Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Μου 'χει καταστρέψει το κεφάλι αυτή η ζέστη.


Η ζέστη δε με αφήνει να συγκεντρωθώ σε ένα θέμα. Σκέφτομαι ταυτόχρονα πάρα πολλά πράγματα. Σας συμβαίνει κι εσάς αυτό; Για παράδειγμα, ανοίγω το καινούργιο έγγραφο κι αναρωτιέμαι να βάλω 11 ή 12 στο μέγεθος των γραμμάτων; Μετά, προσπαθώ να αποφασίσω αν θα πάω για τρέξιμο με την τρελή ζεστάρα και τη μηνιαία συνδρομή μου στην αιματοχυσία του πλανήτη να καταβάλλεται σε μία δόση. Πάραυτα, αγχώνομαι για τη δουλειά (ναι, ρε, την ανύπαρκτη, υπάρχει κάνα πρόβλημα;) και πιάνω να διαβάσω για τα νεοκλασικά της Θεσσαλονίκης, δε φαντάζεστε πόσα είναι, δηλαδή, αν δεν είχαν κατεδαφίσει και τα υπόλοιπα χάριν της αντιπαροχής εμείς θα διαβάζαμε ως την άλλη ζωή, έτσι; Κατά τη διάρκεια αυτής της ενασχόλησης, πετυχαίνω σε ένα φόρουμ τρελαμένων αρχιτεκτόνων έναν τύπο που μιλάει για το λεγόμενο Κόκκινο Σπίτι, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, στην Αγία Σοφία απέναντι και είναι πανέμορφο και αρκούντως εγκαταλελειμμένο κι ο οποίος ισχυρίζεται πως είναι στοιχειωμένο και πως έχει, λέει, κάτι φωτογραφίες που δείχνουν «κάτι πάρα, μα πάρα πολύ περίεργο σε ένα παράθυρο του πυργίσκου του». Μου εξάπτει την περιέργεια και ψάχνω για όλες τις στοιχειωμένες βίλες της Θεσσαλονίκης και όλες τις γωνιές της Άνω Πόλης που υποτίθεται πως είναι μαύρες τρύπες και είσοδοι σε άλλη διάσταση και λέω, μωρέ, δεν πάω να μπω σε καμιά από αυτές τις εισόδους, σε όποια διάσταση κι αν με στείλει καλύτερη θα είναι από αυτή εδώ που ζούμε.
Πάνω που είμαι έτοιμη να συναντήσω τη Σκάλι και το Μόλντερ, ο Γιάννης αποφασίζει να καθαρίσουμε, διότι νόμιζε πως τόση ώρα εγώ διάβαζα και ανησύχησε ότι θα κουραστώ και ότι πρέπει να κάνω κάτι χειρωνακτικό (εννοείται πως εγώ, όταν δεν έψαχνα μαύρες τρύπες και κόκκινα σπίτια, έπαιζα Zuma) και πως «με τόσο τάνγκο, ρε παιδί μου, έχουμε ξεχάσει να ροκάρουμε» και βάζει ο Kid Rock μια λίστα να παίζει, όπου ακούμε το Money for nothing 2 φορές και μετά πέφτει τάνγκο. Και μαζί του πέφτω κι εγώ ανάσκελα και γελάω. Παράλληλα, καθαρίζουμε κι εγώ, πιστή στην ασυνάρτητη σκέψη μου, προσπαθώ να θυμηθώ αν ξέρω πότε οι άνθρωποι ξεκίνησαν να τρώνε αυγά-διότι, γενικά, πρέπει να ξέρετε, αυτό είναι ένα θέμα που με ενδιαφέρει πολύ, πότε μπήκαν στο διαιτολόγιο του ανθρώπου οι διάφορες τροφές και ποιος πρώτος αποφάσισε να τηγανίσει τις πατάτες ή να λιάσει τις ντομάτες και πως, δηλαδή μια μέρα ξύπνησε ένας και είπε, για να δοκιμάσω να ανακατώσω το αλεύρι με τα αυγά, να δω τι θα γίνει. Πραγματικά, δεν είναι φοβερό; Δηλαδή, ποιος σκέφτηκε να φτιάξει τις ελιές κι ως τότε τις τρώγανε έτσι, από το δέντρο; Πολλές τέτοιες απορίες έχω. Τις μελιτζάνες πως τις μαγειρέψανε ή ακόμα ακόμα πως αποφάσισαν ότι τρώγονται; Είδανε κάνα ζώο να τρώει μελιτζάνες; Τρώνε τα ζώα μελιτζάνες; Και μετά, μου ‘ρχονται κι άλλες σκέψεις, φαντάσου, λέει, ο πρώτος που δοκίμασε καρπούζι, πχ, τι έκπληξη θα ένιωσε! Και θα τον πίστευαν οι άλλοι ότι είναι ωραίο ή θα τον κορόιδευαν, άντε, ρε μαλάκα, σιγά τη βλακεία, ούτε οι κατσίκες δεν το τρώνε.
Και με τούτα και με κείνα περνάει η μέρα κι εγώ δεν έχω κάνει τίποτα χρήσιμο. Ας πάω να κάνω τώρα κάτι.

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Πολύ χοντρό αυτό που είπες.


Επειδή δεν υπάρχει κανένας συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο δεν έγραφα τόσες μέρες, δε θα γράψω καμία (ηλίθια) δικαιολογία γι’ αυτό ούτε θα κάνω κάνα πρόλογο κι, εν πάση περιπτώσει, δε σας αφορά κιόλας, προσωπικά ζητήματα, συζήτηση κομμένη, που έλεγε κι ο Σάκης ο υδραυλικός (τι σου είναι, όμως, κι η μνήμη του ανθρώπου, άκου τώρα, εγώ θυμάμαι το Σάκη τον υδραυλικό κι άμα με ρωτήσεις ποιος έσκαβε στο Ακρωτήρι, πρέπει να ανοίξω 4 βιβλία για να το βρω, θεέ μου, τι αποτυχημένη).
Τώρα, ωστόσο, επέστρεψα δημήτριος, που έλεγε κι ένας φίλος μου από το φροντιστήριο, για πλάκα το ‘λεγε, εντάξει, δεν το εννοούσε, επίσης έλεγε συνέχεια τη λέξη εμπεριστατωμένος, του άρεσε πολύ και γελούσαμε ατελείωτα, ρε τον Βίκτωρα, τι να κάνει άραγε τώρα, πολύ θα ήθελα να ξέρω, παραληρώ πάλι, τι ανακούφιση: νόμιζα πως είχα πάθει κάτι. Τώρα θυμήθηκα και κάτι άλλο που έλεγε ο φίλος μου ο Βίκτωρας κι είχαμε ρίξει το γέλιο της αρκούδας. Ο δάσκαλός μας εκεί στο φροντιστήριο, γενικά, ήταν πολύ ανεκτικός και ταυτόχρονα σοβαρός και εξαιρετικός δάσκαλος κι εμείς του τα αναγνωρίζαμε όλα αυτά, μόνο που, του λέγαμε, κύριε Στάθη μας, πολύ βαρετό είναι αυτό το φροντιστήριο, θέλει μια αλλαγή, ένα interior design, μια αισθητική αναβάθμιση, κάτι. Είπαμε να βάλουμε μια κουρτίνα δαντελωτή στο παράθυρο, να βάψουμε τα θρανία σε διάφορα χρώματα, αλλά την καλύτερη ιδέα την είχε ο Βίκτωρας: να βάλουμε στην τουαλέτα χαρτί υγείας με τυπωμένα επάνω αρχαία κείμενα άγνωστα, έτσι ώστε να δώσουμε και μια πινελιά χωρίς να στερηθούμε την εκπαιδευτική διαδικασία. Κατουρηθήκαμε από τα γέλια. Τέλοσπαντων, τώρα εσάς μπορεί να μη σας φαίνεται πολύ αστείο αυτό, αλλά τότε ήταν κι αν κανείς ξέρει τι έχει απογίνει ο Βίκτωρας, να μου το πει.
(Ξανά)γράφω, λοιπόν, διότι προχτές που ήμασταν με το Γιάννη στο λεωφορείο του έκανα μια διάλεξη περί χοντρών κι είχα συγχυστεί πάρα πολύ και ούρλιαζα μάλλον, διότι μια κυρία άρχισε να με χειροκροτάει. Αφορμή για τη διάλεξη στάθηκε η παρατήρηση ενός κατά τα άλλα καλού φίλου, ο οποίος είπε ότι «εντάξει, είσαι πολύ καλή, Κατερίνα, δεν έχεις κανένα ελάττωμα, αλλά θέλεις δίαιτα». Εγώ, τώρα, κατά κανόνα, δεν αντιδρώ και ιδιαίτερα σε αυτά, αλλά αυτή τη φορά, μου γύρισε το μάτι. Θες γιατί έχω 2 μήνες που λιμοκτονώ και τρέχω κάθε μέρα σα να με κυνηγάει ο Ντέξτερ ο ίδιος, θες γιατί έχει παραγίνει αυτή η κουβέντα, θες γιατί έχω μια ευαισθησία, βρε αδερφέ, μου γύρισε το μάτι και την πλήρωσε το λεωφορείο. Διότι, συγχύστηκα.
Γιατί, δηλαδή, θεωρείται ελάττωμα το να είσαι χοντρός; Από πότε; Κι επίσης, φτάνει πια. Ξέρετε πόσες φορές το έχω ακούσει αυτό; Το ότι είσαι καλή, αλλά να αδυνατίσεις λίγο; Δηλαδή, είσαι πανέμορφη, πανέξυπνη, μορφωμένη, ευχάριστη, προκομμένη, εύστροφη, με χιούμορ, ευγενική, έχεις τις χάρες όλες, αλλά είσαι χοντρή. Όχι μόνο για μένα, για διάφορους ανθρώπους. Δεν άκουσα όμως ποτέ κανέναν να λέει ότι κάποιος είναι αδύνατος, αλλά κακός, άτιμος, μονόχνωτος, αγενής, αμόρφωτος. Ίσα ίσα. Είναι κακός, άτιμος, κλπ, αλλά τουλάχιστον είναι αδύνατος, λένε όλοι. Και μην ακούσω κιχ. ΟΛΟΙ.
Συνέχεια, σε διάφορους χώρους και εκφάνσεις της ζωής, ακούω και συνειδητοποιώ πως το να είσαι χοντρός, ή μάλλον το να μην είσαι αδύνατος θεωρείται ελάττωμα-όχι σωματικό, του χαρακτήρα. Και μάλιστα ασυγχώρητο. Ενώ όλα τα υπόλοιπα ελαττώματα, τα οποία είναι, βρε αδερφέ, και κάπως πιο επιζήμια για τη συνεργασία και τη συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους, συγχωρούνται ευκολότερα αν είσαι αδύνατος. Θέλει κάποιος να μου εξηγήσει γιατί; Μου είναι εξαιρετικά δυσάρεστο και οπωσδήποτε άδικο να κρίνομαι ως χαρακτήρας, ως άνθρωπος, ως φίλος, ως συνεργάτης, ως επαγγελματίας από το πόσα κιλά είμαι, εκτός κι αν η δουλειά μου είναι μοντέλο ή πιλότος αεροπλάνου ή δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο που σίγουρα θα υπάρχει, αλλά καταλαβαίνετε.
Και μου έχει συμβεί όχι λίγες φορές. Δεν αντιλέγω πως η εξωτερική εμφάνιση παίζει ρόλο και έχει κάποιο ποσοστό στο πως θα σε κρίνουν οι άλλοι, όχι όμως να παίζει και το μοναδικό ρόλο ή να ακυρώνει όλα τα υπόλοιπα. Συμφωνώ πως είναι πάρα πολύ σημαντικό να είμαστε υγιείς και να φροντίζουμε τον εαυτό μας και να είμαστε ευχάριστοι στην όψη, αλλά αυτό το πράμα πια έχει καταντήσει αηδία. Δεν είναι η ουσία αυτή, παιδιά, η ουσία είναι να είσαι καλός άνθρωπος και να σκέφτεσαι. Πολύ περιληπτικά, τέλοσπαντων, αλλά πάλι καταλαβαίνετε. Τώρα θα μου πείτε, έχεις θέμα κι είσαι ευαίσθητη και δεν κρίνεις αντικειμενικά κι αν ήσουν αδύνατη, δε θα το έβλεπες έτσι, έχεις ένα σχετικό σύμπλεγμα και μπορεί να έχετε δίκιο.
Απλά, θέλω να πω δύο πράγματα: πρώτον, είναι πολύ άδικο το ότι είσαι χοντρός να επισκιάζει τα καλά σου στοιχεία ενώ το ότι είσαι αδύνατος να επισκιάζει τα κακά σου στοιχεία και δεύτερον, είναι λίγο αγενές να επισημαίνεις στον άλλον ότι είναι χοντρός. Το ξέρει, πιστέψτε με. Και μπορεί να προσπαθεί να κάνει κάτι γι’ αυτό ή μπορεί να έχει κάποιο πρόβλημα ή μπορεί να μη θέλει να αδυνατίσει, ρε παιδί μου, να γουστάρει που έχει παραπάνω κιλά, μπα! Επίσης, αν δεν υπήρχαμε εμείς οι χοντροί, πως θα φαίνοσασταν αδύνατοι εσείς οι αδύνατοι; Για σας δουλεύουμε! Πάντως, είναι αγένεια, τουλάχιστον, έλλειψη τακτ, αγωγής και διακριτικότητας, ειδικά αν δεν είσαι κοντά στον άλλον (ή και να είσαι, γιατί έχει επικρατήσει ότι μπορούμε να είμαστε αγενείς με τους κοντινούς μας;) οπότε καλύτερα να το αποφεύγετε. 
Αυτά είχα να πω, τα είπα και ξέσπασα, έκανα και δυναμικό comeback και τώρα πάω να τρέξω για να ξεσπάσω κι άλλο.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Αγανάκτησα (και λίγο βούρκωσα).


Κρέμασα στο μοβ τοίχο δίπλα στο κρεβάτι 13 ξύλινα καραβάκια, χρωματισμένα με όλα τα χρώματα του κόσμου και μετά βρήκα δυο καρτ-ποστάλ του νησιού κι ευχήθηκα τα καραβάκια να έπλεαν προς εκεί.
Τη μία μου τη χάρισε ένας παλιός συνεργάτης και μου είπε, «για να θυμάσαι που δούλευες κάποτε». Δείχνει το μουσειάκι, όπου διακρίνεται και το παράθυρο του γραφείου και την τύπωσε ένας Μαλτεζοκερκυραίος εκδότης και φωτογράφος, ο Angelo Farrugia.
Την άλλη μου τη χάρισε ένας παλιός καθηγητής και γράφει από πίσω μια όμορφη φράση ταιριαστή σε ξεναγούς: …κι ακούω απ’ τη φωνή σου τις αόρατες αιτίες, για τις οποίες οι πόλεις ζούσαν. Δείχνει το Λιστόν, τον καμαροστόλιστο δρόμο της πόλης, σκοτεινό και βρεγμένο, με τα φανάρια να θολώνουν κάτω από τα βόλτα.
Μπορώ να έχω για μια από τις πατρίδες μου το νησί; Ξαφνικά, μ’ έπιασε μια νοσταλγία. Μα δε θα τις ανοίξω επιτέλους όλες τις κούτες κι όλους τους φακέλους, να τελειώνουμε με τις αναμνήσεις και τις συγκινήσεις;

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Τελικά, απλά είδαμε Dexter.


Εντάξει, το παραδέχομαι: δεν ξέρω τι να γράψω. Δύο τινά: ή δε μου συμβαίνει πια τίποτε αστείο ή αξιόλογο ή έστω ενδιαφέρον (αν κι αυτό δεν το πιστεύω και πολύ – να, χτες κιόλας, παραβρέθηκα στα εγκαίνια ενός γυμναστηρίου, όπου έγινε και αγιασμός, ω, ναι, αγιάσανε τα μηχανήματα, μη ρωτάτε πως και τι, αυτά συμβαίνουν μόνο σε μένα) ή δεν μπορώ εγώ αφ’ εαυτού μου να γράψω. Κάθομαι, λοιπόν, εδώ, μυρίζω τη βροχή που μας πέτυχε σήμερα στην παραλία, διότι είχαμε το γκαντέμη μαζί μας, παίζω Zuma και βλέπω Dexter, μία πολύ ωραία σειρά για έναν τύπο που είναι ταυτόχρονα μπάτσος και δολοφόνος κατά συρροή στο Μαϊάμι. Με έναν περίεργο τρόπο, είναι πολύ συμπαθής αυτός ο μπάτσος-δολοφόνος, διότι ο θετός μπαμπάς του τού είχε μάθει αφενός να σκοτώνει μόνο τους κακούς (άλλους δολοφόνους, δηλαδή, ή δουλεμπόρους) κι αφετέρου να κρύβει πολύ καλά τα ίχνη του, οπότε δεν τον πιάνει ποτέ κανείς. Επίσης, τον συμπαθείς, διότι υποτίθεται ότι δε νιώθει τίποτα-όχι ότι δεν κρυώνει ή δεν τον πονάει το κεφάλι του, ας πούμε, αλλά δεν αγαπάει ή δε μισεί, δε νιώθει χαρά ή θλίψη ή αγωνία ή ανακούφιση ή όλα αυτά. Εγώ, βέβαια, αυτό δεν το πιστεύω, γιατί τώρα τα έχει φτιάξει με μια ανόητη ξανθιά την οποία πιθανότατα έχει ερωτευτεί κι ας λέει «νιώθω άδειος» και διάφορες τέτοιες βλακείες. Επίσης, διαβάζω ένα βιβλίο για έναν τύπο που έχει πάθει αμνησία και προσπαθεί να ξαναθυμηθεί τη ζωή του μέσα από τα αποσπάσματα των βιβλίων που έχει διαβάσει, πράγμα το οποίο είναι ενθαρρυντικό για μένα, διότι πρέπει να ξέρετε πως έχω κι εγώ ένα τεράστιο αρχείο με τα βιβλία που έχω διαβάσει, τίτλο, υπόθεση, συγγραφέα και αποσπάσματα, οπότε τώρα ξέρω πως δεν είναι τελείως άχρηστο: αν πάθω αμνησία, έτσι θα ξαναθυμηθώ τη ζωή μου.
Και αυτά είναι, αγαπημένοι μου αναγνώστες, οι δραστηριότητες ενός ανθρώπου που δεν έχει τι να κάνει, διότι από δουλειά γιοκ, που λέμε και στην καθομιλουμένη. Δε θα γκρινιάξω, όμως, όχι, είναι θέμα αρχής (και τέλους). Μπορεί να είμεθα άνεργοι, αλλά άεργοι δε θα γίνουμε ποτέ.
Με αυτά τα δεδομένα, τι λέτε; Μήπως να το κλείσω το μαγαζί, να ησυχάσω κι εγώ κι εσείς και να φτιάξω εκείνο με τις χειροτεχνίες; Ή να κάνω υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός; Πάω τώρα, γιατί ο Γιάννης θέλει να μιλήσουμε κι αυτό δεν είναι ποτέ καλό, όταν ένα αγόρι θέλει να μιλήσετε, πάντα να ανησυχείς γι’ αυτό που θα ακούσεις. Καλό καλοκαίρι.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Εγώ δεν πρόσεξα.


Αμάν, Παναγία μου, δεν αντέχω άλλο, έχει μαυρίσει η ψυχή μου. Προχτές, διάβαζα ένα βιβλίο (το έχω πει εγώ, πως τα βιβλία μου κάνουνε ζημιές, γιατί επιμένω και τα διαβάζω;) κι έπεσα πάνω στη χαράδρα του Μπάμπι Γιαρ, αν την ξέρετε, εννοείτε τι εννοώ, αν όχι, καλύτερα. Εμένα δε μου έφτασε που διάβασα γι’ αυτό το πράμα στο βιβλίο, μου ‘ρθε κι έψαξα και στο διαδίκτυο κι είχα εφιάλτες το βράδυ κι ακόμα έχω. Και σήμερα, 10 Ιουνίου, έπεσα πάνω σ’ ένα κείμενο για το Δίστομο κι αγριεύτηκα πάλι βραδιάτικα. Κι αντί να πάω να κάνω μπάνιο και να γράψω για τη θάλασσα και το καλοκαίρι που μυρίζει πιο μαυλιστικά κι από φρεσκοψημένα κουλουράκια, σκέφτομαι τι τέρατα είμαστε και τι τέρατα, ακόμα χειρότερα, κρύβουμε μέσα μας. Και πως η ανοσία στη βία μας έχει διαποτίσει. Καμιά φορά, φοβάμαι και τον εαυτό μου.
Που ξέρω εγώ με τι ύπουλους μηχανισμούς έχει εισβάλλει το χαστούκι στο χέρι μου κι έχει καταλάβει η μούντζα το μυαλό μου, σαν τους ξενιστές των εξωγήινων που έβλεπα στο X Files και μπαίνανε στη συνείδησή σου και την άλλη μέρα ήσουν ένας ασυγκίνητος καταστροφέας. Που ξέρω εγώ με ποιον κρυφό τρόπο έχω συνηθίσει να βρίζω και να χτυπάω και πότε θα σηκώσω το χέρι μου στο Γιάννη που έβγαλε το Iron Frog πριν από μένα-μετά βέβαια θα σηκώσει κι αυτός το δικό του κι άστα να πάνε, αλλά μπορεί αυτός να μην έχει μολυνθεί από τον ξενιστή της βίας, να έχει ανοσία. Στις ταινίες με ιούς πάντα υπάρχει κάποιος που έχει ανοσία στον ιό και σώζει όποιον είναι να σωθεί.
Εδώ, σε αυτή την ταινία, λέτε να υπάρχει κανείς που να έχει σωθεί από τη βία; Που να μη χειροκροτά ανερυθρίαστα πυροβολούντες, που να μην ξεχνά το «πυκνό σκότος», που να μη ζητά κεφάλια σε πίνακες, που να κλαίει όταν βλέπει θεωρητικά νομοθέτες να πλακώνονται στα χαστούκια; Λέτε να έχει απομείνει κανένας;
Στη Γαλλική Επανάσταση, αφού σφάξανε τους φταίχτες τους, σφάχτηκαν κι αναμετάξυ τους, ώσπου δεν έμεινε ρουθούνι, αλλά αυτοί είχανε και μια δικαιολογία, ήτο επαναστάτες, ιδιότητα εκ φύσεως μοβόρα. Εμείς εδώ; Τι δικαιολογία έχομε διά το να μη φρικάρουμε με τη βία που γεμίζει τις μέρες μας; Οι άλλοι συνελήφθησαν επειδή η Εκκλησία, λέει, δε συμφωνούσε με το θεατρικό έργο που ανεβάζανε. Περίεργα πράματα. Ανατριχιαστικά παρόμοια με κάτι άλλα που έχω στο νου μου.
Διότι έτσι ξεκινάνε αυτά. Πρώτα κλωτσάς ένα γατί στο δρόμο. Μετά βλέπεις να πλακώνονται στα χαστούκια και δε σε νοιάζει ή πλακώνεις κι εσύ όποιον δε συμφωνεί μαζί σου. Και τέλος σφάζεσαι κι ησυχάζεις. Μετά, όλοι ξεχνάνε ό,τι έγινε κι άντε πάλι από την αρχή. Μάλλον είμαστε στην αρχή.
Κι όσο θυμάμαι πως έλεγα ότι ζούμε σε πολύ βαρετή εποχή, όλα τα ενδιαφέροντα γίνανε και τίποτα δεν έχει μείνει για μας. Φάε τώρα, Κατερίνα, τα ενδιαφέροντα στη μάπα. Αλλά, έτσι είναι, πρόσεχε τι εύχεσαι λένε.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Τα λεφτά μου όλα δίνω για ένα τανγκό.


Είμαι φριχτά κουρασμένη: όλη τη μέρα βολόδερνα σαν την άδικη κατάρα στη Θεσσαλονίκη, περιμένοντας να ξεκινήσει η συνέλευση των ξεναγών, η οποία τελικά αναβλήθηκε κι εγώ ψιλοτζάμπα κουβαλήθηκα, αν εξαιρέσεις ότι είδα το αδέρφι και τη φίλη μου, και τις ξεναγίνες μου βεβαίως βεβαίως, οι οποίες παρεμπιπτόντως είναι ακριβώς σαν τις ξεναγίνες μου στο νησί, μισότρελες και οπωσδήποτε αδύνατον να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
Ωστόσο, αν και κουρασμένη, πρέπει να σας γράψω τις περιπέτειες του σαββατοκύριακου. Επίσης, εξομολογούμαι εδώ πως θέλω κολασμένα να κάνω κι εγώ ένα ιστολόγιο με χειροτεχνίες, όπως όλες οι αμερικανίδες μαμάδες που διαβάζω (οι οποίες αφενός γεννοβολάνε σαν κουνέλες κι αφετέρου ράβουν και δεν ξέρω γω τι άλλο όλη μέρα, πως διάολο τα προλαβαίνουν) αλλά δεν προφταίνω με τίποτα ούτε να τις φτιάξω τις χειροτεχνίες, πόσω μάλλον να τις φωτογραφίσω και να φτιάξω κι άλλο ιστολόγιο. Κάποτε, όμως, θα γίνει κι αυτό. Όπως όλα τα άλλα.
Το σαββατοκύριακο, που λέτε, πήγαμε με μια ομάδα τάνγκο σε ένα θέρετρο εδώ κοντά-διότι, μη νομίζετε πως Ελλάδα είναι μόνο η Κέρκυρα και ομορφιές υπάρχουν μόνο εκεί, έχει κι εδώ μέρη ονειρεμένα. Πήγαμε σε ένα χωριό σκαρφαλωμένο στο βουνό, με απέραντη θέα, πλακόστρωτα δρομάκια και ξύλινα σπιτάκια, τον Παλιό Παντελεήμονα. Υπάρχει κι ο καινούργιος, αλλά, ως γνωστόν, ο παλιός είναι αλλιώς. Εκεί, αφού εγκατασταθήκαμε στον απαραίτητο απ’ την-κορφή-ως-τα-νύχια-ξυλόγλυπτο ξενώνα (περίμενα πως και το καζανάκι θα ήταν ξυλόγλυπτο, αλλά γελάστηκα, ήταν ένα απλό πορσελάνινο καζανάκι), ο οποίος, πέρα από την πλάκα (και την Αφρική, χαχα, πολύ μου αρέσει αυτό, που είσαι, Ρενάτα!), ήταν πανέμορφος και με εξαιρετική εξυπηρέτηση και τον λέγανε «Αγνάντι», τα στοιχεία στη διάθεση των αναγνωστών, πήγαμε για χορό. Και ξαναγυρίσαμε μετά από 48 ώρες. Αλήθεια σας λέω, κόντεψα να το σιχαθώ το τάνγκο, ευτυχώς που ήταν εκεί κάτι συγχορευτές του Γιάννη και πιάναμε καμιά κουβέντα για την Αρχαία Ελλάδα κι έβγαζα τα άχτια μου. Εντάξει, δεν παραπονιέμαι, πέρασα ωραία, αλλά όλοι αυτοί οι τανκέροι, ρε παιδί μου, πολύ σοβαροί είναι, κοντέψανε να πιαστούνε στα χέρια για το tango classicο και το tango nuevo, σου λέει, φοβερές διαφορές. Εγώ δεν καταλαβαίνω και πολύ καλά αυτές τις διαφορές και, κατά την προσφιλή μου συνήθεια, έλεγα ηλίθια αστεία και γελούσα μόνη μου, με αποτέλεσμα να με περάσουν όλοι για χαζή. Αλλά αυτό το έχω συνηθίσει κι άλλωστε, όπως έχω ξαναπεί, μου τη δίνει η σοβαροφάνεια κι η αμετροέπεια, η αλαζονεία κι η εναλλακτικότητα (κανείς πια να μην τρώει κρέας εκεί μέσα, ήμαρτον, ένιωθα σαν λυκάνθρωπος), οπότε έκανα και λίγο τον καραγκιόζη επίτηδες, ώσπου μπήκα στο πετσί του ρόλου.
Στη συνέχεια, κι αφού κουτρουβαλήσαμε από το χωριό του τάνγκο με την υπόσχεση την επόμενη φορά να χορέψουμε ζούμπα, εγώ πήγα για μια ξενάγηση κι ο Γιάννης κοιμήθηκε μέσα στο αυτοκίνητο, έξω από το μουσείο του Δίου, ο γλυκός μου, με πάει, με φέρνει, κουράζεται, αλλά τι να τον κάνω, δεν ήθελε να δει το μουσείο για 86η φορά, βαρέθηκε, λέει. Μετά την ξενάγηση, όπου εγώ αντί για Αλεξάνδρεια είπα Αλεξανδρούπολη, αλλά καθώς έχω το ύφος της αυθεντίας, όλοι το πίστεψαν ότι ο Κτησίβιος ήταν από την Αλεξανδρούπολη (σιγά μην ήταν κι από τα Φιλιατρά), πήγαμε σ’ ένα παραδιπλανό μοναστήρι, αφιερωμένο στην Αγία Κόρη. Τώρα εμένα γιατί μου μπήκε στο μυαλό πως αυτή η Αγία Κόρη είναι η ίδια με την Κόρη, δηλαδή την Περσεφόνη, που λατρευόταν εκεί κοντά και πως αυτή η αγία δεν είναι παρά επιβίωση στο συλλογικό ασυνείδητο της αρχαίας λατρείας; Με δεδομένο πως και την Περσεφόνη την κυνηγούσε ο Πλούτων και την Αγία Κόρη ένας Τούρκος ηγεμόνας, πόσο πιθανό είναι; Ή έχει ξυπνήσει ο Λιακόπουλος μέσα μου και να το προσέξω;
Όπως κι αν έχει, εμείς κατεβήκαμε τα 165 σκαλιά που οδηγούσαν στη σπηλιά και το ναό της Αγίας Κόρης (και, ναι, σωστά μαντέψατε, μετά τα ανεβήκαμε κιόλας), όπου φωτογραφίσαμε τα νερά και τα κεριά, καθώς και μια ομάδα από Ρομ-τσιγγάνους-γύφτους, που προφανώς θεωρούν προσωπική τους προστάτιδα τη συγκεκριμένη αγία. Είχαν κάνει κατάληψη στη σπηλιά-προσκύνημα της αγίας κι έχουν κι ένα περίεργο έθιμο: αφήνουν στα κλαδιά την δέντρων που περιτριγυρίζουν την εκκλησιά κομμάτια από τα ρούχα τους, τσιμπιδάκια, εσώρουχα και μαντίλια, ως τάματα, με αποτέλεσμα το μονοπάτι να μοιάζει με πάγκο λαϊκής στην καλύτερη περίπτωση και με σημείο μαζικής επίθεσης ζόμπι στη χειρότερη. Οι κοπέλες με τα φανταχτερά ρούχα και τα τεράστια μάτια και τ’ αγόρια με τα τατουάζ και τα γυαλιστερά πουκάμισα ενθουσιάστηκαν που ο «μπαλαμός» τους έβγαλε φωτογραφία κι επέμεναν να ανταλλάξουμε κινητά για να τους δώσουμε τις φωτογραφίες. Περίμενα, από στιγμή σε στιγμή, και το Γκλέτσο να βγει να κυνηγήσει την Ερατώ. Αφού κάναμε καινούργιους φίλους και καινούργιους κώλους από τα 165 σκαλιά, γυρίσαμε, φτωχότεροι στην τσέπη, αλλά πλουσιότεροι σε εικόνες. Πάω τώρα να κοιμηθώ και την άλλη φορά, υπόσχομαι, θα σας δείξω χειροτεχνίες.