Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Φτάσαμε, φτάσαμε, τα αγόρια βράσαμε.



Αχα, να, είδατε, ξαναγράφω μετά από μία εβδομάδα. Τουλάχιστον, μπόρεσα να κρατήσω αυτή την υπόσχεση. Δεν ξέρω ακόμα αν θα μπορέσω να κρατήσω την άλλη, δηλαδή, να βρω ένα στυλ γι’ αυτό το έρμο ιστολόγιο, αλλά το να ξεκινάς κρατώντας μία υπόσχεση είναι καλό σημάδι και μια καλή αρχή και, όπως έλεγαν οι αρχαίοι υμών, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Το άλλο ήμισυ, βέβαια, είναι η συνέχεια, κι αυτό ποτέ κανείς δε μας το είπε, γενικώς, ποτέ δε σου το λένε και σε αφήνουν να παραδέρνεις στην αρχή, νομίζοντας ότι κοντεύεις στο τέλος, ακριβώς όπως συμβαίνει με τις προτάσεις που φτιάχνω-κι έρχομαι εδώ να επισημάνω για άλλη μια φορά την αδυναμία μου στο μακροπερίοδο λόγο, που αντιλαμβάνομαι ότι είναι απαιτητικός και δύσκολος, αλλά έτσι είναι, αγαπητοί, όταν συναγελάζεσαι με έναν λογοτέχνη: ακονίζεις την αναγνωστική σου ικανότητα.
Το λοιπό, να, εδώ, στο νησί. Επιστρέψαμε. Και, όπως σοφά παρατήρησε η Ευγενία, αυτό εδώ το μέρος έχει μια φοβερή ιδιότητα: όταν φεύγεις, είναι σα να μην είχες έρθει ποτέ, τα ξεχνάς, όλα, τα σβήνεις, κι όταν έρχεσαι, είναι σα να μην είχες φύγει ποτέ, είναι όλα ίδια, σα να μην πέρασε μια μέρα. Η καλντέρα μαυρολογάει, τα βράχια υψώνονται, οι Κινέζοι φωτογραφίζονται, οι δρόμοι σκάβονται. Ο κύριος Νίκος είναι πάντα ψηλός και μιλάει στο τηλέφωνο (μια μέρα θα αφιερώσω ένα ολόκληρο άρθρο στον κύριο Νίκο, είναι ένας απίθανος άνθρωπος, σκέφτομαι φέτος να τον εντάξουμε στην εκδρομή, ως ατραξιόν του νησιού), η Τάνια πάντα τρέχει να προλάβει κάτι, η Ευγενία πάντα θέλει να μαυρίσει κι εγώ πάντα τεμπελιάζω σε βαθμό αυτοκτονίας, αγναντεύοντας την Ανάφη.
Φτάσαμε στη Σαντορίνη ένα βροχερό απόγευμα και ήταν ακριβώς τόσο θλιβερό όσο ακούγεται.
Δεν υπάρχει χειρότερη στιγμή να φτάσεις κάπου, απ’ ότι ένα βροχερό απόγευμα, εκτός κι αν αυτό το κάπου είναι ένα ζεστό, στεγνό, φιλόξενο σπίτι, του γκόμενού σου, κατά προτίμηση, όπου σε περιμένει ένας μεγάλος ωραίος καφές (δεν ξέρω τι νομίζατε ότι θα γράψω). Στην περίπτωσή μας, ωστόσο, αυτό δεν ίσχυε. Αντιθέτως, φτάσαμε στα κρύα, υγρά, άδεια σπίτια μας, όπου μας περίμενε μια ωραία μεγάλη βρώμα, τα οποία σπίτια κάποιοι βάλθηκαν πάραυτα να καθαρίσουν και κάποιοι άλλοι απλά τα αγνόησαν και πήγαν για φαγητό. Μαντέψτε ανάμεσα σε ποιους κάποιους ήμουν εγώ. 
Με τα πολλά, καθάρισα κι εγώ, πανευτυχής διότι, ως προνοητικός Ταύρος, είχα αφήσει όλα τα καθαριστικά και τα χαρτικά ανέγγιχτα: με πόση χαρά θυμήθηκα τη μαθητεία μου δίπλα στην αξεπέραστη νοικοκυρά, τη μητέρα, η οποία, κάθε φορά που φεύγαμε από το εξοχικό, με υποχρέωνε να τακτοποιήσω σχολαστικά και να καθαρίσω, σκεπάσω, αποθηκεύσω τα πάντα, ώστε όταν ξαναπηγαίναμε, τα βρίσκαμε όλα στη θέση τους, απλά με αράχνες. Έτσι, λοιπόν, χάρη σε όλα αυτά τα τελευταία φθινοπωρινά απογεύματα στο Φανό, που εγώ φυσικά θα προτιμούσα να τα περάσω αποχαιρετώντας την παραλία ως γνήσια έφηβη, κοιτώντας στοχαστικά και κενά τη θάλασσα, αλλά τα περνούσα συμμαζεύοντας το σπίτι, το σπίτι μου στη Σαντορίνη με περίμενε ήσυχο, καθαρό και τακτοποιημένο. Το μόνο πρόβλημα που αντιμετώπισα είναι πως τα μισά παράθυρα έχουν σκεβρώσει και δεν ανοίγουν κι επίσης η πόρτα έχει σκεβρώσει και ανοιγοκλείνει με κλωτσιές. Δεν κλειδώνω, διότι ο επίδοξος κλέφτης δεν παίζει να μπορέσει να ανοίξει τη σκεβρωμένη πόρτα με τίποτα.
Τώρα πια, σε ένα καθαρό, ασφαλές σπίτι, τεμπελιάζω και κόβω φρουτάκια με την ησυχία μου.
Να σκεφτείτε, τόσο γρήγορα προσαρμόστηκα, που χτες πήγα και στον κινηματογράφο, βέβαια! Έχει εδώ μια κινηματογραφική λέσχη, σε ένα οινοποιείο στη μέση του πουθενά, όπου κάνει μαύρο ψόφο-καλά, παντού στη Σαντορίνη κάνει μαύρο ψόφο. Σ’ αυτή την κινηματογραφική λέσχη, όπως σε κάθε κινηματογραφική λέσχη που σέβεται τον εαυτό της συχνάζουν οι κουλτουριάρηδες του νησιού και οι ελάχιστοι, πλην υπαρκτοί, αναρχοαυτόνομοί του, κι εγώ κι η Τάνια. Με μεγάλη επιτυχία, παρακολουθήσαμε την ταινία «Η ζωή της Αντέλ». Σήμερα, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, κατέληξα πως η ταινία μου άρεσε, αν και ήταν λίγο αργόσυρτη. Αλλά, ήταν μια γαλλική ταινία και οι γαλλικές ταινίες συνήθως είναι αργόσυρτες. Κατά τη γνώμη μου, η ταινία θα έπρεπε να λέγεται «Η σεξουαλική ζωή της Αντέλ» διότι, δεν ξέρω αν ξέρετε, αυτό πραγματεύεται. Είδαμε πολλά πράγματα, μερικά εκ των οποίων δύνανται να φέρουν κάποιους σε αμηχανία. Μην τη δείτε με τη μαμά σας, για παράδειγμα. Επίσης, η ταινία έδειχνε συνέχεια δείπνα, γεύματα και γενικώς φαγοπότια, ως επί το πλείστον με μακαρονάδες. Ως εκ τούτου, όταν τελείωσε η ταινία, στη 1 το πρωί, όλο το σινεμά έψαχνε να βρει μια μακαρονάδα να φάει. Πουθενά. Είχαν κλείσει όλα, ακόμη και το Yogi Gyros, αξεπέραστη αξία στην πλατεία των Φηρών.
Με τούτα και με κείνα, πέρασε η πρώτη δύσκολη στιγμή στη Σαντορίνη. Οι επιστροφές έχουν δύσκολες και εύκολες στιγμές, όπως και τα φευγιά. Επειδή, όμως, η ζωή μου εμένα, όπως και οι δικές σας, φαντάζομαι, είναι γεμάτη από φευγιά κι επιστροφές, πρέπει να μάθω να αντιμετωπίζω τις δύσκολες και να χαίρομαι τις εύκολες. Όσο ζω, μαθαίνω, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος. Τώρα πάω να δω σάνσετ με την Ευγενία. Σας αγαπώ όλους. Και μου λείπετε. Ήδη.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Ε, να, με τούτα και με κείνα, πέρασε ένας μήνας.



Ειλικρινά, θα κάνω μια σοβαρή προσπάθεια να κυνηγήσω το όνειρό μου, που είναι να γράφω λίγο κάθε μέρα-βέβαια, εμένα αυτό το λίγο κάθε μέρα (μου το έλεγε και μια δασκάλα μου στα ρωσικά, κάποιος Ρώσος συγγραφέας, δε θυμάμαι ποιος, ο Τολστόι νομίζω, έλεγε ότι για να μάθεις μια ξένη γλώσσα πρέπει κάθε μέρα να διαβάζεις λίγο, να γράφεις λίγο και να ακούς λίγο-τρίχες, εγώ ποτέ δεν τα έκανα αυτά, γι’ αυτό και δεν έμαθα ρωσικά) καθόλου δε με βολεύει, αλλά καμία σοβαρή προσπάθεια ποτέ δεν περιλαμβάνει κάτι που σε βολεύει. Οπότε, θα αποδυθώ στη σοβαρή μου προσπάθεια, με την προσήλωση και την αφοσίωση που δείχνουν η Εμμανουέλα και ο Τριαντάφυλλος στην Πέππα το γουρουνάκι.
Λοιπόν, φεύγω σε λίγες μέρες, επιτέλους, Παναγία μου, θα πάω στο νησί, στη βραχονησίδα, κάτι έχω με τα νησιά, από σπόντα γεννήθηκα στη στεριά εγώ, θα ξαναντικρίσω τα ανεμοδαρμένα ύψη και τα καλντερίμια και την Τάνια, επιτέλους, πέρασε αυτός ο βαρύς, ασήκωτος, ατελείωτος, νοτισμένος και πικραμένος, σαν τραγούδι του Μάλαμα, χειμώνας-καλά, δεν πέρασε τελείως, εδώ κάνει κρύο και βρέχει λες και είναι Νοέμβριος.
Λοιπόν, θα σας πω 5-6 άσχετα, ως συνήθως, κι από την επόμενη φορά, όμως, θα προσπαθήσω να αλλάξω το ύφος του ιστολογίου, διότι νομίζω πως γι’ αυτό έχει υπάρξει, έτσι, αυτή η ύφεση και η κοιλιά και η έλλειψη αναρτήσεων: διότι το ιστολόγιο πρέπει να αλλάξει ύφος ή μάλλον να βρει επιτέλους ένα. Που θα πάει, θα το καταφέρω. Και μόνο που το έχω κρατήσει όλα αυτά τα χρόνια και τους μήνες και τις βδομάδες, εμένα με γεμίζει υπερηφάνεια, το ιστολόγιο είναι το παιδί μου (και τώρα θυμάμαι κάτι παλιούς φίλους των αδερφών μου, που εμένα από τότε μου φαινόντουσαν εντελώς ηλίθιοι, οι φίλοι, όχι οι αδερφές μου, ζευγάρι, όταν εγώ ήμουν καμιά 11, 12, που λέγανε ότι η θάλασσα θα είναι το παιδί τους κι η αδερφή μου τους κορόιδευε και τους έλεγε: πωπω, που θα βρίσκετε παντελόνια για το παιδί σας;).
Κάτι άλλο που μπορεί να σας ενδιαφέρει ή και όχι, αλλά εικάζω ότι σας ενδιαφέρει, ειδικά αν κυκλοφορείτε με αυτοκίνητο, κάτι εξαιρετικά πιθανό, είναι πως πήρα το δίπλωμα οδήγησης. Παρά τα κακεντρεχή σχόλια διαφόρων (δεν υπάρχει κράτος, μας είπε η Μαρίνα, τα δίνουνε τα διπλώματα όπου βρούνε), το πήρα το δίπλωμα, αυτοκίνητο, βέβαια, δεν κατάφερα ακόμα να πάρω, μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι, τον Οκτώβριο, που θα γυρίσω από τη βραχονησίδα και θα κυκλοφορώ ανά την Ελλάδα, θα σας ενημερώσω να ξέρετε να φυλάγεστε (ασφλάουσαν, που είπε κι ο Ντάισελμπλουμ στον Υπουργό Οικονομικών της καρδιάς μας).
Επίσης, θα σας μιλήσω για το τρελό γουικέντ στου Μπέρνι που πέρασα με τα 4χρονα δίδυμα ανίψια μου, τα οποία πλέον λένε, βλέπουν και καταλαβαίνουν τα πάντα. Χτες, είδαμε την Εποχή των Παγετώνων, όπου μας κατέτρεχε η αγωνία από τις 6 το απόγευμα μη δεν προλάβουμε να φάμε τα μακαρόνια με κιμά ως τις 9 που θα ξεκινούσε η ταινία (δεν είναι έργο, γιαγιά, δεν ξέρεις, ΤΑΙΝΙΑ το λένε) και όπου οι απορίες ήταν πραγματικά απίθανες-τι χρώμα έχει η μύτη του Σιντ και γιατί νομίζει ότι είναι πόσουμ, αφού δεν είναι; Στο μεταξύ, ο Τριαντάφυλλος έχει μαζέψει όλες τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και τις γεμίζει με όλα τα «μικρά παιχνιδάκια» (έννοια ευρεία όσο και ο λιτός βίος), φορτώνει τις σακούλες στο πατίνι και γυρνάει το σπίτι πουλώντας την πραμάτεια του. Το πατίνι παραπαίει από το βάρος κι ο μικροπωλητής έζωσε σήμερα το πρωί το κεφάλι του με ένα λάστιχο, στο οποίο στερέωσε ένα playmobil πειρατή, ακριβώς πάνω στο μέτωπό του. Σκηνές απείρου κάλλους. Η δε Εμμανουέλα πασαλείβεται όλα τα κραγιόν της μαμάς της και μετά δε μιλάει γιατί φοβάται ότι θα φύγει το κραγιόν. Επίσης, της έχω μάθει να παίζει Fruit Ninja (ο άλλος είναι στουρνάρι, αγόρι, τι περιμένεις, δεν του κόβει) και κάθεται με τις ώρες και κόβει φρουτάκια. Την άλλη φορά μου λέει, θεία θέλω φρούτα, και κόψαμε δυο μήλα κι ένα αχλάδι μέχρι να καταλάβω ότι το παιδί ήθελε Fruit Ninja.
Το καλύτερο, όμως, με αυτά τα γουικέντ είναι ο κυριακάτικος καφές στο παρακείμενο πάρκο, όπου εγώ λαγοκοιμάμαι στην καρέκλα, η αδελφή μου σχολιάζει τους γύρω και τα παιδιά αλαλάζουν αφιονισμένα στην παιδική χαρά. Καταρχάς, εκεί ακούς όλα τα περίεργα ονόματα που διάφοροι μουρλοί έχουν βγάλει τα παιδιά τους, και μάλιστα τα ακούς με λαμιώτικη προφορά, την οποία δε μπορώ να αποδώσω γραπτώς. Σεμέλη, Μαργαρίτα-Νίκη, Ρουμπίνη και διάφορα άλλα, διότι φυσικά το Σεμέλη είναι παραδοσιακό ρουμελιώτικο όνομα, τις μισές γιαγιάδες στο Αμούρι Σεμέλη τις λένε. Επίσης, εγώ προσωπικά γελάω πολύ με τις μαμάδες και τους μπαμπάδες που στέκουν σαν το χάρο πάνω από τα παιδάκια την ώρα που παίζουν, στριμωγμένοι ανάμεσα στο σπιτάκι του παγωτατζή και το κάστρο των πειρατών, ενίοτε και μέσα σε αυτά. Μαντάμ, αφήστε το παιδί ήσυχο, σας φοβούνται και τα άλλα παιδάκια. Δεν κοροϊδεύω άλλο, όμως, γιατί είναι γνωστό από καταβολής κόσμου πως ότι κοροϊδεύεις το λούζεσαι.
Θα κλείσω αυτό το κυριακάτικο παραλήρημα με μία θεμελιώδη απορία, που ευλόγως διετυπώθη σήμερα από τη γράφουσα. Στο μεσημεριανό τραπέζι είχαμε χταπόδι στιφάδο (πολύ ωραίο φαγητό, αλλά ο τιτίζης Έλληνας γιος δε θέλει τα κρεμμύδια και έκανε ανασκαφή στο ρύζι κι επειδή βρήκε μια ίνα κρεμμυδιού, έφτυσε ό,τι είχε στο στόμα του και δεν έφαγε και τίποτα). Βάζω, το λοιπό, τη φέτα στο τραπέζι και λέει η αδελφή μου, καλά, με το ψάρι θα φάμε τυρί; Πρώτον, αυτό είναι ένας μύθος ολκής που δεν ευσταθεί με τίποτα και δεύτερον από πότε το χταπόδι είναι ψάρι; Μια άλλη άποψη, η οποία καταγελάστηκε από τους συνδαιτημόνες, είναι πως ό,τι ζει στη θάλασσα, είναι ψάρι. Facepalm. Εσείς τι λέτε; Το χταπόδι είναι ψάρι;

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Οι 50 αποχρώσεις του μπρι (είναι εντελώς άσχετο, μην ψάχνετε τη σύνδεση, αλλά μου άρεσε το ηλίθιο λογοπαίγνιο).



Να, εδώ, τα λέμε με τον Τριαντάφυλλο και την Εμμανουέλα, μαθαίνουμε να οδηγούμε, πεθαίνουμε στη Λαμία και περιμένουμε να φύγουμε για το νησί.
Γύρισα από την Κέρκυρα και ήδη ψάχνω τρόπους να ξαναπάω. Δε θα το κάνω, όμως, γιατί, όπως λέει και μια παλιά κινέζικη παροιμία, μην ξοδεύεις λεφτά που δεν έχεις. Επισήμως, officially, που έλεγε κι η γιαγιά μου, τα λεφτά τελειώσανε. Βαθύτατα συγκινημένη, δηλώνω ευθαρσώς ότι πέτυχα το στόχο που είχα βάλει για το χειμώνα: να φάω όλα τα λεφτά της σεζόν σε ταβέρνες και σε καφέδες. Πολύ μου άρεσε. Είναι ωραίο να πετυχαίνεις τους στόχους σου, σου δίνει δύναμη να θέσεις κι άλλους, την άλλη σεζόν, ας πούμε, θα τα φάω σε ρούχα.
Τώρα, περιμένω να περάσει ο τελευταίος μήνας, που είναι κι ο πιο βασανιστικός, να πάρω μια ψαρόβαρκα, το μωρό μου, διότι λεφτά για το καράβι δεν θα έχω και να πάω στη Σαντορίνη, όπου με περιμένει ένα μακρύ, ζεστό, εργατικό, βασανιστικό καλοκαίρι. Ευτυχώς, έχω τα μαθήματα οδήγησης να με κρατάνε ζωντανή. Έδωσα δεύτερη φορά για σήματα και πάλι δεν πέρασα. Το μόνο που με πειράζει είναι η αδελφή μου, που λέει ότι ακόμα και οι γύφτοι το περνάνε με την πρώτη. Με πειράζει, γιατί είναι άσχημο να έχεις έναν ρατσιστή στην οικογένεια (με πειράζει και που τραγουδάνε την Πριγκιπέσσα για ζεϊμπέκικο, άσχετο, αλλά το ακούω τώρα στην τηλεόραση, πολύ με πειράζει, διότι όταν εμείς ακούγαμε την Πριγκιπέσσα, μας κορόιδευε η γειτονιά-τώρα ο κάθε πικραμένος, φέρε, λέει, δυο γυροβολιές, τζάμπα κρατάς λογαριασμό, άστε, ρε, γατάκια, που μάθατε κι ότι έξω φυσάει αέρας), αλλά συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Όσο για τα σήματα, εγώ δεν πιστεύω κανέναν που λέει ότι τα πέρασε με την πρώτη, διότι εμένα μου έπεσε η ερώτηση «όταν σκορτσάρει ο κινητήρας, περνάτε στην 2η ή στην 4η ταχύτητα;» κι άμα υπάρχει κανείς που να ξέρει τι παθαίνει ο κινητήρας όταν σκορτσάρει, εγώ θα τρυπήσω και το άλλο ρουθούνι.
Το βασικό είναι πως μου αρέσει πολύ να οδηγώ και περνάμε πολύ ωραία με τον κ. Σπύρο, μαλακά το γκάζι, Κατερίνα, λέει, μην πατήσεις το μωρό, και μου δείχνει μια θεια σαν τη θεία μου τη Μαρία, χασκογελάω εγώ, πατάω γκάζι, πάει η θεια. Βάζουμε Πάριο και ακούμε, τραγουδάμε και ανάμεσα στα κουπλέ, βάλε τη δευτέρα σου, λέει ο κ. Σπύρος, το ξέρω πια δε μ’ αγαπάς, τραγουδάω εγώ, μουγκρίζει το αυτοκίνητο. Χτες, όμως, η δικιά σου, σταματημένη σε φανάρι και ανηφόρα και χειρόφρενο και πρώτη ταχύτητα και να στρίψω έπρεπε κατευθείαν μετά το φανάρι-το κατάφερα χωρίς να μου σβήσει, γκάζι-συμπλέκτη-λύσε το χειρόφρενο-στρίψε-γκάζι-συμπλέκτη-δευτέρα, θεά! Με θαύμασα.
Γενικώς με θαυμάζω, γνωστό αυτό, είμαι περήφανη για μένα που ακόμα ζω, που κάνω τη γυμναστική μου κάθε μέρα, δεν έχω βέβαια τον κριτή μου εδώ στη Λαμία, διότι στην Κέρκυρα είχα την Ελένη, η οποία καθότανε αραχτή στο τραπέζι, κάπνιζε σαν την τσιμινιέρα, έπινε το νερομπλέτσι που έφτιαχνε κάθε μέρα για καφέ και ήταν όλο παρατηρήσεις: έλα, Κατερίνα, πιο γρήγορα, τέντωσε το πόδι, Κατερίνα, αυτή την άσκηση δεν την κάνεις καλά. WTF.
Επίσης, είμαι περήφανη που δεν έχω διαβάσει τις 50 αποχρώσεις του γκρι, λυπηθείτε με πια μ’ αυτό το βιβλίο, πόσο ντεκαντάνς; Πολύ, πολύ με προβληματίζει το γεγονός ότι υπάρχει το βιβλίο αυτό καθαυτό και οι άνθρωποι που θα το διαβάσουν και θα δώσουν λεφτά να δούνε την ταινία κι ότι εγώ ζω στη χώρα που κατοικείται από αυτούς τους ανθρώπους. Νομίζω πως θα πάρω ένα κασκόλ Burberry και θα πάω να ζήσω στις Βρυξέλλες, τέλος. Δεν έχω πουκάμισα πολλά, βέβαια, αλλά θα αγοράσω κάνα δυο.
Τι άλλο έχω να σχολιάσω από την επικαιρότητα; Τίποτα, θα σας πω τώρα για τα ανίψια μου, που βγήκαμε σήμερα βόλτα και ο Τριαντάφυλλος χαιρετούσε όλο τον κόσμο κι έλεγε «γεια σας, τι κάνετε;» και χαιρέτησε κι ένα ωραίο αγόρι με μούσι κι εγώ του μάθαινα να χαιρετάει όλα τα αγόρια με μούσια κι η αδερφή μου του έμαθε να λέει «γεια σας, τι κάνετε; Πως το έχετε το μούσι σας;» και γελούσαμε σαν ηλίθιες και, όπως καταλαβαίνετε, το αγόρι με το μούσι ακόμα τρέχει. Μετά, γυρίσαμε στο σπίτι, αφού αγοράσαμε ένα μπαλόνι-αεροπλάνο, ένα με την πριγκίπισσα Σοφία, ένα μπε σπασί (μπλε σπαθί), τον κύριο Ανόητο και ένα κουτί με μπισκότα. Γυρίσαμε με τα πόδια, γιατί δεν είχαν μείνει λεφτά για ταξί. Το βράδυ, κάναμε μπάνιο, εμείς και μια πολυμελής οικογένεια παπιών και κάτι αμφίβια Playmobil και ανακάλυψα πως η αδερφή μου τρομοκρατεί τα παιδιά της με την ιστορία του μικρού Νικήτα, ο οποίος δεν άκουγε τη μαμά του που του έλεγε να μην κάνει νερά στο μπάνιο και έτσι η μαμά του τον έστειλε κάτω (απροσδιόριστο),όπως ήταν από το μπάνιο, με το τσουτσούνι του έξω, και μετά βγήκαν κάτι κίτρινες πεταλούδες και του τσιμπούσανε το τσουτσούνι. Και αυτό το σκέφτηκε, λέει, μόνη της. Να της φέρω την Πρόνοια; Τι να κάνω;
Αυτά τα ωραία συμβαίνουν εδώ, κι άλλα έχω να σας πω, αλλά λέω να διακόψω το παραλήρημα και να πάω για ύπνο, να φτιάξουν κάπως εδώ οι αποχρώσεις του γκρι, γιατί όταν κοιμάσαι, οι αποχρώσεις φτιάχνουν, γίνονται, έτσι, πιο προς το άσπρο, λίγο σπάει η γκριζάδα. Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Πάντα η Κέρκυρα μου έβγαζε, έτσι, μια σκωπτική διάθεση.

Κοιτάξτε, παιδιά, πρέπει σιγά σιγά να αποδεχτούμε ότι ο κόσμος αλλάζει, τα πράγματα δε θα είναι πια όπως παλιά, τα πουκάμισα δε θα μπαίνουν πια μέσα στα παντελόνια, τα ΜΑΤ δε θα βαράνε, υπάρχει μια ανάταση ψυχική, μια ελπίδα διάχυτη, μια γλύκα στα βλέμματα, μια ξεγνοιασιά, μια χαλαρότητα, τα κομμωτήρια δε τα βλέπω καλά με τη νέα κυβέρνηση, δεν πειράζει, όμως, θα βρούμε άλλες δουλειές. Στα πλαίσια, το λοιπό, αυτής της νέας εποχής, το ιστολόγιο έρχεται να χαιρετίσει το φως που ανατέλλει, λαμπρό κι ελπιδοφόρο, και να προσαρμοστεί στα δεδομένα της άνεσης και έτσι ξεχάστε αυτά που ξέρατε, κάθε βδομάδα και τυπικούρες, όποτε θέλω θα γράφω και τέλος. Και πουκάμισο εγώ δεν ξαναβάζω μέσα στο παντελόνι, εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Βαρουφάκης, ότι και να λένε οι κακεντρεχείς, ο Γιάνης θα κάνει σχολή. Όπως
 είπε κι η Ελένη, να δούμε και κάνα ενδιαφέρον πρόσωπο πια στην πολιτική. Εμένα πάντως ο αγαπημένος μου είναι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, καλέ, τι γλυκούλης είναι αυτός.
Λοιπόν, πέρα τώρα από την πλάκα και από την Αφρική, πίσω από τις λέξεις πια κρύβεται ο Αλέξης. Ειλικρινά, εγώ, μετά τα χτεσινά, περιμένω να δω, ξέρετε εγώ ήμουν και παραμένω θεοδωρακικιά ως το κόκαλο, αλλά ας δούμε και τι θα γίνει.
Εδώ, στην Κέρκυρα, βρέχει, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για την Κέρκυρα, όπως όλοι ξέρουμε. Κατάφερα ωστόσο κι έφτασα κι αυτό είναι κάτι, διότι παραλίγο να αφήσω την τελευταία μου πνοή πριν ξαναδώ την Κόντραφοσα. Έφυγα από την εξωτική Λαμία τη μέρα των εκλογών, μάλλον γι ´ αυτό με τιμώρησε ο Θεός, με περίπου 39 πυρετό. Μέχρι να φτάσουμε, με τη Γωγώ και τη Μαρίνα, κόντεψα όχι τον Τσίπρα πρωθυπουργό, το Χριστό φαντάρο να δω. Μετά, αφού μέσα σε μια αχλή ονείρου έβλεπα τη Μαρίνα να παλεύει με κάτι σωλήνες στο σπίτι της, έφαγα και λίγη τυρόπιτα που μου είπανε ότι κάνει καλό στον πυρετό, κατάφερα και βρέθηκα στο Μοναστηράκι με την Ελένη και σέρνουμε τη βαλίτσα για καμιά ώρα προσπαθώντας να βρούμε το ξενοδοχείο που θα καταλύαμε, το  οποίο η Ελένη ήταν σίγουρη ότι ήξερε που είναι, να εδώ, στο επόμενο στενό, Κατερίνα μου, κάνε υπομονή κι η Κατερίνα κόντευε να πέσει στην άσφαλτο. Με τα πολλά, φτάνουμε, πέφτω στο κρεβάτι ξερή, με διάφορους εφιάλτες να με κατατρύχουν, έβλεπα το Σαμαρά να μιλάει, τον Τσίπρα να γελάει, μια νύχτα, ούτε στον εχθρό μου. Σηκώνομαι η δικιά σου να πάω στην τουαλέτα, μου έρχεται μια σκοτοδίνη, μέχρι να πω αμάν, είχα πέσει κάτω, άκουσα το κεφάλι μου που έκανε μπαμ στο πάτωμα κι η Ελένη ροχάλιζε μακαρίως κι εγώ κόντευα να πεθάνω. Μέχρι να σηκωθώ και να βρω το δρόμο για το κρεβάτι, έτρεχε ο ίδρωτας ποτάμι, είπα θα μείνω εκεί. Μόλις ξάπλωσα και σταμάτησε να γυρίζει ο κόσμος γύρω μου και είπα να κλείσω το μάτι, ξύπνησε η Ελένη κι άρχισε να μου διηγείται κάτι τρελά όνειρα και μέσα στην τύφλα μου να ακούω και τα όνειρα της Ελένης. Μετά ήρθε η ώρα να πετάξουμε και άμα τώρα με ρωτήσετε πως έφτασα στο αεροδρόμιο και μπήκα στο αεροπλάνο, δεν ξέρω να σας πω, το έκανα όμως. Βαθύτατα συγκινημένη, ξαναντίκρισα το νησί που αγάπησα, περίπου για 5 λεπτά και μετά χώθηκα στον καναπέ και ξαναείδα το φως του ήλιου 3 μέρες αργότερα.
Τώρα είμαι καλύτερα, ζω, βήχω μόνο σα δεινόσαυρος, τρώμε comfort food, σούπες και τοστ, βγαίνουμε στη βροχή και τραγουδάμε, καμιά φορά είναι λίγο σα να ξαναμαθαίνουμε η μία την άλλη αλλά αγαπιόμαστε ακόμα, μιλάμε για τα αιώνια αγόρια, βλέπουμε ταινίες και πίνουμε καφέδες. Χαίρομαι που ξαναβλέπω την Κέρκυρα και όλα τα αγαπημένα μου μέρη και τις παλιές μου φίλες. 
Ξέρετε κάτι, θέλει τεράστια προσπάθεια να συνεχίσεις να ζεις σαν άνθρωπος, να μιλάς με τους άλλους ανθρώπους και να τους πείσεις να σου μιλάνε και αυτοί. Και θέλει τεράστια προσπάθεια να μη χαθείς από το σύμπαν των άλλων, να καλλιεργήσεις και κανέναν άλλον κήπο. Δεν ξέρω, ακόμα, μετά από όλους αυτούς τους κήπους που έχω καλλιεργήσει, αν αξίζει τον κόπο, αλλά μπορώ μόνο να συνεχίσω την προσπάθεια. Μετά από αυτόν τον χειμώνα, ανακάλυψα ότι μόνο έτσι μπορώ να ζω.
Εκτός από αυτά τα βαρύγδουπα, έχω να δηλώσω ότι ξεκίνησα μαθήματα οδήγησης και μολονότι δεν πέρασα τα σήματα και κάποιοι κακεντρεχείς σπεύσανε να με λοιδορήσουν, συνεχίζω ακάθεκτη, αποφεύγω επιτυχώς τους διάφορους ενοχλητικούς κάδους που ξεφυτρώνουν σα τα μανιτάρια, μόνο μια φορά μπέρδεψα το συμπλέκτη με το φρένο κι ο δάσκαλος παραλίγο να φύγει από το παρμπρίζ, σιγά, κοπελιά, εμ θα μας σκοτώσεις εμ θα μας σπάσεις και το αμάξι. Επίσης, έμαθα ήδη να κάνω οπισθοπορεία και έχω παρκάρει δύο φορές. Το Κατερίνα βγαίνει από το Σουμάχερ. Θα πάρω το δίπλωμα, θα ξεχυθώ στους δρόμους και θα γίνει χαμός.
Περιμένω κι εγώ, όπως όλοι, τη νέα κυβέρνηση να δείξει τι μπορεί να κάνει, περιμένω την άνοιξη, περιμένει η Ελένη να τελειώσω το άρθρο για να παίξει ένα ηλίθιο παιχνίδι με σωλήνες και με βγάζει καλλιτεχνικές φωτογραφίες την ώρα που γράφω, αλλά δεν της αρέσουν οι τρίχες στα χέρια μου, έλεος αυτή η κοπέλα, περιμένει η χώρα να δει τι χρώμα πουκάμισο θα φορέσει αύριο ο Γιάνης, περιμένει ο Τσίπρας να πάει η Περιστέρα να του αγοράσει καμιά γραβάτα, όλοι σε αυτή τη ζήση κάτι περιμένουμε. 
Την επόμενη φορά θα δούμε αν ήρθαν αυτά που περιμέναμε. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.