Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Ένα μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα...



… (που έλεγε κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου) κι έτσι απολογούμαι διά την καθυστέρηση, η οποία βεβαίως βεβαίως, έγινε ιδιαιτέρως αισθητή, να, χτες, μια κοπέλα, που δεν την είχα ξαναδεί στη ζωή μου, με ρώτησε πότε θα ξαναγράψω, αυτό δε μου έχει ξανασυμβεί, ήτανε μια αποκάλυψη. Αλλά, είχα εκείνο το βόδι.
Τι να σας πω τώρα, να, εδώ, πήγα στη μεγάλη πολιτεία, γύρισα, ξοδεύω τα λεφτά μου, στενοχωριέμαι για το Ρωμανό και αναλογίζομαι το μέλλον μας.
Διάβασα τώρα μόλις αυτό που έγραψε ο Μαραβέγιας στο facebook, για τη βία των ημερών μας, και εκτός που ήθελα να κλαίω (όπως έλεγε και η Σοφία τους ανύποπτους εκείνους καιρούς της Σχολής Ξεναγών) και νευρίασα για τη χολή που φαίνεται να ξερνάνε όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι για όλους ανεξαιρέτως τους υπόλοιπους ανθρώπους, αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να γράψω κι εγώ. Όχι ότι φτάνω το Μαραβέγια, αλλά, έτσι, για την ψυχανάλυσή μου.
Εδώ, στην Εγνατία 75, η ζωή συνεχίζεται όσο κανονικά μπορεί. Η αδερφή μου κι εμείς από κοντά, κοιμάται και ξυπνάει με την έννοια του Ρωμανού στο μυαλό της. Να, προχτές, είχε αϋπνίες και σηκώθηκε και ξάπλωσε στον καναπέ, ξυπνάω εγώ μες στ’ άγρια χαράματα, πάω να δω που είναι, μισοκοιμισμένη εγώ, μισοκοιμισμένη αυτή, μαύρα ξημερώματα έξω, και χωρίς καν να ανοίξει τα μάτια της μου λέει: «πέθανε ο Ρωμανός, άκουσα κάτι συνθήματα στο δρόμο τη νύχτα», αγριεύομαι εγώ, ακόμα το μάτι δεν είχε ανοίξει, σας λέω, μέχρι να πάρει μπροστά το μόντεμ και να ανοίξω το ίντερνετ, κόντεψα να μείνω από την τρομάρα. Πριν κοιμηθούμε και μόλις ξυπνήσουμε, αντί για καλημέρα-καληνύχτα, εμείς λέμε Ρωμανός. Ήμαρτον.
Και μη φανταστείτε που είμαστε τίποτε πορωμένοι, απλοί άνθρωποι είμαστε, λίγο ψυχοπονιάρηδες μόνο. Αυτή η ψυχοπονιά μας έχει φάει. Κι αυτό το παλικάρι, όμως αδερφέ, όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, ο διάολος απ’ τα ποδάρι το ‘χει πιάσει, τόσο πείσμα πια ούτε ο Γιώργος, ο εξάχρονος γιος της Στέλλας δεν έχει, που ήταν ικανός να κρατάει στο στόμα του μία πατάτα 2 ώρες για να μη φάει μια μπουκιά σνίτσελ.
Για να μην επεκταθώ στο θέμα του Ρωμανού και μαλώσουμε, θα σας πω πώς πέρασα στη μεγάλη πολιτεία. Με δύο λέξεις θα σας το πω, πολύ συνοπτικά: πολύ γέλιο.
Τις μισές μέρες τις πέρασα στο σπίτι της Βίβιαν και του Στέφανου, μόνο που τώρα ήταν εκεί και το μωρό, που σα να μην ήταν, το γλυκούλι, τόσο ήσυχο και διακριτικό το μωρό αυτό, τι να σας πω! Τις άλλες μισές τις πέρασα στο σπίτι της Στέλλας, ώσπου ο προαναφερθείς Γιωργάκης αναφώνησε ρώτησε τη μαμά του αν «η Κατερίνα θα μείνει μαζί μας όλο το χρόνο». Μετά, ο καημένος έπαθε κοξάκι, μια εξανθηματική παιδική ασθένεια, την οποία η Στέλλα μυστηριωδώς θυμότανε από τα παιδικά μας χρόνια, κι έμεινε μέσα μια βδομάδα βλέποντας παιδικά στην τηλεόραση-το όνειρο κάθε παιδιού. Κάθε φορά που έβγαινα έξω, μου ζητούσε να του φέρω κάτι από τα μαγαζιά, εγώ του έφερνα παιχνίδια με χειροτεχνίες, τα οποία μου τα πετούσε στο κεφάλι και μετά πολύ σοβαρά μου δήλωνε «Κατερίνα, με απογοήτευσες πολύ σήμερα».
Όταν δεν έβλεπα παιδικά μαζί με το Γιώργο και τη μάνα ρέιβερ (τη μαμά της Στέλλας, δηλαδή, μία θεότητα απλά), περπατούσα άσκοπα στην Αθήνα, μπαινόβγαινα στα μετρό, συναντούσα παλιούς και καινούργιους φίλους, πήγα μια φορά και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για να μην ξεχνιόμαστε, αφού βέβαια πρώτα χάθηκα με την Αθανασία, αυτή περίμενε στην Ακρόπολη κι εγώ στο Εθνικό Αρχαιολογικό και για κάνα τέταρτο μιλούσαμε στο τηλέφωνο προσπαθώντας να ξεδιαλύνουμε το μυστήριο, ξεναγός, τώρα, έτσι; Να έχω γκρουπ και να μην ξέρω τη διαφορά ανάμεσα στο μουσείο της Ακρόπολης και το Εθνικό Αρχαιολογικό, τρομάρα μου.
Η Αθήνα είναι μια πόλη απερίγραπτη, πραγματικά, δε μπορώ να την περιγράψω, εκεί που πάω να βρίσω και να σιχτιρίσω και να πάω στη μικρή κι αγαπημένη επαρχία, εκεί αντικρίζω κάτι θαυμαστό και χάνομαι στο πλήθος και βλέπω έναν κίονα κι ένα πλακόστρωτο και χαίρομαι ξανά.
Τα βράδια βγαίναμε στην τροπική ζέστη (αυτό που τον Οκτώβριο στο νησί το δαγκώνουμε από το κρύο και το Δεκέμβρη στην ηπειρωτική Ελλάδα είμαστε με το κοντομάνικο, με έχει κουράσει) των δρόμων και οδηγούσε (βρίζοντας) η Στέλλα κι εγώ χάζευα τα φώτα να περνάνε και προσπαθούσα να καταλάβω που ήμαστε-ανεπιτυχώς. Κάναμε και το απαραίτητο reunion και ήμασταν έτοιμοι να φτιάξουμε βαλίτσες και να πάμε εκείνη τη στιγμή στο Ελ. Βενιζέλος και να πάρουμε το πρώτο αεροπλάνο για οπουδήποτε, από Ντουμπάι μέχρι Κωνσταντινούπολη, και να παρατήσουμε τα πάντα, παιδιά, δουλειές, σκυλιά, αλλά ευτυχώς δεν το κάναμε, μόνο κουτσομπολέψαμε παλιούς συμμαθητές, που εγώ δεν ήξερα καν ότι υπάρχουνε κι οι υπόλοιποι τους έχουν και φίλους στο facebook. Ο Βασίλης μας περιέγραψε την περιπέτεια που έχει με το κινητό του, το οποίο παίρνει πρωτοβουλίες κι έχει συγχωνεύσει τον αριθμό της Στέλλας (πολύ καλή φίλη) με τη φωτογραφία και τον αριθμό του-ας-τον-πούμε-Κίτσο Τζαβέλλα (προϊστάμενος). Καταλαβαίνετε. Στέλνει η Στέλλα μήνυμα «πάμε για κάνα καφέ το Σάββατο», αγχώνεται ο Βασίλης, αμάν, κάτι θέλει να μου προτείνει ο Κίτσος Τζαβέλλας. Τηλεφωνεί η Στέλλα, δεν το σηκώνει ο Βασίλης (κολλητιλίκια με τον προϊστάμενο δε θέλει), τον βρίζει η Στέλλα. Μιλάμε για πολύ γέλιο, μέχρι που βάλαμε τη Στέλλα να πάρει τηλέφωνο το Βασίλη εκείνη την ώρα μόνο και μόνο για να δούμε τη φωτογραφία του Κίτσου Τζαβέλλα να βγαίνει στην οθόνη. Κλαίγαμε.
Με τούτα και με κείνα, πέρασαν οι μέρες στη μεγάλη πολιτεία, φόρτωσα κι εγώ την καινούργια, χρυσαφιά, σκληρή βαλίτσα μου, πήρα ένα τρένο και γύρισα. Μετά που γύρισα, πήγα στον ΟΑΕΔ για να κάνω αίτηση για ταμείο ανεργίας κι όταν είπα ότι είμαι ξεναγός και θέλω να βγάλω κάρτα ανεργίας με κοιτούσανε σα να είπα ότι είμαι λεπρή. Για κάνα μισάωρο είχανε μαζευτεί 5-6 και συζητούσανε, μετά ένας στάθηκε στη μέση και φώναζε αν ξέρει κανείς τίποτα για τους ξεναγούς, μωρέ, τι επάγγελμα περίεργο είναι αυτό, μη δεν είναι επάγγελμα κι είναι αρρώστια και κολλάει κιόλας και πάθουμε και τίποτε. Με τα πολλά, την έβγαλα την κάρτα ανεργίας και τώρα περιμένω τα λεφτά, διότι αυτά της σεζόν, πάει, τελειώσανε.
Τελειώσανε τα λεφτά, αλλά καλή καρδιά, αυτή δεν τελειώνει. Κι άμα καμιά φορά κατεβαίνει η στάθμη, να, πάω στην Αθήνα, κι οι φίλοι μου είναι εκεί όλοι, παλιοί, νέοι, σταθεροί, όπως πάντα, σαν από πάντα, κυματοθραύστης και αλεξίπτωτο μαζί, το σκοινί που σε κρατάει δεμένο στο βράχο και οι αυγοθήκες στον τοίχο που ρουφάνε τις κραυγές. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε. Και ο Κίτσος Τζαβέλλας.

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Ανοιχτό σπίτι.



Έτσι είμαι εγώ, ή θα γράφω κάθε 6 μήνες ή κάθε 6 ώρες. Λοιπόν, τώρα αποφάσισα να γράψω τόσο σύντομα (μύλο το ‘χω κάνει το ιστολόγιο, το πρόγραμμα πάει κατά διαόλου) διότι πρώτον βαρέθηκα να διαβάζω ασυναρτησίες στο facebook κι είπα να γράψω κάτι που μπορεί να έχει και κάποιο νόημα, δεύτερον βαριέμαι γενικώς και τρίτον θέλω να σας πω για το Open House Thessaloniki, με το οποίο εγώ ενθουσιάστηκα και το οποίο είναι ένα πράμα-θεσμός ίσως θα ήταν μια πιο δόκιμη λέξη, αλλά μου φαίνεται και λίγο βαρύγδουπη-όπου, μία φορά το χρόνο, κτίρια, παλιά και καινούργια, διάσημα ή μη, της πόλης ανοίγονται για το κοινό και μπορείς να μπεις μέσα, να τα δεις και παράλληλα να σου κάνουνε και μία ξενάγηση.
Ξεκίνησε το 1992 στο Λονδίνο κι έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Διοργανώνεται, απ’ ότι έχω καταλάβει, κυρίως από ιδιώτες, η χρηματοδότηση έρχεται από χορηγίες και το προσωπικό είναι όλοι εθελοντές. Στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε το 2012 και στην Αθήνα το 2013. Για φέτος, στην Αθήνα νομίζω θα γίνει το Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Προφανώς, τα κτίρια που θα ανοιχτούν επιλέγονται από επιτροπή αρχιτεκτόνων, καθώς η προσέγγιση είναι κυρίως αρχιτεκτονική και όχι ιστορική. Και πάλι, όμως, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Εγώ, σας λέω, ενθουσιάστηκα. Εδώ, στη Θεσσαλονίκη, η διάρκεια ήταν 2 μέρες και υπήρχαν 63 κτίρια-μουσεία, εκκλησίες, διατηρητέα, αλλά και πιο σύγχρονα. Με μεγάλη προσοχή και εμβρίθεια, υπολόγισα αποστάσεις και χρόνους κι έβγαλα ένα πρόγραμμα, διότι αντιλαμβάνεστε ότι 63 κτίρια είναι αδύνατον να τα δεις σε 2 μέρες.
Το πρόγραμμα της πρώτης μέρας, χτες δηλαδή, πήγε περίπατο, καθώς προτίμησα να πάω στη λαϊκή της Μαρτίου με την αδελφή μου και να αγοράσω 4 καλσόν παρά να δω το Μουσείο Ύδρευσης και το κτίριο των Σφαγείων. Πήγα, όμως, το απόγευμα σε ένα μέγαρο πολύ όμορφο (όπου είδα, βέβαια, στο ισόγειο του μεγάρου ένα εξίσου όμορφο ζευγάρι παπούτσια) και πήγα και στην κατακόμβη του Αγίου Ιωάννη, που είναι αυτό που λέει, μια κατακόμβη καταμεσής του κέντρου της πόλης. Εκεί, γινόταν της τρελής, θα ήταν και 50 άτομα να περιμένουν στη σειρά να μπουν στην κατακόμβη.
Σήμερα, όμως, σήμερα έγινε χαμός, αγαπημένοι μου φίλοι, πήγα σε όλα τα κτίρια που είχα στο πρόγραμμα. Εντάξει, οι ξεναγήσεις δε λένε και πολλά (δεν είμεθα και τυχαίοι, άλλωστε), αλλά και μόνο που μπαίνεις σε αυτά τα κτίρια είναι συναρπαστικό. Κι επίσης, το άλλο συναρπαστικό είναι πως αυτά τα οικοδομήματα που μπορεί να τα αντικρίζεις κάθε μέρα, έτσι, να περνάς δίπλα τους και να τα αγνοείς γιατί είναι εκεί από πάντα, όταν τα επισκέπτεσαι στα πλαίσια ενός τέτοιου προγράμματος, τα βλέπεις λίγο πιο ήρεμα, τα παρατηρείς, τα αγγίζεις, μαθαίνεις πράματα για την ιστορία τους. Και το άλλο που μου άρεσε ήταν που περπάτησα σε όλη την πόλη, από μνημείο σε μνημείο κι έτσι λίγο τα συνέδεσα και λίγο πήρα μια μικρούλα ιδέα πως μπορεί να ήταν το παρελθόν αυτής της πόλης.
Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν η έπαυλη Πετρίδη, που είναι και στη (πραγματικά καταπληκτική) φωτογραφία. Αυτό το ροζ και πράσινο διαμαντάκι βρίσκεται στη δυτική άκρη του κέντρου, εν μέσω γκρίζων πολυκατοικιών και υποβαθμισμένων σοκακίων και το θυμάμαι, χρόνια πολλά, να το βλέπω ερχόμενη από το ΚΤΕΛ ή το σταθμό των τρένων και να το θαυμάζω από τη μια και να το λυπάμαι από την άλλη, παρατημένο και λεηλατημένο. Τώρα, όμως, γυαλισμένο, ανακαινισμένο, βαμμένο, του κουτιού, στέκεται εκεί, περήφανο χωρίς να παραδίδει τα όπλα. Ήταν το σπίτι ενός πλούσιου Βούλγαρου, που έφυγε από τη Θεσσαλονίκη, όταν η πόλη απελευθερώθηκε από τους Τούρκους. 
Όταν μπαίνω σ’ αυτά τα παλιά κτίρια, όχι μόνο σπίτια, αλλά και εμπορικές στοές ή εκκλησίες, καμιά φορά αναλογίζομαι πόσοι άνθρωποι έζησαν, περπάτησαν, έκλαψαν, γέλασαν, πέθαναν εκεί μέσα και πως έχουν αφήσει τα σημάδια τους στα ντουβάρια και τις ανάσες τους στην ατμόσφαιρα.
Βγαίνεις στα μπαλκόνια και δε μπορείς να μη φανταστείς πόσες νεαρές κυρίες με μακριά φουστάνια ακούμπησαν σκεφτικές στα καμπύλα στηθαία, ανεβαίνεις τα σκαλιά κι είναι σα να ακούς τα βιαστικά τρεχαλητά ανθρώπων που έτρεχαν να σωθούν από κάποιο πόλεμο μεταναστεύοντας, κοιτάς τα γύψινα διακοσμητικά και τα μαρμάρινα κιονόκρανα και σχεδόν πιάνεις την απόγνωση του πρόσφυγα που φιλοξενήθηκε.
Οκ, το παράκανα. Κι όλ’ αυτά επειδή παρακολούθησα το Open House Thessaloniki, που να είχα δει και καμιά ταινία. Σας λέω, ενθουσιάστηκα και δε μπορούσα να μη το μοιραστώ μαζί σας, αγαπημένοι μου φίλοι. Πάω τώρα να απλώσω τα ρούχα και να κοιμηθώ, αφήνοντας κι εγώ τις ανάσες μου στα ντουβάρια.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Έχουμε πάθει κάτι άσχημο.



Εδώ, στο σπίτι που μένω στη Θεσσαλονίκη (διότι έχω διάφορα σπίτια που μένω σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, καθώς πάνω που νόμιζα πως είχα φτάσει επιτέλους στο Σπίτι, καποιανού του γύρισε η βίδα και ξεσπιτώθηκα για άλλη μία φορά, αλλά, είπαμε, αυτό είναι άλλο θέμα, άλλο άρθρο, άλλη ζωή), Εγνατία(ς) 75 με Αγίας Σοφίας, η φράση αυτή είναι σήμα κατατεθέν. Τουλάχιστον 5 φορές τη μέρα παθαίνουμε εμείς ή κάποιος άλλος κάτι άσχημο, που σημαίνει ότι παραξενευόμαστε ή χαιρόμαστε ή στενοχωριόμαστε πολύ με κάτι. Γενικώς, το σπίτι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον: είναι μεγάλο (πολύ), έχει ωραίο παλιομοδίτικο γυαλιστερό παρκέ, τέλεια κουζίνα, άπειρες ντουλάπες, δύο συγκατοίκους (τώρα 3) και συνέχεια κόσμο. Τώρα, που μόλις ήρθε μία από τις συγκατοίκους, έχει και ωραία κουλουράκια, απ’ ότι ακούω. 

Σ’ αυτό το σπίτι, νιώθω λες και είμαι σε ταινία, άνθρωποι μπαινοβγαίνουν, είναι σε μια μεγάλη παλιά πολυκατοικία στο κέντρο μιας μεγάλης παλιάς πόλης, τρώει ο καθένας ότι θέλει όποτε θέλει, είναι γεμάτο με χρωματιστά πράγματα και παπούτσια κι έχει κι έναν φοίνικα στο μπαλκόνι. Με τα κορίτσια εδώ περνάμε πολύ ωραία, αυτές φεύγουν για τις δουλειές τους κι εγώ χαζεύω με το καινούργιο μου έξυπνο κινητό, κάνω κάνα φαγητό και τρώω τα λεφτά της σεζό, είπαμε, σε καφέδες και ταβέρνες.
Μερικές φορές φλερτάρω με την ιδέα να γυρίσω πίσω στη Σαντορίνη, εγώ, τα βράχια κι οι Κινέζοι, αλλά μετά από λίγο πετάγεται μπροστά μου ένα H&M και ξεχνιέμαι. Πήγα μια φορά για τρέξιμο στην παραλία κι είναι τόσο όμορφα, έχει κι έναν ξύλινο διάδρομο δίπλα στο νεράκι και δεν πονάνε τα γόνατα στα τσιμέντα, πήγα και μ’ ένα σχολειό να του κάνω μια ξενάγηση στην Αρχαία Αγορά κι άρχισα να τους λέω για το Ακρωτήρι, μεγάλη επιτυχία. Συνάντησα τις αγαπημένες μου ξεναγίνες της Θεσσαλονίκης και τους περιέγραψα πως ζούμε, τρώμε και ντυνόμαστε στο νησί κι ακόμα γελάνε, νομίζω. Περιμένω να πάω στη μεγάλη πολιτεία και να δω όλους μου τους φίλους, που είναι άπειροι παρεμπιπτόντως, πραγματικά, δεν ξέρω αν θα προλάβω να τους δω όλους από μία φορά και να ζουζουνίσω και αρκούντως με το μωρό της Βίβιαν (η φράση αυτή, το μωρό της Βίβιαν, από μόνη της είναι κάτι το ισοπεδωτικό). Προσπαθώ και να μη σκέφτομαι, παράλληλα, αλλά αυτό δεν είναι και πολύ εύκολο-για τα δύσκολα είμαστε, όμως.
Επίσης, τώρα που το ξαναδιαβάζω, παρατηρώ ότι μιλάω συνέχεια στο πρώτο πρόσωπο, εγώ τα κάνω όλα, με συμπαθάτε κιόλας, δεν είμαι τόσο εγωκεντρικό άτομο, αν και δεν ξέρω γιατί θεωρείται πια τόσο μεμπτό να είσαι εγωκεντρικό άτομο, απλά τον τελευταίο καιρό νομίζω ότι γενικώς έχω στραφεί προς τα μέσα μου, λίγο ξαποσταίνει ο εξωστρεφής ξεναγός κι αφήνει χώρο στον εσωστρεφή αρχαιολόγο, αλλά λίγο μόνο, πολύ συντομότερα απ’ όσο θα θέλαμε, ξανά προς τη δόξα θα τραβήξει. Κάποτε, θα σας μιλήσω για αυτό που αν έγραφε ο Στίβεν Κινγκ αντί για μένα, θα το ονόμαζε Η Μεγάλη Δυστυχισμένη Στιγμή, αλλά θέλω ακόμα λίγο χρόνο.
Ως τότε, θα διαβάζω Το Θόλο του Στίβεν Κινγκ και θα παρηγοριέμαι.
Ως συνήθως, σας αγαπώ όλους και μου λείπετε. Οι εδώ, οι εκεί, οι πολύ προσωπικοί.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Αλλάζω παράγραφο.



Εδώ, fighting her, που λέμε κι οι αγγλομαθείς, κάθομαι στην Εγνατία 75 και βλέπω τα αυτοκίνητα να περνούν όπως τα χρόνια και φωτογραφίζω τα δέντρα, διότι είχα πολύ καιρό πραγματικά να δω δέντρα και νομίζω ότι είχα ξεχάσει πως είναι, οπότε βγάζω τώρα καμιά φωτογραφία (εννοείται με το καινούριο τηλέφωνο-δώρο-μίνι υπολογιστή-καφετιέρα) για να τα έχω να τα βλέπω, να μην τα ξαναξεχάσω.
Έχω πάρα πολλά να πω, πάντα έχω πολλά να πω, το θέμα είναι ποιος με ακούει αλλά δεν θα το θίξω τώρα αυτό, 4 χρόνια πάνε πια κι αυτό το ιστολόγιο παραμένει άσημο, ταπεινό και καταφρονεμένο και περισσότερο ένας τρόπος να μαθαίνουν οι φίλοι μου τα νέα μου, παρά οτιδήποτε άλλο. Δε θα τα παρατήσω, όμως, όχι, κάποτε θα αναγνωριστεί το συγγραφικό μου ταλέντο.
Ως τότε, να, θα μιλήσω για όλα αυτά που έχω να πω, επειδή όμως είναι πολλά, όπως προείπα, θα γράψω μια παράγραφο για το καθένα και συγγνώμη αν παραμελήσω κάποια.
Καταρχάς, έφυγα από το νησί-όχι αμετάκλητα, ελπίζω. Αυτό που, όπου πάω, αγαπάω το μέρος και μετά που φεύγω μου λείπει, δεν ξέρω που θα καταλήξει. Μάζεψα τα πράγματά μου, φόρτωσα το ηρωικό πορτοκαλί πτώμα, αποχαιρέτησα όλους μου τους φίλους και τους συνεργάτες σε ατελείωτα δείπνα και γεύματα, μπήκα σε ένα μεγάλο καράβι κι έφυγα με το κεφάλι μου ψηλά και την ψυχή στα πόδια. Πριν φύγω, παρέστην σε ένα αποχαιρετιστήριο δείπνο, όπου συνέβησαν διάφορα ευτράπελα και υπάρχουν και φωτογραφικά ντοκουμέντα, τα οποία μετά από χρόνια θα εκδώσω σε ένα βιβλίο σχετικό με την ιστορία του τουρισμού στη Σαντορίνη. Αλήθεια λέω, καταρχάς, είχα την ευκαιρία να είμαι ανάμεσα στην παλιά φρουρά πρακτόρων και ξεναγών του νησιού, μεγάλη τιμή για ένα άβγαλτο φυντάνι σαν και του λόγου μου, κι αυτά τα πράματα, ξέρετε, σε σημαδεύουν. Μετά από αυτό το δείπνο, παρέστην σε ένα γεύμα, με συνδαιτυμόνες τους πιο στενούς και αγαπητούς συνεργάτες και ομολογώ ότι έφυγα απ’ εκεί βαθύτατα συγκινημένη, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος. Είμαι τυχερή, διότι στη βραχονησίδα γνώρισα πολλούς και πολύ καλούς ανθρώπους. Όπως αντιλαμβάνεστε, παραλίγο να μη με βάλουν στο καράβι, λόγω υπέρβαρου. Τελικά, δωροδόκησα ένα μούτσο και με βάλανε. Στην καμπίνα, που σοφά είχα κλείσει, κοιμήθηκα σαν το τούβλο.
Πριν μπω στο καράβι, ωστόσο, εκτός από το νησί, αποχαιρέτησα και περίπου 10 χρόνια από τη ζωή μου. Στη συνέχεια, αποχαιρέτησα το σπίτι-ιατρείο, τον κύριο Μάκη, τον Παύλο, την Κατερίνα και την Έλενα και επισήμως, καρτερικά και ψύχραιμα εχρίσθην κάτοικος εθνικής οδού. Γι’ αυτό, επειδή μία παράγραφος δεν αρκεί, όπως δεν αρκεί κι ο Νείλος να τον ξεπλύνει, θα γράψω ένα άλλο άρθρο. Ίσως. Κάποτε.
Η άλλη παράγραφος αφορά μια ταινία που γυρίστηκε από έναν σκηνοθέτη με αστείο όνομα και χαριτωμένο μούσι και στην οποία συμμετείχε και το αδέρφι μου, με μεγάλη επιτυχία. Σίγουρα φορούσε το καλύτερο φόρεμα σε όλη την ταινία κι αυτό είναι το πιο σημαντικό. Να πάτε να τη δείτε, οπωσδήποτε, και όχι, δεν είναι η πρωταγωνίστρια-όχι ακόμα, τουλάχιστον! Η ταινία μιλάει για μια κοπέλα που έχει ζήσει, όπως λέει κι η ίδια, μια μάταιη ζωή και μια μέρα τα βροντάει όλα και, όπως είπε κι η συγκάτοικος αδερφής, βλέπεις αυτές τις ζωές και λες μια χαρά είμαστε. Θα είμαι ολιγόλογη σε αυτή την παράγραφο, διότι θα αφήσω το Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο να κάνει τη δουλειά του και τα ταλέντα να λάμψουν απρόσκοπτα.
Τα άλλα που έχω να πω είναι ότι βαριέμαι φριχτά να ξαναδιαβάσω και να δουλέψω, τι βλασφημία, Θεέ των ξεναγών, αλλά θα το κάνω, επίσης, περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία να περάσω ένα μήνα στη μεγάλη πολιτεία και να ζουλήξω το καινούργιο μωράκι στη ζωή μου και να ξοδέψω τα λεφτά μίας σεζό σε καφέδες και ταβέρνες και περιμένω με εξίσου μεγάλη ανυπομονησία να περάσω άλλον ένα μήνα στο άλλο νησί και να κάθομαι με την Ελένη στο Bristol και εγώ να βρίσκω ωραίους τους πάντες κι αυτή να τους βρίσκει όλους μαλάκες. Έχω, επίσης, να πω ότι το επάγγελμά μας πάει κατά διαόλου και οι ξεναγοί, επίσης, όσο πάνε και χαζεύουν, οπότε αναπόφευκτο να πάει το επάγγελμα κατά διαόλου. Με τα συνδικαλιστικά, ωστόσο, δεν έχει έρθει ακόμα η στιγμή να ασχοληθώ… Αυτή η τελευταία παράγραφος είναι σύντομη, γιατί με περιμένει η Όλγα.
Λοιπόν, αυτά. Τώρα που είμαι εδώ, μου λείπετε όλοι εσείς που είστε εκεί και σας αγαπώ, κι ας έχει μικρύνει λίγο η καρδιά μου, νομίζω.