Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Το μαύρο φουστάνι μου

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή, διότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους (κι αυτό μπορεί να το βεβαιώσει οποιοσδήποτε δεν έχει κάνει έναν καλό λογαριασμό και τώρα ψάχνει τον καλό του φίλο): εγώ ποτέ δεν θα αγόραζα ένα μαύρο φόρεμα αν δεν ήταν μαζί μου η αδερφή μου. Εγώ μόνη μου θα αγόραζα απλά ένα φούξια ή πουά φόρεμα, προς μεγάλη δυστυχία όλων. Πάντως, το αγόρασα, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, ίσως είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου ή απλά με επηρέασε η αδερφή μου ή, το πιθανότερο, επειδή το φόρεμα έκανε μόνο 12 ευρώ.
Μετά που το αγόρασα, το πήγα στο καθαριστήριο, σε μια πολύ συμπαθητική κυρία στη γειτονιά μου. Αυτό έγινε πριν από μία εβδομάδα κι εγώ ξέχασα το φόρεμα στο καθαριστήριο, διότι το μυαλό μου σταδιακά, σταθερά και αναπόδραστα (η καινούργια αγαπημένη μου λέξη) γίνεται πουρές λόγω των αντίξοων συνθηκών που επικρατούν στην κοινωνική και προσωπική μου ζωή.
Με λίγα λόγια, πήγα χτες το απόγευμα να πάρω το φόρεμα από το καθαριστήριο, μετά από 8 ώρες δουλειά, 2 ώρες μάθημα, 1 ώρα ρώσικα, πληρωμή 3 λογαριασμών και επίσκεψη στο σουπερμάρκετ. Αντιλαμβάνεστε ότι στο τέλος όλων αυτών ημιθανής σερνόμουν στο δρόμο για το σπίτι και τυχαία διέσχισε το μυαλό μου, σαν αστραπή, η σκέψη του μαύρου φορέματος στο καθαριστήριο.
Μπαίνω, λοιπόν, στο καθαριστήριο να πάρω το προδομένο φουστάνι μου κι ήταν εκεί, κρεμασμένο σε μια από αυτές τις σιδερένιες κρεμάστρες, καθαρό, μυρωδάτο, σιδερωμένο, άψογο, σα να περίμενε μια κοπέλα πανέμορφη και καλοχτενισμένη και με απαλό δέρμα, για να γλιστρήσει στους ώμους της.
Το πήρα κι ήμουν τόσο χαρούμενη που είχα ένα τέτοιο φόρεμα, φορτωμένο με τόσες υποσχέσεις για ζεστά και γλυκά καλοκαιρινά βράδια, για πάρτι και ποτά σε ψηλά ποτήρια, για αρώματα και γέλια, για διασκεδάσεις με όμορφα ρούχα και χαρούμενους ανθρώπους. Το κρατούσα και το στριφογύριζα, ξέρετε, όπως τα μικρά παιδιά τη σακούλα με το ψωμί, και στροβιλιζόμουν σε μελλοντικούς χορούς και φανταστικές μουσικές.
Καταλαβαίνετε; Το φόρεμα είναι θαυμάσιο, αλλά ακόμα πιο θαυμάσια είναι όλα αυτά που σου υπόσχεται, αν το ακούσεις. Αν κλείσεις λίγο τα αυτιά σου στις μαυλιστικές, θρηνολογούσες, απελπισμένες σειρήνες της τρομακτικής καθημερινότητας και ακούσεις όλα αυτά που σου ψιθυρίζουν τα μαύρα βραδινά φορέματα, τα ψηλά πράσινα παπούτσια, τα λινά πουκάμισα και οι κοραλλί γραβάτες.
Σου ψιθυρίζουν πως έρχονται ακόμα βράδια με φίλους και γέλια, πάρτι, τάνγκο και γελαστές φωτογραφίες και πως τώρα που αχνοφαίνεται και χαζομυρίζει το καλοκαίρι, μην τα ξεχάσεις αυτά τα ρούχα, να τα βγάζεις πότε πότε και να τα φοράς και να νιώθεις και να περνάς όμορφα, γιατί η δυστυχία δεν θα περάσει. No pasarán.

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Γερνάω, μαμά (το καλύτερο κλισέ για σήμερα).

Έγινα 31 χρονών.
Σιγά το πράγμα, θα μου πείτε, εδώ ο κόσμος καίγεται, ο Οσάμα μπιν Λάντεν σκοτώθηκε, η χώρα βουλιάζει στην ανυπαρξία, άνθρωποι απολύονται, σχέσεις διαλύονται, φήμες κυκλοφορούν κι εσύ θαρρείς πως κάτι τρέχει στα γύφτικα επειδή έγινες 31 χρονών-επίσης, όλοι οι άνθρωποι το παθαίνουν στα 30 το σοκ, εγώ το έπαθα στα 31, τόσο ανώμαλη πια;
Η αλήθεια είναι πως δεν είναι πια και τόσο φοβερό να γίνεις 31, δεδομένου ότι κάποια στιγμή θα γίνεις και 51 (αν τα καταφέρεις) κι ακόμα χειρότερα, κάποια στιγμή θα γίνει και το παιδί σου 31, οπότε κράτα το σοκ για τότε.
Απλά το ανέφερα, ρε παιδί μου, έτσι, για να μην ξεφύγω από τα κλισέ, που έχουμε πει πως λατρεύω (τα κλισέ είναι ωραία, δυνατά, σταθερά, αναλλοίωτα πράγματα) κι επίσης για να μαζέψω κομπλιμέντα, ξέρετε, «μα καθόλου δε σου φαίνεται», «καλέ, δε σε έκανα πάνω από 25» και τέτοια.
Κι αυτό, αγαπημένοι μου, σταθεροί, 54 αναγνώστες, ήταν μια άσχετη εισαγωγή σε ένα άσχετο άρθρο, διότι εγώ σήμερα πρώτον ξύπνησα το πρωί κι είχα πάθει μια ανεξήγητη άρνηση προς το ιστολόγιό μου, την οποία ευτυχώς για ολόκληρη τη συγγραφική κοινότητα ξεπέρασα με τον πρωινό καφέ, και δεύτερον θέλω να γράψω για τη μαμά μου, ένεκα και της ημέρας, 8 του Μάη, η παγκόσμια ημέρα της μανούλας. Πάντως, δε μπορείτε να πείτε, σας ενημερώνω πλήρως για όλες τις παγκόσμιες ημέρες, θρησκευτικές και εθνικές εορτές, κλπ, έτσι; Παρεμπιπτόντως, προχτές, 6 Μαΐου (χα, βρήκα πως μπαίνουν ο τόνος και τα διαλυτικά ταυτόχρονα, ένα από τα μεγάλα και άλυτα μυστήρια αυτού του κόσμου, ούτε το National Geographic δεν το είχε!), ήταν η παγκόσμια ημέρα κατά της δίαιτας, από τις πιο αγαπημένες μου παγκόσμιες ημέρες. Βέβαια, όπως είπε κι η μαμά μιας φίλης μου χτες, ποιος αργόσχολος άραγε να τις έχει σκεφτεί όλες αυτές τις παγκόσμιες ημέρες; Και ποιος αργόσχολος να ασχολείται μαζί τους; Αλλά αυτή η τελευταία ερώτηση δε μας συμφέρει πολύ, οπότε ας υποκριθούμε πως δεν έγινε.
Τέλοσπαντων, για τη μαμά μου θα σας έλεγα, αλλά πια φαντάζομαι, έχετε μάθει, συνηθίσει και αγαπήσει το αλλοπρόσαλλο συγγραφικό μου ύφος που πηδάει από θέμα σε θέμα με την ευκολία καγκουρό και σας ευχαριστώ γι’ αυτό.
Η μαμά μου, λοιπόν, είναι η καλύτερη μαμά στον κόσμο. Η μαμά μου μου έμαθε τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή: πώς να απλώνω τα ρούχα για να χρειάζονται λιγότερο σιδέρωμα, πώς να μαγειρεύω φακές, την υπομονή και την ευγένεια, να ράβω σχεδόν τα πάντα και να διαβάζω οπωσδήποτε δυο σελίδες από το βιβλίο μου πριν κοιμηθώ, όσο και να νυστάζω.
Μου έμαθε να είμαι διακριτική και πρόθυμη, μου έμαθε να είμαι γρήγορη και αποτελεσματική στις δουλειές του σπιτιού, όχι για να είμαι μια καλή νοικοκυρά, αλλά για να έχω περισσότερο χρόνο για έξω, μου έμαθε να βγάζω τις λαδιές από τα ρούχα.
Τη μαμά μου τη θυμάμαι πάντα με ένα εργόχειρο στο χέρι, είτε έραβε είτε κεντούσε είτε έπλεκε, κι όταν ήμουν μικρή κι έμενα ακόμα κοντά της, μου έραβε πάντα πολλά ρούχα κι οι φίλες μου θαύμαζαν πως αυτό το είχε ράψει η μαμά μου. Μάλιστα, μια φορά μου είχε πλέξει ένα φοβερό ντεπιεδάκι, μπλε κολάν και κίτρινο πουλόβερ, α, μα δεν ξέρετε τι ωραίο σύνολο! Κι έπλεξε το ίδιο στη φίλη μου τη Στέλλα και τα φορούσαμε μαζί και χαιρόμασταν , με τη διαφορά ότι η φίλη μου η Στέλλα ήταν, από τότε ακόμα η σκασμένη, 10 πόντους ψηλότερη και 10 κιλά πιο αδύνατη, φαντάζεστε το θέαμα.
Από αυτή έχω κολλήσει κι εγώ τη μανία με τις χειροτεχνίες και βέβαια από τη μαμά μου έχω κληρονομήσει και τη δεξιοτεχνία στα χέρια (τα υπόλοιπα τα πήρα από το Jumbo).
Επίσης, θυμάμαι που της άρεσε να πίνει νεσκαφέ το απόγευμα και με έβαζε να της τον φτιάχνω (από τότε φτιάχνω ωραίους καφέδες) κι εγώ ήθελα να κάνω πολύ πολύ αφρό και τον χτυπούσα κάνα μισάωρο τον καφέ και μετά έφτιαχνα σχέδια με το γάλα πάνω στον αφρό. Γενικά, η μαμά μου έπινε και πίνει αρκετό καφέ και αυτό διότι καπνίζει αρειμανίως: το μόνο που δεν εγκρίνω στη μαμά μου. Όταν ήμουν μικρή και με έστελνε να της πάρω τσιγάρα, εγώ πήγαινα μεν να της τα πάρω, αλλά όταν γυρνούσα τα έκρυβα στο ψυγείο κι έλεγα ότι τα ξέχασα ή τα έριχνα ένα ένα στην τουαλέτα (απαίσιο;). Τέλοσπαντων, κάποτε αποδέχτηκα πως η μαμά μου καπνίζει κι επίσης άρχισε να πηγαίνει μόνη της για τσιγάρα.
Η μαμά μου ήταν πάντα εκεί, όπως και όσο μπορούσε, δυνατή σαν άνθρωπος και αδύναμη σαν άνθρωπος, υπομονετική και δραστήρια, έβρισκε κάθε μέρα τι να μαγειρέψει για πέντε άτομα, έβαζε τασάκια σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού (ακόμα και στο μπάνιο έχουμε τασάκι), δε φώναζε, δε μάλωνε, δεν τη φοβόμουν, όταν έφτιαχνε κέικ, μου έδινε να γλείψω το μπολ που είχε χτυπήσει το μείγμα, η μαμά μου ντυνόταν πάντα σαν κυρία κι ας της γκρίνιαζα εγώ που δεν φορούσε τζιν σαν τη μαμά της Μαρίας.
Όταν ήμουν φοιτήτρια, η μαμά ήταν αυτή που γέμιζε τις κούτες με τάπερ με φαγητά και μπισκότα κι εγώ, όταν πήγαινα στο ΚΤΕΛ να τα πάρω, γυρνούσα κλαίγοντας. Κι όταν πήγαινα για διακοπές στη Λαμία και μετά ξανάφευγα, η μαμά μου έβγαινε πάντα στο μπαλκόνι για να με χαιρετήσει καθώς έμπαινα στο ταξί κι ακόμα και σήμερα, 31 χρονώ γαϊδούρα, της λέω, βγες στο μπαλκόνι, ε;
Τώρα πια είμαι πολύ μακριά από τη μαμά μου, αλλά η μαμά μου είναι πάντα κοντά μου και τις Κυριακές τα πρωινά ανάβει τσιγάρο και παίρνει τον καφέ της και με παίρνει τηλέφωνο να πούμε τα νέα της βδομάδας κι άμα καμιά φορά είναι νωρίς και με ξυπνήσει και της γκρινιάξω, το μετανιώνω αμέσως.
Δεν ξέρω να σας πω αν η μαμά μου έκανε λάθη, φαντάζομαι πως σίγουρα θα έκανε, όπως όλα τα ανθρώπινα όντα, ξέρω όμως σίγουρα πως έκανε ό, τι καλύτερο μπορούσε κι ό, τι είχε μάθει από τη δική της μαμά. Προσπάθησε να μου δώσει λίγη από τη σοφία που επιβιώνει μέσα από τις τρομακτικές αλλαγές των γενιών, των χρόνων και των συνηθειών και προσπάθησε όχι να μου δείξει τον κόσμο, αλλά να μου μάθει να τον βλέπω μόνη μου.
Κι αν έχω καταφέρει να την κάνω λίγο περήφανη για μένα, τη μαμά μου, νομίζω πως θα έχω καταφέρει πολλά πολλά πράγματα.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Εφτά είναι πολλά και μάλλον με πείραξαν.

Πρώτη Μαΐου και στη Βαστίλη δεν ξέρω να σας πω τι γίνεται (φαντάζομαι, βέβαια, καθότι άτομο με ιστορική παιδεία), ξέρω όμως να σας πω τι γίνεται εδώ: ως συνήθως, χαμός.
Καταρχήν, σήμερα είναι η εργατική Πρωτομαγιά κι εγώ, ως εργάτις της ζωής ακατάβλητη, γιορτάζω κι επίσης γιορτάζω και διάφορα άλλα πράγματα που έχουν κρατήσει 7 χρόνια. Τα 7 χρόνια, εκτός του ότι είναι όσα χρόνια κράτησε η χούντα (η πολιτική χροιά δε λείπει ποτέ από τα γραπτά μου), είναι και όσα χρόνια κρατά η φαγούρα. Τι θα γίνει από δω και πέρα, δεν ξέρω να σας πω, ίσως πάρουμε ένα απ΄ αυτά τα ξύλινα χεράκια, μπας και μας περάσει η φαγούρα και ησυχάσουμε.
Παράλληλα, περιμένω να γίνω ευτυχής θεία, αλλά η αδελφή μου, που γεννά από μέρα σε μέρα, βρίσκεται στην Αθήνα, όπου και θα φέρει στον κόσμο τα δίδυμα, ω, ναι, δίδυμα και μάλιστα ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, ενώ εμείς οι υπόλοιποι της οικογενείας βρισκόμαστε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Εγώ, για την ακρίβεια, βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη και αύριο θα βρίσκομαι στην Κέρκυρα, διότι, το έχουμε πει, πια αδυνατώ να μείνω μακριά από το βρωμονήσι πέραν των 10 ημερών. Καγχάστε, χαιρέκακοι Κορφιάτες.
Επιπλέον, περιμένω να μάθω πότε θα δώσω κάτι εξετάσεις στα ρώσικα, τις οποίες θα δώσω επίσης στην Αθήνα, οπότε, όπως φαντάζεστε, εάν δε θέλω να με απολύσουν μία και καλή από αυτή τη δουλειά με τόσες άδειες που θα ζητήσω κι επίσης αν δε θέλω να μου κάνουν χρυσό ανδριάντα στην Aegean, από τα εισιτήρια που θα πληρώσω, πρέπει οι εξετάσεις και η γέννα να συμπέσουν. Πόσο πιθανό είναι αυτό;
Επίσης, αυτές οι εξετάσεις στα ρώσικα είναι εξαιρετικό δείγμα του θράσους που με διακρίνει: που πάω ο Καραμήτρος, να δώσω εξετάσεις στα ρώσικα και μάλιστα προφορικά; Εμένα, τώρα, άμα με ρωτήσετε, ούτε καλημέρα δεν μπορώ να σας πω στα ρώσικα, όχι και για την Κέρκυρα. Εν πάση περιπτώσει, εγώ θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό. Στην καλύτερη περίπτωση, θα γίνω μια ρωσόφωνη ξεναγός, πράγμα το οποίο θα αποτελέσει αιτία πάρτι, και στη χειρότερη, θα γίνω το ανέκδοτο της ημέρας στη ρώσικη πρεσβεία στην Αθήνα, πράγμα το οποίο τελικά δεν είναι και μεγάλο πρόβλημα, αφού έτσι κι αλλιώς, είμαι ανέκδοτο από μόνη μου.
Τέλος, πέρασα την τελευταία εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη, όπου εχάλασα ένα κάρο λεφτά, απλά έμπαινα στα μαγαζιά και έβγαζα λεφτά από το πορτοφόλι μου κι έβγαινα κρατώντας σακούλες, μιλάμε για ύβρη, αγαπημένοι μου φίλοι. Επίσης, διαπίστωσα σήμερα στο ταξί που με πήγαινε σπίτι, πως έχω κυριλέψει: στη Ναβαρίνου δεν πάτησα το πόδι μου, μόνο στην Αριστοτέλους και στη Μητροπόλεως περπατούσα, πολύ άσχημο, παιδιά, εγώ που κάποτε αν δεν έβλεπα την Καμάρα δυο φορές τη μέρα, αρρώσταινα.
Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν αλλάζουν ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν από την άγρια ναβαρίνεια νιότη μας κι όσο κι αν οι δρόμοι αλλάξουν και πια μετράμε Louis Vuitton κι όχι πανκιά. Πήγα το Σάββατο το βράδυ στη Γαζία, ένα από τα παλαιότερα μπαράκια της πόλης, όπου ένας φίλος μαθηματικός θα έπαιζε την κιθάρα του και η φίλη μου η Δώρα θα τον συνόδευε στα φωνητικά, όπως αρεσκόταν να κάνει όταν ήμασταν 20 χρονών και τραγουδούσε σε ένα μαγαζί που λεγόταν Πέτρινο ή Λίθινο ή κάτι τέτοιο ανάλογο γοτθικό. Εκεί, λοιπόν, στο live του Αποστόλη, όπως είναι ο επίσημος τίτλος της διοργάνωσης, ήταν κι ένας τύπος που φορούσε μια καμπαρντίνα ακαθορίστου χρώματος κι ένα σκουλαρίκι ακαθορίστου μήκους, ο οποίος αποφάσισε πως είναι ποιητής. Και καλά, αυτός το αποφάσισε, εμείς τι φταίμε, που άρχισε να μας απαγγέλει τα ποιήματά του, συνοδεία ενός άλλου τύπου που έπαιζε κιθάρα και νόμιζε ότι είναι ο Μπομπ Ντίλαν. Εγώ στην αρχή τρόμαξα, γιατί αυτός άρχισε να ουρλιάζει στο μικρόφωνο, μάλλον ήθελε να δώσει μια ντανταϊστική νότα. Μετά, εννοείται ότι ξεράθηκα στα γέλια, καθώς ξεκίνησε να μιλάει για το μεροδούλι του έρωτα και μετά να λέει κάτι για έναν επιθετικό δασάρχη και τη Δουλτσινέα, δεν ξέρω αν εννοούσε τη γνωστή του Δον Κιχώτη ή κάποια άλλη. Κι όλα αυτά, αν θέλετε με πιστεύετε, τα είχε βάλει σε ένα ποίημα. Τη συνέχεια την έχασα διότι βγήκα έξω να γελάσω, αλλά έμαθα ότι ο τύπος τα εκδίδει τα ποιήματά του, οπότε θα πληρώσω όσο όσο για ένα αντίτυπο και θα σας το μεταφέρω.
Μετά από όλα αυτά, που πρώτον αναρωτιέμαι αν συμβαίνουν μόνο σε μένα και δεύτερον ευτυχώς που συμβαίνουν για να γελάμε και λίγο, εγώ έκατσα να γράψω, αλλά η αδελφή μου κι ο Γιάννης που βλέπουν Dancing with the stars και σχολιάζουν ασταμάτητα και μιλάνε για τη βλαχοεσάνς που βγάζουν οι χορευτές του λάτιν, δε με έχουν αφήσει καθόλου να συγκεντρωθώ και γι αυτό συγχωρήστε με για την ακατανόητη λογοδιάρροια. Τώρα θα σας αφήσω, μήπως καταφέρω να χωρέσω στη βαλίτσα όλα αυτά τα ψώνια χωρίς να πληρώσω υπέρβαρο.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Παπαγάλοι, πάθη και άλλα αναστάσιμα.

Αδέλφια μου (ένεκα της μεγαλύτερης και χαρμόσυνης εορτής της χριστιανοσύνης, εγώ έχω αδελφοποιηθεί με όλους, για σας δεν ξέρω), αλήτες (χωρίς καμιά αιτία, έτσι), πουλιά (τι πουλιά, πλάκα μας κάνει ετούτη, πιο πολύ με ιπποπόταμους μοιάζουμε, τόσο που έχουμε φάει), ελπίζω να βρίσκεστε σε καλύτερη κατάσταση από μένα και να μπορείτε να κουνήσετε και κάτι παραπάνω από τα χεράκια σας και τα ποδαράκια σας.
Διότι εγώ μόνο αυτό μπορώ να κάνω. Με έχουν φέρει εδώ, σε ένα σπίτι που έχει και κτήμα γύρω γύρω, κι από το πρωί ως το βράδυ με ταΐζουν (παρά τη θέλησή μου, εννοείται, με το ζόρι), φοβάμαι πως μάλλον θέλουν να με σφάξουν. Ξέφυγα, όμως, κι αφού βρήκα υπολογιστή, ξένο φυσικά, έχω συνηθίσει τώρα πια (μόνο που ετούτος εδώ έχει οθόνη με πολύ περίεργη κλίση, πρέπει να κοιτάς από κάτω προς τα πάνω κι εγώ προσπαθώντας να μη σπάσω τον αυχένα μου, έσπασα την οθόνη, λέει, λες κι η οθόνη είναι πασχαλινό αυγό και σπάει για πλάκα), γράφω. Χτες αδυνατούσα να γράψω, διότι ήμουν πολύ σοβαρά απασχολημένη: έτρωγα και κοιμόμουν κι επίσης, μετά βγήκα για μια μπίρα, πως μπόρεσα να φορέσω κάτι άλλο εκτός από τη φόρμα μου, ακόμα αναρωτιέμαι.
Εκεί δε, στη μπίρα, εννοείται πως ρίξαμε το γέλιο της αρκούδας, διότι στην παρέα υπήρχε ένας τύπος, φίλος του Γιάννη από το χορό, ο οποίος θέλει, λέει, να ξεκινήσει μια επιχείρηση εκτροφής παπαγάλων. Εντάξει, αυτό από μόνο του δεν είναι κάτι εξαιρετικά περίεργο, άλλος ασχολείται με παπαγάλους, άλλος καλλιεργεί κάνναβη, ο τρίτος κυνηγάει μινκ, ο καθένας έχει μια ασχολία. Το θέμα είναι πως έρχεται κι ένας άλλος τύπος, ο οποίος δεν είχε ιδέα περί παπαγάλων, και μετά τις απαραίτητες συστάσεις (ξέρετε, αυτές που γίνονται μέσα στη φασαρία και το σκοτάδι και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, νομίζεις ότι τον άλλον τον λένε Στάθη, ενώ στην πραγματικότητα τον λένε Ελίνα και τέτοια) πιάνουν μια ψιλοκουβέντα. Ρωτάει λοιπόν ο δεύτερος τύπος τον πρώτο με τι ασχολείται κι αυτός του λέει πως του αρέσουν τα ηλεκτρονικά-μεταξύ μας, εγώ δεν κατάλαβα ούτε αυτό με τα ηλεκτρονικά, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια εννοούσε άραγε; Συνεχίζει, όμως, απτόητος ο πρώτος και πολύ χαλαρά του λέει πως όταν βαριέται πολύ ασχολείται με το χορό και τους παπαγάλους. Κάγκελο ο δεύτερος τύπος: απομακρύνεται διακριτικά κι εξίσου διακριτικά ρωτά το Γιάννη αν τον ξέρει καλά αυτόν, σου λέει, κάτσε μην έχω μπλέξει με καμιά περίεργη θρησκευτική σέχτα και τρέχω και δε φτάνω μετά. Πολύ γέλιο, σας λέω, με τους παπαγάλους. Όπως φαντάζεστε, οι παπαγάλοι τώρα πια έχουν μπει για τα καλά στην καθημερινότητά μας, πριν φάμε ρωτάμε αν τάισες τους παπαγάλους κι άλλα τέτοια.
Βέβαια, πριν από όλα αυτά, εγώ είχα ήδη περάσει μια περίεργη εβδομάδα στην Κέρκυρα, όπου η συρροή του κόσμου ήταν εκτός πραγματικότητας και υπεράνω φαντασίας, δεν είχε μείνει ένα ελεύθερο πλακάκι να πατήσεις και πατούσες στα πόδια του διπλανού σου, κι όπου είχαν έρθει κάτι φίλοι φίλων από την Αθήνα, οι οποίοι με υποχρέωσαν να φάω κρέμα σοκολάτα τη Μ. Παρασκευή και να αμαρτήσω σπάζοντας τη νηστεία που ευλαβώς και απαραβάτως τηρούσα όλη την προηγούμενη εβδομάδα. Παράλληλα, τη Μ. Πέμπτη αποφασίσαμε με την Ελένη και τη Βίβιαν να βάψουμε αυγά και να φτιάξουμε λαμπάδες για τους προαναφερθέντες φίλους. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελένη κι η Βίβιαν να τρώνε μύδια κρατώντας χρόνο για το βράσιμο των αυγών, τα οποία τελικά έσβησα εγώ, αλλιώς ακόμα θα βράζανε, και να μαλώνουν για το ποια θα πάρει την ευθύνη να βγάλουν το αυγό από τη βαφή στα 3,5 λεπτά κι όχι στα 4 κι αν το αυγό έτσι θα βγει κόκκινο, λες κι υπήρχε περίπτωση να βγει κανελί με βούλες το αυγό. Τελοσπάντων, τα αυγά βάφτηκαν και γυαλίστηκαν κι οι λαμπάδες στολίστηκαν με μοναδική τέχνη και γούστο, που δεν εκτιμήθηκαν δεόντως, αλλά έτσι είναι, τους μεγάλους καλλιτέχνες ποτέ δεν τους εκτιμούν πριν το θάνατό τους.
Μετά, εγώ, κι αφού είχα περάσει στην κυριολεξία εβδομάδα των παθών (τα πάθη, γενικώς, φίλοι μου, δεν έχουν κανένα πρόγραμμα, σου ‘ρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις), έφυγα από την Κέρκυρα, η βλαμμένη, όλοι έρχονται, εγώ φεύγω, κι ήρθα εδώ, στην εξοχή, να αναστηθεί η ψυχή μου και να γαληνέψει το πνεύμα μου, αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Σίγουρα, πάντως, θα ασχοληθώ με το χορό και τους παπαγάλους.

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Με τέτοια τραγούδια, πως να μη βγω ημίτρελη;

Σήμερα, αγαπημένοι μου φίλοι, ήταν μια εντελώς άχρηστη μέρα, από αυτές που και να μην υπήρχαν, δε θα έκαναν καμία διαφορά στη ζωή τη δική μου και όλων των υπολοίπων: δεν έκανα τίποτε χρήσιμο, μόνο έβαψα τα νύχια μου μπλε, με αποτέλεσμα να μοιάζω με ΔΑΠίτισσα σε πανεπιστημιακή προεκλογική περίοδο. Βέβαια, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ακόμα κι αυτό (που έβαψα τα νύχια μου) άχρηστο είναι, διότι αύριο πρέπει να καθαρίσω μπάνιο και κουζίνα, οπότε το βερνίκι θα πάει περίπατο.
Τέλοσπαντων, για να μην πάει άπατη η μέρα κάθομαι (επιτέλους στον δικό μου υπολογιστή) να γράψω, για να προσφέρω μερικές ακόμα σταγόνες σοφίας σε αυτόν τον κόσμο.
Μόνο, πριν τις σταγόνες, επιτρέψτε μου να καταθέσω έναν ωκεανό απορίας: πως το έχω καταφέρει και έχω μείνει μόνη μου στο νησί, εγώ, που, από όλη την παρέα, έλεγα πως θα φύγω πρώτη; Και τώρα, έχουν πάει όλες στη βρωμοαθήνα κι εγώ κάνω παρέα με τη Ρενάτα και κάτι περίεργους τύπους που αντιπαθούνε τις καρφίτσες μου (ενίοτε και εμένα την ίδια). Που θα πάει, όμως, θα γυρίσουνε, πάντα γυρνάει ο δολοφόνος στον τόπο του εγκλήματος (αλήθεια, ρε παιδιά, γιατί συμβαίνει αυτό, τόσο χαζός είναι πια αυτός ο δολοφόνος;), θα γυρίσουνε και θα είναι πνιγμένες στις τύψεις που με άφησαν ολομόναχη, να βουλιάζω αργά αλλά σταθερά στην Κέρκυρα.
Καθώς βουλιάζω, λοιπόν, αναπολώ τις παιδικές μου μνήμες: χαρακτηριστική δραστηριότητα των βουλιαζόντων, ρωτήστε και το Λάζαρο. Θυμάμαι, λόγω και της ημέρας, (Σάββατο του Λαζάρου, αθεόφοβοι, τι πάει να πει ποιάς ημέρας; Νομίζω πως πρέπει να δείτε για 48η φορά τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, η γιαγιά μου, παρεμπιπτόντως, όταν δεν την προλαβαίναμε, πήγαινε και σταυροκοπιόταν και φιλούσε την τηλεόραση, μεγάλος σκηνοθέτης αυτός ο Τζεφιρέλλι!), πως όταν ήμουν παιδί αυτή η μέρα σήμαινε για μένα την αρχή της άνοιξης και του Πάσχατος. Το Πάσχα, που πριν μεγαλώσω και χάσω τα πάντα, έφερνε μυρωδιές και τρόμο για εκείνη τη θρηνητική ατμόσφαιρα, έφερνε τα φακελάκια με την κόκκινη βαφή και τις αδερφές μου από μακριά, έφερνε πάνω απ’ όλα την υπόσχεση του ήλιου και του καλοκαιριού.
Το Σάββατο του Λαζάρου, λοιπόν, στη Λαμία, όπου μεγάλωσα, τα κοριτσάκια σαν εμένα έπαιρναν τους δρόμους και χτυπούσαν τις πόρτες για να πουν το τραγούδι του Λαζάρου. Από το προηγούμενο βράδυ, η μαμά είχε στολίσει μικρά καλαθάκια με λουλούδια, πασχαλιές και κάτι άλλα μυρωδάτα, που τα πέρναγε, η καλή μου, με περίσσια φροντίδα σε κλωστή κι έφτιαχνε γιρλάντες και τα έβγαζε στο πίσω μπαλκόνι για να μείνουν φρέσκα. Κι εγώ, την άλλη μέρα, φορούσα τα καλά μου, έπαιρνα το καλαθάκι μου κι έλεγα το τραγούδι, το οποίο ματαίως έψαξα να βρω στο διαδίκτυο, δεν υπάρχει πουθενά, μόνο εγώ πια κατάγομαι από τη Λαμία; Το θυμάμαι, όμως, σα να έπρεπε να το πω τώρα κι ήταν αυτό:
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,
ήρθαν κι άγρυπνες οι κορασίδες.
Κορασίδες μου, σταυροσταθείτε,
για ν’ ακούσετε Λαζάρου πάθη.
Που ’σαι, Λάζαρε, που ’σαι, αδελφέ μου,
που ‘σαι, τρίκλωνε βασιλικέ μου;
Μέρες τέσσερις ήμουν στον Άδη,
μέσα στο βαθύ βαθύ σκοτάδι.
Να ‘μουν λεμονιά, να ‘μουν λεμόνι,
να με φύτευαν σε περιβόλι,
να με πότιζαν λίγο νεράκι,
που ‘ν’ το στόμα μου σαν το φαρμάκι
και η γλώσσα μου σαν το βαμβάκι.
Και μετά, περίμενα το κέρασμα, κουλούρια, τσουρέκια, αυγά και λεφτά. Έτρωγα τα κουλούρια στο δρόμο, έσπαγαν τα αυγά και βρωμούσε το καλαθάκι, αλλά εγώ ήμουν τρισευτυχισμένη και παιδί, γυρνούσα το μεσημέρι σπίτι και μετρούσα τα πολύτιμα λεφτά μου κι ήξερα πως ήρθε το Πάσχα κι η άνοιξη.
Είχαμε κι άλλο τραγουδάκι που λέγαμε στη Λαμία, μόνο που αυτό το έλεγαν τα αγόρια κρατώντας έναν ξύλινο σταυρό τη Μεγάλη Παρασκευή, που γενικώς ήταν μια μέρα τρόμου για μένα: οι καμπάνες ακούγονταν δυσοίωνα από το πρωί, δεν μπορούσα να φάω πάρα μόνο ψωμί κι όταν χτυπούσε η πόρτα, μέσα στα άγρια χαράματα συνήθως, άκουγα από το κρεβάτι μου το εξής θλιβερό, αντισημιτικό και καθόλου politically correct τραγουδάκι:
Σήμερα μαύρος ουρανός,
σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν νομή
οι άνομοι εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά,
οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν
το Χριστό, τον παντοβασιλέα.
Μετά συνέχιζε κάπως έτσι, μετρούσε και τα καρφιά κι άλλα τέτοια ευχάριστα, δεν το θυμάμαι, αρνιόμουν να το ακούσω ολόκληρο. Τότε, μου έκανε φοβερή εντύπωση, κάθε χρόνο την ίδια, κι έπρεπε να έρθει η ώρα της ανάστασης και κατ’ επέκταση της μαγειρίτσας για να ξεπεράσω το σοκ.
Αυτά τα καλολογικά και λαογραφικά στοιχεία από μένα για τον εορτασμό του Πάσχα στην όμορφη Ρούμελη. Για τα αρνιά και τα λοιπά εδώδιμα και αποικιακά θα σας πω την άλλη βδομάδα. Αγαπάτε αλλήλους, φίλοι μου.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Τελικά, βοηθάνε οι διασπάσεις.

Με κάποιον αδιευκρίνιστο τρόπο και δίχως εγώ απαραίτητα να το επιδιώκω, καταλήγω, τον τελευταίο καιρό, να γράφω σε άλλους υπολογιστές από τον δικό μου, πράγμα το οποίο μου προκαλεί καταρχήν τεχνικές δυσκολίες διότι κάθε πληκτρολόγιο είναι διαφορετικό κι επιπλέον πνευματικές δυσκολίες διότι κάθε περιβάλλον είναι διαφορετικό.
Πόσο μάλλον το σημερινό μου περιβάλλον, το οποίο είναι σχετικά διασπαστικό, έχει πάρα πολλά πράγματα τριγύρω και μου προκαλεί μια ανησυχία και μια έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης (και μια πατάτες και μια τζατζίκι στο 4). Διότι υπάρχουν παντού, παντού, όμως, βιβλία, κόμιξ, ταινίες, φωτογραφίες, χαρτιά, στυλό, μολύβια, κι όλα αυτά πεταμένα στο πάτωμα, επίσης, πράγματα γραμμένα και ζωγραφισμένα στους τοίχους, εικόνες κολλημένες παντού, μηχανήματα, κατασκευές, α, δεν μπορώ, έχω αγχωθεί.
Ωστόσο, μαχήτρια καθώς είμαι κι επειδή μυρίζω και κάτι μακαρόνια που βράζουν και δε θέλω να τα κάνω να περιμένουν, δεν είναι σωστό να αφήνεις τα μακαρόνια να περιμένουν, θα αγνοήσω το διασπαστικό περιβάλλον και θα γράψω.
Διότι τελικά μόνο αυτό ξέρω να κάνω, να γράφω (παρεμπιπτόντως, μόλις άκουσα ότι κάηκε η σάλτσα κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό, αλλά έτσι γίνεται: κοκορεύονται ότι μαγειρεύουν καλύτερα από σένα και μετά καίνε τη σάλτσα, πφφ). Από όταν ήμουν μικρή, έγραφα. Στην αρχή έγραφα κάτι ανόητα ποιήματα, ξέρετε, με βαθείς συμβολισμούς για τη ζωή και το θάνατο, απ’ αυτά που νομίζεις ότι θα αλλάξουν το ρου της παγκόσμιας λογοτεχνικής ιστορίας κι επειδή λυπάσαι το ρου, τα κρατάς ζηλότυπα φυλαγμένα και κρυμμένα (θα ‘χω καμιά 4-5 τετράδια με τέτοια, αλλά δεν ξέρω που, ίσως και να τα πέταξε η μαμά μου όταν μετέτρεψε το δωμάτιό μου σε δωμάτιο ραπτικής). Επιπλέον, τότε ήμουν και σφόδρα ερωτευμένη με το Βαγγέλη, οπότε, όπως καταλαβαίνετε, είχα κι ένα ερέθισμα παραπάνω να γράφω ποιήματα.
Μετά, ζήλευα από τα βιβλία που διάβαζα κι έγραφα εξίσου ανόητα διηγήματα, τα οποία τώρα δε θυμάμαι τι ακριβώς πραγματεύονταν. Θυμάμαι, πάντως, ότι με ένα από αυτά τα διηγήματα, μαζί με ένα ποίημα για την Κύπρο (στο θεό σας, με είχε εμπνεύσει η Κύπρος κι ο αγώνας της για την ελευθερία, αν είναι δυνατόν, είχε αρχίσει να ξυπνάει ο αγωνιστής μέσα μου), είχα κερδίσει σε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό για εφήβους, αμέ, τι νομίζετε, τυχαία είμαι; Στη συνέχεια, βέβαια, η καθηγήτριά μου διάβασε το πόνημά μου στην τάξη, πράγμα το οποίο πλήγωσε ανεπανόρθωτα τα αισθήματά μου, αφήστε που μετά ο συμμαθητής μου ο Δήμος μου ζητούσε επιμόνως να του γράψω έναν ύμνο για τον Ολυμπιακό. Ίσως θα έπρεπε να είχα αποδεχτεί την πρόκληση και τώρα να ήμουν πλούσια.
Συνεχίζω την ανασκόπηση και περνάω στη φάση όπου άρχισα να γίνομαι αυτό που είμαι τώρα-εμένα αυτό, πάντως, μου θυμίζει αυτή την ταινία, τη Μύγα, που είναι αυτός και σιγά σιγά γίνεται μύγα, τέλοσπαντων, εγώ δεν έγινα μύγα, παρά ψυχρός και αντικειμενικός καταγραφέας της πραγματικότητας διανθισμένης με βλακείες. Για αυτή μου την εξέλιξη ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό ο συγγραφεύς Λένος Χρηστίδης, που αν δεν τον έχετε διαβάσει, να σπεύσετε. Θα δακρύσετε από τα γέλια. Σε εκείνη τη φάση, σκεφτείτε, έγραψα μια ωδή στο γάλα, ένα τεράστιο έπος αφιερωμένο αποκλειστικά στο γάλα. Μου άρεσε πολύ τότε το γάλα. Πιστεύω πως κάποια στιγμή θα τη δείτε αναρτημένη αυτή την ωδή στο γάλα.
Θα δείτε κι άλλα πολλά από μένα και θα διαβάσετε κι άλλα τόσα. Τώρα, όμως, υφίσταμαι πιέσεις από τον κάτοχο του υπολογιστή για να τον εγκαταλείψω. Οπότε, θα πάω να φάω εκείνα τα μακαρόνια με την καμένη σάλτσα, θα σας φιλήσω γλυκά και θα τα πούμε.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Στα γουρουνάκια αρέσει να κυλιούνται στα χώματα..

Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιες μέρες στην Κέρκυρα σε αποζημιώνουν για τη σκοτεινιά και τη βροχή του χειμώνα, που είχαν πέσει επάνω σου σαν κατάρα, και τώρα έρχονται αυτές οι φωτεινές και γλυκές σα λουκουμάδες Κυριακές και ανοίγει το μάτι σου κι η καρδιά σου κι αν έκανες και τις βόλτες που σου είχαν υποσχεθεί, θα ήταν ακόμα καλύτερα, αλλά τι να κάνουμε, ας μην είμαστε πλεονέκτες, δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα σ’ αυτή τη ζωή. Οπότε, αρκούμαι, αγαπημένοι μου αναγνώστες (παρεμπιπτόντως, 51; Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα!), στο φως του ήλιου και στο γλυκό αεράκι που φουσκώνει τις κουρτίνες και συνεχίζω το δρόμο μου σ’ αυτή τη ζωή, πάντα αδιαμαρτύρητα και υπομονετικά, διότι, όπως έχουμε ήδη πει, με διακρίνει αδάμαστο θάρρος και απαράμιλλη ψυχική γενναιότητα.

Κάθομαι, φίλοι μου, εδώ, στην Κέρκυρα (δε χρειάζεται, βέβαια, να σας πω ότι έχω 3 πλυντήρια για σίδερο, 4 περιλήψεις στα ρώσικα και μια μπλούζα για ράψιμο και παρ’ όλα αυτά εγώ κάθομαι, τεμπέληδες του κόσμου, ενωθείτε μαζί μου), περιμένοντας να ξυπνήσει κάποιος για να μιλήσω και θυμάμαι τις 4 ταραχώδεις μέρες που πέρασα στη Θεσσαλονίκη.
Εγώ, φυσικά, λατρεύω τη Θεσσαλονίκη, έτσι; Είναι η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, με εξαίρεση το Τόκυο, την αγαπώ, γνωρίζω τα δρομάκια της, τα παγκάκια της, την πιο ωραία τυρόπιτα και τον πιο φτηνό καφέ, αλλά δε σας κρύβω ότι πια δεν είναι η πόλη που αγάπησα.
Κόντεψα να πάθω αποπληξία, ρε παιδιά, διότι έβγαινα από το σπίτι και αντίκριζα τον κακό χαμό: παντού σκουπίδια (εντάξει, είχε και μια απεργία που πρέπει να ληφθεί υπόψη, αλλά υποψιάζομαι πως και δίχως την απεργία, κάπως έτσι θα είναι), θόρυβος ασύλληπτος, κίνηση, αυτοκίνητα άπειρα, βρωμερά και τιγκαρισμένα λεωφορεία, πανάκριβα εισιτήρια, οι μισοί δρόμοι σκαμμένοι, σκόνη, αέρας λερωμένος κι ο ουρανός κάπου εκεί ψηλά, έπρεπε να γυρίσεις το σβέρκο σου σαν το δαιμονισμένο για να τον αντικρίσεις. Επίσης, και μόνο που έβγαινες από το σπίτι σου, χάλαγες ένα 5ευρω στο νερό, όχι να πεις ότι θα κάνεις και τίποτε.
Και μετά γύρισα στην Κέρκυρα, όπου ο ουρανός είναι σχεδόν παντού, εισιτήρια δε χρησιμοποιείς ποτέ, καθώς πας παντού με τα πόδια, η κίνηση είναι σαν κομματική συγκέντρωση του ΠΑΜΕ: λίγοι και καλοί, την ησυχία διαταράσσουν μόνο οι γνωστές καμπάνες και μπορείς να περάσεις δυο μέρες δίχως να χαλάσεις ένα ευρώ. Επίσης, τώρα που πλησιάζει το Πάσχα, μαζεύουν και τα σκουπίδια, σπάνιο, ακόμα και στην Κέρκυρα.
Τι να πω, παιδιά μου, πια απορώ πως ζείτε στις μεγάλες πόλεις, ξεσυνήθισα, γέρασα, έχω γίνει ξενέρωτη, πείτε το όπως θέλετε, εγώ πάντως αδυνατώ να ζήσω σε μεγάλη πόλη. Αφήστε που πιστεύω πως το μέλλον αυτής της χώρας βρίσκεται στην αποκέντρωση και στην ανακύκλωση (ψάχναμε με το Γιάννη να βρούμε και τρίτη λέξη από α, αλλά δε βρήκαμε, άμα βρείτε εσείς να μου την πείτε και θα στείλουμε ένα άρθρο στο protagon, να προωθήσουμε τις ιδέες μας). Για την ανακύκλωση θα σας πω άλλη φορά, αλλά η αποκέντρωση είναι απαραίτητη, δε χωράνε, καλέ, άλλοι ούτε στην Αθήνα ούτε στη Θεσσαλονίκη, αλήθεια.
Αντικειμενικά, η ζωή στην επαρχία είναι πιο όμορφη, πιο εύκολη, πιο απλή και πιο ήρεμη. Μην πέσετε να με φάτε: κι εγώ πέρασα μεγάλο μέρος του μάταιου βίου μου σε μεγάλη πόλη και ξέρω πόσα μπορεί να προσφέρει και δεν τα αρνούμαι. Στη μεγάλη πόλη έχεις πολλά να κάνεις και να δεις, σινεμάδες, θέατρα, πολλά και διαφορετικά μπαράκια κι όχι τα ίδια που απλά αλλάζουν ταπετσαρίες στους καναπέδες, άπειρα και πολύ φτηνά μαγαζιά, ναι, ναι, όλα αυτά. (Μόνο οι δουλειές πια έχουν λιγοστέψει στις μεγάλες πόλεις, αλλά αυτές έχουν λιγοστέψει παντού, είναι σαν τις αρκούδες στην Εγνατία: όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν αλλά όταν θέλεις να βρεις μία, δεν τα καταφέρνεις ποτέ.)
Στη μικρή πόλη, όμως, παιδιά μου, αναπνέεις, δεν σε κυνηγάει ο χρόνος μονίμως, μπορείς να πεταχτείς στο σπίτι του φίλου σου για καφέ, θα πεις μια καλημέρα κάθε φορά που θα βγεις έξω, θα φτάσεις στη δουλειά σε κάνα δεκάλεπτο με τα πόδια κι όχι σε 45 λεπτά μέσα στην κονσέρβα που έχει τον ευφημισμό «λεωφορείο», γενικώς, υπάρχει αυτή η πολυδιαφημισμένη και μονάκριβη, σπάνια, πολύτιμη και διάφορα άλλα τρανταχτά επίθετα ποιότητα ζωής.
Η Δώρα, βέβαια, τώρα θα με βρίσει και θα μου πει να πάω εγώ να μείνω στο χωριό και να την αφήσω ήσυχη στη Θεσσαλονίκη, μια χαρά είναι η ποιότητα της ζωής της, αλλά εγώ έχω συνηθίσει να με βρίζουν, βγάζω τα άχτια μου στο ιστολόγιο, άλλωστε, και ηρεμώ. Η αδελφή μου επίσης θα με βρίσει και θα μου πει ότι τόσο καιρό γκρίνιαζα για το βρωμονήσι και τώρα εκθειάζω την επαρχία;
Βεβαίως, την εκθειάζω, διότι, καταρχήν οι απόψεις είναι για να αναθεωρούνται, αγαπημένοι μου, κι επίσης, εγώ δεν ισχυρίζομαι ότι ταιριάζει σε όλους η ζωή στην επαρχία, παρά πως είναι λίγο πιο ανθρώπινη.
Οι μεγάλες πόλεις χρειάζονται αποσυμφόρηση, δεν μπορούν πια να θρέψουν τους ανθρώπους, είναι πολύ απλά τα πράγματα, γιατί να στριμώξεις όλα τα μπλουζάκια στο πρώτο συρτάρι και να είναι τσαλακωμένα και να μη βρίσκεις ποτέ αυτό που θες, ενώ έχεις άλλα 4 συρτάρια άδεια και μπορείς πολύ άνετα να τα απλώσεις και να είναι όμορφα και τακτοποιημένα και όλα ευχαριστημένα;
Στην επαρχία, αδελφές μου, στην επαρχία.