Με κάποιον αδιευκρίνιστο τρόπο και δίχως εγώ απαραίτητα να το επιδιώκω, καταλήγω, τον τελευταίο καιρό, να γράφω σε άλλους υπολογιστές από τον δικό μου, πράγμα το οποίο μου προκαλεί καταρχήν τεχνικές δυσκολίες διότι κάθε πληκτρολόγιο είναι διαφορετικό κι επιπλέον πνευματικές δυσκολίες διότι κάθε περιβάλλον είναι διαφορετικό.
Πόσο μάλλον το σημερινό μου περιβάλλον, το οποίο είναι σχετικά διασπαστικό, έχει πάρα πολλά πράγματα τριγύρω και μου προκαλεί μια ανησυχία και μια έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης (και μια πατάτες και μια τζατζίκι στο 4). Διότι υπάρχουν παντού, παντού, όμως, βιβλία, κόμιξ, ταινίες, φωτογραφίες, χαρτιά, στυλό, μολύβια, κι όλα αυτά πεταμένα στο πάτωμα, επίσης, πράγματα γραμμένα και ζωγραφισμένα στους τοίχους, εικόνες κολλημένες παντού, μηχανήματα, κατασκευές, α, δεν μπορώ, έχω αγχωθεί.
Ωστόσο, μαχήτρια καθώς είμαι κι επειδή μυρίζω και κάτι μακαρόνια που βράζουν και δε θέλω να τα κάνω να περιμένουν, δεν είναι σωστό να αφήνεις τα μακαρόνια να περιμένουν, θα αγνοήσω το διασπαστικό περιβάλλον και θα γράψω.
Διότι τελικά μόνο αυτό ξέρω να κάνω, να γράφω (παρεμπιπτόντως, μόλις άκουσα ότι κάηκε η σάλτσα κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό, αλλά έτσι γίνεται: κοκορεύονται ότι μαγειρεύουν καλύτερα από σένα και μετά καίνε τη σάλτσα, πφφ). Από όταν ήμουν μικρή, έγραφα. Στην αρχή έγραφα κάτι ανόητα ποιήματα, ξέρετε, με βαθείς συμβολισμούς για τη ζωή και το θάνατο, απ’ αυτά που νομίζεις ότι θα αλλάξουν το ρου της παγκόσμιας λογοτεχνικής ιστορίας κι επειδή λυπάσαι το ρου, τα κρατάς ζηλότυπα φυλαγμένα και κρυμμένα (θα ‘χω καμιά 4-5 τετράδια με τέτοια, αλλά δεν ξέρω που, ίσως και να τα πέταξε η μαμά μου όταν μετέτρεψε το δωμάτιό μου σε δωμάτιο ραπτικής). Επιπλέον, τότε ήμουν και σφόδρα ερωτευμένη με το Βαγγέλη, οπότε, όπως καταλαβαίνετε, είχα κι ένα ερέθισμα παραπάνω να γράφω ποιήματα.
Μετά, ζήλευα από τα βιβλία που διάβαζα κι έγραφα εξίσου ανόητα διηγήματα, τα οποία τώρα δε θυμάμαι τι ακριβώς πραγματεύονταν. Θυμάμαι, πάντως, ότι με ένα από αυτά τα διηγήματα, μαζί με ένα ποίημα για την Κύπρο (στο θεό σας, με είχε εμπνεύσει η Κύπρος κι ο αγώνας της για την ελευθερία, αν είναι δυνατόν, είχε αρχίσει να ξυπνάει ο αγωνιστής μέσα μου), είχα κερδίσει σε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό για εφήβους, αμέ, τι νομίζετε, τυχαία είμαι; Στη συνέχεια, βέβαια, η καθηγήτριά μου διάβασε το πόνημά μου στην τάξη, πράγμα το οποίο πλήγωσε ανεπανόρθωτα τα αισθήματά μου, αφήστε που μετά ο συμμαθητής μου ο Δήμος μου ζητούσε επιμόνως να του γράψω έναν ύμνο για τον Ολυμπιακό. Ίσως θα έπρεπε να είχα αποδεχτεί την πρόκληση και τώρα να ήμουν πλούσια.
Συνεχίζω την ανασκόπηση και περνάω στη φάση όπου άρχισα να γίνομαι αυτό που είμαι τώρα-εμένα αυτό, πάντως, μου θυμίζει αυτή την ταινία, τη Μύγα, που είναι αυτός και σιγά σιγά γίνεται μύγα, τέλοσπαντων, εγώ δεν έγινα μύγα, παρά ψυχρός και αντικειμενικός καταγραφέας της πραγματικότητας διανθισμένης με βλακείες. Για αυτή μου την εξέλιξη ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό ο συγγραφεύς Λένος Χρηστίδης, που αν δεν τον έχετε διαβάσει, να σπεύσετε. Θα δακρύσετε από τα γέλια. Σε εκείνη τη φάση, σκεφτείτε, έγραψα μια ωδή στο γάλα, ένα τεράστιο έπος αφιερωμένο αποκλειστικά στο γάλα. Μου άρεσε πολύ τότε το γάλα. Πιστεύω πως κάποια στιγμή θα τη δείτε αναρτημένη αυτή την ωδή στο γάλα.
Θα δείτε κι άλλα πολλά από μένα και θα διαβάσετε κι άλλα τόσα. Τώρα, όμως, υφίσταμαι πιέσεις από τον κάτοχο του υπολογιστή για να τον εγκαταλείψω. Οπότε, θα πάω να φάω εκείνα τα μακαρόνια με την καμένη σάλτσα, θα σας φιλήσω γλυκά και θα τα πούμε.
Κυριακή 10 Απριλίου 2011
Κυριακή 3 Απριλίου 2011
Στα γουρουνάκια αρέσει να κυλιούνται στα χώματα..
Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιες μέρες στην Κέρκυρα σε αποζημιώνουν για τη σκοτεινιά και τη βροχή του χειμώνα, που είχαν πέσει επάνω σου σαν κατάρα, και τώρα έρχονται αυτές οι φωτεινές και γλυκές σα λουκουμάδες Κυριακές και ανοίγει το μάτι σου κι η καρδιά σου κι αν έκανες και τις βόλτες που σου είχαν υποσχεθεί, θα ήταν ακόμα καλύτερα, αλλά τι να κάνουμε, ας μην είμαστε πλεονέκτες, δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα σ’ αυτή τη ζωή. Οπότε, αρκούμαι, αγαπημένοι μου αναγνώστες (παρεμπιπτόντως, 51; Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα!), στο φως του ήλιου και στο γλυκό αεράκι που φουσκώνει τις κουρτίνες και συνεχίζω το δρόμο μου σ’ αυτή τη ζωή, πάντα αδιαμαρτύρητα και υπομονετικά, διότι, όπως έχουμε ήδη πει, με διακρίνει αδάμαστο θάρρος και απαράμιλλη ψυχική γενναιότητα.
Κάθομαι, φίλοι μου, εδώ, στην Κέρκυρα (δε χρειάζεται, βέβαια, να σας πω ότι έχω 3 πλυντήρια για σίδερο, 4 περιλήψεις στα ρώσικα και μια μπλούζα για ράψιμο και παρ’ όλα αυτά εγώ κάθομαι, τεμπέληδες του κόσμου, ενωθείτε μαζί μου), περιμένοντας να ξυπνήσει κάποιος για να μιλήσω και θυμάμαι τις 4 ταραχώδεις μέρες που πέρασα στη Θεσσαλονίκη.
Εγώ, φυσικά, λατρεύω τη Θεσσαλονίκη, έτσι; Είναι η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, με εξαίρεση το Τόκυο, την αγαπώ, γνωρίζω τα δρομάκια της, τα παγκάκια της, την πιο ωραία τυρόπιτα και τον πιο φτηνό καφέ, αλλά δε σας κρύβω ότι πια δεν είναι η πόλη που αγάπησα.
Κόντεψα να πάθω αποπληξία, ρε παιδιά, διότι έβγαινα από το σπίτι και αντίκριζα τον κακό χαμό: παντού σκουπίδια (εντάξει, είχε και μια απεργία που πρέπει να ληφθεί υπόψη, αλλά υποψιάζομαι πως και δίχως την απεργία, κάπως έτσι θα είναι), θόρυβος ασύλληπτος, κίνηση, αυτοκίνητα άπειρα, βρωμερά και τιγκαρισμένα λεωφορεία, πανάκριβα εισιτήρια, οι μισοί δρόμοι σκαμμένοι, σκόνη, αέρας λερωμένος κι ο ουρανός κάπου εκεί ψηλά, έπρεπε να γυρίσεις το σβέρκο σου σαν το δαιμονισμένο για να τον αντικρίσεις. Επίσης, και μόνο που έβγαινες από το σπίτι σου, χάλαγες ένα 5ευρω στο νερό, όχι να πεις ότι θα κάνεις και τίποτε.
Και μετά γύρισα στην Κέρκυρα, όπου ο ουρανός είναι σχεδόν παντού, εισιτήρια δε χρησιμοποιείς ποτέ, καθώς πας παντού με τα πόδια, η κίνηση είναι σαν κομματική συγκέντρωση του ΠΑΜΕ: λίγοι και καλοί, την ησυχία διαταράσσουν μόνο οι γνωστές καμπάνες και μπορείς να περάσεις δυο μέρες δίχως να χαλάσεις ένα ευρώ. Επίσης, τώρα που πλησιάζει το Πάσχα, μαζεύουν και τα σκουπίδια, σπάνιο, ακόμα και στην Κέρκυρα.
Τι να πω, παιδιά μου, πια απορώ πως ζείτε στις μεγάλες πόλεις, ξεσυνήθισα, γέρασα, έχω γίνει ξενέρωτη, πείτε το όπως θέλετε, εγώ πάντως αδυνατώ να ζήσω σε μεγάλη πόλη. Αφήστε που πιστεύω πως το μέλλον αυτής της χώρας βρίσκεται στην αποκέντρωση και στην ανακύκλωση (ψάχναμε με το Γιάννη να βρούμε και τρίτη λέξη από α, αλλά δε βρήκαμε, άμα βρείτε εσείς να μου την πείτε και θα στείλουμε ένα άρθρο στο protagon, να προωθήσουμε τις ιδέες μας). Για την ανακύκλωση θα σας πω άλλη φορά, αλλά η αποκέντρωση είναι απαραίτητη, δε χωράνε, καλέ, άλλοι ούτε στην Αθήνα ούτε στη Θεσσαλονίκη, αλήθεια.
Αντικειμενικά, η ζωή στην επαρχία είναι πιο όμορφη, πιο εύκολη, πιο απλή και πιο ήρεμη. Μην πέσετε να με φάτε: κι εγώ πέρασα μεγάλο μέρος του μάταιου βίου μου σε μεγάλη πόλη και ξέρω πόσα μπορεί να προσφέρει και δεν τα αρνούμαι. Στη μεγάλη πόλη έχεις πολλά να κάνεις και να δεις, σινεμάδες, θέατρα, πολλά και διαφορετικά μπαράκια κι όχι τα ίδια που απλά αλλάζουν ταπετσαρίες στους καναπέδες, άπειρα και πολύ φτηνά μαγαζιά, ναι, ναι, όλα αυτά. (Μόνο οι δουλειές πια έχουν λιγοστέψει στις μεγάλες πόλεις, αλλά αυτές έχουν λιγοστέψει παντού, είναι σαν τις αρκούδες στην Εγνατία: όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν αλλά όταν θέλεις να βρεις μία, δεν τα καταφέρνεις ποτέ.)
Στη μικρή πόλη, όμως, παιδιά μου, αναπνέεις, δεν σε κυνηγάει ο χρόνος μονίμως, μπορείς να πεταχτείς στο σπίτι του φίλου σου για καφέ, θα πεις μια καλημέρα κάθε φορά που θα βγεις έξω, θα φτάσεις στη δουλειά σε κάνα δεκάλεπτο με τα πόδια κι όχι σε 45 λεπτά μέσα στην κονσέρβα που έχει τον ευφημισμό «λεωφορείο», γενικώς, υπάρχει αυτή η πολυδιαφημισμένη και μονάκριβη, σπάνια, πολύτιμη και διάφορα άλλα τρανταχτά επίθετα ποιότητα ζωής.
Η Δώρα, βέβαια, τώρα θα με βρίσει και θα μου πει να πάω εγώ να μείνω στο χωριό και να την αφήσω ήσυχη στη Θεσσαλονίκη, μια χαρά είναι η ποιότητα της ζωής της, αλλά εγώ έχω συνηθίσει να με βρίζουν, βγάζω τα άχτια μου στο ιστολόγιο, άλλωστε, και ηρεμώ. Η αδελφή μου επίσης θα με βρίσει και θα μου πει ότι τόσο καιρό γκρίνιαζα για το βρωμονήσι και τώρα εκθειάζω την επαρχία;
Βεβαίως, την εκθειάζω, διότι, καταρχήν οι απόψεις είναι για να αναθεωρούνται, αγαπημένοι μου, κι επίσης, εγώ δεν ισχυρίζομαι ότι ταιριάζει σε όλους η ζωή στην επαρχία, παρά πως είναι λίγο πιο ανθρώπινη.
Οι μεγάλες πόλεις χρειάζονται αποσυμφόρηση, δεν μπορούν πια να θρέψουν τους ανθρώπους, είναι πολύ απλά τα πράγματα, γιατί να στριμώξεις όλα τα μπλουζάκια στο πρώτο συρτάρι και να είναι τσαλακωμένα και να μη βρίσκεις ποτέ αυτό που θες, ενώ έχεις άλλα 4 συρτάρια άδεια και μπορείς πολύ άνετα να τα απλώσεις και να είναι όμορφα και τακτοποιημένα και όλα ευχαριστημένα;
Στην επαρχία, αδελφές μου, στην επαρχία.
Κάθομαι, φίλοι μου, εδώ, στην Κέρκυρα (δε χρειάζεται, βέβαια, να σας πω ότι έχω 3 πλυντήρια για σίδερο, 4 περιλήψεις στα ρώσικα και μια μπλούζα για ράψιμο και παρ’ όλα αυτά εγώ κάθομαι, τεμπέληδες του κόσμου, ενωθείτε μαζί μου), περιμένοντας να ξυπνήσει κάποιος για να μιλήσω και θυμάμαι τις 4 ταραχώδεις μέρες που πέρασα στη Θεσσαλονίκη.
Εγώ, φυσικά, λατρεύω τη Θεσσαλονίκη, έτσι; Είναι η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, με εξαίρεση το Τόκυο, την αγαπώ, γνωρίζω τα δρομάκια της, τα παγκάκια της, την πιο ωραία τυρόπιτα και τον πιο φτηνό καφέ, αλλά δε σας κρύβω ότι πια δεν είναι η πόλη που αγάπησα.
Κόντεψα να πάθω αποπληξία, ρε παιδιά, διότι έβγαινα από το σπίτι και αντίκριζα τον κακό χαμό: παντού σκουπίδια (εντάξει, είχε και μια απεργία που πρέπει να ληφθεί υπόψη, αλλά υποψιάζομαι πως και δίχως την απεργία, κάπως έτσι θα είναι), θόρυβος ασύλληπτος, κίνηση, αυτοκίνητα άπειρα, βρωμερά και τιγκαρισμένα λεωφορεία, πανάκριβα εισιτήρια, οι μισοί δρόμοι σκαμμένοι, σκόνη, αέρας λερωμένος κι ο ουρανός κάπου εκεί ψηλά, έπρεπε να γυρίσεις το σβέρκο σου σαν το δαιμονισμένο για να τον αντικρίσεις. Επίσης, και μόνο που έβγαινες από το σπίτι σου, χάλαγες ένα 5ευρω στο νερό, όχι να πεις ότι θα κάνεις και τίποτε.
Και μετά γύρισα στην Κέρκυρα, όπου ο ουρανός είναι σχεδόν παντού, εισιτήρια δε χρησιμοποιείς ποτέ, καθώς πας παντού με τα πόδια, η κίνηση είναι σαν κομματική συγκέντρωση του ΠΑΜΕ: λίγοι και καλοί, την ησυχία διαταράσσουν μόνο οι γνωστές καμπάνες και μπορείς να περάσεις δυο μέρες δίχως να χαλάσεις ένα ευρώ. Επίσης, τώρα που πλησιάζει το Πάσχα, μαζεύουν και τα σκουπίδια, σπάνιο, ακόμα και στην Κέρκυρα.
Τι να πω, παιδιά μου, πια απορώ πως ζείτε στις μεγάλες πόλεις, ξεσυνήθισα, γέρασα, έχω γίνει ξενέρωτη, πείτε το όπως θέλετε, εγώ πάντως αδυνατώ να ζήσω σε μεγάλη πόλη. Αφήστε που πιστεύω πως το μέλλον αυτής της χώρας βρίσκεται στην αποκέντρωση και στην ανακύκλωση (ψάχναμε με το Γιάννη να βρούμε και τρίτη λέξη από α, αλλά δε βρήκαμε, άμα βρείτε εσείς να μου την πείτε και θα στείλουμε ένα άρθρο στο protagon, να προωθήσουμε τις ιδέες μας). Για την ανακύκλωση θα σας πω άλλη φορά, αλλά η αποκέντρωση είναι απαραίτητη, δε χωράνε, καλέ, άλλοι ούτε στην Αθήνα ούτε στη Θεσσαλονίκη, αλήθεια.
Αντικειμενικά, η ζωή στην επαρχία είναι πιο όμορφη, πιο εύκολη, πιο απλή και πιο ήρεμη. Μην πέσετε να με φάτε: κι εγώ πέρασα μεγάλο μέρος του μάταιου βίου μου σε μεγάλη πόλη και ξέρω πόσα μπορεί να προσφέρει και δεν τα αρνούμαι. Στη μεγάλη πόλη έχεις πολλά να κάνεις και να δεις, σινεμάδες, θέατρα, πολλά και διαφορετικά μπαράκια κι όχι τα ίδια που απλά αλλάζουν ταπετσαρίες στους καναπέδες, άπειρα και πολύ φτηνά μαγαζιά, ναι, ναι, όλα αυτά. (Μόνο οι δουλειές πια έχουν λιγοστέψει στις μεγάλες πόλεις, αλλά αυτές έχουν λιγοστέψει παντού, είναι σαν τις αρκούδες στην Εγνατία: όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν αλλά όταν θέλεις να βρεις μία, δεν τα καταφέρνεις ποτέ.)
Στη μικρή πόλη, όμως, παιδιά μου, αναπνέεις, δεν σε κυνηγάει ο χρόνος μονίμως, μπορείς να πεταχτείς στο σπίτι του φίλου σου για καφέ, θα πεις μια καλημέρα κάθε φορά που θα βγεις έξω, θα φτάσεις στη δουλειά σε κάνα δεκάλεπτο με τα πόδια κι όχι σε 45 λεπτά μέσα στην κονσέρβα που έχει τον ευφημισμό «λεωφορείο», γενικώς, υπάρχει αυτή η πολυδιαφημισμένη και μονάκριβη, σπάνια, πολύτιμη και διάφορα άλλα τρανταχτά επίθετα ποιότητα ζωής.
Η Δώρα, βέβαια, τώρα θα με βρίσει και θα μου πει να πάω εγώ να μείνω στο χωριό και να την αφήσω ήσυχη στη Θεσσαλονίκη, μια χαρά είναι η ποιότητα της ζωής της, αλλά εγώ έχω συνηθίσει να με βρίζουν, βγάζω τα άχτια μου στο ιστολόγιο, άλλωστε, και ηρεμώ. Η αδελφή μου επίσης θα με βρίσει και θα μου πει ότι τόσο καιρό γκρίνιαζα για το βρωμονήσι και τώρα εκθειάζω την επαρχία;
Βεβαίως, την εκθειάζω, διότι, καταρχήν οι απόψεις είναι για να αναθεωρούνται, αγαπημένοι μου, κι επίσης, εγώ δεν ισχυρίζομαι ότι ταιριάζει σε όλους η ζωή στην επαρχία, παρά πως είναι λίγο πιο ανθρώπινη.
Οι μεγάλες πόλεις χρειάζονται αποσυμφόρηση, δεν μπορούν πια να θρέψουν τους ανθρώπους, είναι πολύ απλά τα πράγματα, γιατί να στριμώξεις όλα τα μπλουζάκια στο πρώτο συρτάρι και να είναι τσαλακωμένα και να μη βρίσκεις ποτέ αυτό που θες, ενώ έχεις άλλα 4 συρτάρια άδεια και μπορείς πολύ άνετα να τα απλώσεις και να είναι όμορφα και τακτοποιημένα και όλα ευχαριστημένα;
Στην επαρχία, αδελφές μου, στην επαρχία.
Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
Τρελό γουικέντ στου Γιάννη.
Είναι βράδυ, πρώτη διαφορά με τις συνήθεις αναρτήσεις μου, κι επίσης, είμαι στην αγαπημένη πόλη κι όχι στο νησί. Επίσης, γράφω στον υπολογιστή της αδελφής μου, όπου δεν πιάνει πολύ καλά το πλήκτρο για τον τόνο κι έχουν σπάσει τα νεύρα μου, καθώς οι 3 στις 5 λέξεις δεν έχουν τόνους. Ακόμα πιο σπαστικό είναι το γεγονός ότι μόλις βγει από το μπάνιο και της το πω, θα κατηγορήσει εμένα ότι το χάλασα, διότι πατάω πολύ δυνατά τα πλήκτρα, λέει. Λάσπη στο πρόσωπό μου.
Ένεκα της εθνικής εορτής, η οποία εξαιρετικά βολικά έπεσε Παρασκευή, και σε συνδυασμό με μία πολύτιμη μέρα άδειας, πήρα τον αντίθετο δρόμο από όλους κι έφυγα από την Κέρκυρα για να πάω στη Θεσσαλονίκη: είμαι ανώμαλη, το ξέρω. Ωστόσο, μη βιαστείτε να με κρίνετε, διότι ο τελικός προορισμός μου ήταν ένα πολύ ωραίο μέρος στους πρόποδες του Ολύμπου, στη μαγευτική Πιερία, σε ένα γραφικό χωριό που ονομάζεται Παλιό Κεραμίδι και αποτελείται από ένα φαρμακείο, ένα ταχυδρομείο, μία εκκλησία, 4 τρακτέρ και το απαραίτητο καφενείο με τους απαραίτητους γέρους. Βέβαια, μη σας πω τι τράβηξα μέχρι να φτάσω ως εκεί, καθώς το ΚΤΕΛ της Κέρκυρας αγνοώντας το νεοπαραδοθέν και κυκλώπειο έργο της Εγνατίας οδού, η οποία σύμφωνα με όλους τους λογικούς ανθρώπους, ενώνει την Ηγουμενίτσα με τη Θεσσαλονίκη σε 4 ώρες (αλλά εδώ δε μιλάμε για λογικούς ανθρώπους, παρά για κορφιάτες), έκανε τον κύκλο και πέρασε από τα Γιάννενα, στο θεό σας, μιλάμε για παράκαμψη 1 ώρας, την Κοζάνη, τη Βέροια και τα Γρεβενά. Και κάτι μαντριά που συναντήσαμε στο δρόμο, τα γλυκοκοίταζε κι αυτά ο οδηγός για στάση, αλλά ευτυχώς το αποφύγαμε.
Επιπλέον, καταθέτω εδώ την απορία που ευλόγως μου έχουν δημιουργήσει όλες αυτές οι διαδρομές με τα διάφορα ΚΤΕΛ της χώρας: γιατί όλοι οι οδηγοί ακούνε σκυλάδικα; Παιδιά μου, τα άπαντα της Άντζελας Δημητρίου ακούσαμε και μάλιστα 3 φορές το ίδιο CD, καθώς με τούτα και με κείνα η διαδρομή έφτασε τις 6 ώρες, ήμαρτον! Είναι κυβερνητική οδηγία, απαραίτητη προϋπόθεση για να πάρεις το δίπλωμα οδήγησης λεωφορείου ή σατανικό σχέδιο εξόντωσης των κατώτερων πληθυσμιακών ομάδων που δεν έχουν λεφτά για αεροπλάνα;
Μετά από όλα αυτά, έφτασα στο κτήμα που με φιλοξενεί εκεί στην Πιερία, όπου πέρασα θαύμα, διότι πάνω και πριν από όλα, πρέπει να ξέρετε, είμαι παιδί της φύσης κι εκεί είχε πολλή φύση, χορτάρι, δέντρα ολάνθιστα, μπαξέδες, ζουζούνια και διάφορα άλλα ανοιξιάτικα και πράσινα. Επίσης, κούρεψα μία τεράστια έκταση γκαζόν με μεγάλη επιτυχία και ανταμείφθηκα με πολύ ωραίο αγριογούρουνο στο φούρνο, α, μα σας λέω, σαν το χωριό του Αστερίξ, μέχρι που άρχισα να τραγουδάω από τη χαρά μου και με δέσανε φιμωμένη σε ένα δέντρο.
Πάντως, μην κοροϊδεύετε, γιατί πραγματικά νιώθεις πολύ ωραία όταν ασχολείσαι λίγο με τη γη και πιάνεις χώμα, γυρνάς λίγο σ’ αυτό που ήσουν πριν γίνεις ένας μίζερος και γκρίζος αστός (εντάξει, έχω και τη λυρική πλευρά μου, το έχουμε πει) κι έρχεσαι σε επαφή με αυτό που σε γέννησε. Ψυχοθεραπευτική αξία, σας το λέω, δεν έχει καλύτερο από το να μυρίζεις το χορτάρι και να μαζεύεις καταπράσινα κρεμμυδάκια, να βλέπεις τον ουρανό και να πιάνεις το φρέσκο μαλακό χώμα κι αλήθεια, μην κοροϊδεύετε, βρωμοτεχνοκράτες, γιατί μερικές φορές μόνο έτσι καταφέρνεις να νιώθεις ζωντανός. (Κι είναι απαραίτητο να νιώθεις και να κρατηθείς ζωντανός, γιατί τα δύσκολα είναι μπροστά μας.)
Τώρα, κι αφού φλυάρησα ακατάσχετα κι έβγαλα όλα τα απωθημένα μου, διότι όλο το σαββατοκύριακο κακοβούλως δε μου επετράπη να ασχοληθώ με το ιστολόγιό μου, μέσα στη ζεστή και ανοιξιάτικη θεσσαλονικιά νύχτα, θα σας αφήσω για να δω Dancing with the stars με την αγαπημένη μου αδελφούλα, η οποία πλέκει ατάραχη στον καναπέ (είναι κι αυτή της χειροτεχνίας, οικογενειακό μας) καθισμένη σταυροπόδι.
Ένεκα της εθνικής εορτής, η οποία εξαιρετικά βολικά έπεσε Παρασκευή, και σε συνδυασμό με μία πολύτιμη μέρα άδειας, πήρα τον αντίθετο δρόμο από όλους κι έφυγα από την Κέρκυρα για να πάω στη Θεσσαλονίκη: είμαι ανώμαλη, το ξέρω. Ωστόσο, μη βιαστείτε να με κρίνετε, διότι ο τελικός προορισμός μου ήταν ένα πολύ ωραίο μέρος στους πρόποδες του Ολύμπου, στη μαγευτική Πιερία, σε ένα γραφικό χωριό που ονομάζεται Παλιό Κεραμίδι και αποτελείται από ένα φαρμακείο, ένα ταχυδρομείο, μία εκκλησία, 4 τρακτέρ και το απαραίτητο καφενείο με τους απαραίτητους γέρους. Βέβαια, μη σας πω τι τράβηξα μέχρι να φτάσω ως εκεί, καθώς το ΚΤΕΛ της Κέρκυρας αγνοώντας το νεοπαραδοθέν και κυκλώπειο έργο της Εγνατίας οδού, η οποία σύμφωνα με όλους τους λογικούς ανθρώπους, ενώνει την Ηγουμενίτσα με τη Θεσσαλονίκη σε 4 ώρες (αλλά εδώ δε μιλάμε για λογικούς ανθρώπους, παρά για κορφιάτες), έκανε τον κύκλο και πέρασε από τα Γιάννενα, στο θεό σας, μιλάμε για παράκαμψη 1 ώρας, την Κοζάνη, τη Βέροια και τα Γρεβενά. Και κάτι μαντριά που συναντήσαμε στο δρόμο, τα γλυκοκοίταζε κι αυτά ο οδηγός για στάση, αλλά ευτυχώς το αποφύγαμε.
Επιπλέον, καταθέτω εδώ την απορία που ευλόγως μου έχουν δημιουργήσει όλες αυτές οι διαδρομές με τα διάφορα ΚΤΕΛ της χώρας: γιατί όλοι οι οδηγοί ακούνε σκυλάδικα; Παιδιά μου, τα άπαντα της Άντζελας Δημητρίου ακούσαμε και μάλιστα 3 φορές το ίδιο CD, καθώς με τούτα και με κείνα η διαδρομή έφτασε τις 6 ώρες, ήμαρτον! Είναι κυβερνητική οδηγία, απαραίτητη προϋπόθεση για να πάρεις το δίπλωμα οδήγησης λεωφορείου ή σατανικό σχέδιο εξόντωσης των κατώτερων πληθυσμιακών ομάδων που δεν έχουν λεφτά για αεροπλάνα;
Μετά από όλα αυτά, έφτασα στο κτήμα που με φιλοξενεί εκεί στην Πιερία, όπου πέρασα θαύμα, διότι πάνω και πριν από όλα, πρέπει να ξέρετε, είμαι παιδί της φύσης κι εκεί είχε πολλή φύση, χορτάρι, δέντρα ολάνθιστα, μπαξέδες, ζουζούνια και διάφορα άλλα ανοιξιάτικα και πράσινα. Επίσης, κούρεψα μία τεράστια έκταση γκαζόν με μεγάλη επιτυχία και ανταμείφθηκα με πολύ ωραίο αγριογούρουνο στο φούρνο, α, μα σας λέω, σαν το χωριό του Αστερίξ, μέχρι που άρχισα να τραγουδάω από τη χαρά μου και με δέσανε φιμωμένη σε ένα δέντρο.
Πάντως, μην κοροϊδεύετε, γιατί πραγματικά νιώθεις πολύ ωραία όταν ασχολείσαι λίγο με τη γη και πιάνεις χώμα, γυρνάς λίγο σ’ αυτό που ήσουν πριν γίνεις ένας μίζερος και γκρίζος αστός (εντάξει, έχω και τη λυρική πλευρά μου, το έχουμε πει) κι έρχεσαι σε επαφή με αυτό που σε γέννησε. Ψυχοθεραπευτική αξία, σας το λέω, δεν έχει καλύτερο από το να μυρίζεις το χορτάρι και να μαζεύεις καταπράσινα κρεμμυδάκια, να βλέπεις τον ουρανό και να πιάνεις το φρέσκο μαλακό χώμα κι αλήθεια, μην κοροϊδεύετε, βρωμοτεχνοκράτες, γιατί μερικές φορές μόνο έτσι καταφέρνεις να νιώθεις ζωντανός. (Κι είναι απαραίτητο να νιώθεις και να κρατηθείς ζωντανός, γιατί τα δύσκολα είναι μπροστά μας.)
Τώρα, κι αφού φλυάρησα ακατάσχετα κι έβγαλα όλα τα απωθημένα μου, διότι όλο το σαββατοκύριακο κακοβούλως δε μου επετράπη να ασχοληθώ με το ιστολόγιό μου, μέσα στη ζεστή και ανοιξιάτικη θεσσαλονικιά νύχτα, θα σας αφήσω για να δω Dancing with the stars με την αγαπημένη μου αδελφούλα, η οποία πλέκει ατάραχη στον καναπέ (είναι κι αυτή της χειροτεχνίας, οικογενειακό μας) καθισμένη σταυροπόδι.
Κυριακή 20 Μαρτίου 2011
Αυτά παθαίνει όποιος διαβάζει τέτοια βιβλία.
Δεν ξέρω για τον υπόλοιπο κόσμο, εδώ, πάντως, στην όμορφη Κέρκυρα, δεν ήρθε μόνο η άνοιξη, παρά και το καλοκαίρι: το νησί ερημοποίειται. Χτες το βράδυ ξεπάγιασα μέχρι να γυρίσω στο σπίτι και σήμερα, που είχα ανέβει στη γνωστή ταράτσα για να απλώσω τη γνωστή μπουγάδα, με χτύπησε ο ήλιος για δέκα λεπτά κι έσκασα. Και σκεφτόμουν τον ήρωα του βιβλίου που διαβάζω, ο οποίος κάθε Κυριακή επίσης έκανε μπουγάδα κι ανέβαινε στην ταράτσα να την απλώσει, μόνο που η δική του ταράτσα ήταν σε μια φοιτητική εστία στο Τόκυο.
Γενικά, το έχω αυτό το πρόβλημα: όταν διαβάζω ένα καλό βιβλίο, λίγο αποκόβομαι από τον πραγματικό κόσμο και νομίζω ότι ζω στον κόσμο που περιγράφει το βιβλίο. Έτσι έπαθα και τώρα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο, παρά να διαβάζω για το Τόκυο της δεκαετίας του ’70 και τη ζωή του Βατανάμπε και να περπατάω μαζί του στις συνοικίες του Τόκυο και να χαίρομαι όταν αναγνώριζα τα ονόματα των διάφορων περιοχών. Το βιβλίο λέγεται Νορβηγικό Δάσος και το έχει γράψει ο Χαρούκι Μουρακάμι και σας παρακαλώ να το διαβάσετε, μερικές φορές λέω πως αξίζει ο κόσμος αυτός επειδή υπάρχουν τέτοια βιβλία.
Πάντως, καλύτερα τώρα που μιλούσα συνέχεια για το Τόκυο της δεκαετίας του ’70, την προηγούμενη φορά είχα κολλήσει με την πολιορκία του Λένινγκραντ (διάβαζα τον Μπρούντζινο Καβαλάρη, που μιλάει για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Ρωσία) και συμβούλευα τη Ρενάτα να κρατήσει τα σακουλάκια της με τα κρουτόν, γιατί χάρη σ’ αυτά θα επιβιώσουμε όταν αρχίσει κι εδώ η πολιορκία.
Εκτός, όμως, του να διαβάζω παράξενα και σκοτεινά βιβλία που με καταπίνουν σα μαύρες τρύπες και μετά με φτύνουν σε άλλες χώρες και ώρες, αυτή τη βδομάδα κατάφερα να επιβιώσω από τα εξής: δολοφονικά αφγανικά ακάρεα που είμαι σίγουρη πως κατέκλυζαν κάτι χαλιά που ξετύλιγα, ανελέητα λυκειόπαιδα που ξεναγούσα κι αυτά ήταν έτοιμα να κοιμηθούν όρθια σαν τα άλογα, δύο εντελώς αδικαιολόγητα και κατάφωρα άδικα βρισίματα το ίδιο βράδυ, παρακαλώ, και έναν κατακλυσμό από ξανθές με μονόπετρα σε κάτι γενέθλια που ήμουν καλεσμένη χτες (μιλάμε, δεν άντεχα άλλο, ερχόντουσαν συνέχεια κι ήταν όλες ξανθές σαντρέ και τα μονόπετρα ήταν ατελείωτα και τρομακτικά, Παναγία μου, και βάλε τώρα όλες αυτές να συναγωνίζονται ποια είναι πιο ξανθιά και ποια έχει το μεγαλύτερο μονόπετρο, ω θεοι, αναφώνησα-ευτυχώς που τα μονόπετρα δεν τρώνε κι έτσι έφαγα εγώ όλα τα σουτζουκάκια και αποζημιώθηκα).
Όπως αντιλαμβάνεστε, όλα αυτά με έβαλαν σε σκέψεις και σκέφτηκα ότι το μόνο που θέλω τελικά είναι να ζήσω σαν τους κοινούς ανθρώπους, να μην έχω να αντιμετωπίσω άδικα βρισίματα και ξανθά μονόπετρα, να μην πρέπει να διαχειριστώ τη βλακεία, που, όπως έχουμε πει, είναι σαν το σύμπαν: δεν τελειώνει ποτέ, να μην πρέπει να κάνω χίλιους ελιγμούς και μανούβρες για να βγάλω τη μέρα, λες κι είμαι καπετάνιος στα νορβηγικά φιόρδ, να μη χρειάζεται να έχω κάνει στην αγγλική αντικατασκοπεία για να αποκρυπτογραφήσω τα διάφορα μηνύματα.
Διότι, τελικά και αναπόδραστα, είμαι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, σαν τον ήρωα του Νορβηγικού Δάσους, απλά προσπαθώ, αλλά φοβάμαι πως ποτέ δεν προσπαθώ αρκετά, πάντα μένω στη χρυσή μετριότητα, με την οποία εγώ προσωπικά δεν έχω τίποτα, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι τη θεωρούν χειρότερη κι από το χειρότερο, που ίσως και να είναι, βέβαια, αλλά δίχως αυτή δεν θα έλαμπαν τα διάφορα άστρα, δεν είναι έτσι; Ως τέτοιος, λοιπόν, παλεύω με τον εαυτό μου πρώτα και με όλους τους άλλους στη συνέχεια, μερικές φορές τα καταφέρνω, αλλά τις περισσότερες απλά βγάζω τη μέρα.
Παρεμπιπτόντως, κι επειδή την καρδιά μου κυριακάτικα τη χάλασα, είδα και μια εξαιρετική ταινία αυτή τη βδομάδα, το Μαύρο Κύκνο, α, παιδιά μου, καταπληκτική, οπωσδήποτε να τη δείτε, αν δεν την έχετε ήδη δει, διότι εδώ άργησε τόσο να έρθει που είμαι σίγουρη πως έχει προβληθεί ακόμα και στις φαβέλες του Ρίο.
Έλα, δεν έχετε παράπονο: και βιβλίο σας πρότεινα και ταινία, σαν πολιτιστικό ένθετο σε εφημερίδα, σε λίγο θα αρχίσω να λέω και τα ζώδια. Πάω τώρα να ψήσω μπισκοτάκια, που τη ζύμη την έχουμε φτιαγμένη από χτες, λέτε να έχει πάθει τίποτα; Αν δεν έχει ανάρτηση την επόμενη εβδομάδα, θα ξέρετε γιατί.
Γενικά, το έχω αυτό το πρόβλημα: όταν διαβάζω ένα καλό βιβλίο, λίγο αποκόβομαι από τον πραγματικό κόσμο και νομίζω ότι ζω στον κόσμο που περιγράφει το βιβλίο. Έτσι έπαθα και τώρα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο, παρά να διαβάζω για το Τόκυο της δεκαετίας του ’70 και τη ζωή του Βατανάμπε και να περπατάω μαζί του στις συνοικίες του Τόκυο και να χαίρομαι όταν αναγνώριζα τα ονόματα των διάφορων περιοχών. Το βιβλίο λέγεται Νορβηγικό Δάσος και το έχει γράψει ο Χαρούκι Μουρακάμι και σας παρακαλώ να το διαβάσετε, μερικές φορές λέω πως αξίζει ο κόσμος αυτός επειδή υπάρχουν τέτοια βιβλία.
Πάντως, καλύτερα τώρα που μιλούσα συνέχεια για το Τόκυο της δεκαετίας του ’70, την προηγούμενη φορά είχα κολλήσει με την πολιορκία του Λένινγκραντ (διάβαζα τον Μπρούντζινο Καβαλάρη, που μιλάει για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Ρωσία) και συμβούλευα τη Ρενάτα να κρατήσει τα σακουλάκια της με τα κρουτόν, γιατί χάρη σ’ αυτά θα επιβιώσουμε όταν αρχίσει κι εδώ η πολιορκία.
Εκτός, όμως, του να διαβάζω παράξενα και σκοτεινά βιβλία που με καταπίνουν σα μαύρες τρύπες και μετά με φτύνουν σε άλλες χώρες και ώρες, αυτή τη βδομάδα κατάφερα να επιβιώσω από τα εξής: δολοφονικά αφγανικά ακάρεα που είμαι σίγουρη πως κατέκλυζαν κάτι χαλιά που ξετύλιγα, ανελέητα λυκειόπαιδα που ξεναγούσα κι αυτά ήταν έτοιμα να κοιμηθούν όρθια σαν τα άλογα, δύο εντελώς αδικαιολόγητα και κατάφωρα άδικα βρισίματα το ίδιο βράδυ, παρακαλώ, και έναν κατακλυσμό από ξανθές με μονόπετρα σε κάτι γενέθλια που ήμουν καλεσμένη χτες (μιλάμε, δεν άντεχα άλλο, ερχόντουσαν συνέχεια κι ήταν όλες ξανθές σαντρέ και τα μονόπετρα ήταν ατελείωτα και τρομακτικά, Παναγία μου, και βάλε τώρα όλες αυτές να συναγωνίζονται ποια είναι πιο ξανθιά και ποια έχει το μεγαλύτερο μονόπετρο, ω θεοι, αναφώνησα-ευτυχώς που τα μονόπετρα δεν τρώνε κι έτσι έφαγα εγώ όλα τα σουτζουκάκια και αποζημιώθηκα).
Όπως αντιλαμβάνεστε, όλα αυτά με έβαλαν σε σκέψεις και σκέφτηκα ότι το μόνο που θέλω τελικά είναι να ζήσω σαν τους κοινούς ανθρώπους, να μην έχω να αντιμετωπίσω άδικα βρισίματα και ξανθά μονόπετρα, να μην πρέπει να διαχειριστώ τη βλακεία, που, όπως έχουμε πει, είναι σαν το σύμπαν: δεν τελειώνει ποτέ, να μην πρέπει να κάνω χίλιους ελιγμούς και μανούβρες για να βγάλω τη μέρα, λες κι είμαι καπετάνιος στα νορβηγικά φιόρδ, να μη χρειάζεται να έχω κάνει στην αγγλική αντικατασκοπεία για να αποκρυπτογραφήσω τα διάφορα μηνύματα.
Διότι, τελικά και αναπόδραστα, είμαι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, σαν τον ήρωα του Νορβηγικού Δάσους, απλά προσπαθώ, αλλά φοβάμαι πως ποτέ δεν προσπαθώ αρκετά, πάντα μένω στη χρυσή μετριότητα, με την οποία εγώ προσωπικά δεν έχω τίποτα, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι τη θεωρούν χειρότερη κι από το χειρότερο, που ίσως και να είναι, βέβαια, αλλά δίχως αυτή δεν θα έλαμπαν τα διάφορα άστρα, δεν είναι έτσι; Ως τέτοιος, λοιπόν, παλεύω με τον εαυτό μου πρώτα και με όλους τους άλλους στη συνέχεια, μερικές φορές τα καταφέρνω, αλλά τις περισσότερες απλά βγάζω τη μέρα.
Παρεμπιπτόντως, κι επειδή την καρδιά μου κυριακάτικα τη χάλασα, είδα και μια εξαιρετική ταινία αυτή τη βδομάδα, το Μαύρο Κύκνο, α, παιδιά μου, καταπληκτική, οπωσδήποτε να τη δείτε, αν δεν την έχετε ήδη δει, διότι εδώ άργησε τόσο να έρθει που είμαι σίγουρη πως έχει προβληθεί ακόμα και στις φαβέλες του Ρίο.
Έλα, δεν έχετε παράπονο: και βιβλίο σας πρότεινα και ταινία, σαν πολιτιστικό ένθετο σε εφημερίδα, σε λίγο θα αρχίσω να λέω και τα ζώδια. Πάω τώρα να ψήσω μπισκοτάκια, που τη ζύμη την έχουμε φτιαγμένη από χτες, λέτε να έχει πάθει τίποτα; Αν δεν έχει ανάρτηση την επόμενη εβδομάδα, θα ξέρετε γιατί.
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011
Έκτακτο ανακοινωθέν
Ημέρα σιωπής, λέει, σήμερα για τους ιστολόγους όλου του κόσμου. Για να δείξουμε τη συμπαράστασή μας στην Ιαπωνία. Ακολούθησα και το σύνδεσμο για να συνεισφέρω και οικονομικά (τρομάρα μου), αλλά επειδή η πρωτοβουλία ανήκει σε αμερικάνους, δεν μπορώ να στείλω χρήματα εύκολα κι ως γνωστόν, είμαι και πανάσχετη με όλα τα συστήματα ηλεκτρονικής πληρωμής. Επειδή, όμως, έχω μεγάλη ευαισθησία στο θέμα της Ιαπωνίας, την αγαπώ αυτή τη χώρα, δημοσιεύω την εικόνα, μήπως κάποιος θέλει και μπορεί.
Έτσι κι αλλιώς, η σκέψη μου είναι στην πανέμορφη Ιαπωνία, που περνάει των παθών της τον τάραχο κι όμως με τόση αξιοπρέπεια και ψυχραιμία.
Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
Δεν έτυχε. Πέτυχε.
Κυριακή πρωί προς μεσημέρι στην Κέρκυρα: οι καμπάνες χτυπάνε μονίμως τις Κυριακές τα πρωινά, οδυνηρά δυνατά και ανεξήγητα χαρμόσυνα, μα καλά, γιατί; Μπορεί κάποιος να μου το εξηγήσει αυτό; Γιατί πρέπει κάθε Κυριακή να χτυπάνε οι καμπάνες κι όλες οι φιλαρμονικές της πόλης να παίζουν κάτω από το παράθυρό μου; Κι εγώ, που ήθελα μια φορά να κοιμηθώ λίγο παραπάνω, διότι χτες ήπια 2 κρασιά, που, εντάξει, δεν είναι και καμιά φοβερή ποσότητα αλκοόλ, αλλά εγώ δεν είμαι γερό ποτήρι, ξύπνησα η ώρα 10 το πρωί, ενώ όλοι οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν μακαρίως κι έτσι εγώ δεν είχα με ποιόν να μιλήσω, οπότε στράφηκα στους πιστούς μου αναγνώστες.
Πάντως, ρε παιδιά, έχει πολλή πλάκα να βγαίνεις το Σάββατο το βράδυ στην Κέρκυρα (τις άλλες μέρες είναι κρανίου τόπος, μόνο οι αρουραίοι κυκλοφορούν), βλέπεις διάφορα αστεία πράγματα. Εμείς, για παράδειγμα, χτες, είδαμε καταρχήν δυο αγόρια που είχανε βγει στο μπαλκόνι τους εντελώς γυμνά, εντελώς όμως, και χόρευαν μέσα στη νύχτα. Βέβαια, μόλις μας είδανε που τα είχαμε δει, μπήκαν πάραυτα μέσα, αλλά αυτό εξηγείται: ως γνωστόν, τα αγόρια είναι δειλά, ειδικά όταν είναι γυμνά.
Στη συνέχεια, πήγαμε σε ένα μπαράκι, όπου είδαμε έναν τύπο, οπωσδήποτε γυαλιστερό, ο οποίος φορούσε μια κολλητή (φυσικά) μπλούζα, με ντεκολτέ τόσο βαθύ, όσο εγώ δεν έχω βάλει ποτέ μου. Δικαίως: το στήθος του είχε τόσους μυς, που ήταν πιο μεγάλο από το δικό μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα και μετά, όπως φαντάζεστε, ξεράθηκα στα γέλια (εγώ, πάντως, θα ένιωθα λίγο μειονεκτικά, αν ήμουν με ένα αγόρι με στήθος πιο μεγάλο από το δικό μου, άσε που θα ανησυχούσα και για τα σουτιέν μου, αλλά περί ορέξεως…).
Αυτά τα λίγα για χθες το βράδυ, συν ένα τέλειο σοκολατένιο κέικ, το οποίο ίσιωσα σήμερα (ξέρετε, που έχει κοπεί στραβά και πρέπει να φας «λίγο από τη γωνία» για να είναι συμμετρικό) και κάποιες σχοινοτενείς συζητήσεις με τη φίλη μου (που είναι, η γλυκιά μου, πολύ ερωτευμένη) περί εμπιστοσύνης, φιλίας, έρωτος και άλλων δαιμονίων.
Διότι, αγαπημένοι μου φίλοι, δαιμόνια είναι και η εμπιστοσύνη και ο έρωτας και η φιλία, όχι καινά, παρά από τα πιο παλιά του κόσμου. Κι όταν δαιμονίζονται αυτά τα δαιμόνια, δύο τινά: ή που θα σου κάνουν τη ζωή λίγο πιο υποφερτή ή που θα σου καταστρέψουν την ψυχολογία, ειδικά αν μπλεχτούν όλα μαζί, κάτι που πολύ αγαπούν τα δαιμόνια να κάνουν.
Όταν, λοιπόν, εμπλέκονται αυτά τα 3 πράγματα σε μία συζήτηση και σε μία ζωή, πρέπει να έχεις την ψυχραιμία, την υπομονή και τη συνδυαστική ικανότητα μάγειρα και ζαχαροπλάστη ταυτόχρονα για να τα φέρεις βόλτα. Ας πούμε ότι ο έρωτας είναι η σοκολάτα: αν δε βάλεις, πάλι θα φτιάξεις κέικ, οπωσδήποτε νόστιμο, αλλά λίγο βαρετό μάλλον. Από την άλλη, όταν η σοκολάτα είναι πάρα πολλή και δυνατή και δεν την ανακατώσεις με λίγη κρέμα γάλακτος, το κέικ σου θα βγει πικρό.
Η φιλία και οι φίλοι είναι τα αυγά: αλίμονό σου αν δεν τα αναμίξεις καλά, προσεκτικά και υπομονετικά με τη σοκολάτα. Θα πήξουν, μπορεί και να βράσουν αν είναι ζεστό το μείγμα και τελικά το κέικ θα μυρίζει κι εσύ θα σιχαθείς τα αυγά και θα το πετάξεις στα σκουπίδια. Επίσης, πρέπει να ξέρεις να διαλέγεις αυγά για να μη σου βγούνε άχρηστα και σου καταστρέψουν το γλυκό, τα πιο μεγάλα δεν είναι απαραίτητα και τα πιο νόστιμα.
Τέλος, ως γνωστόν, κέικ δίχως αλεύρι δε γίνεται. Και το αλεύρι, όπως κι η εμπιστοσύνη, είναι το πιο σημαντικό πράγμα: πρέπει να μπαίνει σιγά σιγά, σε μικρές ποσότητες, για να μπορεί να απορροφηθεί και από τη σοκολάτα και από τα αυγά, αλλιώς το μείγμα θα μπουχτίσει και θα σβολιάσει, θα γίνει βαρύ και δε θα ψηθεί καλά κι όταν το βγάλεις από το φούρνο, θα είναι περισσότερο για στοκάρισμα στον τοίχο παρά για φάγωμα. Ενώ, αν κάθε κουταλιά αλεύρι την έχεις ανακατώσει καλά, τότε το κέικ σου θα έχει χτιστεί γερά και δύσκολα δεν θα πετύχει.
Η αλήθεια είναι πως χρειάζεται να φτιάξεις πολλά κέικ στη ζωή σου για να σου βγει τελικά ένα καλό. Αν τα παρατήσεις, όμως, δεν θα τα καταφέρεις ποτέ. Αλλά, όταν τελικά τα καταφέρεις και ένα απόγευμα βγάλεις από το φούρνο ένα μυρωδάτο, αφράτο, λαχταριστό κέικ, τι καλύτερο από το να το μοιραστείς αβασάνιστα και ήσυχα με τους φίλους σου και με τον έρωτά σου;
Πάντως, ρε παιδιά, έχει πολλή πλάκα να βγαίνεις το Σάββατο το βράδυ στην Κέρκυρα (τις άλλες μέρες είναι κρανίου τόπος, μόνο οι αρουραίοι κυκλοφορούν), βλέπεις διάφορα αστεία πράγματα. Εμείς, για παράδειγμα, χτες, είδαμε καταρχήν δυο αγόρια που είχανε βγει στο μπαλκόνι τους εντελώς γυμνά, εντελώς όμως, και χόρευαν μέσα στη νύχτα. Βέβαια, μόλις μας είδανε που τα είχαμε δει, μπήκαν πάραυτα μέσα, αλλά αυτό εξηγείται: ως γνωστόν, τα αγόρια είναι δειλά, ειδικά όταν είναι γυμνά.
Στη συνέχεια, πήγαμε σε ένα μπαράκι, όπου είδαμε έναν τύπο, οπωσδήποτε γυαλιστερό, ο οποίος φορούσε μια κολλητή (φυσικά) μπλούζα, με ντεκολτέ τόσο βαθύ, όσο εγώ δεν έχω βάλει ποτέ μου. Δικαίως: το στήθος του είχε τόσους μυς, που ήταν πιο μεγάλο από το δικό μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα και μετά, όπως φαντάζεστε, ξεράθηκα στα γέλια (εγώ, πάντως, θα ένιωθα λίγο μειονεκτικά, αν ήμουν με ένα αγόρι με στήθος πιο μεγάλο από το δικό μου, άσε που θα ανησυχούσα και για τα σουτιέν μου, αλλά περί ορέξεως…).
Αυτά τα λίγα για χθες το βράδυ, συν ένα τέλειο σοκολατένιο κέικ, το οποίο ίσιωσα σήμερα (ξέρετε, που έχει κοπεί στραβά και πρέπει να φας «λίγο από τη γωνία» για να είναι συμμετρικό) και κάποιες σχοινοτενείς συζητήσεις με τη φίλη μου (που είναι, η γλυκιά μου, πολύ ερωτευμένη) περί εμπιστοσύνης, φιλίας, έρωτος και άλλων δαιμονίων.
Διότι, αγαπημένοι μου φίλοι, δαιμόνια είναι και η εμπιστοσύνη και ο έρωτας και η φιλία, όχι καινά, παρά από τα πιο παλιά του κόσμου. Κι όταν δαιμονίζονται αυτά τα δαιμόνια, δύο τινά: ή που θα σου κάνουν τη ζωή λίγο πιο υποφερτή ή που θα σου καταστρέψουν την ψυχολογία, ειδικά αν μπλεχτούν όλα μαζί, κάτι που πολύ αγαπούν τα δαιμόνια να κάνουν.
Όταν, λοιπόν, εμπλέκονται αυτά τα 3 πράγματα σε μία συζήτηση και σε μία ζωή, πρέπει να έχεις την ψυχραιμία, την υπομονή και τη συνδυαστική ικανότητα μάγειρα και ζαχαροπλάστη ταυτόχρονα για να τα φέρεις βόλτα. Ας πούμε ότι ο έρωτας είναι η σοκολάτα: αν δε βάλεις, πάλι θα φτιάξεις κέικ, οπωσδήποτε νόστιμο, αλλά λίγο βαρετό μάλλον. Από την άλλη, όταν η σοκολάτα είναι πάρα πολλή και δυνατή και δεν την ανακατώσεις με λίγη κρέμα γάλακτος, το κέικ σου θα βγει πικρό.
Η φιλία και οι φίλοι είναι τα αυγά: αλίμονό σου αν δεν τα αναμίξεις καλά, προσεκτικά και υπομονετικά με τη σοκολάτα. Θα πήξουν, μπορεί και να βράσουν αν είναι ζεστό το μείγμα και τελικά το κέικ θα μυρίζει κι εσύ θα σιχαθείς τα αυγά και θα το πετάξεις στα σκουπίδια. Επίσης, πρέπει να ξέρεις να διαλέγεις αυγά για να μη σου βγούνε άχρηστα και σου καταστρέψουν το γλυκό, τα πιο μεγάλα δεν είναι απαραίτητα και τα πιο νόστιμα.
Τέλος, ως γνωστόν, κέικ δίχως αλεύρι δε γίνεται. Και το αλεύρι, όπως κι η εμπιστοσύνη, είναι το πιο σημαντικό πράγμα: πρέπει να μπαίνει σιγά σιγά, σε μικρές ποσότητες, για να μπορεί να απορροφηθεί και από τη σοκολάτα και από τα αυγά, αλλιώς το μείγμα θα μπουχτίσει και θα σβολιάσει, θα γίνει βαρύ και δε θα ψηθεί καλά κι όταν το βγάλεις από το φούρνο, θα είναι περισσότερο για στοκάρισμα στον τοίχο παρά για φάγωμα. Ενώ, αν κάθε κουταλιά αλεύρι την έχεις ανακατώσει καλά, τότε το κέικ σου θα έχει χτιστεί γερά και δύσκολα δεν θα πετύχει.
Η αλήθεια είναι πως χρειάζεται να φτιάξεις πολλά κέικ στη ζωή σου για να σου βγει τελικά ένα καλό. Αν τα παρατήσεις, όμως, δεν θα τα καταφέρεις ποτέ. Αλλά, όταν τελικά τα καταφέρεις και ένα απόγευμα βγάλεις από το φούρνο ένα μυρωδάτο, αφράτο, λαχταριστό κέικ, τι καλύτερο από το να το μοιραστείς αβασάνιστα και ήσυχα με τους φίλους σου και με τον έρωτά σου;
Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011
Κι άμα πεινάσω τηγανίζω κάνα αυγό.
Επιτέλους. Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή, όσο βρωμερός, σκονισμένος και δαχτυλιασμένος κι αν είναι, και γράφω. Δεν φαντάζεστε, αγαπημένοι μου και μακρινοί, γνωστοί και άγνωστοι φίλοι, πόσο μεγάλη ανακούφιση είναι αυτό για ένα άτομο που έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του όσο εγώ και που ζει για να ξέρει ότι οι υπόλοιποι ταλαίπωροι και αθώοι συνάνθρωποι διαβάζουν τα παραληρήματά του. Με τρώγανε τα δάχτυλά μου να γράψω και να ράψω την τελευταία εβδομάδα και δεν κατάφερα τίποτε από τα δύο και σήμερα, που πάλι μαζεύτηκα η ώρα 8 το βράδυ από το πρωί, μου’ χει κάτσει να τα κάνω και τα δύο, μα τι άνθρωπος είμαι, όλα μαζί πια θέλω να τα κάνω, τελικά τίποτα δεν θα κάνω καλά, ξέρετε, η παροιμία με το καρπούζι και τη μασχάλη, η οποία, βέβαια, εμένα πάντα μου γεννούσε την απορία: στη δική μου τη μασχάλη έτσι κι αλλιώς δε χωράει ούτε ένα καρπούζι, πόσο μάλλον δύο.
Μα δεν είναι ένα θαύμα που πάλι βλέπετε τη φλυαρία μου την ακατάσχετη στις οθόνες σας; Αχ, και μένα μου είχε λείψει.
Λοιπόν, το θέμα είναι πως είχα όλη την καλή διάθεση να γράψω από την Παρασκευή, πλην την Παρασκευή μεσολάβησαν διάφορα εξαιρετικά δυσάρεστα γεγονότα, τα οποία δεν είναι της παρούσης, με αποτέλεσμα να φύγω το Σάββατο και παραλίγο να μην ξαναγυρίσω ποτέ, πράγμα το οποίο θα ήταν μεγάλο δυστύχημα για όλους μας και ειδικά για το νησί. Επιπλέον, την Παρασκευή διαδραματίστηκαν στο ταλαίπωρο σπίτι μας σουρεαλιστικές σκηνές, όπου εγώ μιλούσα ακατάπαυστα στο τηλέφωνο και παράλληλα τα ψώνια από το σουπερμάρκετ είχαν απλωθεί σε όλα τα τραπέζια του σπιτιού, η Ρενάτα έντρομη αντίκριζε το Θανάση να ακουμπάει το ψωμί στην τοστιέρα από τη βουτυρωμένη πλευρά (διότι πρέπει να ξέρετε πως αν η τοστιέρα δεν έχει λιωμένα βούτυρα και σοκολάτες επάνω, δεν αξίζει-το πιστεύετε όλα τα αγόρια αυτό ή μόνο αυτά που ξέρω εγώ;), ο Θανάσης ο ίδιος είχε ανοίξει όλα τα τυριά και τα ψωμιά και ήθελε να μας χαρίσει ό, τι είχε αγοράσει (κάτι τόνους δηλαδή, μη φανταστείτε) και μια βαλίτσα γέμιζε με άχρηστα πράγματα.
Τελικά, αποσοβήθηκε το διπλωματικό επεισόδιο της τοστιέρας, θυμήθηκα να βάλω και εσώρουχα στη βαλίτσα και διένυσα 828 χιλιόμετρα σε 2,5 μέρες, άλλοι πετούσαν χαρταετό κι εγώ πετούσα μόνο αποκόμματα από εισιτήρια, νομίζω πως κάποτε θα σταματήσω να τα πετάω και θα κάνω ένα τεράστιο κολλάζ με όλα αυτά τα αποκόμματα από τα εισιτήρια.
Όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν στις καλές της: γκρίζα, παγωμένη, βροχερή, κατσουφιασμένη και δυσοίωνη. Κι εμείς, για να ξορκίσουμε το κακό, πήγαμε στον κινηματογράφο, όπου είδαμε μια πολύ ευχάριστη ταινία, η οποία μιλούσε για τις περιπέτειες 7-8 αιχμαλώτων που το είχανε σκάσει από ένα ρώσικο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το καλό ήταν πως κατάφεραν να επιζήσουν οι 4, αφού διασχίσανε ολόκληρη τη Σιβηρία, τη Μογγολία, την έρημο της Ινδίας και τα Ιμαλάια, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο: όπως φαντάζεστε, εγώ, ούσα και πτώμα από το ταξίδι, έχασα περίπου τη μισή έρημο και την πρώτη κορφή των Ιμαλάιων, καθώς και μερικούς θανάτους. Όταν ξύπνησα είχαν μείνει 5 και κατηφόριζαν τα βουνά.
Το άλλο καλό ήταν πως καταλάβαινα όλα τα ρώσικα που γάβγιζαν οι δεσμοφύλακες του στρατοπέδου: ελπίζω πως μόνο δεσμοφύλακες θα μου τυχαίνει να ξεναγήσω.
Το κακό τελικά δεν το ξορκίσαμε, αλλά λίγο το ξεγελάσαμε και μετά εγώ πήγα στην εξοχή, όπου είδα τον καλό μου για περίπου 13 ώρες, εκ των οποίων τις 6 κοιμόμασταν, οπότε δεν πιάνονται. Τέλος, γύρισα στο νησί με το μαγευτικό ΚΤΕΛ, εν μέσω χιονοθύελλας, θλίψης και σύνθλιψης.
Μετά από όλα αυτά, όπως φαντάζεστε, δεν είχα και πολλά περιθώρια υπομονής και ψυχραιμίας. Ωστόσο, άντεξα και πέρασα και τη σημερινή μέρα αδιαμαρτύρητα, μολονότι κάποια στιγμή συνέβαιναν παράλληλα τα εξής: ένας τετράχρονος και τετραπέρατος μπόμπιρας έψαχνε τα εργαλεία του και μου είχε δέσει τα χέρια με σελοτέιπ, ένας φίλος γυάλιζε τα πόδια ενός τραπεζιού (δουλειά η οποία έχει ψυχοθεραπευτική αξία κι αυτός, το καταγγέλλω εδώ, μου την έκλεψε ανερυθρίαστα), μια άλλη φίλη προσπαθούσε να βρει μια πανσιόν που να έχει τοπικό χρώμα κι ο πατέρας του προαναφερθέντος μπόμπιρα, που τυγχάνει επίσης φίλοςς (ο πατέρας, όχι ο μπόμπιρας), τον κυνηγούσε παντού. Κι όλοι αυτοί μιλούσαν, γελούσαν και χειρονομούσαν ταυτόχρονα.
Τέλος, και μετά κι από μια μερίδα κοντοσούβλι, που ομολογώ πως εκτός από κατεξοχήν σαρακοστιανό έδεσμα, είναι και μεγάλη βοήθεια στην αντιμετώπιση της καθημερινότητας, γύρισα στο σπιτάκι μου, από το οποίο σκέφτομαι πολύ σοβαρά να μην ξαναβγώ, διότι «εννιά φορές στις δέκα είναι για κακό».
Μα δεν είναι ένα θαύμα που πάλι βλέπετε τη φλυαρία μου την ακατάσχετη στις οθόνες σας; Αχ, και μένα μου είχε λείψει.
Λοιπόν, το θέμα είναι πως είχα όλη την καλή διάθεση να γράψω από την Παρασκευή, πλην την Παρασκευή μεσολάβησαν διάφορα εξαιρετικά δυσάρεστα γεγονότα, τα οποία δεν είναι της παρούσης, με αποτέλεσμα να φύγω το Σάββατο και παραλίγο να μην ξαναγυρίσω ποτέ, πράγμα το οποίο θα ήταν μεγάλο δυστύχημα για όλους μας και ειδικά για το νησί. Επιπλέον, την Παρασκευή διαδραματίστηκαν στο ταλαίπωρο σπίτι μας σουρεαλιστικές σκηνές, όπου εγώ μιλούσα ακατάπαυστα στο τηλέφωνο και παράλληλα τα ψώνια από το σουπερμάρκετ είχαν απλωθεί σε όλα τα τραπέζια του σπιτιού, η Ρενάτα έντρομη αντίκριζε το Θανάση να ακουμπάει το ψωμί στην τοστιέρα από τη βουτυρωμένη πλευρά (διότι πρέπει να ξέρετε πως αν η τοστιέρα δεν έχει λιωμένα βούτυρα και σοκολάτες επάνω, δεν αξίζει-το πιστεύετε όλα τα αγόρια αυτό ή μόνο αυτά που ξέρω εγώ;), ο Θανάσης ο ίδιος είχε ανοίξει όλα τα τυριά και τα ψωμιά και ήθελε να μας χαρίσει ό, τι είχε αγοράσει (κάτι τόνους δηλαδή, μη φανταστείτε) και μια βαλίτσα γέμιζε με άχρηστα πράγματα.
Τελικά, αποσοβήθηκε το διπλωματικό επεισόδιο της τοστιέρας, θυμήθηκα να βάλω και εσώρουχα στη βαλίτσα και διένυσα 828 χιλιόμετρα σε 2,5 μέρες, άλλοι πετούσαν χαρταετό κι εγώ πετούσα μόνο αποκόμματα από εισιτήρια, νομίζω πως κάποτε θα σταματήσω να τα πετάω και θα κάνω ένα τεράστιο κολλάζ με όλα αυτά τα αποκόμματα από τα εισιτήρια.
Όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν στις καλές της: γκρίζα, παγωμένη, βροχερή, κατσουφιασμένη και δυσοίωνη. Κι εμείς, για να ξορκίσουμε το κακό, πήγαμε στον κινηματογράφο, όπου είδαμε μια πολύ ευχάριστη ταινία, η οποία μιλούσε για τις περιπέτειες 7-8 αιχμαλώτων που το είχανε σκάσει από ένα ρώσικο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το καλό ήταν πως κατάφεραν να επιζήσουν οι 4, αφού διασχίσανε ολόκληρη τη Σιβηρία, τη Μογγολία, την έρημο της Ινδίας και τα Ιμαλάια, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο: όπως φαντάζεστε, εγώ, ούσα και πτώμα από το ταξίδι, έχασα περίπου τη μισή έρημο και την πρώτη κορφή των Ιμαλάιων, καθώς και μερικούς θανάτους. Όταν ξύπνησα είχαν μείνει 5 και κατηφόριζαν τα βουνά.
Το άλλο καλό ήταν πως καταλάβαινα όλα τα ρώσικα που γάβγιζαν οι δεσμοφύλακες του στρατοπέδου: ελπίζω πως μόνο δεσμοφύλακες θα μου τυχαίνει να ξεναγήσω.
Το κακό τελικά δεν το ξορκίσαμε, αλλά λίγο το ξεγελάσαμε και μετά εγώ πήγα στην εξοχή, όπου είδα τον καλό μου για περίπου 13 ώρες, εκ των οποίων τις 6 κοιμόμασταν, οπότε δεν πιάνονται. Τέλος, γύρισα στο νησί με το μαγευτικό ΚΤΕΛ, εν μέσω χιονοθύελλας, θλίψης και σύνθλιψης.
Μετά από όλα αυτά, όπως φαντάζεστε, δεν είχα και πολλά περιθώρια υπομονής και ψυχραιμίας. Ωστόσο, άντεξα και πέρασα και τη σημερινή μέρα αδιαμαρτύρητα, μολονότι κάποια στιγμή συνέβαιναν παράλληλα τα εξής: ένας τετράχρονος και τετραπέρατος μπόμπιρας έψαχνε τα εργαλεία του και μου είχε δέσει τα χέρια με σελοτέιπ, ένας φίλος γυάλιζε τα πόδια ενός τραπεζιού (δουλειά η οποία έχει ψυχοθεραπευτική αξία κι αυτός, το καταγγέλλω εδώ, μου την έκλεψε ανερυθρίαστα), μια άλλη φίλη προσπαθούσε να βρει μια πανσιόν που να έχει τοπικό χρώμα κι ο πατέρας του προαναφερθέντος μπόμπιρα, που τυγχάνει επίσης φίλοςς (ο πατέρας, όχι ο μπόμπιρας), τον κυνηγούσε παντού. Κι όλοι αυτοί μιλούσαν, γελούσαν και χειρονομούσαν ταυτόχρονα.
Τέλος, και μετά κι από μια μερίδα κοντοσούβλι, που ομολογώ πως εκτός από κατεξοχήν σαρακοστιανό έδεσμα, είναι και μεγάλη βοήθεια στην αντιμετώπιση της καθημερινότητας, γύρισα στο σπιτάκι μου, από το οποίο σκέφτομαι πολύ σοβαρά να μην ξαναβγώ, διότι «εννιά φορές στις δέκα είναι για κακό».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
