Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Βιβλικές ιστορίες.



Αγαπώ τα βιβλία πάρα πολύ, τα αγαπώ σχεδόν όσο και τις χειροτεχνίες, μη σας πω και πιο πολύ, καθώς για να διαβάσω βιβλία βρίσκω χρόνο, για να κάνω χειροτεχνίες, δε βρίσκω, μόνο την τσέπη από το παλτό μου έραψα γιατί το χέρι έφτανε ως το στρίφωμα (μόνο το χέρι, τίποτε άλλο δε μπαίνει στη ρημάδα τσέπη). Νομίζω πως αν είχα πολλά λεφτά, θα τα ξόδευα κυρίως στα βιβλία κι ας πούνε οι haters (όπως έλεγε κι ένας φίλος μου στη Σχολή Ξεναγών) πως θα τα ξόδευα στα ρούχα. Εντάξει, θα έπαιρνα και λίγα ρούχα, αλλά νομίζω θα έπαιρνα πιο πολλά βιβλία. Όταν σκέφτομαι τι δώρο θα μπορούσα να κάνω σε κάποιον, κατευθείαν μου έρχεται το βιβλίο. Προχτές, πήγαμε να πάρουμε ένα δώρο με το Γιάννη και κολλήσαμε 3 τέταρτα στο ράφι με τα λευκώματα και μετά αναρωτιόμασταν αν μπορούμε να κάνουμε λίστα γάμου σε βιβλιοπωλείο. Θέλουμε όλα αυτά τα coffee table books, που τα λέει κι η αδερφή μου, η οποία νομίζει πως ζει στη Νέα Υόρκη τουλάχιστον, εγώ προσωπικά θέλω κι ένα δωμάτιο αρχαιολογικά και ταξιδιωτικά βιβλία και οδηγούς μουσείων και καταλόγους εκθέσεων. Παράλληλα, θέλω όλα τα πονήματα τουλάχιστον 5 συγγραφέων, που μου έρχονται έτσι πρόχειρα στο μυαλό. Άμα σκεφτώ, θα βρω κι άλλους.
Τα βιβλία είναι πολύ όμορφο πράμα, είναι σα να ταξιδεύεις χωρίς τα εισιτήρια (ο τζάμπας ζει), είναι σα να μπαίνεις σε άλλους κόσμους. «Τα μυθιστορήματα είναι ζωντανά. Ζουν στην άλλη πλευρά της ζωής μας και μας επηρεάζουν σαν καλοί φίλοι. Το έμαθα αυτό από το ίδιο μου το κορμί. Για δυο ώρες, για μια νύχτα, ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο. Είναι κοινοτοπία, έχει ειπωθεί ξανά και ξανά, αλλά είναι η αλήθεια.»
Ναι, καλά, πολύ θα ήθελα να το έχω γράψει εγώ αυτό, αλλά αυτοί είναι ευσεβείς πόθοι, η αλήθεια είναι πως το έγραψε μια γιαπωνέζα συγγραφέας (αυτοί οι γιαπωνέζοι είναι φοβεροί, είναι όλοι φίλοι μου και τους λατρεύω) και είναι ακριβώς αυτό που πιστεύω για τα βιβλία. Και για να μη νομίζετε πως τα θυμάμαι όλα όσα διαβάζω απέξω, έχω ένα αρχείο με τα βιβλία που έχω διαβάσει κι εκεί μέσα αντιγράφω κι ότι μου άρεσε από το κάθε βιβλίο. Το ξεκίνησα αυτό από τον Απρίλιο του 2010. Είμαι εντελώς άρρωστη, έτσι; Αυτή είμαι εγώ.
Επίσης, κάθε χρόνο κάνω τα καλλιστεία των βιβλίων που έχω διαβάσει-η ανωμαλία δεν έχει τέλος. Το 2010 κέρδισε «Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας» του Γουίλιαμ Θάκερεϊ (το γνωστό Vanity Fair-είδατε πόσα μαθαίνει κανείς από τα βιβλία; Είναι μαγικά, σας λέω) και το 2011 το «Νορβηγικό Δάσος» του Χαρούκι Μουρακάμι- αχ, ο Χαρούκις είναι ο έρωτάς μου και τώρα θα σας πω τι έχω πάθει: βγάζει ο Χαρούκις το καινούργιο του βιβλίο το «1Q84» και μου το παίρνει η Δώρα δώρο. Κατασυγκινημένη εγώ ανοίγω το θαύμα στα χέρια μου και βλέπω πως είναι ο δεύτερος τόμος και πώς να διαβάσω το δεύτερο τόμο αν δεν έχω διαβάσει τον πρώτο; Και τώρα κάθεται εκεί, στο ράφι της βιβλιοθήκης, και με κοροϊδεύει μέχρι να καταφέρω να πάρω τον πρώτο τόμο. Αφού χτες νευρίασα και το έβαλα ανάποδα, να μη το βλέπω και μπαίνω στον πειρασμό να το διαβάσω και χάσω την ομορφιά. Συνεχίζω. Το 2012, το καλύτερο που διάβασα ήταν «Η αηδονόπιτα», του Ισίδωρου Ζούργου, και το 2013 τώρα ξεκίνησε, έχουμε ακόμη μέλλον, αλλά διαβάζω τώρα το «Θεώρημα του παπαγάλου» κι έχω ενθουσιαστεί.
Τώρα θα αναρωτηθείτε (διότι παίρνω ως δεδομένο το ότι είστε ακόμα εδώ και παρακολουθείτε το παραλήρημα) που τα βρίσκω όλα αυτά τα βιβλία. Κυρίως τα κλέβω από διάφορα σπίτια στα οποία βρίσκομαι. Επίσης, τα δανείζομαι από τη δημοτική βιβλιοθήκη, το παλάτι των θησαυρών που είχα ανακαλύψει όταν ήμουν στη Δευτέρα Γυμνασίου, στη Λαμία. Εξαιρετικός θεσμός οι δημοτικές βιβλιοθήκες, ελπίζω να συνεχίσουν να υπάρχουν. Διότι, εγώ αγαπώ τα βιβλία, το χαρτί και τα τυπωμένα γράμματα, τα εξώφυλλα, τη σελιδοποίηση, τις υποσημειώσεις, τους σελιδοδείκτες, τους χρονολογικούς πίνακες στο τέλος και την αίσθηση του βιβλίου στο χέρι ή στην τσάντα μου. Δε μπορώ άμα μου λένε για ηλεκτρονικά βιβλία, τα ηλεκτρονικά βιβλία είναι το πιο απρόσωπο και ψυχρό και αντιφατικό και θλιβερό πράγμα που επινόησε ο άνθρωπος.
Λοιπόν, αυτά είχα να πω για τα βιβλία, που τα αγαπώ τόσο πολύ. Κι ενώ θα μπορούσα μέχρι μεθαύριο να σας λέω για διάφορα βιβλία που έχω διαβάσει, πείνασα, οπότε, ως υλιστής άνθρωπος που είμαι, θα πάω να πείσω το Γιάννη να φτιάξει κρέπες και θα κλείσω με κάτι που έγραψε η Μάργκαρετ Άτγουντ στην «Πηνελοπιάδα» της, δηλαδή την ιστορία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας από την πλευρά της Πηνελόπης. Τέλειο;
Λέει, λοιπόν, η Πηνελόπη, στην αρχή του βιβλίου: «Τώρα που όλοι οι άλλοι έχουν ξεθυμάνει, ήρθε η δική μου σειρά ν’ ασχοληθώ με την κατασκευή ιστοριών. Το χρωστάω στον εαυτό μου. Χρειάστηκε να δώσω μάχη με τον εαυτό μου για να τα καταφέρω: είναι πολύ ταπεινή τέχνη η αφήγηση. Αρέσει στις γριές, στους περιπλανώμενους ζητιάνους, στους τυφλούς τραγουδιστές, στις υπηρέτριες, στα παιδιά-σε ανθρώπους δηλαδή με άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους.» και μετά τους ξεμπροστιάζει όλους.

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Περεστρόικα.



Καλά, η τεμπελιά του ανθρώπου δεν έχει όρια. Πίνω καφέ και τρώω ψωμί με τη μαρμελάδα της θείας της Βίβιαν, αντί να διαβάσω, να καθαρίσω ή έστω να πλύνω τα πιάτα ή να κάνω μπάνιο-όχι, τρώω μαρμελάδα.  Παράλληλα, χαζεύω στα craftosites μου και σκέφτομαι ότι έχω μαζέψει τόσα crafts to do, που πρέπει να μην ξανανοίξω το κραφτγκαουκερ (μια εξαιρετική σελίδα για χειροτεχνίες, τη συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όλους τους κραφτερς αναγνώστες, αν και φαντάζομαι πως θα την ξέρετε ήδη) για κάνα δίμηνο μπας και προλάβω να τα φτιάξω όλα αυτά. Δεν υπάρχει, βέβαια, περίπτωση, διότι δεν υπάρχει χρόνος ούτε για φτύσιμο, όχι για χειροτεχνίες. Αλλά που θα πάει, θα έρθει μια στιγμή και για μένα στη ζωή μου που θα μπορώ ανεμπόδιστα να αφοσιωθώ στη χειροτεχνία και τη ραπτομηχανή μου, η οποία έχει κλειδωθεί προς το παρόν σε ένα ντουλάπι όπου την καταπίνει το σκοτάδι της αχρησίας και της ανυπαρξίας, διότι το δωμάτιο που έραβα έχει μεταβληθεί σε γιαπί.
Επειδή εμείς το έχουμε χούι, κάθε φορά που χειμωνιάζει και πιάνει ο μαύρος ψόφος (αναρωτιέμαι καμιά φορά, αν υπήρχε έστω κι ένας έρμος αλλοδαπός που μαθαίνει ελληνικά και διαβάζει ελληνικά ιστολόγια για να συνηθίσει τη γλώσσα, όπως κάνω εγώ με τα αγγλικά και τα γαλλικά και τα bloody ρώσικα, κι έπεφτε ο προαναφερθείς έρμος στο δικό μου και διάβαζε για το μαύρο ψόφο, πχ, τι γνώμη θα σχημάτιζε για τα ελληνικά; ‘Η για μένα; Επίσης, έχω να πω ότι βρήκα κι ένα φιλανδικό ιστολόγιο για χειροτεχνίες, πολύ ωραίο, μήπως να μάθω φιλανδικά; Φαίνονται γοητευτικά.), να ξεκινάμε οικοδομικές εργασίες στο σπίτι, αποφασίσαμε πως τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή να αλλάξουμε κουφώματα. Αλλά επειδή θέλουμε στη θέση ενός από τα κουφώματα να χτίσουμε έναν τοίχο, έπρεπε να βγάλουμε τα παλιά κουφώματα και να χτίσουμε τον τοίχο πριν έρθουν να πάρουν τα μέτρα για τα καινούργια κουφώματα. Αυτή η ενέργεια είχε σαν αποτέλεσμα να έχουμε στον τοίχο μια τρύπα σε σχήμα μπαλκονόπορτας ακριβώς δίπλα σε μία άλλη σε σχήμα παράθυρου. Αυτός ο τοίχος είναι της κουζίνας, η οποία ευτυχώς απομονώνεται από το υπόλοιπο σπίτι με δύο πόρτες, οπότε δεν κοιμόμαστε μέσα στην παγωνιά. Φτιάχνουμε καφέ, όμως, μέσα στην παγωνιά-με παλτό και κασκόλ. Αφού, για να πιούμε νερό, περιμένουμε, περιμένουμε μέχρι να κορακιάσουμε, γιατί πρέπει να ντυθούμε πλήρως για να πάμε στην κουζίνα και βαριόμαστε. Προχτές, ο Γιάννης ήθελε να φτιάξει κρέπες και φόρεσε τις πυτζάμες του, 2 ρόμπες κι ένα μαύρο γούνινο καπέλο του ρώσου, το οποίο στην πραγματικότητα προορίζεται για την αδελφή μου (να τη δω να φοράει το καπέλο του κοζάκου και να βγάζει βόλτα τα μωρά στη Λαμία και τι στον κόσμο-δεν είναι και πρώτο μπόι το αδέλφι, με το καπέλο θα είναι σα βελανίδι πρώιμο, απ' αυτά με τις τρίχες), και μπήκε στην κουζίνα να φτιάξει τις κρέπες. Έχει και κάτι μούσια σαν του Σουλεϊμάν τα οποία ενοποιούνται με το καπέλο, αντιλαμβάνεστε. Όταν ήρθε ο Παύλος και τον είδε, κόντεψε να μείνει στον τόπο από τα γέλια. Να, κάτι τέτοια γίνονται και μας παρεξηγεί ο κόσμος ότι είμαστε περίεργοι, ο κόσμος, ποιος κόσμος, ο Παύλος δηλαδή, και λέει ότι γι’ αυτό μας θυμούνται όλοι ενώ εμείς δε θυμόμαστε κανέναν. Διότι, λέει ο Παύλος, που είναι σαν τη Ράνια, έχει μια θεωρία για όλα, το τσίρκο δε θυμάται ποιος ήρθε να το δει, ενώ όλοι θυμούνται που πήγαν να δουν το τσίρκο. Αντιπαρέρχομαι.
Χτίζει, λοιπόν, ο Γιαννάκης κι εγώ κάνω τον επιστάτη, με τα χέρια πίσω από την πλάτη, κι όταν κάνω διάλειμμα από τη σκληρή δουλειά διαβάζω γαλλικά ή ρώσικα. Έχω μπερδευτεί εντελώς. Ανοίγω το στόμα μου και δεν ξέρω τι θα βγει από μέσα, γαλλικό θα είναι, ρώσικο, ελληνικό, ποιος ξέρει; Πάω στη γαλλίδα, της λέω χαρασό, πάω στη ρωσίδα, της λέω νουζ αβόν. Και καλά η γαλλίδα, είναι άνετη, χαίρεται, της λέω εκεί και δυο λέξεις στα ρώσικα και γελάμε, η ρωσίδα; Που είναι αυστηρή και μετενσάρκωση του Στάλιν; Μιλάει μόνο στα ρώσικα κι ό,τι κατάλαβες, κατάλαβες.  Θεέ μου, τι άλλο πρέπει να κάνω για να δουλέψω; Πόσο χαμηλά θα πέσω ακόμα;
Κάθε μέρα, πριν βάλω το μέικ απ μου, ο Γιάννης με ρωτάει αν θα τα καταφέρουμε κι εγώ τι να του απαντήσω; Λέω, ναι, θα τα καταφέρουμε, αγάπη μου, δεν πας τώρα να σοβατίσεις μπας και κλείσει η τρύπα στον τοίχο και γλιτώσουμε τη διπλή περιπνευμονία; Κι εγώ κάθομαι, κυρία, στο ψηλό σκαμπό μου και γράφω τα καλλιγραφικά μου ρώσικα, που ανάθεμα κι αν θα τα καταλάβει ποτέ ρώσος, διαβάζω το «Άλμπατρος» για 8η φορά και τρώω μαρμελάδα, κι αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρουμε. Σας φιλώ κι αν ποτέ θελήσετε να ανακαινίσετε το σπίτι σας, μην πάτε και δώσετε τα λεφτά σας σε τίποτε άχρηστα μαστόρια, εδώ είμαστε, ολοκληρωμένες υπηρεσίες: ιντέριορ ντιζάιν, γυψοσανίδες, ψευδοροφές, σοβατίσματα, μερεμέτια, ελαιοχρωματισμοί και με μουσική υπόκρουση τάνγκο, όχι αστεία.

(Περεστρόικα στα ρώσικα σημαίνει ανακατασκευή, ξαναχτίσιμο. Στα ελληνικά σημαίνει πολλά άλλα που δεν είναι της παρούσης.)

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Πως να ξεκινήσετε τη χρονιά σας.



Καλή χρονιά. Καλή, ήρεμη, απλή, τρυφερή, μυρωδάτη, νόστιμη, πλούσια χρονιά. Αλλά, πάνω απ’ όλα, αστεία χρονιά. Το 2013 είναι η χρονιά του φιδιού κι οι Κινέζοι λένε πως μια τέτοια χρονιά, όλα μπορούν να συμβούν, και είναι γνωστό από παλιά πως οι Κινέζοι ποτέ δε λένε κάτι δίχως να είναι σίγουροι γι’ αυτό. Οπότε, καλύτερα να είστε προετοιμασμένοι για όλα, ούτως ώστε το φίδι να μη σας καταλάβει εξαπίνης. Καλό είναι, γενικά, να μη σας καταλάβει κανείς, διότι τότε όλο και κάποια δουλειά θα σας βάλουν να κάνετε. Εν πάση περιπτώσει, καλή χρονιά, καλή τύχη κι ελπίζω να ακολουθήσατε τη συμβουλή μου για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αλλιώς εκείνα τα όλα που μπορεί να συμβούν, μάλλον θα συμβούν σε κάποιον άλλον.
Εμείς, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μαγειρεύαμε. Λέτε να μαγειρεύουμε όλο το χρόνο; Δε θα με πείραζε. Πρώτα, φτιάξαμε μια βασιλόπιτα, που έκανε 3 ώρες να ψηθεί, κανείς δεν ξέρει γιατί, ούτε καν οι Κινέζοι. Επίσης, όλο το κονιάκ που βάλαμε έπεσε στη μία πλευρά, με αποτέλεσμα αν σου τύχαινε κομμάτι από εκείνη την πλευρά, μεθούσες. Όταν επιτέλους ψήθηκε η βασιλόπιτα και πασπάλισα όλο το σύμπαν με άχνη και κακάο για να φτιάξω το 2013, βάλαμε στο φούρνο ένα μπουτάκι από ένα γουρουνάκι που ο Γιάννης το είχε στουμπώσει στο σκόρδο, κακόμοιρο ζωντανό. Στο τέλος, ψήσαμε κι εκείνο το γλυκό που μου είχε αποτύχει εμένα τις προάλλες και τελικά μόνο ο κύριος Μάκης το έφαγε (και το τρώει ακόμα, απ’ ότι ξέρω). Μετά, όλα αυτά που μαγειρέψαμε, τα φάγαμε κι ο Γιάννης ξάπλωσε ανάσκελα στο πάτωμα και βογκούσε. Κόψαμε και τη μεθυσμένη βασιλόπιτα, τα γνωστά, του Χριστού, της Παναγίας, του Αι Βασίλη, του φτωχού, του ασανσέρ, του σπιτιού, του περιπτερά και πάει λέγοντας. Με το ζόρι έφτασαν για μας τα κομμάτια-περίεργα εθίματα. Εγώ έφαγα και του Αι Βασίλη το κομμάτι, διότι με νευρίασε κι άμα θέλει, ας έρθει να ζητήσει τα ρέστα.
Δεύτερη μέρα της χρονιάς, εγώ μόλις έχω ξυπνήσει και περιφέρομαι σα ζόμπι με ροζ ρόμπα. Ξαφνικά, κάποιος αρχίζει να βροντάει την πόρτα-να τη βροντάει όμως, με μπουνιές. Αγριεύτηκα. Ο Γιάννης ούτε βλέφαρο δεν κούνησε, μόνο μούγκρισε κάτω από το πάπλωμα «ρώτα ποιος είναι», αχ, έλα βρε παιδί μου, πως το σκέφτηκες; Εγώ έτοιμη ήμουν να ανοίξω και να κεράσω και μελομακάρονο. Ρωτάω, δεν απαντάει κανείς, μόνο άκουσα που ακούμπησε κάτι γυάλινο στο πάτωμα κι έφυγε. Τώρα, εγώ δεν ανησύχησα, διότι συχνά πυκνά έρχεται ο μπάρμπα-Γιάννης κι αφήνει βάζα από μέλι, οπότε θεώρησα πως ήταν αυτός. Το μεσημέρι, ανοίγω να δω τι μας άφησε και βρίσκω, στο Θεό σας, ένα μπουκάλι από κρασί γεμάτο όχι με κρασί, αυτά είναι συνηθισμένα πράματα και πότε μου έτυχαν εμένα συνηθισμένα πράματα; Ποτέ. Το μπουκάλι, που λέτε, είχε μέσα ούρα. 24ώρου κιόλας, όπως απεφάνθη ο Γιάννης. Προφανώς, κάποιος περιμένει ακόμα τα αποτελέσματα από την καλλιέργεια. Ή μας έκαναν μάγια. Τι να πω.
Τρίτη μέρα της χρονιάς, το σκηνικό επαναλαμβάνεται: ροζ ρόμπα, μπουνιές, ποιος είναι; Αυτή τη φορά ήταν κάποιος που «είχε ραντεβού με το γιατρό». Μπαίνει μέσα και πάει κατευθείαν δεξιά, διότι, όταν ήταν ιατρείο το σπίτι μας, το γραφείο ήταν δεξιά. Τώρα όμως δεξιά έχει μια ριγέ πόρτα κι έναν τοίχο εκεί που ήταν το γραφείο. Μα, τόσο ηλίθιοι είναι οι άνθρωποι; Κύριέ μου, δε βλέπετε ότι δεν είναι πια ιατρείο κι ότι έχει τοίχο εκεί που πάτε; Με το ζόρι τους κρατάω να μην κοπανήσουν. Δηλαδή, αν εμείς είχαμε ανοίξει εκεί μια τρύπα, έτσι μας τη βάρεσε, βρε αδερφέ, κι ανοίξαμε τρύπα, θα έπεφταν μέσα; Δεν κοιτάνε μπροστά τους; Ήμαρτον. Τελοσπάντων, μπαίνει ο κύριος κι έρχεται ο Γιάννης να συνεννοηθεί. Χαχα. Ο κύριος είναι θεόκουφος. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συνεννοηθείς. Τι δουλειά κάνεις εσύ, παιδί μου, ρωτάει το Γιάννη, φτιάχνω κοσμήματα, απαντάει αυτός, τι φτιάχνεις, ξαναρωτάει ο κουφός κύριος, προβλήματα; Τι δουλειά είναι αυτή; Εγώ είχα γονατίσει δίπλα στο κρεβάτι, να μη φαίνομαι, και γελούσα. Έπειτα, μάθαμε πως ο κύριος είναι 92 ετών και έχει ένα κάμπινγκ(!). Οπωσδήποτε θα πάμε το καλοκαίρι, θα πέσει πολύ γέλιο. Μέχρι να έρθει ο γιατρός, λοιπόν, ο Γιάννης, διότι εγώ εξαφανίστηκα, όπως καταλαβαίνετε, προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τον κουφό κύριο. Τελικά, παραιτήθηκε από την προσπάθεια και τον άφησε να μονολογεί για τον Τζένγκις Χαν και τον Αττίλα τον Ούνο-ναι, μη ρωτάτε καλύτερα.
Λοιπόν, έτσι, με τούτα και με κείνα, ξεκίνησε η χρονιά. Αναρωτιέμαι πως θα συνεχιστεί. Σας φιλώ και εύχομαι να διατηρείτε την ψυχραιμία σας πάντα.

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Walking babies.



Εδώ είμαι. Έβαλα αυτό το πράμα που έφτιαξα στο φούρνο με τη φλούδα ελπίδα να γίνει έτσι, άφησα την κουζίνα σαν την πλατεία Ταχρίρ, πήρα μια φέτα με τη μαρμελάδα βερίκοκο της θείας της Βίβιαν κι ήρθα. Σαν τον Αι Βασίλη. Μετά από μία αιωνιότητα και 23 μέρες.Να, σας έβαλα και το στολισμένο τοίχο μας, να σας εξευμενίσω. Δέντρο δε στολίσαμε, τι χίπστερς θα ήμασταν αν στολίζαμε δέντρο. Στολίσαμε τοίχο.
Τα Χριστούγεννα πέρασαν και δεν ακούμπησαν, παρά μόνο τις κοιλιές μας. Ζήσαμε σουρεαλιστικές στιγμές. Ο Γιάννης, μακάριος ως οι πτωχοί τω πνεύματι, έπαιζε μια πολεμόχαρη ανοησία στον υπολογιστή ή κοιμόταν ή έτρωγε, ενώ οι υπόλοιποι κυνηγούσαμε την Εμμανουέλα να μη βουτήξει μπηχτοκέφαλη στη λεκάνη της τουαλέτας (το μωρό Trainspotting, που είπε κι η Δώρα) και τον Τριαντάφυλλο να μη χωθεί στο φούρνο-λέτε το παιδί να έχει οράματα κι εμείς να το εμποδίζουμε από την κλίση του και το δρόμο προς την αθανασία; Πάντως, αυτά δεν είμαι σίγουρη πως είναι παιδιά: σε ακολουθούν όπου πας, σα μικρά ζόμπι, σέρνοντας την πετσέτα της κουζίνας ή το τηλεκοντρόλ. Αρχικά, έρχεται μόνο το ένα, αλλά ξέρεις πως μετά από λίγα λεπτά θα εμφανιστεί αθόρυβο και παραπαίον και το άλλο. Αν έχεις αμφιβολίες για το ότι είναι μικρά ζόμπι, σου διαλύονται όταν  τολμήσεις να βάλεις κάτι στο στόμα σου. Παρατάνε ότι κάνουνε και σε τριγυρίζουν απειλητικά, μιρλίζοντας και βγάζοντας σάλια μέχρι να τους δώσεις αυτό που τρως. Η Εμμανουέλα τρέχει με τη γλώσσα έξω κι ο Τριαντάφυλλος σε κοιτάει στην κυριολεξία στο στόμα. Αν δεν τους δώσεις, τα βλέπεις στον ύπνο σου το βράδυ.
(Καλά, αυτή η μαρμελάδα είναι καταπληκτική.  Μήπως να πάω το βάζο το βράδυ, γιατί αυτό το πράμα στο φούρνο δεν το βλέπω;)
Οι χριστουγεννιάτικες περιπέτειες συνεχίστηκαν στην τράπεζα. Πήγα δύο μέρες σερί για να πληρώσω την τελευταία δόση της εφορίας. Όχι, δεν έχω e-banking, ναι, ζω πίσω από τον ήλιο, μη με πρήξετε όλοι οι hackers στη ζωή μου. Την πρώτη μέρα είχα το νούμερο 578 κι ήταν στο 194. Διάβασα την Πάπισσα Ιωάννα ολόκληρη (στην καθαρεύουσα), έκανα πέντε άλλες δουλειές και μετά παραιτήθηκα. Τη δεύτερη μέρα, πήγα αποφασισμένη. Είχα το νούμερο 464. Η ουρά έφτανε όχι μέχρι απέναντι, μέχρι τους πρόποδες του Ολύμπου έφτανε. Μέσα στην τράπεζα, πανηγύρι. Άλλος έτρωγε, άλλος φλυαρούσε στο κινητό, ένας έλυνε σταυρόλεξα, νομίζω πήρε το μάτι μου κι έναν που έβλεπε ταινία στον υπολογιστή. Απ’ έξω, κάπνιζαν και κατά καιρούς χειρονομούσαν ακατάληπτα ώστε οι από μέσα να τους πούνε σε ποιο νούμερο έχει φτάσει. Πήγα σπίτι, έβαλα σκούπα, έπλυνα τα πιάτα, τίποτα. Είχα ακόμα 150 νούμερα μπροστά. Βγαίνοντας (πάτα το κουμπί, περίμενε, άνοιξε την πόρτα, κλείσε, πάτα το άλλο κουμπί, ξαναπερίμενε, βγες) ένας μπάρμπας μου έδωσε συνομωτικά το νούμερο 550 και μου έκλεισε το μάτι. Σιγά το 550, πήγα να του πω. Ξαναμπαίνω (πάτα κουμπί κλπ, έτσι;) και σκέφτομαι να σταθώ στη μέση και να φωνάξω «έχω ένα 550 10 ευρώ, ποιος το θέλει;» αλλά δεν το έκανα, το πάσαρα κρυφά σε ένα συμπαθητικό νεαρό. Με τούτα και με κείνα κόντευε το 464, οπότε στάθηκα πάνω από μία κυρία που έπλεκε, να της μετράω τους πόντους, πλήρωσα τη δόση μου κι έφυγα ξαλαφρωμένη. Δε θέλω να ξεκινήσει με χρέη το 2013, καταλαβαίνετε.
Το βράδυ είδαμε την απόλυτη χριστουγεννιάτικη ταινία, το Χόμπιτ. Πολύ ωραίο, μου είχανε λείψει τα πράσινα λιβάδια, οι δράκοι, τα μαγικά σπαθιά κι ο Γκάνταλφ. Ο Γιάννης έφαγε 2 κιλά νάτσος και μετά τον έπιασε η κοιλιά του, ο Παύλος έφαγε 2 κιλά ποπκορν, γιατί κάνουν καλό στο συνάχι κι εγώ γελούσα μόνη μου, γιατί θυμόμουν που έλεγα Ορκ μία που δε χώνευα στο νησί. Στις μάχες κοιμήθηκα, εννοείται. Ένα περίεργο πράμα, όμως, πως νιώθω ότι τελείωσε η μάχη και ξυπνάω κι έτσι δε χάνω τη συνέχεια, δε θα το καταλάβω ποτέ.Πετυχημένο, πάντως. Και κοιμάσαι, ξεκουράζεσαι και φρέσκος συνεχίζεις και δε χάνεις και την ιστορία.
Μου άρεσαν το φετινά Χριστούγεννα κι ας κυνηγούσα τα μικρά ζόμπι. Θα μου άρεσαν περισσότερο, αν δεν υπήρχε στο μαγαζί κάτω από το μπαλκόνι μας ένας Αι Βασίλης που παίζει το σαξόφωνό του όλη μέρα, το ίδιο τραγούδι, και μου ‘ρχεται να τον κλωτσήσω, μου έχει σπάσει τα νεύρα. Ο Γιάννης λέει πως θέλει να κατουρήσει μέσα στο σαξόφωνο, αλλά εγώ του λέω ας είμαστε υπομονετικοί, χρονιάρες μέρες.
Λοιπόν, ελπίζω να σας άρεσαν κι εσάς τα φετινά Χριστούγεννα. Για την Πρωτοχρονιά, η μόνη συμβουλή που έχω να σας δώσω είναι να φορέσετε κόκκινο βρακί. Πάω να δω το κατασκεύασμα στο φούρνο.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Επηρεάστηκα.



Χθες το πρωί σκοτώθηκε μια παλιά φίλη και συνεργάτιδα του Γιάννη, στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί και να το ακούσατε, εκείνη η δασκάλα στην Τούμπα, που ανέβηκε στη στέγη να στολίσει το σχολείο της κι έπεσε από ύψος 10 μέτρων. Εγώ την είχα συναντήσει μία ή δύο φορές, δεν τη θυμάμαι πολύ καλά, αλλά ο Γιάννης την εκτιμούσε και την αγαπούσε, είχαν συνεργαστεί για πολύ καιρό. Μιλούσε πάντα γι’ αυτήν με θαυμασμό, έλεγε πως είναι πολύ δημιουργική και φτιάχνει εξαιρετικά πράγματα.
Στο εργαστήριό του έχει μια φωτογραφία της, που μου έκανε πάντα μεγάλη εντύπωση, από την πρώτη στιγμή που την είδα. Δείχνει την ίδια, σε νεαρή ηλικία, να κρατάει στην αγκαλιά της ένα χαριτωμένο μωράκι και να τη λούζει ένα φως από το παράθυρο. Έχει μακριά κατσαρά μαλλιά και κοιτάει το ξανθό μωράκι όλο προσμονή. Φαντάζεται κανείς πως είναι το παιδάκι της ή το βαφτιστήρι της ή κάτι τέτοιο. Στην πραγματικότητα, είναι η ίδια. Η φωτογραφία είναι μοντάζ (πολύ πετυχημένο, πραγματικά), η κοπέλα κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό που ήταν κάποτε η ίδια.
Πόσα θα μπορούσε κανείς να πει για μια τέτοια φωτογραφία; Το παρόν που κρατάει το παρελθόν. Ο εαυτός που περιμένει από τον εαυτό να μεγαλώσει, να φτάσει, να γίνει. Τα σχέδια που συναντώνται. Πως είμαστε όλοι αυτό που ήμασταν κι αυτό που θα είμαστε, ταυτόχρονα. Η τρυφερότητα που πρέπει να έχουμε για εκείνο το μωρό που ήμασταν. Ακόμα και το φως στη φωτογραφία είναι συμβολικό-ή έτσι μου φαινόταν εμένα πάντα. Μια φορά, ρώτησα το Γιάννη γιατί έχει αυτή τη φωτογραφία στο εργαστήριο και μου είπε, έτσι, μου αρέσει πολύ.
Και τώρα, αναπόδραστα σκέφτομαι πως δεν υπάρχει πια το μωράκι ούτε η κοπέλα που το κρατούσε. Δεν ξέρω πως διαχειρίζεσαι κάτι τέτοιο, δόξα στο σύμπαν, στο θεό, στο βούδα, σε όποιον θέλετε, δεν έχω ανοίξει αυτή την πόρτα. Ξέρω, ωστόσο, πως όταν κοιτάς από μακριά, ακόμα κι έτσι, σε επηρεάζει. Βάζεις εκεί τον εαυτό σου, αναλογίζεσαι τους δικούς σου αγαπημένους και τη δική σου μοίρα. Αυτό που λένε «δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει»; Ε, αυτό.
Κι όταν όλες αυτές οι σκέψεις περνάνε από το μυαλό σου, τι κάνεις; Δεν ξέρω, προετοιμάζεσαι-αν είναι δυνατόν. Ζεις-όσο και όπως μπορείς. Αγκαλιάζεις και ευγνωμονείς, ίσως. Σίγουρα αγαπάς κι ελπίζεις. Μες στον ορυμαγδό του κόσμου, είναι δύσκολο να θυμάσαι να ζεις και να ευγνωμονείς και ν’ αγαπάς-ήρεμα, σταθερά και αναλλοίωτα, σα να μην υπάρχει αύριο: πάντα υπάρχει το αύριο, αμείλικτο και απειλητικό σε καταδιώκει.
Μερικές φορές, όμως, έχω μια αίσθηση, έτσι, έρχεται και ξαναφεύγει αμέσως, πως μόνο αυτό έχει σημασία και στέκομαι για μισό δευτερόλεπτο περίπου και κάνω το σταυρό μου (ότι κι αν σημαίνει αυτή η έκφραση, κοιτάω πάνω, κάτω, μέσα μου ή δεν κοιτάω) και μετά την ξεχνάω πάλι αυτή την αίσθηση και δε ζω ούτε ευγνωμονώ ούτε αγαπώ. Ώσπου συμβαίνει κάτι σαν αυτό το θάνατο και μου ξανάρχεται η αίσθηση. Κι έτσι, με ανύποπτες στιγμές συνειδητοποίησης, περνάνε όλες οι άλλες.