Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Εμπρός, στο δρόμο που χάραξε η Ναθαναήλ.

https://www.youtube.com/watch?v=LJPNUjcrWSE

Ε, λοιπόν, νευρίασα. Κι είπα, θα γράψω. Καλά, νευρίασα και με τον εαυτό μου, που κάθομαι εδώ και  κοιτάω τα φεγγάρια και τα βράχια και έχω παρατήσει το παιδί μου, το ιστολόγιό μου, και λέω, καλά, μωρή, ούτε ένα ιστολόγιο δε μπορείς να κρατήσεις ζωντανό για 3 χρόνια και θέλεις να κάνεις και παιδί; Από την πείνα θα πεθάνει.
Νευρίασα, όμως, και με κάτι βλακείες που διάβασα στο facebook, αν και γενικώς εκεί βλακείες διαβάζεις ως επί το πλείστον. Διάβασα, που λέτε, τη συνέντευξη μιας κυρίας καθηγήτριας του ΑΠΘ, σχετικά με τα σεμινάρια κατάρτισης των μελλοντικών ξεναγών. Τώρα, επειδή εσείς που με διαβάζετε δεν ξέρω αν είστε όλοι ξεναγοί, ελπίζω, βασικά, να μην είστε, κι επίσης, δεν ξέρω κι αν σας ενδιαφέρει, αλλά αυτό και να με συγχωρείτε διά την αναλγησία μου μπορεί και να μη με ενδιαφέρει και πολύ, θα σας εξηγήσω πάραυτα τι είναι αυτά τα σεμινάρια, τα οποία είναι κατάπτυστα και η ενσάρκωση του σατανά για πολλούς, εκλεκτούς κατά τα άλλα, συναδέλφους.
Το λοιπό, παλιά, για να γίνεις ξεναγός, έπρεπε να πας στη Σχολή Ξεναγών, μετά από εξετάσεις. Εκεί, περνούσες για 3 χρόνια περίπου μια ωραία ζωή, με μαθήματα σαν αυτά που εγώ προσωπικά είχα φάει στη μάπα 4 χρόνια στο Πανεπιστήμιο, άρα υποθέτω ότι μπορείς να τα χαρακτηρίσεις πανεπιστημιακά, και με ατέρμονες, πραγματικά, εκδρομές, σε όλα τα πιθανά και απίθανα μέρη αυτής της χώρας. Για παράδειγμα, η δική μου σειρά, θυμάμαι, κάποτε στο Τεπελένι, επισκέφτηκε το μνημείο της μάχης της Χαιρώνειας. Για να δούμε, πόσοι ξέρετε που είναι αυτό; Μετά από αυτούς που πολέμησαν σε εκείνη τη μάχη, ανάθεμα κι άμα ξαναπήγε κανείς. Τεσπάν, το θέμα είναι πως με τη Σχολή Ξεναγών γυρίσαμε παντού, είδαμε τα πάντα, μετρήσαμε όλες τις πέτρες από όλους τους αρχαιολογικούς χώρους και φωτογραφίσαμε όλες τις ώρες λειτουργίας όλων των μουσείων όλης της χώρας.
Τώρα, για να γίνεις ξεναγός, πρέπει πρώτα να γίνεις αρχαιολόγος. Τόσο απλά. Α, και να πληρώσεις και κάνα δυο χιλιάρικα για να παρακολουθήσεις τα σεμινάρια του Υπουργείου Πολιτισμού, που με ένα μήνα θεωρητικής κατάρτισης και άλλον ένα μήνα εκδρομών γύρω από την πόλη στην οποία γίνεται το εκάστοτε σεμινάριο, σου δίνουν την άδεια εξάσκησης.
Εγώ νευρίασα, που λέτε, διότι στα σχόλια αυτής της συνέντευξης διάβασα περί ανοίγματος του επαγγέλματος το οποίο, λέει, ήταν κλειστό σαν το Ακρωτήρι σε μέρα απεργίας. Που να πάρει η ευχή την αμορφωσιά και την ασυνεννοησία και την αδυναμία χρήσης της γλώσσας, κλειστό δεν είναι ένα επάγγελμα που μπορούν μόνο λίγοι να το εξασκήσουν; Που πρέπει να πληρείς ή να πληροίς, δε με παρατάτε, συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να το εξασκήσεις; Που πρέπει, ίσως, να πληρώσεις ένα κάρο λεφτά για να το εξασκήσεις; Ε, λοιπόν, παλιά, μπορούσες να γίνεις ξεναγός όποτε ήθελες, ότι κι αν ήσουν, ότι κι αν είχες σπουδάσει, οιαδήποτε οικονομική επιφάνεια κι αν είχες. Ενώ τώρα, προσέξτε, παρακαλώ, την ειδοποιό διαφορά: πρέπει και πτυχίο και λεφτά να έχεις. Λεπτομέρειες.
Γενικώς, εγώ προσωπικά δε μπορώ να σας περιγράψω πόσο λίγο ενδιαφέρομαι για το αν ο ξεναγός είναι από τα σεμινάρια ή από τη σχολή, έχουμε πολύ σοβαρότερα προβλήματα να αντιμετωπίσουμε, απλά νευρίασα με τα ανοίγματα και τα κλεισίματα. Το επάγγελμα τώρα έκλεισε και μη σας πω κλείδωσε κιόλας κι όσο πιο γρήγορα το πάρουμε απόφαση, τόσο το καλύτερο. Κι αντί να ασχολούμαστε με αυτούς που εν πάση περιπτώσει, έχουν άδεια ξεναγού από το Υπουργείο, όπως κι αν διάολο την απέκτησαν, καλύτερα να ασχοληθούμε με τον πάσα πικραμένο που αρπά εκεί ένα μικρόφωνο και κάνει ξενάγηση. Στη Σαντορίνη, με τα 5 κρουαζιερόπλοια 4 φορές την εβδομάδα, είμαστε 40 ξεναγοί και 240 συνοδοί, όπου συνοδός ότι μπορείτε να φανταστείτε. Κι αντί να διαλύσουμε αυτό το καθεστώς, εμείς τρωγόμαστε αναμετάξυ μας. Πρώτα να σταματήσουν οι παράνομοι, μετά οι συνταξιούχοι, που είμαστε ανερυθρίαστα το μοναδικό επάγγελμα που ο συνταξιούχος δουλεύει ανενόχλητος και με απαιτήσεις, και μετά συζητάμε για τους σεμιναριούχους.
Λοιπόν, αυτά είχα εγώ να πω για τα επαγγελματικά μου, λυπάμαι αν σας απογοήτευσα μετά από τόσο καιρό κι ενώ περιμένατε την αμίμητη πένα μου, σας ζάλισα με τα συνδικαλιστικά μου, αλλά αυτό είδα, αυτό με ενέπνευσε. Τώρα θα επανέλθω δημήτρια, όμως, μη μου στενοχωριέστε. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Οι απορίες της ημέρας.



Μη σας κουράσω με τα γνωστά, αγαπημένοι μου, μακρινοί φίλοι, βράχια, ήλιος, ζεστάρα, λεωφορεία, Ακρωτήρι, έχω βαρεθεί ήδη και δεν έρχεται και κανείς, να πούμε καμιά μαλακία να γελάσουμε.
Για να μη σαλτάρω, αποφάσισα να βάψω τα κάγκελα στο σπίτι, κάτι ξύλινα κάγκελα της κακιάς ώρας, καμιά δεκαριά, μη φανταστείτε. Πήρα ένα μπλε, «αιγαιοπελαγίτικο» που μου το είπε κι ο χρωματοπώλης, πήρα και αστάρι. 
Και βάφω περίπου μισό κάγκελο τη μέρα. Μέχρι το Σεπτέμβρη, που θα πάει, θα τελειώσουν. Η κυρία από κάτω με ρώτησε ευλόγως γιατί βάφω τα κάγκελα, της φάνηκε πολύ περίεργο, αφού το σπίτι δεν είναι δικό μου κι εγώ της είπα ότι τα βάφω για ομορφιά κι εξεπλάγη σφόδρα (εκτός κι αν δεν κατάλαβε τι εννοούσα, διότι τα ελληνικά της δεν είναι πολύ δυνατά).
Οι τουρίστες, όσο πάνε και χαζεύουν. Προχτές, ένας, μέσα στο Ακρωτήρι, όπου απαγορεύεται διά ροπάλου να αγγίξεις τους τοίχους ή οτιδήποτε άλλο, έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να μαζεύει το χώμα με τις χούφτες. Εμένα με πιάσανε γέλια, τους φύλακες τους έπιασε νευρική κρίση κι αυτόν η μέση του. Μετά ήρθε και μου είπε πως ήθελε να ανασκάψει μήπως βρει τίποτε καινούργιο, αλλά δεν τα κατάφερε. Εγώ θυμήθηκα την Ελένη, που μια φορά ένας απ’ το γκρουπ της άρχισε να ξύνει με το νύχι τον κούρο για να δει αν όντως ήταν από ασβεστόλιθο. Μία άλλη, μετά από ολόκληρη τη μέρα, όπου τους έχω πρήξει τα συκώτια με το ηφαίστειο και τα ηφαιστειακά νησιά στη μέση της καλντέρας, την ώρα που μακαρίως θαυμάζω τη θέα, έρχεται εμπιστευτικά, για να μην ακούσουν οι άλλοι και γίνω ρεζίλι, ότι και καλά δεν έχω πει το πιο σημαντικό, και μου ψιθυρίζει «αυτά τα νησιά εδώ, τι είναι;». Σκατά δεινόσαυρου, της απαντάω. 
Ή με ρωτάνε ποια νησιά βλέπουμε γύρω από τη Σαντορίνη. Στην αρχή τους έλεγα, Φολέγανδρος, Ίος, Ανάφη, κλπ, αλλά τώρα έχω νευριάσει και τους λέω, τη Χαβάη. Ε, μα, ρε φίλε μου από τη Νέα Ζηλανδία, δηλαδή άμα σου πω βλέπουμε την ωραία Φολέγανδρο, θα καταλάβεις; Τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα με ρωτάνε αν η Σαντορίνη ανήκει στην Ελλάδα ή είναι ανεξάρτητο κράτος. Σήμερα, ένας με ρώτησε, μετά από ολόκληρη την ιστορία με το ηφαίστειο και τις τεκτονικές πλάκες και την καλντέρα, αν το ηφαίστειο είναι υποθαλάσσιο. Επίσης, σήμερα μια κυρία αγχώθηκε γιατί εκεί που εγώ τους έλεγα για τους πειρατές και τι πληγή ήτανε για το νησί, αυτή νόμιζε ότι υπάρχουν και σήμερα πειρατές και δεν ήθελε να κάνει το sailing tour, αλλά με τα πολλά την πείσαμε.
Τι να σας πω, εγώ καμιά φορά απορώ πως στον κόρακα καταφέρνουνε κι έρχονται εδώ από την άλλη άκρη του κόσμου. Άσε αυτοί οι Κινέζοι, που δε μιλάνε και γρυ αγγλικά ούτε καμιά άλλη γλώσσα, μόνο κινέζικα, και παίρνουνε και αυτοκίνητα και βγαίνουνε στο δρόμο, πάνε στη μέση του δρόμου, αργά αργά, μη σου τύχει Κινέζος μπροστά, θα φτάσεις στην Οία για την ανατολή, όχι για το ηλιοβασίλεμα. Μετά αγχώνονται και σταματάνε, κοκαλώνουν όμως, εκεί, στη μέση του δρόμου, κατεβαίνουν, ρίχνουν μια γυροβολιά, ακούγεται στο φόντο «θα κάνω στάση στη διπλή γραμμή του δρόμου» και μετά συνεχίζει, το κονβόι των 30 χιλιομέτρων που έχει σχηματιστεί, κανονικά το δρόμο του.
Το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου χώνεται εκεί, στην τρύπα του, στο εργαστήριο των θαυμάτων, παλεύει με τα χρυσά του και με τη βλακεία κι αυτός του κόσμου κι όλο και τον τριγυρίζουν γκομενάκια, κάθε φορά που πάω είναι και διαφορετική μέσα και «τι είναι αυτό, Γιάννη;» και «μ’ αυτό τι κάνεις, Γιάννη;» και «πωπω, Γιάννη, είσαι καταπληκτικός», άει μαρή. Τώρα, θα του πάω εγώ ένα πόστερ να κρεμάσει στον τοίχο, με τη φωτογραφία μας, μη σας πω θα κατουρήσω στο αυλιδάκι, να μαρκάρω, διότι πολλά τα θάρρητα.
Λοιπόν, αυτά, σε γενικές γραμμές. Πάω τώρα να βάψω το μισό κάγκελο της ημέρας. Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Την καρδιά μου κυριακάτικα τη χάλασα.



Κυριακή, γιορτή και σχόλη για όλο τον υπόλοιπο κόσμο πλην ημών, εδώ στο βράχο της υπομονής, στη Σαντορίνη, όπου ζούμε τη μέρα της μαρμότας, όλα είναι πάντα ίδια, βράχια, ζέστη, λεωφορεία, ηλιοβασιλέματα, Κινέζοι.
Για να καταλάβω, το λοιπό, ότι είναι Κυριακή, έβαλα η δικιά σου να ακούσω τη Γύφτισσα μέρα του Πουλόπουλου, τι το ‘θελα, με πήρανε τα κλάματα πρωί πρωί.
Θυμήθηκα που ήμουνα 14, 15, εκεί γύρω, και άκουγα το ίδιο τραγούδι στο Φανό, το μέρος που περνούσα τα παιδικά μου καλοκαίρια και περίμενα να έρθει η ώρα να πάω να ανταμώσω τους παιδικούς μου φίλους, που τώρα έχω να τους δω 17 χιλιάδες χρόνια κι αν δεν ήταν το facebook, δε θα ήξερα αν ζουν ή πέθαναν.
Θυμήθηκα τα άσπρα βράχια εκείνης της παραλίας, στο Φανό, δεν είναι και καμιά σπουδαία παραλία, αλλά για μένα ήταν ο παράδεισος, είχε άσπρα και γκρι βράχια, τώρα έχει μαυρίσει το μάτι μου, κι είχε κι έναν φαρδύ, σκονισμένο, ζεστό χωματόδρομο, με ελιές δεξιά κι αριστερά, που οδηγούσε στην παραλία και για μένα πάντα είναι το αρχέτυπο του δρόμου, εκείνος ο χωματόδρομος είναι σαν τατουάζ στη μνήμη μου, ανεξίτηλος και τόσο αγαπημένος. Ξυπόλητη ανέβαινα να γυρίσω σπίτι τα μεσημέρια και πηδούσα από σκιά σε σκιά γιατί καιγόντουσαν οι πατούσες.
Θυμήθηκα και το σπίτι μας στο Φανό, ένα ταπεινό και καταφρονεμένο σπιτάκι, που τώρα οι αδερφές μου το περιφρονούν και ούτε να το δουν δε θέλουν κι εγώ το βλέπω στον ύπνο μου και είναι σα να ξαπλώνω ξανά τα μεσημέρια στο βρεγμένο τσιμέντο της αυλής για να δροσιστώ και να ξαναβάφω τα κάγκελα. Είχαμε κι ένα δωμάτιο με χτιστά κρεβάτια κι ένα μεγάλο παράθυρο με μια μπλε κουρτίνα κι η κουρτίνα ανέμιζε τα μεσημέρια και σε δρόσιζε, που ήθελες και σεντόνι.
Τα θυμήθηκα όλα αυτά και το μπαμπά μου που έφερνε σύκα μέσα στο καπέλο του και σκέφτηκα, πότε θα ξαναδώ το Φανό και το σπίτι μας και το χωματόδρομο; Ποτέ, μάλλον. Μόνο χειμώνα, αλλά ο χειμώνας δεν είναι το ίδιο. Και σκέφτηκα και πόσο πολύτιμες χάντρες είναι για μένα αυτά τα καλοκαίρια, στο κολιέ της ευτυχίας μου, και τις μετράω πότε πότε, σα μάντρα και σαν προσευχή, για να συνεχίσω να υπάρχω.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Μια φορά, θυμάμαι, μ' αγαπούσες. Τώρα, βροχή.



Κάποτε, εδώ, στο νησί, είχαμε καλοκαίρι, τα παλιά χρόνια, τον Ιούνιο βραδιαζόμασταν στην παραλία και η δροσιά ήταν καλοδεχούμενη, τα πρωινά ο ήλιος μας έκαιγε την πλάτη και ανατριχιάζαμε από την ευχαρίστηση. Τώρα, ανατριχιάζουμε από το μαύρο ψόφο κι έτσι και σε πιάσει το βράδυ στην παραλία, την έβαψες, διπλή περιπνευμονία έχεις αρπάξει. Τα καημενούλια μου έρχονται με τα σανδαλάκια και τα φουστάκια τους και μετά στην Οία το δαγκώνουνε κι αφήνουν τα λεφτά τους στα πουλόβερ, αντί να τα αφήσουνε στην ξεναγό, αίσχος, το καταγγέλλω.
Χτες, προφανώς από το κρύο και την υγρασία, είχα έναν υφέρποντα πονοκέφαλο, ο οποίος κάποια στιγμή εσήκωσε κεφάλι, έδειξε ιμπεριαλιστικές τάσεις ώσπου κατέλαβε ολόκληρη τη δεξιά πλευρά του κεφαλιού μου και με κατέστρεψε. Σε συνδυασμό με ένα μάτι ως τον ουρανό που είχα και που μου το είχε ρίξει ένας από το γκρουπ, τον είδα εγώ και μη γελάτε κι αν δεν πιστεύετε εσείς στο μάτι, πιστεύει αυτό σε σας κι αυτό είναι αρκετό, ξύπνησα σήμερα το πρωί σα ζόμπι. Το ομορφότερο αγόρι του κόσμου να ροχαλίζει μακαρίως, τυλιγμένος σαν τον Τουταγχαμών κι εγώ υπέφερα σιωπηλά μέχρι τις 7.15 που ξύπνησα την έρμη μάνα να με ξεματιάσει για να πάω στη δουλειά, όπου τους απείλησα ότι θα λιποθυμήσω στο Ακρωτήρι, αλλά επειδή είμαι η καλύτερη ξεναγός και σοβαρή επαγγελματίας, την πάλεψα περήφανα ολόκληρη την ημέρα.
Χτες, που λέτε, είχα ένα γκρουπ, 14 άτομα, που έκαναν για 54. Μία οικογένεια ήταν όλοι, δε σας λέω από πού γιατί όλο και κάποιος ψυχάκιας θα βρεθεί να με πει ρατσίστρια, αλλά εγώ θα του πω να έρθει αυτός να τους ξεναγήσει αυτούς και μετά τα λέμε. Αφού ξεκινήσαμε με καθυστέρηση 45 λεπτών, πήγαμε γύρω γύρω στο νησί, βγάλαμε καμιά 200 φωτογραφίες έκαστος και πήγαμε για φαγητό,όπου οι-δε-σας-λέω-από-που αφήσανε το μύθο. Εγώ για να αντέξω τα χτυπημάτα ήπια ένα μοχίτο, που μου έφτιαξε εκεί ο Θανάσης (πολύ ωραίο μοχίτο), και μετά είχα μισομεθύσει. Ετούτοι, το λοιπό, παραγγέλνουνε εκεί διάφορα φαγιά και συνολικά 350 γραμμάρια μπούκοβο. Το φάγανε όλο. Το απλώνανε πάνω στο ψωμί σαν πάστα ελιάς και το καταπίνανε σούμπιτο. Έχετε φάει μπούκοβο; Εγώ, που το μυρίζω, τρέχουν δάκρυα, όχι να το φάω κιόλας. Μιλάμε για πολύ καυτερό πράμα. Εγώ να ρουφάω το μοχίτο κι ο Θανάσης να ‘ρχεται και να μου λέει, πάει, μας έχουν τελειώσει ότι μπούκοβο είχαμε παραγγείλει για τη σεζόν.
Μετά, αφού φάγανε, με τα χέρια, έτσι, ένα πιρούνι δε λέρωσε στο τραπέζι, αφήσανε το τραπέζι λες κι είχανε περάσει όλες οι ορδές του Game of Thrones. Κρασιά χυμένα παντού, το μπούκοβο πασαλειμμένο και στις καρέκλες, κρέατα, ρύζια πεταμένα τριγύρω και πήγανε σε ένα άλλο τραπέζι. Εγώ, στο μεταξύ, μετά το μοχίτο, είχα χαλαρώσει αρκούντως κι είχα αρχίσει να γελάω σαν ηλίθια, παιδιά, έκλαιγα από τα γέλια, τα παιδιά εκεί στο εστιατόριο να μαλώνουνε ποιος θα μαζέψει το χαμό κι οι άλλοι παραγγείλανε ένα μπακλαβά με μία μπάλα παγωτό στα 14, γιατί ένας είχε γενέθλια και να κόβουνε το μπακλαβά όλοι μαζί με τα χέρια και πάνω που να λέμε «τι αηδία, Θεέ μου», έρχεται ένας και μου προσφέρει ένα κομμάτι μπακλαβά, έλα, μου λέει, κέρασμα! Τα άλλα τα σκουλήκια φύγανε γελώντας σε άλλη κατεύθυνση ο καθένας κι εγώ απόμεινα με το μπακλαβά στο χέρι και να τρέχουνε τα δάκρυα από τα γέλια, δε μπορούσα να σταματήσω. Ο άλλος είχε παρατήσει παπούτσια και κάλτσες στη μέση του εστιατορίου, μία είχε βουτήξει ως τα γόνατα στη θάλασσα με το παντελόνι και τα παιδάκια περιχαρή να τσαλαβουτάνε στην άμμο, σας λέω χαμός. Άντε να μπούνε μετά αυτοί όλοι στο λεωφορείο.
Με τα πολλά μπήκαμε και πάμε στο οινοποιείο να πιούμε κρασιά κι αυτοί παραγγέλνανε τσάι και ρίχνανε το κρασί μες στο τσάι, στο θεό σας. Άλλο γέλιο εκεί, κρατούσε ακόμα το μοχίτο. Οι κοπέλες μου λένε, παρ’ τους και φύγε. Παιδιά μου, τι περάσαμε χτες, πώς να μη με πιάσει εμένα πονοκέφαλος. Τους ξαπόστειλα και ησύχασα, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι φύγανε, γιατί η πτήση τους ήταν στις 7 και σιγά μην ήταν αυτοί στην ώρα τους για το pick up.
Τελοσπάντων, στην ευχή του Θεού και της Παναγίας.
Εμείς συνεχίζουμε να ζούμε στη χώρα του Οζ, όπου σίγουρα μας έχει πάει ο διαολεμένος αέρας που φυσάει, ευτυχώς έχουμε και κάνα μπουφά (στα σαντορινιά είναι ο μπουφάς, να ξέρετε) μαζί μας, γιατί κάνει και κρύο. Λοιπόν, πάω να πιω ένα τσιπουράκι να ζεσταθώ και τα ξαναλέμε.
Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Αχ, οι εμπειρίες της ζωής...

Τι να σας πω τώρα, αγαπημένοι μου φίλοι, να σας πω ότι έχω ίντερνετ στο σπίτι, το οποίο είναι ένα φαντασμαγορικό θέαμα, μια υπερπαραγωγή για όλη την οικογένεια, να σας πω ότι παρά το ίντερνετ, ο υπολογιστής που έχω είναι αυτός που είχε ο Νώε στην κιβωτό και έφτιαχνε το excel με τα ζώα, με αποτέλεσμα να σέρνονται όλα, αλλά εγώ δεν πτοούμαι και περιμένω υπομονετικά να φορτώσει το ρinterest ενώ ισιώνω τα μαλλιά μου, να σας πω ότι δεν ξαναμπαίνω στο facebook: ή θα διαβάζω βλακείες ή θα στενοχωριέμαι που δε βλέπω πια τους φίλους μου και που θα με ξεχάσουν;
Να σας πω πως περνάει αυτή η ζωή και όλοι γεννοβολάνε και είμαστε σκόνη στον άνεμο, να σας μιλήσω για το σφίξιμο στην καρδιά όταν σκέφτομαι πως θα ξαναδώ όλον τον αγαπημένο κόσμο σε 7 μήνες, εκτός αν αρχίσετε να έρχεστε σιγά σιγά, να σας πω ότι εδώ ζούμε σε ρυθμούς κιρκαδιανούς και δεν καταλαβαίνουμε από γιορτές, αργίες, εκλογές, πολέμους και όλα τα υπόλοιπα που απασχολούν την ανθρωπότητα;
Μπα, ας μη σας μαυρίσω την καρδιά πρωινιάτικα.
Θα σας πω καλύτερα για προχτές, που ανεβήκαμε περιχαρείς, εγώ και τα Γαλλάκια μου (γλου γλου), στο βουνό εδώ του νησιού, μιλάμε για βουνό, όχι αστεία. Εγώ, το λοιπό, επειδή πρώτον είμαι γνωστός αστιάτορας και δεύτερον βαριέμαι να μιλάω συνέχεια για ιστορικά γεγονότα και αρχαιολογικά τεκμήρια, τους λέω ότι θα κατεβούμε με τα πόδια, για άσκηση. Τι ήταν να το πω; Χάλασε το λεωφορειάκι της χαράς και ξεμείναμε στον Προφήτη (έτσι λέγεται το βουνό) εγώ, 26 Γάλλοι κι ο οδηγός. Τα Γαλλάκια λύσσαξαν να γελάνε: cest vrai, c’était pas une blague, και τέτοια, έτοιμοι ήτανε να αρχίζουν να κατηφορίζουν. Ένας από αυτούς δε, έβγαλε τη μπλούζα του, ανασκουμπώθηκε κι άρχισε να μαστορεύει το λεωφορείο μαζί με τον οδηγό, διότι ήτο μηχανικός. Κι η γυναίκα του να τον βγάζει φωτογραφίες, για να τις δείξει μετά στους φίλους τους. Στιγμές απείρου κάλλους κι η ξεναγός να στέκεται ανήμπορη παραδίπλα και να σταυροκοπιέται.
Ή, καλύτερα, θα σας πω και για χτες, όπου κάθομαι αμέριμνη με την Τάνια και κουτσομπολεύουμε τους τουρίστες, αν κι εγώ ενίσταμαι και δεν το θεωρώ κουτσομπολιό αυτό, διότι κουτσομπολιό κάνεις για κάποιον που ξέρεις, όχι για τον άγνωστο Κινέζο που κυκλοφορεί με καρό κοκκινορόζ βερμούδα, τιρκουάζ μοκασίνι, πράσινο πουκάμισο και λινό γκρι σακκάκι-τελοσπάντων, καθόμαστε κι έρχεται ένα ζεύγος και μας χώνει στη μούρη ένα ασημένιο μενταγιόν, που του λείπει ένα κρεματζούλι και σε άπταιστα ρωσικά μας ρωτάει αν έχουμε το ίδιο. Σε άπταιστα αγγλικά η Τάνια απαντά πως όχι, αλλά εγώ, πάντα ετοιμοπόλεμη και εφευρετική, τους οδηγώ μέσα από το λαβύρινθο των Φηρών στο μαγικό εργαστηριάκι και ο Ήφαιστος (το καλλιτεχνικό του Γιάννη) τους κατασκευάζει το κρεματζούλι, ατάκα κι επί τόπου, κι αυτοί φεύγουν ευγνώμονες, ευχαριστώντας μας, πάντα σε άπταιστα ρωσικά.  Αλλά έπρεπε να δείτε το Γιάννη, που τους έλεγε να καθίσουν να δουν πως το φτιάχνει κι ότι αυτό θα τους εντυπωσίαζε, αλλά αυτοί οι καημένοι δεν καταλάβαιναν γρι, ο Γιάννης εκεί, να επιμένει, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να τρομάζουν ώσπου επενέβη η ειρηνευτική δύναμη και δυναμικά τους λέω one hour και έληξε το θέμα.
Λοιπόν, αυτά θα σας πω. Και τώρα, καλημέρα, πάω να μαζέψω τα γλυκούλια για σήμερα και να θαυμάσουμε το πιο διάσημο νησί της Ελλάδας. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Εσείς τον βρήκατε;

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία: ήλιος, επιτέλους, που μόλις ανατέλλει, άστρο θαμπό του πρωινού, η Ανάφη να μπλαβίζει στο βάθος, καφές και ο Χαρούκι. Κάθομαι, εδώ, στο νησί, μόνη σαν το λεμόνι (πολύ μου αρέσει να ξυπνάω το πρωί νωρίς και να νιώθω πως είμαι ο μόνος ξύπνιος άνθρωπος πάνω στη γη) και διαβάζω το καινούργιο βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι και ευχαριστώ κάθε είδους θεό που υπάρχουν τέτοια βιβλία.
Εκτός από την ομορφιά των λέξεων, την υπόγεια ομορφιά που μπαίνει στην ψυχή σου ανύποπτα και σου απαλύνει τις γωνίες χωρίς να το καταλάβεις, εκτός από τους παράξενους και κοντινούς ανθρώπους που ζουν σε μία χώρα τόσο μακρινή, αλλά είναι σα να τους βλέπεις, εκτός από την καθόλου ανόητη, αντίθετα, πλήρη νοήματος ελαφράδα που έχουν τα βιβλία του, εκτός από τις συναρπαστικές του ιστορίες, ο άνθρωπος αυτός παρομοιάζει τις σκηνές που περιγράφει με πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Δε θέλω εγώ τίποτε άλλο. Μη με περάσετε για καμιά ξιπασμένη τεχνόφιλη, απλά μου αρέσουνε πολύ, εκτός από τα βιβλία του Χραούκι Μουρακάμι, και οι πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ, οπότε όταν τα βρίσκω μαζί αυτά, είναι κάτι σαν σουφλέ σοκολάτα με παγωτό βανίλια.
Πρώτη φορά είχα δει πίνακα του Χόπερ σε ένα κατάστημα με υφάσματα, στο θεό σας, στη Λαμία. Κρεμόταν στον τοίχο δίπλα στη σκάλα, ειλικρινά δε μπορώ να θυμηθώ ποιος πίνακας ήταν, έχω προσπαθήσει πολύ, αλλά είναι αδύνατον. Θυμάμαι, όμως, πως μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση, φανταστείτε, δεν κοίταζα τα υφάσματα, κοίταζα τον πίνακα. Μετά, τον ξέχασα, αλλά έπειτα από πολλά χρόνια, έπεσα πάνω σε έναν άλλον πίνακα, θυμήθηκα εκείνο το κατάστημα υφασμάτων και βρήκα το ζωγράφο κι έτσι έγινε η ιστορία. Και τώρα ο Χαρούκι μιλάει για τον Χόπερ, τι άλλο να ζητήσω από τη ζωή;
Και μια που έπιασα τα βιβλία κι είναι μάλλον η βιβλιοκριτική της εβδομάδας, θα σας εξομολογηθώ: άρχισα και τον Προυστ, την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου, που είναι, σου λέει, η Ιθάκη των αναγνωστών, βιβλίο-θρύλος, το απαύγασμα της λογοτεχνίας. Το μεγάλο έργο του περίφημου Γάλλου συγγραφέα, που το αποτελείωσε κυριολεκτικά ημιθανής, υπαγορεύοντας τις τελευταίες φράσεις στο γραμματέα του, λίγο πριν πεθάνει. Η ελληνική μετάφραση, που την έκανε ο Παύλος Ζάννας, που εγώ δεν τον ήξερα πριν, έχει 4 τόμους.
Μάρτυρές μου ο Θεός κι η Κερασία, από τη βιβλιοθήκη της Σαντορίνης, έκανα φιλότιμες προσπάθειες, διάβασα 2 τόμους από τους 4 της μετάφρασης του Παύλου Ζάννα: διάβασα την περίφημη μαντλέν, διάβασα σχοινοτενείς περιγραφές καναπέδων, διάβασα ατέρμονες αναδιφήσεις στα αριστοκρατικά τζάκια της Γαλλίας, διάβασα τα παράπονα του Προυστ για τη μαμά του, διάβασα πολλά.
Αλλά, το χαμένο χρόνο εγώ δεν τον βρήκα, λυπάμαι. Μάλλον είμαι ελαφρώς ανώριμη αναγνώστις, διότι ποια είμαι εγώ που θα κρίνω τον Προυστ, αλλά δυστυχώς, δε με γοήτευσε. Σειρές λέξεων, πολλές φορές εξεζητημένων, έλλειψη ουσιαστικής ιστορίας, οι προσωπικές αναζητήσεις και οι παιδικές αναμνήσεις ενός, όπως μου φάνηκε εμένα, άτολμου νεαρού, δεν αποτελούν και πολύ ενδιαφέρον θέμα, εκατομμύρια υποσημειώσεις (στο τέλος, σημειωτεόν, του βιβλίου, κάτι που το σιχαίνομαι), εξαιρετικά κουραστικές, και εν γένει, άσκοπο. Πραγματικά, με το βιβλίο αυτό αναζητάς το χρόνο σου, διότι προφανώς δεν έχεις τίποτε να κάνεις για να κάτσεις να το διαβάσεις. Λυπάμαι που δεν το τελείωσα, ίσως δεν του έδωσα αρκετές ευκαιρίες, αλλά έβλεπα εκεί τις Μικρές Ώρες του Μουρακάμι και δεν άντεχα.
Δεν ξέρω, συνήθως όταν διαβάζω κάποιο βιβλίο που θεωρείται κλασικό και παγκοσμίως αναγνωρισμένο, πράγματι καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει αυτό και ναι, κάποια βιβλία δικαίως θεωρούνται αξεπέραστα. Καταλαβαίνω και η Αναζήτηση γιατί θεωρείται κλασικό, αλλά αξεπέραστο διόλου δεν το βρήκα.
Λοιπόν, αυτά. Να με συμπαθάτε, που λένε κι οι Σαντορινιοί, αν σας εζάλισα, απλά, έτσι, να μην ξεχάσω και να μιλάω εδώ που ήρθα. Τώρα, θα βάλω επιτέλους, καλοκαιρινά παπούτσια και θα πάω να περιγράψω how Santorini has obtained this unique landscape.
Όπως πάντα, σας αγαπώ και μου λείπετε.