, όπως δεν θα κουραστώ ποτέ να επαναλαμβάνω, όλα πρέπει να τα κάνει κανείς στη ζωή. Αλλά μην τρέξετε τώρα να ανοίξετε την τηλεόραση, τέλειωσε για φέτος, του χρόνου πάλι!

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Σου έχω πει χίλιες φορές να μη λες υπερβολές.

Δεν μπορώ, ρε παιδιά, στενοχωριέμαι πολύ που θα γκρινιάξω, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Σε γενικές γραμμές, η ζωή είναι ωραία, αλλά όταν τα φτιάχνει μ’ άλλον πρέπει λίγο να γκρινιάξεις.
Θα σας πω λοιπόν πώς είναι η ζωή για έναν άνθρωπο 30 χρονών τη σήμερον ημέρα. Για τον μέσο τριαντάρη. Και μην ακούσω βλακείες για στελέχη επιχειρήσεων και γόνους πλούσιων οικογενειών, διότι θα τσιρίξω. Μιλάω για ανθρώπους των οποίων οι γονείς δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχουν τοίχους από τους οποίους να κόβουν λεφτά ούτε τρία σπίτια και 85 στρέμματα ελιές. Για ανθρώπους οι οποίοι έχουν ένα έως τρία πτυχία που τα απέκτησαν με κόπο και δουλεύοντας ωσάν τα σκυλιά. Για ανθρώπους οι οποίοι τώρα ΔΕΝ δουλεύουν όχι επειδή είναι τεμπέληδες, αλλά επειδή δεν βρίσκουν δουλειά. Κι αν τη βρουν, δεν παίζει να πληρωθούν όσο ή όποτε θα έπρεπε, παρά θα πάρουν, εντάξει, όχι λίγα λεφτά, απλώς όχι αρκετά, και μόνο όταν ανθίσει το θαλασσινό τριφύλλι, δηλαδή σε χίλια χρόνια.
Η ζωή, λοιπόν, αυτών των ανθρώπων είναι τουλάχιστον δύσκολη. Έχουν πολλά προσόντα και πολλές ικανότητες. Έχουν όρεξη και ιδέες. Δεν θέλουν να πλουτίσουν χωρίς δουλειά. Έχουν λίγα ιδανικά και λίγες αξίες. Αλλά δεν έχουν τίποτε άλλο. Δεν έχουν δουλειά, δεν έχουν λεφτά, δεν έχουν ευκαιρίες. Δε θέλουν να φύγουν από τη χώρα τους, την αγαπάνε και προσπαθούν να τη σώσουν από το βούλιαγμα. Δουλεύουν τζάμπα και πολλοί κάνουν δουλειές που όχι μόνο δεν είναι αντάξιες των σπουδών τους, αλλά τους υποβιβάζουν κιόλας. Δεν τρώνε από τα έτοιμα, όχι γιατί δεν θέλουν, πολύ θα τους άρεσε, αλλά γιατί δεν υπάρχουν. Πάνε για κάνα ποτό πότε πότε, αλλά, ξέρετε, μια μπίρα στα 3 κλπ. Για σινεμά δεν το συζητάμε, είναι απλησίαστο. Όσο για φαγητό έξω… είχα πάει την άλλη φορά με τη Νατάσα και τη Βίβιαν και τους είχα θέσει βέτο: δεν θα ξεπεράσουμε τα 10 ευρώ το άτομο και η Βίβιαν υπολόγιζε με το κομπιουτεράκι του κινητού πόσο έκαναν αυτά που παραγγείλαμε.
Και καλείσαι τώρα εσύ να κάνεις όνειρα. Προγραμματισμό. Οικογένεια. Πλάκα μου κάνετε, έτσι; Μου λέει η μαμά μου, είσαι νέα κι έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου. Καλύτερα να την είχα πίσω μου, αν είναι έτσι η ζωή. Όταν δεν μπορείς ούτε δίπλωμα αυτοκινήτου να βγάλεις διότι έχεις μεν 700 ευρώ, αλλά δεν ξέρεις πότε θα ξαναέχεις. Όταν τα σχέδια που κάνεις εκτείνονται σε χρονική απόσταση μίας εβδομάδας, διότι την άλλη βδομάδα δεν ξέρεις αν θα έχεις λεφτά να βγεις από το σπίτι, δεν ξέρεις αν θα έχεις σπίτι. Όταν όχι παιδιά, ούτε καν ένα πάρτι δεν μπορείς να κάνεις.
Παλιά, έφτανε να είχες όρεξη για δουλειά κι όλα τα άλλα ερχόντουσαν. Ενίοτε ερχόντουσαν και χωρίς όρεξη για δουλειά. Τώρα, δεν έρχονται ούτε με προσευχές. Και απογοητεύεσαι. Δε γίνεται αλλιώς. Απογοητεύεσαι. Παραιτείσαι. Απλώς επιβιώνεις, πρακτικά, συναισθηματικά και με όποιον άλλο τρόπο γίνεται. Συνεχίζεις να δουλεύεις, διότι αλλιώς θα τρελαθείς, ίσως και να ελπίζεις κάπου βαθιά μέσα σου ότι κάποτε θα ζήσεις αλλιώτικα. Και ξέρετε, το θέμα δεν είναι τα λεφτά. Όχι. Κι άλλες φορές έτυχε να μην υπάρχουν λεφτά στον κόσμο. Αλλά νομίζω, και το λέω με πόνο ψυχής, ότι τώρα δεν υπάρχει ελπίδα.
Πολλή γκρίνια, έτσι; Θα με μαλώσει η Ρενάτα. Δεν πειράζει, θα μου περάσει.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Εσύ σε πόσες εκδηλώσεις μπορείς να πας;

Πρόσεξε τι θα απαντήσεις, διότι εγώ μπορώ να σου βρω τουλάχιστον μία εκδήλωση την ημέρα. Ακόμα και στην Κέρκυρα, την οποία, εντάξει, είπαμε την αγάπησα, αλλά δεν μπορείς να την πεις και κέντρο του πολιτισμένου κόσμου. Μολαταύτα, κάτι γίνεται. Κι εμείς είμαστε πάντα εκεί, όπου γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη. Παρουσιάσεις βιβλίων, προβολές κινηματογραφικές, εκθέσεις, ημερίδες, διημερίδες, αφιερώματα, εκδηλώσεις, τελετές, τίποτε δε μας ξεφεύγει. Κι αν, παρ’ελπίδα, δεν μπορούμε να πάμε όλες, πάντα στέλνουμε αντιπροσώπους. Να μη δώσουμε το παρόν; Δε γίνεται!
Όχι ότι δεν έχω τίποτε να κάνω, μη με περάσετε για άεργη, μόνο για άνεργη. Αντιθέτως, συνήθως πνίγομαι. Ωστόσο, θέλω τουλάχιστον μια εκδήλωση τη βδομάδα να ‘ρθω στα ίσα μου. Εάν δε, μπορείς να πάρεις και βεβαίωση παρακολούθησης ή αναμνηστικό δωράκι ή κάτι τέτοιο, ακόμα καλύτερα. Λες και δε μου έφτανε η χαρτούρα που έχω μαζέψει, έχω κι ένα πάκο αξιοσέβαστου μεγέθους με βεβαιώσεις από συνέδρια, φυλλάδια εκθέσεων, σημειώσεις ημερίδων και άλλα συναφή. Όσο άσχετο κι αν είναι το θέμα.
Η αλήθεια είναι ότι τα συνέδρια και τις παρουσιάσεις βιβλίων λίγο τα βαριέμαι, διότι μιλάνε όλοι και πολύ κι αν δεν είμαι με τη Μαριλένα που κάνει ότι πυροβολεί αυτούς που δεν χωνεύει, δεν έχει πλάκα. Τα αγαπημένα μου είναι οι εκθέσεις. Πρώτον, διότι συνήθως έχουν μπουφέ και δεύτερον διότι συνήθως έχουν πολύ γέλιο. Όλοι είναι πολύ σοβαροί και προσπαθούν να γεφυρώσουν τις διαφορές αναρχοαυτόνομων και νεοφιλελεύθερων – για κάποιον περίεργο λόγο μόνο τέτοιοι πάνε στις εκθέσεις. Κι εγώ, φυσικά.
Και καλά, εγώ είμαι και ημίτρελη, πάω. Τι να κάνεις που σέρνω και τη Ρενάτα συνήθως μαζί μου, η οποία πιστεύω ότι όπου να’ ναι θα αυτομολήσει. Ήδη απέφυγε τεχνηέντως το αφιέρωμα στον Ακίρα Κουροσάβα, που ακόμα μου το χρωστάει βέβαια και θα ’ρθει το πλήρωμα του χρόνου. Διότι που πας αν δεν έχεις δει έναν Κουροσάβα τουλάχιστον; Σε αφιέρωμα, όμως, αν τον δεις στο σπίτι δεν πιάνεται.
Ακόμα κι εκδηλώσεις να μη βρω, όλο και κάνα μάθημα θα πετύχω. Από νοηματική μέχρι αστρονομία έχω παρακολουθήσει, για κάποιο λόγο που κανείς δεν ξέρει. Βέβαια, τώρα με την οικονομική κρίση, μάθε τέχνη κι άστηνε, διότι άμα πεινάσεις μια χαρά κάνεις το διερμηνέα στις ειδήσεις. Άσε που, σύμφωνα με το δάσκαλό μου της αστρονομίας, πουλάς και μούρη τα βράδια στις παραλίες, αν ξέρεις ποιο είναι το τάδε αστέρι και το δείνα νεφέλωμα, έτσι;
Πάντως, όσο και να κοροϊδεύω, η αλήθεια είναι ότι κάτι μου μένει από όλα αυτά. Εντάξει, χρειάζεται ένα φίλτρο, ή και δύο. Σίγουρα όμως, εκτός από το πάκο των βεβαιώσεων, έχω και απόθεμα γενικών γνώσεων, που πολύ χρήσιμες μου έχουν φανεί- και για να πουλήσω μούρη, ενίοτε!

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Μια βραδια στο λουκι

Ναι. Το έκανα. Πήγα μαζί τους στο Villa. Εγώ, μοσχαναθρεμμένη με Σιδηρόπουλο και Παπακωνσταντίνου, που η μαμά μου στην κούνια με νανούριζε με Χατζιδάκι, πήγα στο Villa. Η αλήθεια είναι ότι ξεπλήρωνα μια πολύ μεγάλη χάρη στην Ελένη, αλλά ας μην υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, διότι θα εκτεθούμε και δεν το θέλουμε. Μετά από πιεστικό ψυχολογικό εκβιασμό υπέκυψα και υποσχέθηκα ότι θα πάω. Και ξέρετε τι λένε, έτσι; Μην τάξεις τ’ άγιου κερί και του παιδιού κουλούρι, έκλεινε και τα 22 η φίλη μου, ε, δεν μπορούσα να υπαναχωρήσω.
Τώρα θα μου πείτε, τόσο πια μεγάλο θέμα είναι που πήγες ένα βράδυ στο Villa; Βεβαίως και είναι. Έχουμε, επιτέλους, κάποιες σταθερές σ’ αυτή τη ζωή. Τέλοσπαντων, επειδή οι σταθερές είναι για να καταλύονται, πήγα. Μόλις μπήκαμε, φοβήθηκα ότι θα πάθω καρδιακή προσβολή. Αυτός ο θόρυβος-μουσική σε χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Ξέρετε πως ένιωθα; Στην Ολυμπιάδα του Πεκίνου, μια ομάδα κωφάλαλων κοριτσιών είχε παρουσιάσει ένα εξαιρετικό χορευτικό πρόγραμμα. Στις πρόβες, καταλάβαιναν το ρυθμό μέσω ενός πολύ μεγάλου τυμπάνου, ένιωθαν τις δονήσεις στην κοιλιακή και καρδιακή τους χώρα. Έτσι κι εγώ. Δεν άκουγα, για να μιλήσω ούτε λόγος, μόνο τρανταζόμουν ολόκληρη. Έκανα το σταυρό μου και προχώρησα. Οι συνοδοί μου, με την είσοδό τους στο χώρο, έπεσαν σε διονυσιακή έκσταση κι ισχυρίζονται πως ό,τι θα περιγράψω παρακάτω δε συνέβη, το φαντάστηκα. Ανακρίβειες. Όλα έγιναν ακριβώς έτσι.
Πιάσαμε μια θέση «στη μπάρα», έτσι, λέει, το λένε εκεί που μπορείς να δεις και την τελευταία σταγόνα ιδρώτα στο μέτωπο του μπάρμαν. Ο οποίος μπάρμαν μάλλον είχε κάτι εναντίον μας, διότι μόλις μας ετοίμασε τα ποτά που παραγγείλαμε – με ταχύτητα αξιοθαύμαστη, ομολογώ – μας έβγαλε και κάτι σφηνάκια στα οποία με μεγάλη ψυχραιμία έβαλε φωτιά. Τα φλεγόμενα σφηνάκια πάνω στον πάγκο κι εγώ, ως άλλος Μωυσής, να τα κοιτώ έντρομη. Οι υπόλοιποι ενθουσιάστηκαν και με καλαμάκια, ειδικά καταπώς φαίνεται, διότι δεν καιγόντουσαν, ρούφηξαν το υγρό πυρ. Το δικό μου καλαμάκι ξέφυγε από την πορεία και έριξε πάνω στον πάγκο λίγο αλκοόλ καιόμενο, το οποίο ματαίως προσπαθούσα να κατασβήσω, χτυπώντας το με το καλαμάκι. Ούτε το αλκοόλ έσβησε ούτε το καλαμάκι ήταν ειδικό: έλιωσε. Μετά από αυτό, αποσύρθηκα σε μια πολυθρόνα.
Για κακή μου τύχη, η πολυθρόνα ήταν δίπλα σε ένα τιτάνιων διαστάσεων ηχείο, στο οποίο ακούμπησα η ανόητη και το ποτήρι μου. Χοροπηδούσε το ποτήρι, τρανταζόμουν εγώ, έτριζε η πολυθρόνα. Πώς να σηκωθώ η κακομοίρα, που εκεί μέσα όλες οι κινήσεις πρέπει να συντονιστούν με τη μουσική, αλλιώς δεν γίνονται. Ακόμα και για να καταπιείς πρέπει να το υπολογίσεις, διότι άμα σου’ ρθει η δόνηση την ακατάλληλη στιγμή, μπορεί και να πνιγείς. Με τα πολλά σηκώθηκα και βγήκα έξω, όπου ανυποψίαστος ο ήλιος ανέτειλε και ευεργετική η ησυχία βασίλευε. Μέχρι να βγουν και οι φίλοι μου από το κολαστήριο, κατέληξα στα εξής : 1. Πράγματι, πρέπει να τα δοκιμάζεις όλα στη ζωή. 2. Και αφού τα δοκιμάσεις, με μεγάλη ανακούφιση να επιστρέφεις στις αγαπημένες σου συνήθειες και στις ακίνδυνες μπίρες σε ήσυχα και ξενέρωτα μπαράκια…

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Η ροζ βαλίτσα

«Ποια Κέρκυρα;» Αναρωτήθηκα βλακωδώς όταν η κυρία στο τηλέφωνο μου είπε ότι είχα μεν περάσει στη σχολή, πλην όμως στην Κέρκυρα. Διότι δεν το χώρεσε αρχικά ο νους μου το ότι έπρεπε να παρατήσω όλη μου τη ζωή και να πάω στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Το έκανα όμως. Γέμισα τη ροζ βαλίτσα μου κι έφτασα στο νησί, αφήνοντας πίσω μου το σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη, το πατρικό μου στη Λαμία, μια οικογένεια, μια σχέση, μια χούφτα φίλους και κάτι μπλουζάκια που δεν χωρούσαν.
Έκτοτε, ζω πότε εδώ, πότε εκεί, πότε παραπέρα, έχει ένα σασπένς η υπόθεση: όταν με παίρνεις τηλέφωνο, δεν ξέρεις σε ποιο σημείο της χώρας θα είμαι. Με δεδομένο δε ότι και από την Κέρκυρα φεύγω κάθε 2 εβδομάδες, αντιλαμβάνεστε τι γίνεται: η ροζ βαλίτσα μονίμως γεμάτη, ρούχα και βιβλία σκορπισμένα σε 3 σπίτια και στα 4 σημεία του ορίζοντα, μιαν αρμαθιά κλειδιά, ωσάν δεσμοφύλακας στο Γεντί Κουλέ, μπερδεύω τα ονόματα των φίλων μου, ξεχνάω ποιός ξέρει ποιόν, πού έχω γνωρίσει ποιόν, πολύ συχνά μου διαφεύγει το για πού ταξιδεύω, ένας χαμός, σας λέω.
Στην αρχή, εξέτασα το ενδεχόμενο να τα παρατήσω όλα και να γυρίσω στη μαμά μου, διότι, δεν το κρύβω, ένιωθα παντού ξένη: δωμάτιο δεν είχα πουθενά, σε κανένα σπίτι. Στη Θεσσαλονίκη έμενε πια το αδέρφι μου, στη Λαμία είχε γίνει δωμάτιο ραπτικής και στην Κέρκυρα ακόμα δεν ήταν δωμάτιο, μην κοιτάτε τώρα που το έχω κάνει κούκλα. Δεν είχα συνηθίσει ακόμα τη νομαδική ζωή , μου φαινόταν πολύ σκληρό να φεύγεις συνέχεια και να μη μένεις πουθενά. Στις ζωές των άλλων γίνονταν ένα σωρό πράγματα κι εγώ τα έχανα όλα, διότι, χάρη και σε μια έμφυτη γκαντεμιά που με διακρίνει, ήμουν πάντα και στο λάθος μέρος, εκεί που δεν συνέβαινε τίποτε.
Ευτυχώς για όλους, η μαμά μου αρνήθηκε κατηγορηματικά να περιθάλψει τη δειλία μου και αναγκάστηκα να μείνω. Να μείνω, τρόπος του λέγειν, να μάθω τέλοσπαντων να ταξιδεύω με αξιοπρέπεια. Και με λίγα μπαγκάζια-βασικό. Και θα μου πείτε, καλά, το μαθαίνεις αυτό; Το μαθαίνεις. Και είναι και δύσκολο μάθημα. Έμαθα, λοιπόν, ότι όταν είσαι νομάδας τα βγάζεις πέρα με τόσο λίγα (ρούχα, παπούτσια, λεφτά) που δεν θα το πίστευες ποτέ για τον εαυτό σου. Ξέρετε, οι νομάδες πρέπει να έχουν πάντα μαζί τους όλα τους τα πράγματα. Και τι ειρωνεία της τύχης για έναν Ταύρο, σταθερά προσκολλημένο στα υλικά του αγαθά, να πρέπει να επιλέξει μόνο μερικά από αυτά για να πάρει μαζί του…
Εν ολίγοις, περνάω τη μισή μου ζωή γεμίζοντας βαλίτσες και την άλλη μισή αδειάζοντάς τες. Κι όταν δεν ταξιδεύω, περιμένω. Καράβια, λεωφορεία, αεροπλάνα, τη Βίβιαν, κλπ. Λοιπόν, ένας πολύ ωραίος και παραγωγικός τρόπος να περάσεις την ώρα που πρέπει να περιμένεις είναι να σκεφτείς. Φυσικά, και τα σταυρόλεξα είναι εξίσου παραγωγικά και σίγουρα όχι τόσο οδυνηρά αποκαλυπτικά όσο το να σκεφτείς. Εν πάση περιπτώσει, επειδή εμένα τα σταυρόλεξα μου φέρνουν νύστα, σκέφτομαι. Κυρίως, βέβαια, προσπαθώ να βάλω σε τάξη τα προαναφερθέντα: γνωστούς, ρούχα, κλπ. Ωστόσο, προσπαθώ και να συνηθίσω τη ζωή του νομάδα.
Σκεφτόμουν, λοιπόν, (μη με ρωτήσετε σε ποιο ΚΤΕΛ, πλέον αυτές οι πληροφορίες δεν καταγράφονται) ότι τελικά η νομαδική ζωή δεν είναι και τόσο κακή. Καταρχήν, αντί να θεωρείς τον εαυτό σου άστεγο, πρέπει να τον θεωρείς κοσμοπολίτη και κάτοχο πολλών σπιτιών ανά την επικράτεια. Δηλαδή, πόσοι άνθρωποι νομίζεις εσύ ότι έχουν, και μπορούν να μείνουν, ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη, ένα στη Λαμία (ωραιότατη εξοχή και εξαιρετικά ψητά) κι ένα στην Κέρκυρα; Επίσης, τα διασκορπισμένα ρούχα εξυπηρετούν πάρα πολύ, διότι αφενός όταν βαριέσαι τη μία γκαρνταρόμπα έχεις την άλλη και αφετέρου μπορείς να ταξιδέψεις μόνο με αυτά που φοράς, αφού εκεί που πας μάλλον έχεις ρούχα-δεν είσαι και σίγουρος, βέβαια, αλλά κάτι θα βρεθεί. Οι φίλοι, όσοι τέλοσπαντων θυμούνται ακόμα την ύπαρξή σου, σε περιμένουν εναγωνίως και τους έχεις λείψει πολύ. Άσε που τα νέα έχουν περισσότερη αξία κι ενδιαφέρον όταν τα ανταλλάσσεις μία φορά το μήνα, παρά κάθε μέρα. Κι, εν πάση περιπτώσει, δεν ταξιδεύεις για την πλάκα σου (ωραίο θα ήταν κι αυτό, ε;), αλλά για να βγάλεις λεφτά, οπότε όσο περισσότερο ταξιδεύεις, τόσο περισσότερα λεφτά βγάζεις…
Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι φίλοι μου ζηλεύουν τη νομαδική ζωή μου και δεν καταλαβαίνουν γιατί γκρινιάζω. Ίσως όταν τη βλέπεις απέξω είναι γοητευτική. Πάντως όταν τη ζεις, είναι απογοητευτική, είναι όπως όλες οι ζωές: λίγο κουραστική και ενίοτε βαρετή (ναι, ακόμα και αυτή). Βέβαια, νομάδας μάλλον γεννιέσαι, δε γίνεσαι. Πρέπει να το θέλεις, αλλιώς δεν την παλεύεις, κι όσο κι αν δυσανασχετούμε εμείς οι νομάδες, κατά βάθος δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε αλλιώς. Τώρα που έχω 2-3 μήνες να φύγω, ένα στερητικό το έχω πάθει. Αφού να φανταστείτε, φτιάχνω τη βαλίτσα έτσι, για εξάσκηση!
Όπως κι αν έχει, το σίγουρο είναι ότι πέτρα που κυλά ποτέ δε χορταριάζει κι όταν ταξιδεύεις συνέχεια ανανεώνεσαι, καθαρίζει το κεφάλι σου και βλέπεις τα προβλήματα λίγο πιο ψύχραιμα κι αυτό βοηθά να τα αντιμετωπίσεις. Ενίοτε, δεν τα βλέπεις καθόλου, διότι είσαι μακριά, πράγμα που βοηθά ακόμα περισσότερο. Οπότε, καλά ταξίδια, που λέει κι ο φίλος μου ο Θανάσης!