Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια.

Σήμερα, η ανιψιά μου, που είναι πια 4 χρονών, το χρυσούλι μου, θα βγει να τραγουδήσει το Λάζαρο.
Το είχατε εσείς αυτό το έθιμο στα μέρη σας;
Στη Λαμία ήταν πολύ πολύ σημαντικό. Την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου, τα κοριτσάκια κάθε ηλικίας, μέχρι και τα 14-15 περίπου, μετά μεγαλώσαμε, θελήσαμε να βάλουμε κραγιόν και να πάρουμε τσάντα, που έλεγε κι η μαμά της Στέλλας, βγαίνανε στους δρόμους, κρατώντας ένα ψάθινο καλαθάκι στολισμένο με βιολέτες και λουλούδια γενικώς και πηγαίνανε από σπίτι σε σπίτι, σε γνωστούς και φίλους, αλλά και σε άγνωστα σπίτια, και τραγουδούσαν το τραγούδι του Λαζάρου.
Έψαξα να το βρω, αλλά το μόνο που βρίσκω είναι ένα άσχετο τραγουδάκι.
Αυτό που λέγαμε εμείς στη Λαμία, δε μπορώ, ευτυχώς για όλους σας, να το τραγουδήσω, αλλά οι στίχοι έλεγαν:
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,
ήρθαν κι άγρυπνες οι κορασίδες,
κορασίδες μου, σταυροσταθείτε
για ν’ ακούσετε Λαζάρου πάθη.
Που ‘σαι, Λάζαρε, που ‘σαι, αδελφέ μου,
που ‘σαι, τρίκλωνε βασιλικέ μου;
Μέρες τέσσερις ήμουν στον Άδη,
μέσα στο βαθύ, βαθύ σκοτάδι,
να ‘μουν λεμονιά, να ‘μουν λεμόνι,
να με φύτευαν σε περιβόλι,
να με πότιζαν λίγο νεράκι,
που ‘ν’ το στόμα μου σαν το βαμβάκι.
Ίσως να έχει κι άλλους στίχους και να μην τους ξέρω ή να μην τους θυμάμαι.
Το καλαθάκι μας το στόλιζε η μαμά από το προηγούμενο βράδυ κι ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά και τη δροσεράδα των λουλουδιών που έφερνε η μαμά μου το μεσημέρι και τα έβγαζε στο μπαλκόνι, μέσα σε μια λεκάνη με νερό, για να τα περάσουμε αργότερα ένα ένα σε κλωστή και να τα τυλίξουμε γύρω στο καλάθι. Το καλαθάκι μου έμενε έξω όλη τη νύχτα και το πρωί ήταν δροσερό και φρέσκο, μυρωδάτο και χρωματιστό.
Σχολείο δεν πήγαινε κανένα κορίτσι εκείνη τη μέρα! Φορούσα τα καλά μου, φορτωνόμουν το καλάθι και πήγαινα. Στα σπίτια που τραγουδούσαμε, μας κερνούσαν, κουλούρια πασχαλινά, αυγά, τσουρέκια, γλυκά, λεφτά πιο σπάνια τω καιρώ εκείνω.
Δεν είχα πιο μεγάλη χαρά το Πάσχα. Λάτρευα τα λουλούδια, τα ρούχα μου, το τραγούδι, τα γλυκά. Νομίζω πως κατά βάθος γιόρταζα την άνοιξη και τη ζωή και την παδικότητά μου, είναι από αυτά τα πράγματα που κάνεις με μεγάλη σοβαρότητα, χωρίς να το καταλαβαίνεις εκείνη τη στιγμή και που μετά αποτελούν μικρά μικρά τουβλάκια πραγματικότητας, μέσα στον ορυμαγδό.
Μου έστειλε χτες η αδερφή μου τη φωτογραφία από το καλάθι της Εμμανουέλλας και τα θυμήθηκα όλα αυτά κι είπα να σας τα πω, γι’ αυτό και το μικρό μάθημα λαογραφίας. Εδώ στη βραχονησίδα, όπου το παρελθόν και την παράδοση τα έχουν καταπιεί ανεπιστρεπτί τα ξενοδοχεία της καλντέρας, αυτή η φωτογραφία ήταν όαση.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.


Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Ξεναγός σημαίνει φως, αλήθεια, μην κοροϊδεύετε, ρε.

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, 21 Φεβρουαρίου, και γιατί οι ξεναγοί να μην έχουν μια παγκόσμια ημέρα, εδώ ο πάσα πικραμένος σ’ αυτόν τον κόσμο έχει παγκόσμια ημέρα, οι ξεναγοί θα μείνουν άνευ, βέβαια, σοφά τοποθετημένη μέσα στο χρόνο η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, μέσα στο Φλεβάρη, τον πιο νεκρό μήνα από άποψη δουλειάς, απλά δεν κάνεις τίποτα, ξεναγός σίγουρα το σκέφτηκε αυτό. Αδύνατον να εορταστεί άλλη στιγμή του χρόνου, Μάιο, ας πούμε ή έστω Οκτώβριο, τον Οκτώβριο έχει Γάλλους, μόνο μία ξεναγός που ξέρω, ανώμαλη, παντρεύεται Σεπτέμβριο και βαφτίζει το παιδί της Ιούνιο, μέσα στη σεζόν, να μη μπορεί κανείς να πάει, όλοι οι υπόλοιποι τα κάνουν αυτά το χειμώνα. Έτσι και η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, χειμωνιάτικη.
Πρέπει να ξέρετε πως είχα ήδη γράψει δύο κείμενα, για να μη λέτε ότι δε γράφω, αλλά δε μπορούσα να αφήσω την Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού ασχολίαστη.
Με την ευκαιρία αυτή, το λοιπό, θα σας μιλήσω λίγο γι’ αυτό το επάγγελμα, διότι πολλοί νομίζουν, για αρχή, πως δεν είναι επάγγελμα. Εγώ όταν λέω πως είμαι ξεναγός, τις σπάνιες φορές που δεν περιτριγυρίζομαι από ξεναγούς, μου απαντάνε, α, ωραία, και πως ζεις; Ακόμα και τα γλυκούλια πελατάκια δεν πιστεύουν πως είναι κύρια επαγγελματική δραστηριότητα, πως είναι ένα χόμπι, ίσως; Μια διαστροφή; Μια γενετική ανωμαλία που μας έσπρωξε να περνάμε έτσι τα καλοκαίρια μας; Ποιος να ξέρει.
Βασικά, κανείς δεν πιστεύει ότι ο ξεναγός είναι κανονικό επάγγελμα κυρίως γιατί οι κανονικοί ξεναγοί είμαστε λίγο λίγοι, οι περισσότεροι υποκρίνονται πως είναι ξεναγοί ενώ δεν είναι (δεν έχουν, για παράδειγμα, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, νταξ, λεπτομέρειες φυσικά, ή έχουν πάρει σύνταξη οπότε δεν είναι πια ξεναγοί, αχ, αυτή η γλώσσα μας, πόσες δυνατότητες, μια μικρούλα λεξούλα, πια, τόσες συνέπειες, δεν είναι πια ξεναγοί, ενώ άλλοι είναι ακόμα και πόσα άλλα που δε χωράνε σε μια παρένθεση), με αποτέλεσμα να πληρώνονται λίγο λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε για τη δουλειά αυτή και να πρέπει να κάνουν κι ακόμα μία δουλειά για να επιβιώσουν. Έτσι, πολλοί που συστήνονται ως ξεναγοί λένε το καλοκαίρι είμαι ξεναγός, το χειμώνα είμαι κάτι άλλο και ο κόσμος νομίζει πως το να είσαι ξεναγός είναι καλοκαιρινή ενασχόληση.
Ξεναγός είσαι όλο το χρόνο, έτσι, ας το διευκρινίσουμε αυτό, once and for all, που λέμε και στο χωριό μου. Με συμπαθάτε για τις αγγλικούρες που πετάω, αλλά μας το λέγανε κι εμάς όταν ήμασταν στη σχολή και τους λοιδορούσαμε, συνηθίζεις τόσο πολύ να μιλάς την ξένη γλώσσα που σου φεύγουν χωρίς να το θέλεις (οι αγγλικούρες, έτσι;). Οπότε, μια μεγάλη παρεξήγηση λύθηκε. Υπάρχουν οι κανονικοί ξεναγοί και οι συνοδοί, όπως τους λέμε εμείς στην αργκό του επαγγέλματος, που δεν είναι ξεναγοί, απλά έτυχε να μιλάνε μια ξένη γλώσσα. Για να τους ξεχωρίσετε, να ξέρετε πως οι ξεναγοί φοράμε στο λαιμό μας κρεμασμένα (τώρα μου έρχονται σκηνές από το Game of Thrones, και δεν είναι ταιριαστό, αλλά τι να κάνω) τα καρτελάκια μας που γράφουν ξεναγός με ευδιάκριτα γράμματα και όχι μόνο το όνομά μας.
Βέβαια, ένα άλλο χαρακτηριστικό των ξεναγών, εκτός από το ότι είναι κανονικό επάγγελμα, είναι πως είναι δυνατός κλάδος, συνδικαλιστικά, πάλι γιατί είναι σχετικά λίγοι. Το οποίο, βέβαια, η Παναγιά μαζί μας, δε μας εμποδίζει από το να μη μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας ούτε για τα βασικά και μια συνέλευση ξεναγών εμένα προσωπικά μου θυμίζει συνάθροιση των Ντοθράκι. Μόνο τα άλογα μας λείπουν.
Για παράδειγμα, στη Σαντορίνη, όπου δουλεύω εγώ, να ‘μαστε πόσοι; Καμιά σαρανταριά ξεναγοί, παραπάνω δεν είμαστε (είναι αυτό που λέγανε παλιά για τις διαδηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αραία αραία να φαινόμαστε καμια σαρανταρέα, παλιά, έτσι, όχι τώρα), και να είναι και καμιά 240 συνοδοί; Τόσοι, παραπάνω δεν είναι. Ε, λοιπό, αυτοί οι σαράντα ξεναγοί δεν έχουμε καταφέρει να φτιάξουμε ένα σύλλογο, μια ομάδα, να έχουμε μια κοινή αντιμετώπιση και μια ομόνοια όταν μιλάμε με συνεργάτες. Όχι.
Ο καθένας τραβάει το δικό του κουπί. Υπάρχει, λέει, ο σύλλογος της Κρήτης, μα είναι ποτέ δυνατόν, η Σαντορίνη, ο πιο γνωστός προορισμός της Ελλάδας, η μεγαλύτερη σεζόν, τα περισσότερα κρουαζιερόπλοια, να μην έχει σύλλογο ξεναγών; Συγγνώμη, εκνευρίζομαι και δεν πρέπει. Αντ’ αυτού, συγκεκριμένα στη Σαντορίνη, καθόμαστε οι σαράντα ξεναγοί και κοιτάμε τους 240 συνοδούς να αλωνίζουν στο λιμάνι, σε λίγο θα κάνουν αυτοί σύλλογο, να μου το θυμηθείτε.
Πέρα απ’ όλα αυτά τα πεζά και ομολογουμένως δυσάρεστα και όχι εύκολα διαχειρίσιμα ζητήματα, που ίσως να μην είχαν θέση εδώ, αλλά εγώ ήθελα να τα πω και τα είπα, το επάγγελμα του ξεναγού είναι ένα πολύ ευχάριστο και ενδιαφέρον επάγγελμα που κάθε μέρα σε προκαλεί να ακονίσεις την υπομονή σου, βασικά. Οι περισσότεροι ξεναγοί, για κάποιο λόγο, θαρρούνε πως είμαστε ο πυλώνας του κόσμου, μισό σκαλί κάτω από τους πρέσβεις της UNESCO.
Η πραγματικότητα είναι πως είμαστε μισό σκαλί κάτω από τον οδηγό του λεωφορείου. Δύσκολο να το παραδεχτείς, εύκολο να το δεις να συμβαίνει.
Φυσικά, πρέπει να διαβάσουμε πολύ, φυσικά πρέπει να ξέρουμε πολλά και να μπορούμε να απαντήσουμε σε κάθε πιθανή και απίθανη ερώτηση, αλλά αυτό γίνεται, και με λίγη φαντασία γίνεται, μη νομίζετε. Το μεγαλύτερο κομμάτι της δουλειάς, όμως, είναι η διαχείριση των ανθρώπων. Πολλές φορές μπερδευόμαστε και νομίζουμε πως εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου, όχι, όμως, το κέντρο του κόσμου κανονικά θα έπρεπε να είναι αυτοί, που ήρθανε από την άλλη άκρη του κόσμου κι έδωσαν τα ωραία τους λεφτάκια για να δούνε την όμορφη χώρα μας. Υπομονή, λοιπόν, μόνο υπομονή. Και, αγάπη μόνο. Το δύσκολο δεν είναι να μάθεις τις λέξεις στην ξένη γλώσσα, το δύσκολο είναι να λες τις ιστορίες σου και να τους κάνεις να περνάνε όμορφα. Όταν μου λένε πωπω, πόσα πολλά ξέρεις, δε χαίρομαι τόσο όσο όταν μου λένε, πωπω, τι όμορφα τα λες. Και το καλύτερο πράμα που έχω ακούσει, γιατί, να ‘ναι καλά τα γλυκούλια μου, έχω ακούσει πολλά καλά, είναι από ένα ζευγάρι που μου είπανε πως έκανα το μήνα του μέλιτος ακόμα πιο αξέχαστο. Σημειωτέον, παρακαλώ, πως τη μέρα που είχα αυτό το ζευγάρι στο γκρουπ, μιλώντας εγώ κάποια στιγμή στο μικρόφωνο δε μπόρεσα δυστυχώς να συγκρατηθώ και ρεύτηκα. Στο μικρόφωνο. Νομίζω πως ακόμα γελάνε. Ε, βέβαια, πώς να με ξεχάσουν μετά;
Τελοσπάντων, όπως όλοι οι ξεναγοί, έχω άπειρες ιστορίες να διηγηθώ, ας μην τις πω όλες τώρα, θα γράψω ένα βιβλίο κάποτε. Προς το παρόν, θα συμμαζευτώ να τελειώσω γιατί μπορεί, τώρα μόλις μου πέρασε από το μυαλό αυτή η σκέψη, να μη σας νοιάζουν όλα αυτά!
Την επόμενη φορά που θα δείτε ένα λεωφορείο με τουρίστες να περνάει, ρίξτε μια ματιά στη θέση δίπλα στον οδηγό κι αυτόν τον άνθρωπο που κάθεται εκεί και κρατάει ένα μικρόφωνο, σίγουρα θα το κρατάει, γιατί ξέρετε τα μικρόφωνα των λεωφορείων έχουν μια κόλλα ειδική και μόλις το πιάσεις στα χέρια σου μετά κολλάει και δεν το αφήνεις ο κόσμος να χαλάσει, αυτόν λοιπόν, σκεφτείτε τον για λίγο, όχι για τη γνώση ή για την επίδειξη αυτής, αλλά για την υπομονή, την ψυχραιμία, την ευελιξία και τα σιχτιρίσματα που ρίχνει από μέσα του.

Πάω τώρα να γιορτάσω την Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Μεγάλη ζημιά μας έχει κάνει ο Χαρούκι.

Η φρενίτιδα της δίαιτας Ντουκάν συνεχίζεται, το πίτουρο ρέει σε άφθονες ποσότητες, τώρα θα κολλήσει κι η Μαρίνα και στο τέλος θα γίνουμε όλες μοντέλα. Βέβαια, εγώ προσωπικά, είναι πιο πιθανό να γίνω δυσκοίλια, αλλά εντάξει, αυτό είναι too much information, που λέμε και στη Λαμία.
Πέραν τούτου, κρυώνουμε. Άλλος ένας τρόπος, βέβαια, να χάσουμε θερμίδες. Εδώ, στα νότια προάστια, πάντως, το κρύο δεν είναι τόσο αισθητό, και η σκληραγωγημένη, πιονέρα, αγωνιστική γράφουσα πήγε για τρέξιμο μία ολόκληρη φορά αυτή τη βδομάδα. Δε θα πήγαινα ούτε αυτή τη μία, το ομολογώ, αλλά ας όψεται ο Χαρούκι, που έχει γράψει ένα βιβλίο που λέγεται «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο». Τώρα, φανταστείτε το: και Χαρούκι και τρέξιμο στο ίδιο βιβλίο, έπαθε πλάκα η δικιά σου, εγώ δηλαδή. Και το διαβάζω μέσα στα λεωφορεία και τα τραμ και όλες οι φυλές του κόσμου κάθονται δίπλα μου. Αγχώθηκα, λοιπόν, με στενοχώρησε ο Χαρούκι καθώς περιέγραφε την αφοσίωσή του στο τρέξιμο, το αυστηρό πρόγραμμα που είχε βάλει στον εαυτό του, καλά, ας μη μιλήσουμε για χρόνους και αποστάσεις, γιατί θα κλάψουμε και σκεφτόμουν εγώ πόσο το έχω παρατήσει και ευαισθητοποιήθηκα λοιπόν και σηκώθηκα και πήγα.
Διάβασα κάτι που πολύ με άρεσε σ’ αυτό το βιβλίο. Έλεγε ο Χαρούκι ότι και αυτός βαριέται καμιά φορά να πάει για τρέξιμο και δεν έχει όρεξη κι αναρωτιόταν αν το παθαίνουν και οι μεγάλοι αθλητές, οι κανονικοί δρομείς ή μόνο οι γιαλαντζί τεμπελιάζουν. Ρώτησε λοιπόν, ένα Ιάπωνα μαραθωνοδρόμο, ο οποίος, λέει, τον κοίταξε σα να του έκανε την πιο ηλίθια ερώτηση στον κόσμο και του απάντησε «φυσικά!», ε, τότε κι ο Χαρούκι σκέφτηκε έναν τρόπο να κινητοποιεί τον εαυτό του για τρέξιμο. Με συμπαθάτε για την πολυλογία, αλλά θα παραθέσω εδώ τα ίδια τα λόγια του Χαρούκι, διότι φτάνει πια να κατακρεουργώ τη λεπτή γλώσσα του ανθρώπου.
«Όποτε αισθάνομαι ότι δεν έχω όρεξη να τρέξω, κάνω πάντα την ίδια ερώτηση στον εαυτό μου: έχεις καταφέρει να ζεις γράφοντας μυθιστορήματα, να δουλεύεις στο σπίτι σου, να φτιάχνεις εσύ το πρόγραμμά σου όπως θέλεις, ώστε να μην είσαι αναγκασμένος να στριμώχνεσαι κάθε πρωί στο τρένο ή να χάνεις την ώρα σου σε βαρετά συμβούλια. Το συνειδητοποιείς πόσο τυχερός είσαι; (Πιστέψτε με, το συνειδητοποιώ.) Σε σχέση μ’ αυτό, δεν είναι τίποτα να τρέξεις μια ώρα στη γειτονιά, έτσι δεν είναι;»
Αυτό, λοιπόν, τον παρακινεί και ξεκινάει για το τρέξιμό του. Εγώ, βέβαια, καμία σχέση, ζω λέγοντας ως επί το πλείστον ψεύτικες ιστορίες σε τουρίστες, αλλά τέλοσπαντων, βρήκα κι εγώ έναν τρόπο να ξεκινάω το τρέξιμο, λέω αν δεν τρέξω, θα είμαι άξια της μοίρας μου. Έτσι, πάω για τρέξιμο, όχι πολύ συχνά, αλλά πάντως πάω. Κοιτάω τους γλάρους, ένας μελαψός ευγενής κύριος που περιμένει στη στάση του τραμ μου λέει καλημέρα κάθε μέρα, αναρωτιέμαι αν αυτό που βλέπω απέναντι είναι η Καστέλλα, φωτογραφίζω την άμμο και τους φοίνικες για το instagram και κάπου εκεί ανάμεσα, τρέχω κιόλας. Η πλάκα είναι που λόγω του θέματος στο instagram (running morning), με ακολουθάνε διάφορα φρικιά του φίτνες και γεμίζει η οθόνη με κάτι φουσκωτούς και κάτι τουρλωτά οπίσθια.
Κι έτσι περνάει η ζωή. Μετά, γυρίζω σπίτι και για την υπόλοιπη μέρα ζωγραφίζω, θα έλεγε κανείς με τόσο ζωγραφικό διαλογισμό που έχω κάνει, θα είχα γίνει γκουρού του ζεν ως τώρα. Αμ δε. Ακόμα παραπαίω ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μαλακία, ξύνω τα μολύβια μου και με τα σκουπίδια φτιάχνω πεταλούδες, μασουλάω πίτουρα και έχω αρχίσει να μετράω τις μέρες για το νησί. Από τη μία.

Από την άλλη, κρυφά, θα ήθελα να συνεχιστεί η περιπλάνηση στην Αθήνα στο διηνεκές, πόσο τρελαίνομαι να γυρνάω γύρω γύρω στην πόλη και να μαθαίνω ονόματα οδών και μέρη και το μετρό και τα λεωφορεία, δεν ξέρετε. Νομίζω πως αυτό θα ήθελα πολύ να το κάνω σε διάφορες πόλεις, δεν ξέρω πως ζουν οι άνθρωποι μόνο σε μία πόλη ή σε ένα μέρος ολόκληρη τη ζωή τους. Εντάξει, το ξέρω, πρέπει να το κοιτάξω αυτό, θα το κοιτάξω πιο μετά, τώρα ας μαζέψω τα ξύσματα απ’ το πάτωμα.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Τι άλλο θα κάνω.

Αγαπημένοι μου, μακρινοί μου φίλοι και κοντινοί, ποτέ δε φημιζόμουν για την επιμονή μου, κι αυτό καθρεφτίζεται στο ιστολόγιο, το οποίο ωστόσο παρά το γεγονός ότι εγώ το έχω παρατήσει στη μοίρα του, σαν κουταβάκι στα σκουπίδια, επίμονο, ανθεκτικό και καρτερικό είναι εδώ κι έρχεται στα όνειρά μου και με παρακαλεί να το μαζέψω από τα σκουπίδια και να γράψω πάλι.
Ο Βασίλης λέει πως δε γράφω γιατί περνάω καλά. Η αδελφή μου λέει ότι είμαι τεμπέλα. Η Στέλλα λέει ότι δε βάφω καλά τα φρύδια μου. Η Ελένη, ότι γεράσαμε, η Μαρίνα, ότι θα γεράσουμε σύντομα κι η Βίβιαν με το Στέφανο λένε Καλά Χριστούγεννα: τη γαλοπούλα που είχαν αγοράσει πριν από 4 χρόνια για να τη μαγειρέψουν εκείνα τα Χριστούγεννα, τη μαγείρεψαν χτες. Προφανώς η γαλοπούλα ήταν βαλσαμωμένη, για ν’ αντέξει τόσα χρόνια στην κατάψυξη.
Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, πιστεύω πως δε γράφω κυρίως γιατί βαριέμαι και γιατί φοβάμαι πως θα γεράσω. Στο ενδιάμεσο, περνοδιαβαίνω στην Αθήνα, μελετώ ενδελεχώς τα ΜΜΜ, έως τα παίζω στα δάχτυλα και μην κοροϊδεύετε, κάνω τον τουρίστα με τεράστια επιτυχία και ξοδεύω σα να μην υπάρχει αύριο.
Αυτό όμως που μονοπωλεί το χρόνο μου τις τελευταίες μέρες είναι μια δίαιτα. Δε μπορώ να σας περιγράψω πόσες ώρες έχω περάσει στην κουζίνα μαγειρεύοντας γι’ αυτή τη δίαιτα και πόσα πειράματα έχω κάνει. Τη Δευτέρα είναι μέρα ζυγαριάς, όπως στα σφαγεία, και την Τρίτη μέρα μετάνοιας και προσευχής. Αν δεν έχει πέσει η ζυγαριά (όχι από το μπαλκόνι, γιατί είναι ξένη), θα πλακωθώ στις πίτσες και σε κάθε μπουκιά θα μουτζώνω τον Ντουκάν. Ο Ντουκάν είναι ο εμπνευστής της δίαιτας, προς ενημέρωσή σας, ο οποίος έχει στοιχειώσει με τη σειρά του τα όνειρά μου. Μαγειρεύω, ψήνω, διαβάζω, υπολογίζω, μετράω, ζυγίζω, τι να σας λέω. Ας είναι καλά μια κοπέλα που έφτιαξε ένα ιστολόγιο γι’ αυτή τη δίαιτα κι έχει γίνει το ευαγγέλιό μας.
Βασικά, τώρα βαριέμαι να σας περιγράψω όλη τη δίαιτα, καλά, δε γίνεται κιόλας. Τεσπαν, το θέμα είναι πως τρως κυρίως πρωτεϊνη, δηλαδή κρέας, αυγά, γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά. Δεν ξέρω αν ξέρετε, όμως, αυτή η διατροφή είναι μεν πολύ καλή για να χάσεις λίπος και να κερδίσεις μυική μάζα (Παναγία μου, ποιος θα μου δώσει το πτυχίο του διατροφολόγου δεν ξέρω) αλλά δημιουργεί δυσλειτουργία σε διάφορα απαραίτητα για τη ψυχική σου ηρεμία συστήματα του ανθρώπινου σώματος. Ως εκ τούτου, πρέπει απαραιτήτως να τρως πίτουρο. Ναι. Πίτουρο. Βρώμης και σταριού. Σε όποιον το λέω, γελάει τουλάχιστον 3 λεπτά. Εγώ, πάντως, δε γελάω καθόλου, διότι κουβαλήθηκα μέχρι ένα παντοπωλείο στην Πατησίων να βρω τα πίτουρα. Τι να σας πω; Ότι έχω φτιάξει μπριός, ρολάκια κανέλας, ψωμί για τοστ, μπιφτέκια με τα πίτουρα; Θεέ μου, να με άκουγαν αυτοί που στην Κατοχή τρώγανε πίτουρα από ανάγκη… Ντροπή.
Κάθε μέρα, βγαίνω γύρα στα σούπερ μάρκετ, να βρω διάφορα περίεργα πράματα για τη δίαιτα, που επιπλέον είναι και πανάκριβα. Τα μισά λεφτά από τη σεζόν έχουν πάει υπέρ δίαιτας. Χαλάλι. Τουλάχιστο γελάμε. Την προηγούμενη βδομάδα, περπάτησα είκοσι λεπτά να πάω σ΄ένα σούπερ μάρκετ που είχε ένα ειδικό τυρί. Είδα όλο το Παλαιό Φάληρο, πολύ ωραία περιοχή, όμορφες πολυκατοικίες, καταπράσινες! Φυσικά, το τυρί δεν το είχε το σούπερ μάρκετ κι επειδή ντράπηκα να φύγω έτσι χωρίς να πάρω τίποτα, πήρα μια χλωρίνη, δυο γάλατα και τρία γιαούρτια και τα κουβαλούσα μέχρι το σπίτι, η ηλίθια. Δε μου ΄κοψε να πάρω ένα σακουλάκι κανέλα. Στο δρόμο έφαγα το ένα γιαούρτι και παραλίγο να πιω και τη χλωρίνη από την απελπισία μου.
Ε, να, με τούτα και με κείνα, περνάει ο καιρός εδώ. Θα προσπαθήσω ειλικρινά να γράψω πάλι σύντομα, να σας πω πόσο μου αρέσει η Αθήνα και πόσο μου αρέσει να βλέπω τη θάλασσα και την Ακρόπολη κι ότι φυσικά χαίρονται τα γλυκούλια που έρχονται από την άλλη άκρη του κόσμου εδώ.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Το τραπέζι της κουζίνας.

Ήθελα να γράψω «έτσι είμαστε οι γυναίκες», αλλά θα θυμώσετε.
Έτσι είμαι εγώ, λοιπόν, τέτοια κάνω. Μαγειρεύω, φτιάχνω μελομακάρονα και κουλουράκια χριστουγεννιάτικα, ψωνίζω μικρά δωράκια σε σχήμα καρδιάς. Πλένω τα πιάτα, βάφω τα νύχια μου, ένα διαφορετικό, πάντα, το δάχτυλο με το δαχτυλίδι έχει άλλο χρώμα το νύχι, να ξεχωρίζει, λες και δεν είναι σημάδι ήδη, βαθύ, πικρό, κλαμένο, αυτό το δαχτυλίδι.
Και μετά, κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας, περιμένω να στεγνώσουν τα νύχια μου, διαβάζω, αυτά τα τραπέζια της κουζίνας, πόσα έχουν ακούσει, δει, υποφέρει, τα τραπέζια της κουζίνας να τα προσέχετε, είναι σημαντικά αντικείμενα, πάντα υπάρχει ένα τραπέζι της κουζίνας, να σε κρατήσει όταν πας να πέσεις, να χτυπήσεις το χέρι σου, να ακουμπήσεις τον πωπό σου όταν γελάς, να πετάξεις το κινητό όταν θυμώνεις, να ακουμπήσεις τον καφέ και τους αγκώνες, να σταυρώσεις τα χέρια όσο περιμένεις να στεγνώσουν τα νύχια σου.
Κάθομαι, που λέτε, στο τραπέζι της κουζίνας και περιμένω. Μου αρέσει να περιμένω. Έτσι, περιμένοντας, νιώθω καμιά φορά όλες τις γυναίκες όλων των εποχών όλου του κόσμου μέσα μου. Ξέρεις αν θα έρθει ή όχι, το ξέρεις, άσχετα που δεν το λες ποτέ στον εαυτό σου. Η αναμονή, όμως, έχει σημασία, μη τη βλέπετε βαρετή και ανούσια. Περιμένεις, στεγνώνουν τα νύχια, τα πιάτα στη σίτα, τα μάτια. Μου αρέσει να περιμένω. Το σπίτι, ήσυχο, καθαρό, τακτοποιημένο, το τραπέζι της κουζίνας γυαλισμένο, περιμένει μαζί μου υπομονετικό και καρτερικό, οι δρόμοι έξω σκοτεινοί και σιωπηλοί υποδέχονται τα βήματα, όταν έρχονται.
Γι’ αυτό ήθελα στην αρχή να γράψω «έτσι είμαστε οι γυναίκες». Γιατί πάντα, σε κάθε χώρα, σε κάθε ιστορία, σε κάθε επανάσταση, κάθε βράδυ, παντού, υπάρχει μια γυναίκα που περιμένει μέσα σε ένα σπίτι. Αυτή η αναμονή δεν είναι θλιβερή, είναι η ζωή η ίδια, κλείνει αντοχή και ανυπομονησία, είναι η ανάσα του κόσμου, μη σας πω το ροχαλητό του κόσμου. Περιμένεις, έτοιμη, γυναικεία, ζωντανή, στη μέση των πάντων. Περιμένω σα γυναίκα.
Μη μου πείτε ότι ποτέ δεν έχετε περιμένει έτσι, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας.

Έτσι είμαστε οι γυναίκες.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Ο επιπλέων κόσμος.

Μάρτυς μου ο Θεός, προσπαθώ κάθε γαμημένη μέρα να γράψω. Excuse my language, αλλά δεν τα καταφέρνω. Πάντα κάτι γίνεται και δε γράφω ποτέ.
Αλλά, να, αυτή τη φορά, για άλλη μια φορά σ’ αυτή την, όχι, μωρέ, δε θα την πω άθλια, να την πω μάταιη, μπα, κι αυτό βαρύ είναι, θα την πω επιπλέουσα, σαν το floating world των Γιαπωνέζων αστών, σ’ αυτή λοιπόν τη ζωή που επιπλέει, γι’ άλλη μια φορά ένα βιβλίο ήρθε και βούλιαξε.
Βασικά, δεν ήταν ένα το βιβλίο, ήταν δύο, αλλά έτσι είναι με τα βιβλία: δε μπορείς να τα εμπιστευτείς ποτέ. Ή που θα είναι απλώς λέξεις τυπωμένες στο χαρτί ή που θα είναι καταιγισμός. Και ποτέ δεν είναι μόνο ένα. Ποτέ. Μην ακούτε που λένε, ένα βιβλίο μου άλλαξε τη ζωή και το αγαπημένο μου βιβλίο και τέτοια, τα βιβλία είναι σαν τις προτάσεις για έξω, ή δε θα υπάρχει κανένα ή θα υπάρχουν δύο τουλάχιστον.
Το ένα βιβλίο, φυσικά, αβίαστα και αβασάνιστα, ήταν ο Κάφκα, του Χαρούκι. Να με συμπαθάτε που αναφέρομαι στους συγγραφείς με τα μικρά τους ονόματα, αλλά δε μπορώ να το βοηθήσω (δεν ξέρω αν το πιάσατε, αν το πιάσατε, είστε φίλοι μου, αν όχι, σπεύστε να γίνετε), είναι σα να τους ξέρω. Το λοιπό, ο Κάφκα στην ακτή, θα κάνω εδώ ένα σπόιλερ, είναι ένας πίνακας. Που επιζεί, επιπλέει και ταξιδεύει στο χρόνο, παρασύροντας μαζί του τον ήρωα του βιβλίου. Βέβαια, να τα λέμε κι αυτά, σιγά μην υπάρχει σε βιβλίο του Χαρούκι μόνο ένας ήρωας, αλλά τελοσπάντων, χάριν ευκολίας, ας πούμε έτσι. Ο ήρωας είναι ο δεκαπενταετής Κάφκα Ταμούρα, που φεύγει από το σπίτι του για να αποφύγει την εκπλήρωση της προφητείας που του κοπανούσε ο πατέρας απ’ όταν ήταν μικρός (ο Κάφκα, όχι ο πατέρας): ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα κοιμηθεί με τη μητέρα του. Σας θυμίζει κάτι; Θα διαβάσετε πως το βιβλίο αποτελεί και καλά μια ερμηνεία του μύθου του Οιδίποδα. Δε συμφωνώ. Το βιβλίο μιλάει για την ενδυνάμωση και την ωρίμανση του Κάφκα και για το πως αφήνεις πίσω και συγχωρείς την οικογένειά σου. Για να το κάνεις αυτό, λέει ο Χαρούκι, πρέπει να ταξιδέψεις στο χρόνο. Ο Κάφκα το κάνει αυτό και πληρώνει το τίμημα, διότι όπως έχουμε όλοι πλειστάκις διαπιστώσει επιπλέοντας, τίποτα δεν είναι τζάμπα.
Το άλλο βιβλίο ήταν το 22/11/63, του Στίβεν Κινγκ, το οποίο επίσης περιγράφει, πιο εύληπτα, ας παραδεχτούμε, ένα ταξίδι στο χρόνο. Ένας θλιμμένος φιλόλογος (αυτό που υπάρχουν φιλόλογοι στην Αμερική, εμένα με ξεπερνάει, αλλά ας μη γίνομαι ελιτίστρια) ανακαλύπτει μια ρωγμή στο χρόνο, που οδηγεί στο 1958 και, για διάφορους λόγους, αποφασίζει να πάει εκεί και να μείνει μέχρι το 1963 και να εμποδίσει τη δολοφονία του Κένεντι. Στο παρελθόν, ωστόσο, στη Χώρα του Χτες, που λέει κι ο Στίβεν, όλα γίνονται όπως και στο παρόν και ο φιλόλογος ερωτεύεται τη Σέιντι. Δε θα σας πω τι γίνεται στο τέλος, πρέπει να το διαβάσετε, αλλά θα σας πω πως τα ταξίδια στο παρελθόν είναι όπως όλα τα άλλα ταξίδια. Συναρπαστικά, εύκολα και παντελώς αδύνατον να προβλέψεις τι θα σου κάνουνε στην ψυχή σου.
Σε περίπτωση που αναρωτιέστε πως διάτανο κατάφερα να συνδυάσω τον Στίβεν Κινγκ και το Χαρούκι Μουρακάμι και γιατί, θα σας πω, αυτή είμαι εγώ, διαβάζω όλα αυτά τα πράματα και μου καταστρέφουν το μυαλό. Και οι δύο μιλάνε για ταξίδια στο χρόνο. Με σκοπό να διορθώσεις κάτι. Και οι δύο καταλήγουν στο ότι αν το κάνεις αυτό, υπάρχει μεγάλο τίμημα.
Κι εγώ, δηλαδή, εκεί κατέληξα. Για σκέψου, να μπορούσες να πας πίσω στο χρόνο και να αλλάξεις κάτι, να κάνεις ή να μην κάνεις κάτι ή να εμποδίσεις ή να προτρέψεις, ή δεν ξέρω γω τι. Πόσες ιδέες σας έρχονται, ε; Και πόσο πιστεύετε πως θα βελτιώνατε τον κόσμο ή τη ζωή σας. Ναι, είναι πειρασμός μεγάλος. Αλλά, από την άλλη, έχετε ακούσει για το φαινόμενο της πεταλούδας, σωστά; Λοιπόν, τα βιβλία αυτά λένε πως ισχύει το φαινόμενο της πεταλούδας και πως αν αλλάξεις κάτι στο παρελθόν, έστω και κάτι μικρό, αλλάζεις κάτι πολύ μεγάλο στο παρόν σου, εν ολίγοις ζεις μια τελείως διαφορετική ζωή. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά αντέχουμε στ’ αλήθεια μια τελείως διαφορετική ζωή; Και, διαφορετική προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; Κι οι υπόλοιποι γύρω μας; Και, πως ξέρεις ότι αλλάζεις το σωστό πράμα;
Εγώ προσωπικά, συνεχίζω να επιπλέω στην πραγματικότητά μου, που δημιουργήθηκε εν μέρει από μένα, εν μέρει από σας, εν μέρει από το τζίμλα, την ακατανίκητη δύναμη του τυχαίου. 
Για άλλη μια φορά οι Ιάπωνες αποδεικνύονται σοφοί. Πρώτοι αυτοί μίλησαν για τον επιπλέοντα κόσμο, που τον έκρυψαν κάτω από την ερμηνεία της τρυφηλότητας, της καλοπέρασης και της ματαιότητας αλλά θαρρώ πως στην πραγματικότητα μιλούσαν για το αναπόδραστο της πορείας και το ακατανίκητο της συνέχειας και το γοητευτικό του δρόμου. Τραβάμε το κουπί μας, λοιπόν, επιπλέουμε στα ποτάμια των ζωών μας και αγναντεύουμε τις όχθες. Μην κοιτάτε πίσω, δε θα δείτε και πολλά, παρά την ομίχλη, κι αν γυρίσετε, με την ελπίδα πως θα πάρετε τη σωστή στροφή αυτή τη φορά, το πιθανότερο είναι πως θα χάσετε τελείως το δρόμο.
Ε, να, αυτά μου κάνουν τα βιβλία! Μη αναστρέψιμη βλάβη.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.




Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Je ne sais plus ce que je suis.

Ξεκίνησα να μαθαίνω Γαλλικά όταν ήμουν στην Πέμπτη δημοτικού, κυρίως επειδή είχαν μάθει και οι αδερφές μου (γενικώς, πολλά από τα πράγματα που έκανα στη ζωή μου τα έκανα κυρίως γιατί τα είχαν κάνει και οι αδερφές μου πριν από εμένα, αλλά αυτό είναι ένα άλλο άρθρο). Τα αντιπαθούσα σφόδρα. Στην τάξη των Γαλλικών, όμως, στις αίθουσες του αξέχαστου Γαλλικού Ινστιτούτου Λαμίας, που όσο απίθανο κι αν σας φαίνεται, υπήρχε και ανθούσε, ω, ναι, εκείνα τα χρόνια η Λαμία ήταν μια άλλη πόλη, αλλά επίσης αυτό είναι ένα άλλο άρθρο, εκεί μέσα λοιπόν γνώρισα τη φίλη μου τη Μαρίνα, που έμελλε να γίνει από τους πιο αγαπημένους ανθρώπους μου επί γης, οπότε τις θυμάμαι με γλύκα. Επίσης, στα Γαλλικά χρωστάω τα περίτεχνα, εντελώς γερτά και ενοχλητικά καλλιγραφικά γράμματά μου, διότι μέρος του μαθήματος, μεγάλο κιόλας, αποτελούσε το να μάθουμε να γράφουμε τις καμπυλωτές και δαντελένιες ουρίτσες του Βίκτορος Ουγκό, σε εκείνα τα τετραγωνισμένα χαρτιά, που είχαν κόκκινες και μπλε γραμμές να διασταυρώνονται κι έπρεπε η ουρά του p να φτάνει σε συγκεκριμένο μήκος και το accent circonflexe να μπαίνει ανάμεσα σε συγκεκριμένες γραμμές και με συγκεκριμένη κλίση.
Αργότερα, παράτησα τα Γαλλικά, διότι ηράσθην το σαξόφωνο και ήρθε και η ώρα των Πανελληνίων και τα ανέσυρα από τη μνήμη μου χρόνια μετά, όταν πήγα στη Σαντορίνη για δουλειά. Περιέργως πως, ενώ πίστευα πως τα είχα πλήρως λησμονήσει, όταν ξεκίνησα τα μαθήματα για να πάρω την άδεια ξενάγησης στα Γαλλικά, αυτά ξεπηδούσαν από το στόμα μου αβίαστα. Έπειτα, έπεσα κατευθείαν στα βαθιά, ξεκίνησα να δουλεύω με τα Γαλλάκια μου και τους Γαλλοκαναδούς μου, δεύτερη μέρα στη Σαντορίνη και στο Ακρωτήρι κι εγώ έκανα δίγλωσσο, φριχτή εμπειρία, παρακαλούσα να εκραγεί το ηφαίστειο και να τελειώσει το μαρτύριό μου.
Σιγά σιγά, με σάλιο και υπομονη, ωστόσο, οι Γάλλοι άρχισαν να καταλαβαίνουν τι τους έλεγα κι εγώ άρχισα να καταλαβαίνω τους Γάλλους και να τους αγαπώ, κι ας λένε ότι θένε οι συνάδελφοι. Φυσικά, εγώ δουλεύω κυρίως με Γαλλοκαναδούς, που μικρή σχέση έχουν με τους Γαλλογάλλους, αλλά και πάλι κάποια επαφή με τους δεύτερους την έχω. Δεν είναι πάντα ευγενικοί, αλλά έχουν κατανόηση, εκτιμούν το χιούμορ και την προσπάθειά σου, γνωρίζουν την Ελλάδα και την ιστορία της και την αγαπούν πολύ. Εγώ προσωπικά με τα Γαλλάκια μου περνάω, τώρα πια, πολύ καλά, κάνουμε εκεί τα γλου γλου μας και διασκεδάζουμε, le crater du volcan και la ville prehistorique και δε συμμαζεύεται. Μέχρι και αστεία τους λέγω και τα καταλαβαίνουν και γελάνε, πάντα με εντυπωσιάζει αυτό!
Γιατί σας τα λέω όλα αυτά
Για να εξηγήσω, στον εαυτό μου κυρίως, γιατί έκλαιγα με λυγμούς όταν είδα τον Πύργο του Άιφελ σκοτεινό και γιατί με συγκλόνισε τόσο το χτύπημα στο Παρίσι και γιατί με επηρέασε τόσο πολύ αυτό, ενώ οι εικόνες και οι ειδήσεις που αφορούν τους πρόσφυγες, τον πόλεμο στη Συρία και όλα τα δυστυχή και άθλια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι ότι δε με συγκλόνισαν και δε με συγκλονίζουν ακόμα, αλλά το χτύπημα στο Παρίσι ήταν χτύπημα στην καρδιά μου. Ακούω και διαβάζω, γιατί είστε μόνο Γάλλοι και Παριζιάνοι και δεν είστε Κούρδοι, Αφγανοί, Σύριοι και πολλά άλλα.
Εγώ προσωπικά, και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, υποθέτω, έχω μια μικρή επαφή με τη Γαλλία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη νοοτροπία των Γάλλων, έχω εικόνες από τη Γαλλία . εκτός αυτού, θεωρώ ότι η Γαλλία, παρά το σωβινισμό και το συντηρητισμό που της καταλογίζουν, είναι μια χώρα προοδευτική, ανοιχτόκαρδη, με βαθιές ρίζες στη δημοκρατία και την ελευθερία. Και ότι οι Γάλλοι είναι ως επί το πλείστον μορφωμένοι, σκεπτόμενοι, πνευματώδεις άνθρωποι. Εν πάση περιπτώσει, την έχω, με διάφορους τρόπους, στην καρδιά μου τη Γαλλία. Είναι δύσκολο να νιώσω έτσι για τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Κουρδιστάν. Αντιλαμβάνεστε τι εννοώ; Δεν γίνεται να είσαι τόσο πολύ πολίτης του κόσμου, κάπου συρρικνώνεται η παγκόσμια συνείδησή σου. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι αναισθητοποιείσαι.
Επιπλέον, είναι και το γεωγραφικό ζήτημα. Η Ευρώπη είναι ο χώρος αναφοράς μου, τις ευρωπαϊκές χώρες γνωρίζω, γι’ αυτές έμαθα στο σχολείο, όπως και να το κάνουμε. Και η Γαλλία είναι κοντά μου, στο Παρίσι έχω πάει, στο Μονπελιέ έχω στείλει γράμματα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, το χτύπημα στο Παρίσι ήταν ένα χτύπημα και στη δική μου καρδιά και ασφάλεια. Γι’ αυτό κλαίω και μουδιάζω όταν βλέπω εικόνες και διαβάζω μαρτυρίες. Γι’ αυτό πιστεύω πως τα πράγματα δεν είναι απλά και κάτι αλλάζει τώρα πια στον κόσμο μου. Μη λέτε πως είναι υποκρισία, είναι αναπόφευκτο, αυτό που συμβαίνει κοντά σου σε συγκλονίζει και σου μένει αξέχαστο, αναγκαστικά, όλοι ζούμε στον κόσμο μας.
Και κάτι άλλο έχω να πω. Δεν είναι μόνο στην Ελλάδα που πάθαμε αυτόν τον συγκλονισμό. Σε όλες τις ευρωπαϊκες χώρες οι άνθρωποι ταρακουνήθηκαν, γιατί, και να κοροϊδεύετε όσο θέλετε και να με πείτε και αφελή, δε με νοιάζει, όσο και να τρίζει αυτό το κατασκεύασμα που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, εμείς, οι άνθρωποι που ζούμε σε αυτή τη γη, δεν είμαστε μόνο ότι μας λέει το έθνος μας, αλλά είμαστε και Ευρωπαίοι. Κι αυτό το αίσθημα της εγγύτητας στους Γάλλους, οφείλεται στην κοινή συνείδηση που έχουμε, διότι την έχουμε κι ας την αρνιόμαστε με όλη τη δύναμη του πνεύματος μας. Αιώνες τώρα, είμαστε και ζούμε μαζί. Αιώνες τώρα, οι συγγραφείς και οι ζωγράφοι και οι ποιητές και οι αρχαιολόγοι και δεν ξέρω γω ποιοι άλλοι της Ευρώπης αναμετάξυ τους τσακατίζονται και αγαπιούνται και κοιτάζονται.
Θαρρώ πως αυτό δείχνει όλη αυτή η δραστηριότητα στο ίντερνετ. Το χτύπημα στο Παρίσι μας φόβισε όλους και ένας τρόπος να δεχτούμε και να αντέξουμε αυτόν τον φόβο είναι να νιώσουμε μέρος ενός συνόλου, να κοιτάξουμε δίπλα μς και να δούμε κι άλλα φοβισμένα μάτια. Εγώ, προσωπικά, αυτό δεν το θεωρώ κακό, το θεωρώ γόνιμο.

Κι επειδή τώρα το παράκανα, μέχρι που πείνασα και λίγο, σας αφήνω και ως συνήθως, σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας.