Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Άσε με να σε πάρω μακριά, θα ήθελες διακοπές;



Πήγα για τρέξιμο, πρώτη φορά μετά από 7 μήνες, έτρεξα 8 ολόκληρα λεπτά, μετά έκανα zumba παρακολουθώντας ένα βίντεο για αρχάριους από το διαδίκτυο (όπου στο 3ο λεπτό άσθμαινα «έχει πολύ ακόμα, Μπαμπά Στρουμφ;») και μετά πλάκωσα δύο γεμιστά, μισό κιλό φέτα, μια κουταλιά προφιτερόλ, άλλη μια τιραμισού και δυο σοκολατάκια με μερέντα. Τι πιάνεται πιο πολύ; Μην απαντήσετε, είναι ερώτηση παγίδα.
Ψάχνοντας για βίντεο zumba στο διαδίκτυο, εν τω μεταξύ, έπεφτα συνέχεια πάνω σε βίντεο μεταμόρφωσης ανθρώπων: πως έχασα 60 λίμπρες (πόσο είναι η λίμπρα και ποιος λαός τη χρησιμοποιεί ακόμα ως μονάδα βάρους;), πριν και μετά, η ιστορία της Κάρεν που έχασε 145 pounds (ίδια απορία με προηγουμένως) και δε συμμαζεύεται. Στην αρχή αποφάσισα να κάνω κι εγώ ένα τέτοιο βίντεο, μετά όμως πείστηκα διά την ξεφτίλα της υπόθεσης και αναθεώρησα. Η zumba, πάντως, είναι πολύ ωραία, εγώ διασκέδασα πάρα πολύ, ο αποκάτω δεν ξέρω.
Πριν από όλα αυτά, πήγα διακοπές και αυτός είναι ο λόγος που εξαφανίστηκα, όχι, Δημήτρη, δεν τεμπελιάζω, όπως άδικα με κατηγόρησες, όλοι δηλαδή πήγανε διακοπές το καλοκαίρι, εγώ το καλοκαίρι ανεμοδερνόμουνα στη Σαντορίνη (bienvenues κλπ), πήγα τώρα. Στην Κέρκυρα: ξαναπάτησα τα ιερά χώματα της Γαρίτσς και του Καμπιέλου, πέρασα τη λατρεμένη πόρτα του μουσειακίου, φίλησα τις μακρινές  μου φιλενάδες, που μερικές έχουνε και μωρό, θεέ μου, μωρό, ρε φίλε, η Σοφία. Πολύ γελάσαμε με τη Σοφία και το μωρό της και το Γιάννη, τον πατέρα. Τάιζε η Σοφία το μωρό, σηκώνεται ο Γιάννης να βάλει γλυκό να φάει κι η Σοφία παρατάει μωρό, κρέμα και σαλιάρα για να «μη βάλει ο Γιάννης καμιά κομμάτα γλυκό και δε φτάσει για κανέναν άλλον», λιώμα εμείς στον καναπέ. Μετά, ανησυχούσε η Σοφία γιατί θα έμπαινε στο καράβι το μωρό και θα έπιανε με τα χεράκια του όλες τις βρωμερές επιφάνειες του καραβιού και Κύριος οίδε πόσα μικρόβια κι εγώ της είπα να του φορέσει μικρά γαντάκια στα χεράκια του (για πλάκα το είπα, έτσι;) και της καλάρεσε η ιδέα, «μωρέ, λες;» μου απαντάει κι οι υπόλοιποι έχουν γονατίσει από τα γέλια.
Η Ελένη είναι όπως ακριβώς την άφησα: έχει στρωμένη μια πετσέτα πάνω στην κουζίνα και κάθε φορά που θες να κάνεις καφέ, πρέπει να διπλώνεις την πετσέτα για να αποκαλύψεις ένα μάτι να βάλεις το μπρίκι, αλλά δε χωράει να τη διπλώσεις ολόκληρη γιατί στα πίσω μάτια έχει μια καφετιέρα (;) και διάφορα άλλα απροσδιόριστα αντικείμενα. Κι έρχομαι εγώ και αναρωτιέμαι γιατί να καλύπτεις την κουζίνα με μια πετσέτα, αλλά μετά συνειδητοποιώ ότι μιλάμε για την Ελένη, που δε μαγειρεύει ποτέ και που όταν έμενα στην Κέρκυρα με τη Ρενάτα ερχόταν σπίτι μας και λιγουρευόταν τις σαλάτες με τα κρουτόν που έφτιαχνε η Ρενάτα, ενώ αυτή είχε φάει αρνάκι με πατάτες στη μαμά της. Ψάχναμε με τη Βίβιαν ένα μαχαίρι για να καθαρίσουμε τις πατάτες και βρήκαμε μόνο το χασαπομάχαιρο του Dexter, κοντέψαμε να σφαχτούμε μέχρι να καθαρίσουμε 3 πατάτες.
Πριν την Κέρκυρα, το ομολογώ εδώ και δημόσια ζητώ συγγνώμη από αυτούς που δεν πρόλαβα να δω, πήγα και στην Αθήνα. Κι εκεί, δεν είχε αλλάξει κάτι: η Μαρίνα έχει μια πυραμίδα από χαρτομάντιλα στο μπράτσο του καναπέ (η Μαρίνα μονίμως είναι κρυωμένη κι έχει μύξες) κι η Στέλλα καπνίζει αρειμανίως και λέει «ουφ, έσκασα» μετά από 2 φλύδες πίτσας. Θα κάνω τώρα μια κατάθεση ψυχής και θα πω ότι ένα πρωί που η Στέλλα είχε φύγει για τη δουλειά κι εγώ περίμενα τη Βίβιαν να μου τηλεφωνήσει για να συναντηθούμε, καθόμουν στο τραπέζι της κουζίνας της Στέλλας και πολύ συνεκινήθην, διότι σκέφτηκα πως γνωρίζω τη Στέλλα και τη Μαρίνα από τότε που ήμασταν μικρά παιδάκια, στην κυριολεξία, κι είναι πολύ περίεργο και εξαιρετικό και ανακουφιστικό που τις γνωρίζω ακόμα, τώρα που είμαστε κοτζάμ γαϊδούρες και που η Στέλλα έχει και το παιδάκι της (που είναι ίδιο, ίδιο όμως, με αυτήν). Καθόμουν εκεί, στο τραπέζι της Στέλλας, κι ήταν σα να ήμουν στο δικό μου τραπέζι, γιατί είναι απίθανο πόσο κοντά μπορεί να είσαι με έναν άνθρωπο, ακόμα κι αν είσαι μακριά.
Μετά, πήγα στη Βίβιαν, όπου αρχικώς τρόμαξα, διότι το σπίτι το είχαν καταλάβει εξωγήινοι και το είχαν αδειάσει και βάψει κατάλευκο και είχαν πάρει όλα τα λουλουδάτα πιάτα και τα ποτήρια με τον Τουίτι από τα ντουλάπια και τα είχαν γεμίσει με πιάτα, ποτήρια, κούπες και πιατέλες, όλα στο ίδιο ραφ χρώμα. Ήταν λίγο τρομαχτικό, ευτυχώς γρήγορα κατάλαβα ότι απλά είχε μετακομίσει ο Στέφανος εκεί, πάλι καλά που τα παπάκια στο μπάνιο έμειναν στη θέση τους γιατί θα έφευγα τρέχοντας. Κάποια πράγματα σ’ αυτή τη ζωή είναι σταθερά, όπως τα παπάκια στο μπάνιο της Βίβιαν. Ένα απόγευμα πήγαμε στο ΙΚΕΑ, όπου ανακουφίστηκα, διότι πίστευα πως μόνο εγώ κι ο Γιάννης βριζόμαστε στο ΙΚΕΑ, αλλά όχι, μάλλον συμβαίνει σε όλους, κάτι έχει εκεί η αύρα του ΙΚΕΑ. Τα παιδιά αγόρασαν έναν καναπέ για να κοιμηθώ εγώ και η θεία Θούλη (δεν ξέρω από πού βγαίνει αυτό το όνομα, ίσως από το Κθούλου, μπορεί να είναι η θεία Κθούλου), αλλά δεν είδα να φωνάξανε τη θεία, μόνη μου τον έστησα τον καναπέ…
Πριν και από την Αθήνα, πήγα στη Λαμία, φυσικά, για να δω την έρμη μάνα και τα δίδυμα, τα οποία έχουν μεταμορφωθεί σε αδηφάγα, ψηλόλιγνα παιδάκια, αλλά παραμένουν αηδιαστικά ζωάκια. Τρώνε μόνα τους, εντάξει, δεν υπάρχει, αλλάζουν 4 κουταλοπίρουνα για να αποφασίσουν ποιο θέλουν, τρώνε τα μακαρόνια με κουτάλι και πασαλείβονται πανωλούθε με το εκάστοτε φαγητό, μετά τρέχουν στη μπαλκονόπορτα και πασαλείβουν κι εκεί λίγο φαγητό, γιατί ψάχνουν το «γγα», το φεγγάρι, δηλαδή. Μιλάνε μεταξύ τους ώρες ατελείωτες σε μια ακατανόητη γλώσσα και δαγκώνονται όταν βαριούνται. Είναι τέλεια, αλλά ευτυχώς όχι δικά μου, εντάξει, φίλε, τα δίδυμα είναι άθλος.
Μετά από το τουρ μου ανά την Ελλάδα γύρισα οριστικά στην εξωτική Κατερίνη και ανυπομονώ να αρχίσω τις χειροτεχνίες μου και να ανανεώσω την ηλεκτρονική μου παρουσία. Προς το παρόν, ωστόσο, θα βάλω μια σκούπα, γιατί έκανα zumba με τα σπορτέξ από το γήπεδο και μη σας πω πως έγινε η μοκέτα.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Νυχτερινή εκπομπή.



Καλέ, εγώ αύριο θα μπω στη Βεργίνα και θ’ αρχίσω να λέω για την Ξεστή 3, τίποτε δε θυμάμαι, άσε που θα μπλέξω τους αρχαιολόγοι-που λένε και στη Σαντορίνη, σας έχω πει ότι η αιτιατική πληθυντικού δεν απαντάται στη θηραϊκή ντοπιολαλιά-κι αντί για τον Ανδρόνικο θα λέω για το Μαρινάτο.
Η συνήθεια. Πιο δυνατό πράμα δεν υπάρχει. Τα πάντα, σου λέει, συνηθίζεις, να, εγώ για παράδειγμα. Συνήθισα την Κέρκυρα, μετά ξανασυνήθισα την Κατερίνη, στη συνέχεια συνήθισα τη Σαντορίνη, εδώ έχω συνηθίσει τον κύριο Μάκη, που ήρθε σήμερα κι ήθελε να πάει στη λαϊκή με την τσάντα που αγόρασα το καλοκαίρι από την Τάνια και ανησυχούσα ότι είναι χειμωνιάτικη, αλλά τώρα ανησυχώ ότι είναι καλοκαιρινή, ευτυχώς που μου είπε το αδέρφι ότι είναι boho και ησύχασα. Πάντως, από την Κέρκυρα τα έχω ξεχάσει όλα, πήρα σήμερα να ζητήσω μια καινούργια κάρτα από την τράπεζα, διότι η παλιά έληξε και μου είπανε ότι τη στείλανε στην παλιά μου διεύθυνση. Α, μπα; λέω εγώ, δηλαδή που; Ο υπάλληλος παραλίγο να με πάρει για κλέφτη, διότι με ρώτησε ποια είναι η παλιά μου διεύθυνση και δε θυμόμουν με τίποτα, μετά με ρώτησε το παλιό μου τηλέφωνο και πάλι δε το θυμόμουν και η επόμενη ερώτηση ήταν το όνομά μου. Εντάξει. Παρήγγειλα την καινούργια μου κάρτα,.
Μετά (με την κάρτα του Γιάννη) έκλεισα τα εισιτήρια για την τουρνέ μου στην Ελλάδα, τώρα λέω να τυπώσω και μπλουζάκια, όπως τα συγκροτήματα, Greek Tour 2013, με τα ονόματα των πόλεων που θα επισκεφτώ. Με περιμένουν όλοι εναγωνίως, αλλά για κάποιο μυστήριο λόγο όλοι θέλουν να με βάλουν να κάνω δουλειές: η Άννα μου λέει «θα μείνεις στη μαμά το Σαββατοκύριακο, αλλά τις καθημερινές θα έρθεις σε μένα, για να βοηθάς να τα πηγαίνουμε σχολείο» (ο Τριαντάφυλλος, λέει, δεν πάει σχολείο άμα δεν έχει τη μπλούζα της πιτζάμας του στην τσάντα, αλλά, τι να κάνουμε, παιδί μας είναι, το αγαπάμε) κι η Στέλλα μου είπε ότι τα πρωινά που αυτή θα είναι στη δουλειά εγώ θα πρέπει να μαγειρεύω. Ευτυχώς, η Ελένη στην Κέρκυρα δεν έχει κατσαρόλες, οπότε εκεί θα γλιτώσω τουλάχιστον το μαγείρεμα. Α, θα μείνω κι ένα βράδυ στη Βίβιαν, ποιος ξέρει αυτή τι θα σκαρφιστεί.
Μέχρι να φύγω, χαίρομαι που θα ξαναδώ το βρωμονήσι μου, διαβάζω το Χαρούκι κι έχω εκστασιαστεί, ευτυχώς υπάρχουν αυτά τα βιβλία και δίνουν νόημα στην ύπαρξή μας και σιδερώνω ατελείωτα, έχω πειστεί πως κάποιος ξυπνάει το βράδυ και ξανατσαλακώνει αυτά που σιδέρωσα, δε γίνεται αυτή η στοίβα να μην κατεβαίνει ποτέ.
Τι άλλο να σας πω; Η ζωή περνάει όπως πάντα, δίπλα μας, ανεπαισθήτως και ανερυθρίαστα, σα να μη ντρέπεται καθόλου. Λείπει τώρα το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, γι’ αυτό ξεφουρνίζω ανοησίες. Καληνύχτα, πάω να βρω συνταγές για τη Στέλλα.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Επιστρέφω σε λίγο.



Αχ, ναι, αγαπημένοι, εδώ είμαι, γύρισα επιτέλους σπίτι μου, στη μαύρη τρύπα, στους ριγέ τοίχους και τις γκρι μοκέτες, στο κρεβάτι μου, ρε φίλε, απόλαυση. Καλή η Σαντορίνη, αλλά κι όταν γυρνάς είναι μια ανακούφιση. Τελικά, γι’ αυτό πρέπει να φεύγει κανείς από τα διάφορα μέρη: για να μπορεί να επιστρέφει.
Πριν να φύγω από το νησί, πλακώσανε, κλασικά, κάτι Γάλλοι της τελευταίας στιγμής, ίσα ίσα να μας σπάσουνε τα νευράκια μας. Μετά ήρθε κι ο Γιάννης, επίσης κλασικά, 2 βρακιά και 4 πουκάμισα, ήμαρτον αυτό το παιδί, ποτέ δε θα μάθει να φτιάχνει βαλίτσες, τζάμπα η συνύπαρξη με την ξεναγό. Το αποτέλεσμα ξέρετε ποιο ήταν: να πλένω βρακιά κάθε δεύτερη μέρα. Κι ήταν πολλές αυτές οι ρημάδες οι μέρες, διότι εμείς δε φεύγαμε από τη Σαντορίνη αν δε βρίσκαμε σπίτι ΚΑΙ εργαστήριο για του χρόνου, για να στεγάσει το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου την πιο ωραία τέχνη του κόσμου, τρέμε Σαντορίνη, ερχόμαστε.
Δεν ξέρω αν έχετε ψάξει ποτέ για σπίτι ή επαγγελματικό χώρο στη Σαντορίνη, μιλάμε για πολύ γέλιο. Καταρχάς, εκεί όλα γίνονται ανάποδα: εσύ παρακαλάς τον ιδιοκτήτη να σου επιτρέψει να νοικιάσεις το ακίνητό του, όχι ο ιδιοκτήτης εσένα. Βέβαια, για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα να βρεις ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, πράγμα αδύνατον στη Σαντορίνη, μιλάμε όλο το κέντρο των Φηρών ανήκει σε 3 οικογένειες, ξαδέρφια, αδερφές, παππούδες, θείους και δε συμμαζεύεται κι άντε εσύ να βρεις το σωστό ξάδερφο, παππού, θείο, κλπ. Περισσότερα ξέρουμε για τις ιδιοκτησίες στην πλατεία των Φηρών από την Πολεοδομία. Μετά, πρέπει να τους πεις την ιστορία της ζωής σου, τι θα το κάνεις, γιατί, εσύ, κοπελιά, τι δουλειά κάνεις; Από πού είσαι, γιατί ήρθες εδώ, που θα πας μετά κι άλλα τέτοια.
Βέβαια, επειδή εμείς, για κάποιο λόγο, γινόμαστε πολύ συμπαθείς στους αγνώστους, δεν έχω καταλάβει γιατί, αν οι άγνωστοι ήξεραν πόσο βλαμμένοι είμαστε, δε νομίζω πως θα μας νοικιάζανε τα σπίτια τους, καταφέραμε και βρήκαμε αυτό που ψάχναμε.
Και μετά, δύσκολοι αποχαιρετισμοί: η Τάνια. Η Τάνια είναι η καλή μου φίλη σε εκείνο το νησί (ξέρετε ότι έχω τουλάχιστον μία καλή φίλη σε κάθε νησί) που κάθε απόγευμα λέγαμε τα νέα της ημέρας, σχολιάζαμε τον κόσμο και τα τεκταινόμενα και καμιά φορά πηγαίναμε για φαγητό στον Έξω Γιαλό-άμα βρεθείτε στη Σαντορίνη, να πάτε εκεί οπωσδήποτε. Με δάκρυα στα μάτια, αποχωριστήκαμε την Τάνια, φορτωθήκαμε 2 βαλίτσες, 1 υπολογιστή και 5 σακούλες με κεραμικά (διότι εκτός από εκείνα που αγόρασα εγώ, οι οδηγοί μου, τα γλυκά μου, μού χάρισαν ένα κανατάκι με τα ποτηράκια του, όλα μοβ, ασορτί με το σπίτι μας), μπήκαμε στο Πρέβελης, εξαιρετικό πλεούμενο, και φτάσαμε στην Αθήνα μετά από 9 ώρες, τις οποίες περάσαμε κοιμώμενοι κάτω από μία σκάλα και δίπλα από κάτι Ισπανούς.
Στη δε Αθήνα, καταρχάς είδαμε τον καινούργιο καναπέ της Βίβιαν, φυσικά δεν καθίσαμε, γιατί ο Στέφανος έχει απαγορεύσει να κάθονται άνθρωποι στον καινούργιο καναπέ για τουλάχιστον 10 ημέρες, και μετά είδαμε λίγο και την Αθήνα κι επιτέλους φτάσαμε στην εξωτική Κατερίνη ακριβώς ύστερα από 24 ώρες.
Ε, από τότε, καθαρίζω. Αδερφέ, ο τύπος αυτός δε σφουγγάρισε μία φορά σε 6 μήνες. Μία, όχι πολλές. Σήμερα τελείωσε η καθαριότητα, στρώσαμε και τις γκρι μοκέτες, βάλαμε και το Ντελβουά στη γωνία για να κάτσει (τελικά, αυτά τα χοντρά, βαριά βιβλία μόνο για να στρώνεις τις γωνίες από τις μοκέτες χρησιμεύουν) κι εγώ φούρνισα κάτι γεμιστά, τα οποία είναι ακόμα ακριβώς όπως τα έβαλα στο φούρνο, λέτε μέχρι αύριο το πρωί θα έχουν ψηθεί;
Γενικά, στη Σαντορίνη πέρασα πολύ ωραία, δούλεψα πάρα πολύ, που ήταν και ο σκοπός μας, μαύρισα μέχρι τον ώμο και μέχρι το γόνυ, γνώρισα διάφορους ανθρώπους και κατάλαβα πολλά για τον εαυτό μου. Τώρα θα αναδιπλωθώ, θα ξεκουραστώ, θα κάνω τις χειροτεχνίες μου, θα ανανεώσω την ηλεκτρονική μου παρουσία, αλλά πριν από όλα αυτά, θα πάω στην έρμη μάνα και στην Κέρκυρα. Θα σας κρατώ ενήμερους. Σας αγαπώ όλους.

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Τα συνηθισμένα.

Σταθερά, στο νησί. Η σεζόν εδώ είναι σαν το σύμπαν: δεν τελειώνει ποτέ.
Εγώ, στο μεταξύ, δε θα κρύψω πως λίγο έχω βαρεθεί, θέλω να πάω σπίτι μου και να τσακώνομαι με το Γιάννη για το ποιά δουλίτσα θα κάνουμε πρώτη και μετά να μπαίνουμε στην Κοκκινοσκουφίτσα και να πηγαίνουμε στο Κεραμίδι και να τρώμε τις πίτες της κυρίας Μαρίνας και να υπογράφουμε συμφωνίες με τον κύριο Μάκη για να ποτίζουμε τις μουσμουλιές. Αντί για όλ' αυτά, τσακώνομαι με το Μηνά γιατί δεν κοιτάω δεξιά να δω αν έρχεται αυτοκίνητο (αυτό δεν το καταλαβαίνω, δηλαδή αν εμένα μου φανεί μακριά το αυτοκίνητο ενώ είναι κοντά, τι θα γίνει;), τα μόνα οχήματα στα οποία μπαίνω είναι τα λεωφορεία και το αυτοκίνητο της Τάνιας, που δεν ξέρω τι μάρκα είναι, αλλά έχει ένα τρομακτικό παράθυρο που κατεβαίνει και ανεβαίνει μόνο του, πηγαίνω στο Ακρωτήρι σε καθημερινή βάση, οι φύλακες ξέρουν όλους τους φιόγκους που έχω για τα μαλλιά, τρώω τονοσαλάτες και σουβλάκια, τώρα ανακάλυψα και το κινέζικο κι έχω καταστραφεί και υπογράφω τα voucher στο οινοποιείο.
Το κρύο έχει σφίξει εδώ, αλλά η ξεναγός έχει μόνο κάτι τσίτια καλοκαιρινά και πέδιλα, με αποτέλεσμα να φοράω 14 ρούχα ταυτόχρονα μπας και ζεσταθώ. Προχτές φόρεσα και παντελόνι, ρε φίλε, μετά από 4 μήνες, κι οι οδηγοί στεναχώρεθηκαν όλοι πάρα πολύ. Βέβαια, είναι below normal, που λένε και τα πελατάκια, αυτό τώρα, ελπίζω ότι θα ξαναζεστάνει, αλλιώς να σηκωθώ να φύγω, εγώ δε θέλω να αρχίσει ο χειμώνας εδώ, θέλω να πάω σπίτι μου να χουχουλιάσω και να γελάω με το γούνινο καπέλο του Γιάννη και να ξαναδώ τον Παύλο και να πάμε για τρέξιμο 8 η ώρα το πρωί με χιονόνερο. Τι νοσταλγία, Θεέ μου.
Θα σταματήσω να γκρινιάζω, θα σας πω τι γέλιο ρίχνω με τα πελατάκια. Τους δείχνω μέσα στο Ακρωτήρι φωτογραφίες των τοιχογραφιών, διότι, πρέπει να ξέρετε, ξεναγός στο Ακρωτήρι δίχως διαφάνειες, χάρτες, βιβλία, κλπ δε νοείται, εγώ, βέβαια, έχω μόνο κάτι ταπεινές πλαστικοποιημένες φωτογραφίες, αλλά του χρόνου θα οργανωθώ, σκέφτομαι να φέρω και μια πτυσσόμενη μακέτα της Δυτικής Οικίας, θα βάλω το Γιάννη να μου τη φτιάξει, α, μπράβο μου, ωραία ιδέα είχα. Τελοσπάντων, παρασύρθηκα από τον οίστρο μου πάλι. Τους δείχνω, το λοιπό, τις φωτογραφίες και μέσα σ' αυτές είναι και κάτι όμορφες κυρίες από την Οικία των Γυναικών, εκ των οποίων η μία φέρει τη χαρακτηριστική μινωική φορεσιά (με λατρεύετε;) με τη μακριά φούστα και το στενό πουκαμισάκι που αφήνει το στήθος ακάλυπτο. Μιλάμε, χαίρονται τα τουριστάκια και σοκάρονται ταυτόχρονα, τους λέω κι εγώ ότι αυτή είναι the sexy one και μου λέει ένας προχτές yes, like you!
Αχ, ρε παιδιά, δε με θέλει αυτό το νετ καφέ. Βρωμόπαιδα δεν έχει, πάνε σχολείο, αλλά τώρα κάνει ανακαίνιση και  έχω πομείνει εγώ (που λένε κι οι Σαντορινιοί) στη μέση του γιαπιού με τον μόνο υπολογιστή που λειτουργεί. Μάλλον πρέπει να φύγω, πεινάω κιόλας, κι η Τάνια περιμένει τη σούπα νο 3. Την άλλη φορά θα είναι καλύτερα, σας υπόσχομαι (λίγο περίεργα ακούστηκε αυτό). Σας αγαπώ όλους.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Πάριο χρονικό.

Ε, καλά τώρα, ήρθα κι εγώ να γράψω μετά απ' όλ' αυτά, τι να σας πω τώρα, να γράψω για το γάμο, θα με πάρουν με τις πέτρες, να μη γράψω, θα χάσουμε πολύ γέλιο, τελικά συνεχίζεται η ζωή ή όχι;
Το μόνο που σίγουρα συνεχίζεται είναι οι καραβιές των Γάλλων, σπίτι δεν έχουνε αυτοί οι άνθρωποι, αναρωτιέμαι, να πάνε, να μας αφήσουν κι εμάς στην ησυχία μας; Χειμώνιασε, ρε φίλε, έπιασε βροχή, αγάπη καλοκαιρινή, κι αυτοί εδώ, Σαντορίν και ξερό ψωμί. Η έρμη ξεναγός έχει φρικάρει ελαφρώς. Ευτυχώς έχασα τη βδομάδα των παθών, ήμουν στο γάμο τις μέρες που οι Γάλλοι είχαν καταλάβει το νησί.
Στο γάμο περάσαμε καταπληκτικά. Βρήκαμε όσα χρυσάνθεμα θέλαμε, κολλήσαμε μια παραλία κοχύλια στις λαμπάδες, μαζέψαμε άλλη μια παραλία βότσαλα για να γράψουνε οι καλεσμένοι ευχές κι αυτοί μετά ζωγράφιζαν ζώα, κρεμάσαμε κορδέλες σε όλα τα δέντρα, δέσαμε τούλια σε όλες τις κολόνες του σπιτιού κι ας κόντεψα εγώ να σκοτωθώ γιατί η Μαργαρίτα, την κρίσιμη στιγμή, αντί να μου δώσει το πιστόλι σιλικόνης, χαιρετούσε τους φίλους της που περνούσαν με το αυτοκίνητο. Επίσης, έχω βάλει τόση σιλικόνη στους τοίχους του σπιτού της Βίβιαν για να στερεώσω τους τούλινους φιόγκους, που πιστεύω πως ο μπαμπάς της θα με φωνάξει να το βάψω από την αρχή.
Μετά, ο Στέφανος ήρθε στην εκκλησία με άλογο, πράγμα που έκανε μεγάλη εντύπωση σε όλους και κυρίως στο άλογο. Εμείς, στο μεταξύ, ντύναμε τη νύφη, εγώ έλεγα βλακείες γιατί είχα άγχος κι ο μπαμπάς της νύφης πετούσε βαρελότα ακριβώς έξω από το δωμάτιο, καπνοί, βροντές, ζέστη, αν δε φορούσα τις χρυσές πλατφόρμες, θα ένιωθα σαν τον Τσάρλι Σιν στο Πλατούν.
Με τα πολλά τη ντύσαμε τη νύφη, αν και ξεχάσαμε κάτι βασικό, το βάλαμε μετά, τελοσπάντων, και ξεκινήσαμε να πάμε στην εκκλησία. Φρούδες ελπίδες. Για να φτάσουμε, έπρεπε η Βίβιαν να χορέψει μπάλο με όλους τους παρευρισκόμενους και δεν ήτανε και λίγοι. Στο μυστήριο, φυσικά, έπεσε πολύ γέλιο. Εγώ, απέναντί μου, είχα μια καλεσμένη που είχε ένα λοφίο από ξανθό μαλλί και ψεύτικη κοτσίδα κι ήταν λίγο τρομακτική, οπότε προσπαθυούσα να κρυφτώ πίσω από τη Βίβιαν κι η Βίβιαν νόμιζε ότι βιαζόμουνα να αλλάξω τα στέφανα. Επίσης φυσούσε και μου σηκωνόταν το φουστάνι, μεγάλη επιτυχία, στο τέλος, το στερέωσα στο νυφικό και ησύχασα.
Μετά, πήγαμε στο γλέντι κι έπρεπε να χορέψουμε το συρτό του γάμου, τζάμπα πήγανε οι πρόβες, τα έκανα θάλασσα, εγώ και όχι ο Κωνσταντίνος. Αφού, στο τέλος, η Βίβιαν μου είπε, εντάξει, τώρα, κάτσε κάτω, φτάνει. Τελικά, ο μπάλος δε συμπεριλαμβάνεται στα ταλέντα μου. Δεν πειράζει, ζωγράφισα ωραία φωτιστικά.
Αργότερα, κι όπως το θέλει το έθιμο στους παριανούς γάμους, μιλάμε όμως για πολύ αργότερα, έτσι, είχε αρχίσει να χαράζει και τα αυτιά μας είχαν αρχίσει να χαράζουν επίσης, ακόμα ακούω βιολιά και λαούτα στον ύπνο μου, σερβίρανε κοτόσουπα και βραστό κοτόπουλο, όπου εμείς γελάσαμε πολύ γιατί, από μια παραξενιά της τύχης, στο τραπέζι μας ήρθε το πόδι του κοτόπουλου, με όλα τα νύχια κι ο Κωνσταντίνος το πήρε και το έβαλε μέσα στο μανίκι του και έκανε πως κρατούσε το τσιγάρο και καταλαβαίνετε. Έπειτα, μια καλή κυρία μας πήγε στο σπίτι, ο Γιάννης, που είχε γίνει στουπί, κοιμήθηκε σε 2 δευτερόλεπτα μέσα στο αυτοκίνητο κι όταν φτάσαμε ξύπνησε καταχαρούμενος, είπε "καληνύχτα, ποιά είστε, ευχαριστούμε" και ξανακοιμήθηκε. Μετά, κοιμήθηκα κι εγώ και ξύπνησα ξανά στη Σαντορίνη.
Αδερφέ, δε φαντάζεστε πόση φασαρία έχει εδώ μέσα, στο νετ καφέ, τα βρωμόπαιδα δεν έχουν διάβασμα για αύριο; Φεύγω τώρα, γιατί μ' έχει πιάσει πονοκέφαλο κι ο διπλανός μου έχει αντι-magic κι έχει γίνει πολύ απειλητικός.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Και όμως.



Καταρχάς, ζω, κι ας έχω να φανώ ένα μήνα της πηγής η καρδερίνα. Αυτή η Σαντορίνη μπορεί να μου έδωσε δουλειά, αλλά μου πήρε όλα τ’ άλλα και κυρίως το διαδίκτυο. Αλλά, δεν πτοούμαι, για το πείσμα σας, γουρούνια, θα αντέχω κι όσο κι αν χάνομαι, θα επιστρέφω. Χαραμίζομαι, κι όλα αυτά με το Γιάννη δίπλα μου να μου διαβάζει ηλίθιες ατάκες από ένα application στο κινητό του, το οποίο για να το φορτίσει πρέπει να στερεώσει το φορτιστή με 4 λαστιχάκια και να του δώσει κλίση 37,6 μοιρών, αλλά κατά τα άλλα έχει applications, τρομάρα του.
Τελοσπάντων, είμαστε στην Πάρο, άλλη κουκίδα στο Αιγαίο. Εγώ μάλλον ζω σε άλλον κόσμο, αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω μετά από δέκα λεπτά στο διαδίκτυο. Σε 5 μέρες είναι ο γάμος στον οποίο εγώ θα είμαι κουμπάρα, η Βίβιαν νύφη, ο Στέφανος γαμπρός, ο Κωνσταντίνος συγκούμπαρος κι οι υπόλοιποι κατουρημένοι από τα γέλια. Ομολογώ ότι νιώθω λίγο άσχημα, γιατί τίποτα δεν έχω κάνει που μια κουμπάρα κάνει κανονικά, λόγω της Σαντορίνης πάλι, με αποτέλεσμα ο Στέφανος να παραπονιέται ότι στο Jumbo τον ξέρουν με το μικρό του όνομα. Ούτε το προσκλητήριο δεν έχω δει ακόμα, υποπτεύομαι πως με έχουν κοροϊδέψει κι όταν το δω, θα μου πέσει από τα χέρια, γιατί θα έχουν βρει άλλη κουμπάρα.
Έφυγα από τη μία κουκίδα εν μέσω καθολικών διαμαρτυριών γιατί φεύγει η καλύτερη ξεναγός του νησιού και μπήκα σε ένα λεωφορείο γεμάτο Γάλλους, για άλλη μια φορά, αλλά δε δούλευα κι ήταν μια απίστευτη απόλαυση, γενικά, δεν αντέχω άλλους Γάλλους, τελειωμό δεν έχουν.
Ώσπου να φτάσω στην άλλη κουκίδα, έκανα μια λίστα με τις δουλειές που πρέπει να κάνουμε μέχρι το γάμο κι η Βίβιαν είπε πως το ίδιο έχει κάνει κι αυτή, οπότε από λίστες είμαστε πλήρεις. Το βασικό, βέβαια, είναι πως ο συγκούμπαρος έχει πάρει κοστούμι, διότι μέχρι την τελευταία στιγμή πιστεύαμε πως θα εμφανιστεί με βερμούδα-σαγιονάρα. Όχι ότι τώρα μας εγγυάται κανείς πως δεν θα το κάνει, αλλά η ελπίδα είναι γνωστό ότι πεθαίνει τελευταία. Επίσης, οι φιόγκοι για τα παπούτσια της κουμπάρας είναι έτοιμοι και όλοι τους περιμένουν με ανυπομονησία.
Ο Κωνσταντίνος, τις τελευταίες δύο εβδομάδες, με πήρε τηλέφωνο 4 φορές να με ρωτήσει αν χρειάζομαι λεφτά, στο τέλος του είπα πως έχω ένα δάνειο στην Εθνική, άμα θέλει να του στείλω τον αριθμό λογαριασμού να το τακτοποιήσει. Δε με ξαναπήρε από τότε.
Τώρα περιμένουμε το Στέφανο και τη Βίβιαν να έρθουν, υποπτεύομαι πως έχουν πνίξει ο ένας τον άλλον ή ίσως αλληλοσκοτώθηκαν με τα κασπώ από το Jumbo.
Έχω να σας πω πολλές ιστορίες με Γάλλους, αλλά τώρα πρέπει να φύγω γιατί ήρθανε κι οι λαμπάδες εκσφενδονίζονται. Κι επίσης, δεν ξέρω αν θα ξαναπώ ιστορίες γενικά στη ζωή μου, γιατί διάβασα πρώτον το 1Q84 του Χαρούκι και δεύτερον ένα διήγημα και τι δουλειά έχω εγώ με τα πληκτρολόγια μετά από αυτά; Σας φιλώ και μου λείπετε.