Το καράβι είναι άσχημος τρόπος τελικά να φύγεις από ένα μέρος που αγαπάς (μολονότι έχεις κάνει τα πάντα για να το μισήσεις), διότι το βλέπεις το μέρος να απομακρύνεται σιγά σιγά και να σβήνει στον ορίζοντα και ξαναβλέπεις όλα τα αγαπημένα μέρη που έχεις πάει και περάσει όμορφες στιγμές με καλούς φίλους και σου ξανάρχονται όλα στο μυαλό και δεν μπορείς να αφαιρεθείς και κλαις σαν το βλάκα στο σαλόνι του καραβιού, δίπλα στην ομάδα βόλεϊ Απόλλων Καλαμαριάς. Ενώ, αν είχα προνοήσει και είχα φύγει με το αεροπλάνο, τίποτα απ’ αυτά δε θα είχε συμβεί, θα απογειωνόταν το αεροπλάνο και σε μισό λεπτό η Κέρκυρα και όλα τα συμπαρομαρτούντα θα είχαν εξαφανιστεί από τα μάτια μου. Άσε που σιγά μην είχε ομάδα βόλεϊ στο αεροπλάνο. Άλλα, έτσι κι αλλιώς, μια παλιά κινέζικη παροιμία λέει πως πρέπει να φεύγεις από ένα μέρος με τον ίδιο τρόπο που ήρθες, αν θες να ξαναγυρίσεις. Κι επειδή εγώ πρώτον ακολουθώ πιστά, ως γνωστόν, τις κινέζικες συμβουλές και δεύτερον θέλω να ξαναγυρίσω στην Κέρκυρα, έπρεπε να φύγω με καράβι.
Να τώρα, για παράδειγμα, βλέπω το Νέο Φρούριο και τη Σπηλιά και σε λίγο, που θα βγει αρόδο θα δω και το Παλαιό Φρούριο και το μουσειάκι, τα Μουράγια κι όλη την παλιά πόλη να είναι εκεί και θα ‘ναι σα να με χαιρετάει. Το καμπαναριό του Αγίου περισσεύει και στον ορίζοντα φαίνεται η μπάλα στους Αγίους Δέκα (αυτή η μπάλα είναι ένα ραντάρ σφαιρικό και τεράστιο, κοντά σ’ ένα χωριό, που φαίνεται από κάθε σημείο του νησιού σχεδόν κι όπου είχα περάσει ένα παγωμένο και τρομακτικά όμορφο απόγευμα κοιτώντας την ασύλληπτη θέα). Τώρα περνάμε το Κάβο Σίδερο, την άκρη του Παλιού Φρουρίου κι ανοίγεται η Γαρίτσα, ο κόλπος της πόλης της Κέρκυρας, όπου αμέτρητα απογεύματα έχω περάσει τρέχοντας κι όπου εκατομμύρια βόλτες έχω κάνει με το αυτοκίνητο κι όπου γενικά είναι το αγαπημένο μου μέρος στην πόλη.
«Οι τόποι καραδοκούν, σιωπηλοί, υπομονετικοί μέσα στην ακινησία τους πότε θα πέσεις στα δόντια τους, σαν ήμεροι δράκοι… Δεν τους υποπτεύεσαι», γράφει ένας κορφιάτης, ο Πλασκοβίτης, και σαν κάτι να ξέρει, έτσι είναι, οι τόποι είναι μαγεμένοι και δεν καταλαβαίνεις για πότε σε καταπίνουν και σε χωνεύουν ολόκληρο κι είναι σα να μην έχεις ζήσει ποτέ πουθενά αλλού. Όλοι οι τόποι. Κι αυτό συμβαίνει διότι στους τόπους ζουν άνθρωποι, που τους αγαπάς και τους συνηθίζεις, μαθαίνεις τα τηλέφωνά τους απέξω και τα σπίτια τους, τους συναντάς σε συγκεκριμένα μέρη και περπατάς μαζί τους κι άντε μετά να φύγεις από τον τόπο αυτόν.
Όταν είχα πρωτοέρθει στην Κέρκυρα, πέρασα μερικές από τις πιο άσχημες στιγμές στη ζωή μου, ήταν Φλεβάρης (τραγικό παντού, πόσο μάλλον στην Κέρκυρα), ήμουν μόνη μου, δεν ήξερα άνθρωπο και δεν είχα φράγκο. Μετά, βέβαια, γύρισε η Ρενάτα από το Δουβλίνο και αρχίσαμε να μένουμε μαζί, οπότε ή φίλες θα γινόμασταν ή εχθρές-ευτυχώς για όλους γίναμε φίλες. Ακόμα πιο μετά ξεκίνησε η σχολή, όπου, τη στιγμή που πίστευα πως δε θα κάνω άλλους φίλους στη ζωή μου καθώς είχα πια τριανταρίσει (ως πότε θα ξενυχτάω συζητώντας δηλαδή, δε θα ωριμάσω ποτέ;), συνάντησα τις φιλενάδες μου όλες τις ξεναγίνες (τη Σοφία και τη Μαριλένα και τη Βίβιαν και τη Νατάσα και φυσικά το αγαπημένο μου στραβόξυλο, την Ελένη) και ήμασταν ξανά σαν πενταήμερη. Και, στο τέλος, ήρθε κι η δουλειά στο μουσείο, το πιο όμορφο μουσείο ασιατικής τέχνης στον κόσμο, όπου έχω ρίξει το γέλιο της αρκούδας κι όπου γνώρισα δύο από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους στο νησί (η φωτογραφία, από μια παραλία στη νότια Κερκυρα, είναι ευγενική χορηγία του ενός από αυτούς). Θα μπορούσα να λέω ιστορίες για την Κέρκυρα μέχρι την άλλη βδομάδα. Ας μην το κάνω. Θέλω να μπορώ να ξαναπατήσω.
Το θέμα είναι, υπομονετικοί μου φίλοι, πως η ζωή πάει (κανείς δεν ξέρει που) κι άμα εσύ δεν την ακολουθείς, έχεις πρόβλημα. Φεύγω μεν, αλλά για να μπορώ να έρχομαι, έτσι; Άλλωστε, όλα τώρα αρχίζουν, που να δείτε τι έχει να γίνει που θα μείνουμε στο ίδιο σπίτι με το Γιάννη, το οποίο προς το παρόν είναι ακόμα ιατρείο και χτες, στο αποχαιρετιστήριο πάρτι, με κοροϊδεύανε όλοι, «έχω τραπέζι στο ιατρείο απόψε» κι «ελάτε στο ιατρείο την Κυριακή» και «πάω στο ιατρείο να ξεκουραστώ» κι όλο τέτοιες βλακείες λέγανε. Αλλά τις ξέρω εγώ, τις λέγανε για να γελάνε, γιατί αλλιώς θα κλαίγανε…