Όταν ξεκίνησα αυτό το παραληρηματικό μπλογκ (βαρέθηκα ν’ αλλάζω απ’ τα ελληνικά στ’ αγγλικά, συγχωρήστε μου αυτές τις ηλίθιες λέξεις), είχα πει ότι γενικά δεν θα ασχολιόμουν με το σχολιασμό της επικαιρότητας.
Πρώτον, διότι το λέω και στον τίτλο: ό,τι και να συμβεί η ζωή συνεχίζεται πάντα και πάντα μου προκαλεί μεγάλη απορία. Και δεύτερον, εγώ, ως γνήσιος καραγκιόζης, αυτό που θέλω να κάνω είναι να σκάτε κάνα χαμόγελο κι όχι να χολοσκάτε με όλα αυτά που, εντάξει, τα ξέρετε, τα στραβά του κόσμου, δεν περιμένετε εμένα να σας τα πω.
Τώρα, όμως, θα κάνω μια εξαίρεση, η οποία απλώς θα επιβεβαιώσει τον κανόνα, βεβαίως βεβαίως, και μετά θα φύγω και θα συνεχίσω να αιθεροβατώ σ’ αυτόν το θαυμάσιο κόσμο που ζω, όπου όλα θα πάνε καλά στο τέλος. Θα συνεχίσω να είμαι συνειδητά και από προσωπική μου επιλογή αφελής και αισιόδοξη-παρεμπιπτόντως, είναι η ιδέα μου ή το έχετε παρατηρήσει κι εσείς: το αισιόδοξος έχει καταντήσει βρισιά;
Όλα αυτά, όμως, μετά την εξαίρεση, η οποία είναι οι εκλογές. Ε, λύσσιαξαν πια, να γίνουν εκλογές και να γίνουν εκλογές, ορίστε, έγιναν οι εκλογές και τι κατάλαβαν; Έχω καμιά δυο βδομάδες που ακούω για το μήνυμα των εκλογών, αυτό είναι το μήνυμα των εκλογών, το άλλο είναι το μήνυμα των εκλογών, σιχάθηκα!
Μην ψάχνετε, παιδιά, κανένα μήνυμα δεν υπάρχει, σιγά ποιος θα ασχολιόταν να στείλει μήνυμα, πήγανε όλοι εκδρομές και καφέδες. Το μόνο μήνυμα που εστάλη ήταν αυτό με την ώρα και την καφετέρια συνάντησης που αντάλλαξαν φίλοι, γκόμενοι, παρέες, κλπ.
Τέλοσπαντων, εκτός από το μήνυμα, το θέμα με τις εκλογές είναι πως ξυπνούν μέσα στο μέσο Έλληνα το ζώο. Το ζώο της επανάστασης και της αντίδρασης: όλοι έξαφνα μουντζώνουν, βρίζουν και καταριούνται, απειλούν, απαξιώνουν και εκμηδενίζουν. Και παντού ακούς πόσο άχρηστοι είναι όλοι οι πολιτικοί και πόσο σάπιο το σύστημα και πόσο όλοι τα παίρνουν και για τη διαφθορά, τον εύκολο πλουτισμό, την υποκρισία-α, και τα κροκοδείλια δάκρυα, μην ξεχάσω τα κροκοδείλια δάκρυα. Έλα, Παναγία μου, σκιάομαι, που λένε κι οι Κερκυραίοι.
Κι είναι όλοι έτοιμοι να «τα βάλουν φωτιά», να τα γκρεμίσουν όλα, να βουλιάξουν ωσάν την Ατλαντίδα, διότι μόνο έτσι θα αναγεννηθούμε. Ναι, ναι, μ’ αυτό το πλευρό να κοιμόμαστε, της επανάστασης και της φωτιάς. Όπως είπα και σε έναν φίλο μου προχτές, που ήθελε να πάρει δυο μπιτόνια πετρέλαιο και να κάψει όλα τα αυτοκίνητα στην πλατεία, δεν τα παίρνεις καλύτερα τα μπιτόνια το πετρέλαιο να τα δώσεις σε κάναν άνθρωπο να ζεσταθεί, παιδάκι μου;
Διότι μόνο αυτό το μήνυμα μπορούμε να στείλουμε, αν θέλουμε: ότι δεν είμαστε απάνθρωποι, αλλά συνάνθρωποι. Η μεγαλύτερη επανάσταση, η πιο δύσκολη κι η πιο ανατρεπτική είναι αυτή, αγαπητοί μου, να είσαι με τον άλλον μαζί, να μπορείς να συσπειρωθείς, να συνεννοηθείς, να συνεργαστείς και εν τέλει να δημιουργήσεις, να επιδιορθώσεις και να προχωρήσεις. Μαζί, όμως, μαζί.
Νομίζω ότι οι κυβερνώντες, οι πολιτικοί, οι δεν ξέρω πώς να τους πω, θα τρόμαζαν πολύ ή, ακόμα καλύτερα, θα σκέφτονταν λίγο, αν έβλεπαν τους ανθρώπους, στο πείσμα των καιρών, που προστάζουν απομόνωση, καχυποψία και κλειδωμένες πόρτες, να ανοίγουν τις πόρτες τους και να βοηθάνε ο ένας τον άλλον.
Σε περίπτωση που δεν έχετε διαβάσει το «Περί φωτίσεως» του Ζοζέ Σαραμάγκου, σπεύστε και θα εννοήσετε τι εννοώ. Τι γίνεται σ’ αυτό το βιβλίο; Εκλογές. Πλην όμως, το λευκό ξεπερνά το 80% (δελεαστικό; Αν ήμουν στο Υπουργείο Παιδείας, το βιβλίο αυτό θα ήταν στο πρόγραμμα διδακτέας ύλης). Οπότε, υπάρχει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: δεν θέλουμε κανέναν. Τρελαίνονται όλοι οι κρατούντες και ψάχνουν να βρουν τον υποκινητή της τρομοκρατικής ενέργειας. Οι άνθρωποι όμως ελάχιστη σημασία τους δίνουν και αναδιοργανώνουν τη ζωή τους και ανακαλύπτουν από την αρχή την αλληλεγγύη και την προσωπική ευθύνη στην κοινωνία.
Αλήθεια, διαβάστε το βιβλίο. Είναι τουλάχιστον διαφωτιστικό.
Εγώ αυτά είχα να πω για την επικαιρότητα και τις εκλογές. Τώρα θα πάρω πάλι των ομματιών μου και θα ξενιτευτώ κι όταν γυρίσω, θα σας πω πως περάσαμε για να γελάσετε και πάλι, αφήστε που αυτή είναι η τελευταία εκδρομή κι όταν γυρίσουμε εγώ θα έχω κατάθλιψη και θα πρέπει να την αντιμετωπίσω.
Με τέτοια που ‘χω ψυχολογία, πως θα βγω στη συναυλία;
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Imperia ή πως να χωρίσετε σε 10 μέρες
Εσείς το ξέρετε το Imperia; Όχι; Α, δεν ξέρετε τι χάνετε, θα σας πω εγώ τι είναι το Imperia: είναι ένα διαδικτυακό μεσαιωνικό πολεμικό κολοπαίχνιδο, το οποίο παίζεται σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Διαδικτυακό σημαίνει ότι δεν παίζεις μόνος σου, παρά παρέα με άλλους βλαμμένους από όλον τον κόσμο, μεσαιωνικό σημαίνει ότι οι στρατιώτες φοράνε διχτυωτά (οι ήρωες με τα καλσόν), πολεμικό σημαίνει ότι έχεις το στρατό σου και τον στέλνεις να επιτεθεί σε άλλους στρατούς, όπως έκανες όταν ήσουν 5 χρονών κι έπαιζες με τα μολυβένια στρατιωτάκια, και κολοπαίχνιδο σημαίνει ότι μπορείς να καταστρέψεις την καριέρα σου, τη σχέση σου κι εν τέλει τη ζωή σου παίζοντας Imperia. Επίσης, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο σημαίνει ότι ο στρατός σου κάνει να πάει και να έρθει από την επίθεση όσο και αν όντως μετακινούνταν με μουλάρια και άλλα υποζύγια.
Κι εντάξει όλα αυτά με το Imperia, δε θα με ένοιαζε, να σας πω την αλήθεια, και πάρα πολύ, αν δε με επηρέαζε προσωπικώς. Και με επηρεάζει, φίλοι μου, με επηρεάζει. Διότι Imperia παίζει ο καλός μου μανιωδώς, ολημερίς κι ολονυχτίς είναι δικτυωμένος και στέλνει τους στρατούς του να επιτεθούν, περιμένει να γυρίσουν, αποκρούει άλλες επιθέσεις, φτιάχνει συμμαχίες, χτίζει πανεπιστήμια γιατί δίνουν, λέει, πολλά λεφτά (απ’ αυτό και μόνο καταλαβαίνεις πόσο χαζό είναι αυτό το παιχνίδι, που ακούστηκε τα πανεπιστήμια να δίνουν λεφτά, μόνο παίρνουν, ποτέ δεν δίνουν), αγοράζει ξυλεία και πουλάει σίδερα (σαν τους γύφτους με τα ντάτσουν που γυρνάνε στις γειτονιές και πουλάνε παλιοσίδερα), όλη τη μέρα, όμως, χωρίς υπερβολή.
Κι όταν είμαστε έξω, δε βλέπει την ώρα να γυρίσει να δει τους στρατούς του και πάνω από μία φορά έχει φύγει εξεπιτούτου από το έξω για να πάει στο κοντινό ίντερνετ καφέ να δει τι γίνεται. Και ξυπνάει στις 8 το πρωί κυριακάτικα για να αγοράσει ξυλεία που είναι φτηνή αυτή την ώρα. Άσε που χτυπάνε τα τηλέφωνα μες στη νύχτα κι εκεί που είμαι πεπεισμένη ότι έχει βρει άλλη κι είμαι έτοιμη να τον διώξω, ακούω που μιλάει στο Μήτσο, ποιά είναι η Μήτσος, του λέω, ο αρχηγός της συμμαχίας, μου απαντάει, και με πήρε να μου πει ότι μας την έπεσαν μπαμπέσικα, κοιμήσου εσύ, μωρό μου, εγώ θα μπω λίγο να δω τι γίνεται. Και ξυπνάω το πρωί κι είναι εκεί, μπροστά στην οθόνη. Ο Μήτσος, του λέω, δεν έχει άλλη δουλειά; Έχει, είναι, λέει, 42 χρονών κι έχει γυναίκα και 2 παιδιά κι είναι ιδιοκτήτης της δικής του επιχείρησης, αμ δε θα την έχει για πολύ καιρό ούτε την επιχείρηση ούτε τη γυναίκα αν συνεχίσει έτσι.
Επίσης, στο κολοπαίχνιδο υπάρχει κι ένα υποτυπώδες χρηματιστήριο, όπου όταν ανεβαίνει η ξυλεία, πέφτει το σίδερο κι όταν έχεις να πουλήσεις τα κρατάς κρυφά για να χτυπήσεις καλή τιμή, δεν έχω καταλάβει ακριβώς πως γίνεται, το θέμα είναι ότι ο Γιάννης έχει φτιάξει σελίδες επί σελίδων στο Excel για να κανονίζει το οικονομικά του Imperia, στο θεό σας, και στο πορτοφόλι του δεν ξέρει τι έχει. Μη σας πω και το άλλο, έχει ήδη κανονίσει με ποιόν θα κάνει συμμαχία και πως θα διαμορφώσει τη στρατηγική του τον επόμενο χρόνο στο Imperia κι είμαι σίγουρη ότι ξέρει την πορεία του σε βάθος 2 ετών τουλάχιστον κι όταν του πεις να σκεφτεί για τη σχέση μας, δεν μπορεί να δεσμευτεί, αγχώνεται, λέει, δεν μπορεί να κάνει σχέδια, πόσο λογικό είναι αυτό;
Και το κορυφαίο; Επειδή για να κερδίσεις στο Imperia πρέπει να κάνεις συντονισμένες επιθέσεις, έχει φτιάξει ένα λογαριασμό στο όνομά μου και παίζει και μ’ αυτόν. Οπότε τι έκανε ο αθεόφοβος; Βρήκε ένα πρόγραμμα με το οποίο μπορείς να μπεις στον υπολογιστή του άλλου και από μακριά να δουλεύεις κι απ’ αυτόν κι απ’ τον δικό σου. Και θέλει να το κάνει έτσι, διότι δεν επιτρέπεται να έχεις δύο λογαριασμούς ανοιχτούς στον ίδιο υπολογιστή ταυτόχρονα. Αυτό όμως για να γίνει θέλει, φυσικά, και τη συγκατάθεση του άλλου. Εγώ, όμως, αρνούμαι και προσπαθεί να με πείσει με διάφορες γαλιφιές, αλλά δε μασάω.
Ο καμένος. Το τρομακτικό είναι πως δεν είναι ο μόνος. Υπάρχουν πολλοί εκεί έξω, ζουν ανάμεσά μας, κι είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και πολλές ομοιοπαθούσες, ένας, λέει, πήρε διαζύγιο εξαιτίας του Imperia, θέλετε να μαζευτούμε όλες και να κάνουμε απεργία ξέρετε από τι μέχρι να σταματήσουν να παίζουν Imperia; Το κάνανε και στην αρχαία Αθήνα κι έπιασε…
Εγώ πάντως θα τον βρω αυτόν που το έφτιαξε το Imperia. Και θα τον βάλω να παίζει ασταμάτητα τα παιχνίδια με τους συνδυασμούς ρούχων και το σχέδιο μόδας που παίζει η Ρενάτα, μέχρι να παραδοθεί και να δεχτεί να καταστρέψει τους κωδικούς για το Imperia και να μη μείνει ίχνος από αυτό το πράγμα στην κυβερνομνήμη και στην ιστορία του Διαδικτύου.
Κι εντάξει όλα αυτά με το Imperia, δε θα με ένοιαζε, να σας πω την αλήθεια, και πάρα πολύ, αν δε με επηρέαζε προσωπικώς. Και με επηρεάζει, φίλοι μου, με επηρεάζει. Διότι Imperia παίζει ο καλός μου μανιωδώς, ολημερίς κι ολονυχτίς είναι δικτυωμένος και στέλνει τους στρατούς του να επιτεθούν, περιμένει να γυρίσουν, αποκρούει άλλες επιθέσεις, φτιάχνει συμμαχίες, χτίζει πανεπιστήμια γιατί δίνουν, λέει, πολλά λεφτά (απ’ αυτό και μόνο καταλαβαίνεις πόσο χαζό είναι αυτό το παιχνίδι, που ακούστηκε τα πανεπιστήμια να δίνουν λεφτά, μόνο παίρνουν, ποτέ δεν δίνουν), αγοράζει ξυλεία και πουλάει σίδερα (σαν τους γύφτους με τα ντάτσουν που γυρνάνε στις γειτονιές και πουλάνε παλιοσίδερα), όλη τη μέρα, όμως, χωρίς υπερβολή.
Κι όταν είμαστε έξω, δε βλέπει την ώρα να γυρίσει να δει τους στρατούς του και πάνω από μία φορά έχει φύγει εξεπιτούτου από το έξω για να πάει στο κοντινό ίντερνετ καφέ να δει τι γίνεται. Και ξυπνάει στις 8 το πρωί κυριακάτικα για να αγοράσει ξυλεία που είναι φτηνή αυτή την ώρα. Άσε που χτυπάνε τα τηλέφωνα μες στη νύχτα κι εκεί που είμαι πεπεισμένη ότι έχει βρει άλλη κι είμαι έτοιμη να τον διώξω, ακούω που μιλάει στο Μήτσο, ποιά είναι η Μήτσος, του λέω, ο αρχηγός της συμμαχίας, μου απαντάει, και με πήρε να μου πει ότι μας την έπεσαν μπαμπέσικα, κοιμήσου εσύ, μωρό μου, εγώ θα μπω λίγο να δω τι γίνεται. Και ξυπνάω το πρωί κι είναι εκεί, μπροστά στην οθόνη. Ο Μήτσος, του λέω, δεν έχει άλλη δουλειά; Έχει, είναι, λέει, 42 χρονών κι έχει γυναίκα και 2 παιδιά κι είναι ιδιοκτήτης της δικής του επιχείρησης, αμ δε θα την έχει για πολύ καιρό ούτε την επιχείρηση ούτε τη γυναίκα αν συνεχίσει έτσι.
Επίσης, στο κολοπαίχνιδο υπάρχει κι ένα υποτυπώδες χρηματιστήριο, όπου όταν ανεβαίνει η ξυλεία, πέφτει το σίδερο κι όταν έχεις να πουλήσεις τα κρατάς κρυφά για να χτυπήσεις καλή τιμή, δεν έχω καταλάβει ακριβώς πως γίνεται, το θέμα είναι ότι ο Γιάννης έχει φτιάξει σελίδες επί σελίδων στο Excel για να κανονίζει το οικονομικά του Imperia, στο θεό σας, και στο πορτοφόλι του δεν ξέρει τι έχει. Μη σας πω και το άλλο, έχει ήδη κανονίσει με ποιόν θα κάνει συμμαχία και πως θα διαμορφώσει τη στρατηγική του τον επόμενο χρόνο στο Imperia κι είμαι σίγουρη ότι ξέρει την πορεία του σε βάθος 2 ετών τουλάχιστον κι όταν του πεις να σκεφτεί για τη σχέση μας, δεν μπορεί να δεσμευτεί, αγχώνεται, λέει, δεν μπορεί να κάνει σχέδια, πόσο λογικό είναι αυτό;
Και το κορυφαίο; Επειδή για να κερδίσεις στο Imperia πρέπει να κάνεις συντονισμένες επιθέσεις, έχει φτιάξει ένα λογαριασμό στο όνομά μου και παίζει και μ’ αυτόν. Οπότε τι έκανε ο αθεόφοβος; Βρήκε ένα πρόγραμμα με το οποίο μπορείς να μπεις στον υπολογιστή του άλλου και από μακριά να δουλεύεις κι απ’ αυτόν κι απ’ τον δικό σου. Και θέλει να το κάνει έτσι, διότι δεν επιτρέπεται να έχεις δύο λογαριασμούς ανοιχτούς στον ίδιο υπολογιστή ταυτόχρονα. Αυτό όμως για να γίνει θέλει, φυσικά, και τη συγκατάθεση του άλλου. Εγώ, όμως, αρνούμαι και προσπαθεί να με πείσει με διάφορες γαλιφιές, αλλά δε μασάω.
Ο καμένος. Το τρομακτικό είναι πως δεν είναι ο μόνος. Υπάρχουν πολλοί εκεί έξω, ζουν ανάμεσά μας, κι είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και πολλές ομοιοπαθούσες, ένας, λέει, πήρε διαζύγιο εξαιτίας του Imperia, θέλετε να μαζευτούμε όλες και να κάνουμε απεργία ξέρετε από τι μέχρι να σταματήσουν να παίζουν Imperia; Το κάνανε και στην αρχαία Αθήνα κι έπιασε…
Εγώ πάντως θα τον βρω αυτόν που το έφτιαξε το Imperia. Και θα τον βάλω να παίζει ασταμάτητα τα παιχνίδια με τους συνδυασμούς ρούχων και το σχέδιο μόδας που παίζει η Ρενάτα, μέχρι να παραδοθεί και να δεχτεί να καταστρέψει τους κωδικούς για το Imperia και να μη μείνει ίχνος από αυτό το πράγμα στην κυβερνομνήμη και στην ιστορία του Διαδικτύου.
Το πιο μακρύ ταξίδι μου
Δεν καταλαβαίνω, αγαπημένοι μου φίλοι, γιατί πρέπει το φθινόπωρο να κάνουμε νέες αρχές και να φτιάχνουμε προγράμματα και να μπαίνουμε σε σειρά. Εγώ, το φθινόπωρο, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να κοιμάμαι χωμένη κάτω από το πάπλωμα και να πίνω σοκολάτες: καμία διάθεση δεν έχω για νέο πρόγραμμα και σειρά. Και τώρα, αφού είπα το παράπονό μου, που ξέρω ότι το συμμερίζεστε όλοι, και πριν η αδελφή μου με πει γκρινιάρα, ο Θανάσης αρνητική, η μαμά μου «αχ, κορίτσι μου» κι ο Γιάννης αρχίσει τα σεξουαλικά υπονοούμενα για το πάπλωμα, θα σας περιγράψω τη φοβερή εκδρομή μας στη Μακεδονία.
Πράγμα το οποίο θα κάνω με πόνο ψυχής, διότι υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να είναι η τελευταία μας, εκτός αν βρεθεί κάποιος χορηγός για την ταλαίπωρη Σχολή Ξεναγών της Κέρκυρας, αλλιώτικα μας βλέπω να κοιμόμαστε με σλίπινγκ μπαγκ στα πάρκα των διαφόρων πόλεων (και γκρινιάζαμε για τις κατσαρίδες στα ξενοδοχεία, αλλά, βέβαια, έτσι είναι, μόνο άμα χάσεις κάτι το εκτιμάς, γιατί, τι είχανε οι κατσαρίδες; Σου κρατάνε και συντροφιά.).
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, από την Καβάλα, τη γενέτειρα του αγαπημένου μας συμφοιτητή Τάσου. Έχει πλάκα όταν πάμε στις διάφορες γενέτειρες των διαφόρων συμφοιτητών, διότι, μολονότι κανείς δεν θέλει να το παραδεχτεί, είναι όλοι περήφανοι για τον τόπο τους: δείχνουν από ‘δω, περιγράφουν από ‘κει, το σχολείο, το φροντιστήριο, το παγκάκι του ραντεβού, το περίπτερο που αγόραζα νερό κι άλλα τέτοια, για να κάνουμε, λέει, βιωματική την ξενάγηση, η καινούργια αγαπημένη μας φράση, η βιωματική ξενάγηση, τρομάρα μας!
Η Καβάλα, που λέτε, είναι μια από τις όμορφες επαρχιακές ελληνικές πόλεις, με μια αξιοπρεπή πλακόστρωτη ανηφόρα (διότι, στην ελληνική επαρχία δεν στέκεσαι ως πόλη αν δεν έχεις την προαναφερθείσα ανηφόρα) και ένα υπερσύγχρονο νοσοκομείο, το οποίο γνωρίσαμε αρκούντως, καθώς κάμποσοι μαθητευόμενοι ξεναγοί επάθανε γαστρεντερίτιδα, τα συμπτώματα της οποίας, φαντάζομαι, τα έχετε υπόψη σας, κι αν όχι, καλύτερα.
Ως εκ τούτου, πηγαινοερχόμασταν στο νοσοκομείο και όλα ήταν μια υπερπαραγωγή: αφυδατώσεις, οροί, Zadac (κι εγώ τώρα τα έμαθα, είναι κάτι χάπια για το στομάχι), μια μανιταρόσουπα η οποία συνέβαλλε τα μάλα στην επιδείνωση, λαπάδες και χαμομήλια, η Ελένη να νομίζει ότι έχει πάθει τουλάχιστον έλκος δωδεκαδάκτυλου, αφήστε.
Έμαθα όλα τα γιατροσόφια για τον ακατάσχετο εμετό και μέσα σε όλα πεταχτήκαμε κι ως τη Θάσο, να δούμε κι εκείνο το νησί, όπου περπατήσαμε χιλιόμετρα η Βίβιαν, εγώ κι η Μαριλένα και μετά η Μαριλένα κουράστηκε και ήθελε να ανέβει στα αυτοκινητάκια αυτά που έχουν τα περίπτερα και κουνιούνται πέρα δώθε, για τα παιδάκια, τα ξέρετε; Ε, ανέβηκε, κι ας διπλώθηκε στα τέσσερα (είναι και πανύψηλη) και υποχρέωσε τον περιπτερά να τα βάλει μπροστά και για άλλη μια φορά αφήσαμε το μύθο και γίναμε θέαμα.
Επίσης, με βάση την Καβάλα και καβάλα στ’ άλογο της φιλομάθειάς μας (καλό, ε;) πήγαμε στην Ξάνθη, όπου πρέπει να σας πω ότι πολύ μεγάλη εντύπωση μου έκανε η φωνή του μουεζίνη, που καλούσε τους μουσουλμάνους σε προσευχή. Δεν είχα ξανακούσει κι ήταν πολύ περίεργη η αίσθηση που σου άφηνε, λίγο σα να είσαι σε ξένη χώρα, αλλά, όχι, είσαι στη χώρα σου, μόνο που εδώ ζουν κι άλλοι, λίγο διαφορετικοί από σένα κι όμως τόσο ίδιοι. Γενικώς, η Ξάνθη ήταν λίγο μια άλλη χώρα, πολύ ατμοσφαιρική κι εντελώς χειμωνιάτικη πόλη.
Από την Καβάλα και θαυμάζοντας τη μαγευτική μακεδονική φύση, με τα πορτοκαλί και τα καφετιά που δεν τα βάζει ο νους και τις καταπράσινες πεδιάδες δροσισμένες από τη βροχή και γάργαρα νερά να ακούγονται παντού (και να μας υποχρεώνουν σε αμέτρητες στάσεις για τουαλέτα, στις οποίες μετά την τουαλέτα έπαιρναν καφέ να πιουν, είναι λογικό τώρα αυτό;), φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Τι να πω τώρα εγώ για τη Θεσσαλονίκη; Ας μην πω τίποτε, διότι θα με βρίσουν όλοι-μα γιατί η συνήθης κατάληξη είναι να με βρίζουν; Μήπως πρέπει να το προσέξω;
Βασικά, αυτό που έμεινε στους περισσότερους από τη Θεσσαλονίκη είναι οι εκκλησιές, σάμπως είδαμε και τίποτε άλλο; Κάτι ανάκτορα εκεί του Γαλερίου, τι να φτουρήσουν, άμα έχεις φάει στη μάπα καμιά 10-15 εκκλησιές; Επίσης, αυτό που έμεινε σε όλους μας είναι ένα άδειο πορτοφόλι, διότι και ψώνια να μην κάνεις (μα, κύριε Ζάρα μου, είναι δυνατόν, μας έχετε καταστρέψει με όλα αυτά τα ωραία σας, εσείς κι ο κύριος Μάνγκος, απαπά, φωτιά είστε!), ένα τσουρέκι, μια κρέπα, έναν καφέ, ένα κάτι θα το φας! Όπως καταλαβαίνετε, και άφραγκες και χοντρές, μεγάλη πίκρα. Επιπλέον, εγώ έφαγα και τη φλασιά με τον κοινωνικό κύκλο που γλαφυρά σας περιέγραψα και με έβρισε κι η καλή μου φιλενάδα Δώρα, η οποία όμως διόλου δεν εκτίμησε το γεγονός ότι αγόγγυστα την ακολούθησα σε κάτι εγκαίνια ενός πολυχώρου τέχνης, απ’ αυτούς που μόνο στη Θεσσαλονίκη βρίσκεις πια, νομίζω.
Δεν πειράζει, όμως, πολύ ωραία περάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η οποία κατά γενική ομολογία είναι αγαπημένη πόλη: όλη μέρα τριγυρίζαμε και μας φυσούσε ο αέρας, μας θαύμαζαν τ’ αγόρια, χανόμασταν στο πλήθος, εγώ τους έδειχνα τα πάντα και τους έσπασα τα νεύρα, μπαινοβγαίναμε στα μαγαζιά και δοκιμάζαμε ρούχα, χαζεύαμε στα βιβλιοπωλεία, μυρίζαμε τα τσουρέκια, ήταν θαύμα όπως πάντα! Συν το ότι εγώ έκανα χρήση του δικαιώματός μου να μείνω στο σπίτι της αδελφής μου κι έτσι γλίτωσα το μέτριο έως άθλιο ξενοδοχείο με το τουλάχιστον υπαινικτικό όνομα Telioni…
Αφού μετρήσαμε όλες τις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης και πατήσαμε κάθε ιερό πλακάκι των φοιτητικών μου χρόνων, πήγαμε στη Βέροια, όπου ήταν η βάση μας για διάφορες εξορμήσεις αρχαιολογικής, εννοείται, φύσεως κι όπου φάγαμε το κρύο της αρκούδας, σκοτώσαμε τα γνωστά πλέον αρθρόποδα-συγκατοίκους (Ελένη, ήρθε η ώρα να σου το πω: το πρώτο βράδυ βρήκα ένα έντομο και το εξουδετέρωσα, η Βίβιαν ήταν στο δωμάτιο, τυχαίο; Δε νομίζω!) και παίξαμε Jungle Speed, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, στο οποίο είμαι κορυφή, ό, τι και να λέει ο φίλος Μιχάλης. Πήγαμε στη Βεργίνα, στην Πέλλα, στο Δίον, πολύ ωραίοι χώροι όλοι, με δέντρα, φυσικά, και τα απαραίτητα ερείπια. Χορτάσαμε βροχή και μακεδονικούς τάφους, α, ναι, δεν έχουμε παράπονο, από τάφους είμαστε πλήρεις.
Εμένα, βέβαια, λίγο άρρωστο μου φαίνεται αυτό, που χαιρόμαστε με τους τάφους, σαν τους τυμβωρύχους κι αντί ν’ αφήσουμε τους ανθρώπους ήσυχους στην αιωνιότητά τους, εμείς πάμε και τα ανασκαλεύουμε, όπως εκείνον τον τάφο της Κρίσεως, όπως λέγεται, με μια θαυμάσια τοιχογραφία στην πρόσοψή του, όπου προφανώς νευρίασε ο κάτοχος του τάφου: την πλήρωσε η Εύη, η οποία γλίστρησε η κακομοίρα και πήρε μια τούμπα, πολύ φτηνά το γλίτωσε το σπασμένο κεφάλι. Κι αυτό χάρη στα μαλλιά του Γιώργου, από τα οποία πιάστηκε κατά την πτώση, ευτυχώς που ήταν εκεί ο Γιώργος που έχει μαλλιά, διότι έτσι κι είχε πετύχει κανέναν άλλον από τους συμμαθητές μας, εκεί θα είχε μείνει…
Ύστερα από όλα αυτά κι επειδή είχαν περάσει ήδη 2 εβδομάδες, οι Κορφιάτες είχανε πάθει στερητικό σύνδρομο (είμαι σίγουρη που κάποιοι από αυτούς έχουν μαζί τους ομοίωμα του φρουρίου και εννοείται εικονίτσα τ’ αγιού και το βράδυ τα βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να κοιμηθούν) και είχανε τελειώσει τα καθαρά ρούχα σε όλους και όχι μόνο στους συνήθεις υπόπτους, γυρίσαμε, άφραγκοι, κουρασμένοι, αφυδατωμένοι, αλλά κατά τι σοφότεροι και σίγουρα πανέτοιμοι για το επόμενο ταξίδι (μόνο τα πλυντήρια να βάλω, παιδιά, και φύγαμε!).
Πράγμα το οποίο θα κάνω με πόνο ψυχής, διότι υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να είναι η τελευταία μας, εκτός αν βρεθεί κάποιος χορηγός για την ταλαίπωρη Σχολή Ξεναγών της Κέρκυρας, αλλιώτικα μας βλέπω να κοιμόμαστε με σλίπινγκ μπαγκ στα πάρκα των διαφόρων πόλεων (και γκρινιάζαμε για τις κατσαρίδες στα ξενοδοχεία, αλλά, βέβαια, έτσι είναι, μόνο άμα χάσεις κάτι το εκτιμάς, γιατί, τι είχανε οι κατσαρίδες; Σου κρατάνε και συντροφιά.).
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, από την Καβάλα, τη γενέτειρα του αγαπημένου μας συμφοιτητή Τάσου. Έχει πλάκα όταν πάμε στις διάφορες γενέτειρες των διαφόρων συμφοιτητών, διότι, μολονότι κανείς δεν θέλει να το παραδεχτεί, είναι όλοι περήφανοι για τον τόπο τους: δείχνουν από ‘δω, περιγράφουν από ‘κει, το σχολείο, το φροντιστήριο, το παγκάκι του ραντεβού, το περίπτερο που αγόραζα νερό κι άλλα τέτοια, για να κάνουμε, λέει, βιωματική την ξενάγηση, η καινούργια αγαπημένη μας φράση, η βιωματική ξενάγηση, τρομάρα μας!
Η Καβάλα, που λέτε, είναι μια από τις όμορφες επαρχιακές ελληνικές πόλεις, με μια αξιοπρεπή πλακόστρωτη ανηφόρα (διότι, στην ελληνική επαρχία δεν στέκεσαι ως πόλη αν δεν έχεις την προαναφερθείσα ανηφόρα) και ένα υπερσύγχρονο νοσοκομείο, το οποίο γνωρίσαμε αρκούντως, καθώς κάμποσοι μαθητευόμενοι ξεναγοί επάθανε γαστρεντερίτιδα, τα συμπτώματα της οποίας, φαντάζομαι, τα έχετε υπόψη σας, κι αν όχι, καλύτερα.
Ως εκ τούτου, πηγαινοερχόμασταν στο νοσοκομείο και όλα ήταν μια υπερπαραγωγή: αφυδατώσεις, οροί, Zadac (κι εγώ τώρα τα έμαθα, είναι κάτι χάπια για το στομάχι), μια μανιταρόσουπα η οποία συνέβαλλε τα μάλα στην επιδείνωση, λαπάδες και χαμομήλια, η Ελένη να νομίζει ότι έχει πάθει τουλάχιστον έλκος δωδεκαδάκτυλου, αφήστε.
Έμαθα όλα τα γιατροσόφια για τον ακατάσχετο εμετό και μέσα σε όλα πεταχτήκαμε κι ως τη Θάσο, να δούμε κι εκείνο το νησί, όπου περπατήσαμε χιλιόμετρα η Βίβιαν, εγώ κι η Μαριλένα και μετά η Μαριλένα κουράστηκε και ήθελε να ανέβει στα αυτοκινητάκια αυτά που έχουν τα περίπτερα και κουνιούνται πέρα δώθε, για τα παιδάκια, τα ξέρετε; Ε, ανέβηκε, κι ας διπλώθηκε στα τέσσερα (είναι και πανύψηλη) και υποχρέωσε τον περιπτερά να τα βάλει μπροστά και για άλλη μια φορά αφήσαμε το μύθο και γίναμε θέαμα.
Επίσης, με βάση την Καβάλα και καβάλα στ’ άλογο της φιλομάθειάς μας (καλό, ε;) πήγαμε στην Ξάνθη, όπου πρέπει να σας πω ότι πολύ μεγάλη εντύπωση μου έκανε η φωνή του μουεζίνη, που καλούσε τους μουσουλμάνους σε προσευχή. Δεν είχα ξανακούσει κι ήταν πολύ περίεργη η αίσθηση που σου άφηνε, λίγο σα να είσαι σε ξένη χώρα, αλλά, όχι, είσαι στη χώρα σου, μόνο που εδώ ζουν κι άλλοι, λίγο διαφορετικοί από σένα κι όμως τόσο ίδιοι. Γενικώς, η Ξάνθη ήταν λίγο μια άλλη χώρα, πολύ ατμοσφαιρική κι εντελώς χειμωνιάτικη πόλη.
Από την Καβάλα και θαυμάζοντας τη μαγευτική μακεδονική φύση, με τα πορτοκαλί και τα καφετιά που δεν τα βάζει ο νους και τις καταπράσινες πεδιάδες δροσισμένες από τη βροχή και γάργαρα νερά να ακούγονται παντού (και να μας υποχρεώνουν σε αμέτρητες στάσεις για τουαλέτα, στις οποίες μετά την τουαλέτα έπαιρναν καφέ να πιουν, είναι λογικό τώρα αυτό;), φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Τι να πω τώρα εγώ για τη Θεσσαλονίκη; Ας μην πω τίποτε, διότι θα με βρίσουν όλοι-μα γιατί η συνήθης κατάληξη είναι να με βρίζουν; Μήπως πρέπει να το προσέξω;
Βασικά, αυτό που έμεινε στους περισσότερους από τη Θεσσαλονίκη είναι οι εκκλησιές, σάμπως είδαμε και τίποτε άλλο; Κάτι ανάκτορα εκεί του Γαλερίου, τι να φτουρήσουν, άμα έχεις φάει στη μάπα καμιά 10-15 εκκλησιές; Επίσης, αυτό που έμεινε σε όλους μας είναι ένα άδειο πορτοφόλι, διότι και ψώνια να μην κάνεις (μα, κύριε Ζάρα μου, είναι δυνατόν, μας έχετε καταστρέψει με όλα αυτά τα ωραία σας, εσείς κι ο κύριος Μάνγκος, απαπά, φωτιά είστε!), ένα τσουρέκι, μια κρέπα, έναν καφέ, ένα κάτι θα το φας! Όπως καταλαβαίνετε, και άφραγκες και χοντρές, μεγάλη πίκρα. Επιπλέον, εγώ έφαγα και τη φλασιά με τον κοινωνικό κύκλο που γλαφυρά σας περιέγραψα και με έβρισε κι η καλή μου φιλενάδα Δώρα, η οποία όμως διόλου δεν εκτίμησε το γεγονός ότι αγόγγυστα την ακολούθησα σε κάτι εγκαίνια ενός πολυχώρου τέχνης, απ’ αυτούς που μόνο στη Θεσσαλονίκη βρίσκεις πια, νομίζω.
Δεν πειράζει, όμως, πολύ ωραία περάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η οποία κατά γενική ομολογία είναι αγαπημένη πόλη: όλη μέρα τριγυρίζαμε και μας φυσούσε ο αέρας, μας θαύμαζαν τ’ αγόρια, χανόμασταν στο πλήθος, εγώ τους έδειχνα τα πάντα και τους έσπασα τα νεύρα, μπαινοβγαίναμε στα μαγαζιά και δοκιμάζαμε ρούχα, χαζεύαμε στα βιβλιοπωλεία, μυρίζαμε τα τσουρέκια, ήταν θαύμα όπως πάντα! Συν το ότι εγώ έκανα χρήση του δικαιώματός μου να μείνω στο σπίτι της αδελφής μου κι έτσι γλίτωσα το μέτριο έως άθλιο ξενοδοχείο με το τουλάχιστον υπαινικτικό όνομα Telioni…
Αφού μετρήσαμε όλες τις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης και πατήσαμε κάθε ιερό πλακάκι των φοιτητικών μου χρόνων, πήγαμε στη Βέροια, όπου ήταν η βάση μας για διάφορες εξορμήσεις αρχαιολογικής, εννοείται, φύσεως κι όπου φάγαμε το κρύο της αρκούδας, σκοτώσαμε τα γνωστά πλέον αρθρόποδα-συγκατοίκους (Ελένη, ήρθε η ώρα να σου το πω: το πρώτο βράδυ βρήκα ένα έντομο και το εξουδετέρωσα, η Βίβιαν ήταν στο δωμάτιο, τυχαίο; Δε νομίζω!) και παίξαμε Jungle Speed, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, στο οποίο είμαι κορυφή, ό, τι και να λέει ο φίλος Μιχάλης. Πήγαμε στη Βεργίνα, στην Πέλλα, στο Δίον, πολύ ωραίοι χώροι όλοι, με δέντρα, φυσικά, και τα απαραίτητα ερείπια. Χορτάσαμε βροχή και μακεδονικούς τάφους, α, ναι, δεν έχουμε παράπονο, από τάφους είμαστε πλήρεις.
Εμένα, βέβαια, λίγο άρρωστο μου φαίνεται αυτό, που χαιρόμαστε με τους τάφους, σαν τους τυμβωρύχους κι αντί ν’ αφήσουμε τους ανθρώπους ήσυχους στην αιωνιότητά τους, εμείς πάμε και τα ανασκαλεύουμε, όπως εκείνον τον τάφο της Κρίσεως, όπως λέγεται, με μια θαυμάσια τοιχογραφία στην πρόσοψή του, όπου προφανώς νευρίασε ο κάτοχος του τάφου: την πλήρωσε η Εύη, η οποία γλίστρησε η κακομοίρα και πήρε μια τούμπα, πολύ φτηνά το γλίτωσε το σπασμένο κεφάλι. Κι αυτό χάρη στα μαλλιά του Γιώργου, από τα οποία πιάστηκε κατά την πτώση, ευτυχώς που ήταν εκεί ο Γιώργος που έχει μαλλιά, διότι έτσι κι είχε πετύχει κανέναν άλλον από τους συμμαθητές μας, εκεί θα είχε μείνει…
Ύστερα από όλα αυτά κι επειδή είχαν περάσει ήδη 2 εβδομάδες, οι Κορφιάτες είχανε πάθει στερητικό σύνδρομο (είμαι σίγουρη που κάποιοι από αυτούς έχουν μαζί τους ομοίωμα του φρουρίου και εννοείται εικονίτσα τ’ αγιού και το βράδυ τα βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να κοιμηθούν) και είχανε τελειώσει τα καθαρά ρούχα σε όλους και όχι μόνο στους συνήθεις υπόπτους, γυρίσαμε, άφραγκοι, κουρασμένοι, αφυδατωμένοι, αλλά κατά τι σοφότεροι και σίγουρα πανέτοιμοι για το επόμενο ταξίδι (μόνο τα πλυντήρια να βάλω, παιδιά, και φύγαμε!).
Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010
Δαμάζοντας τα κύματα...
Δεν είχα υπολογιστή, γιατί ταξίδευα για την αγαπημένη μου πόλη-όχι το Τόκυο, την άλλη αγαπημένη μου πόλη, τη Θεσσαλονίκη, οπότε έγραψα αυτό το ομολογουμένως λίγο πιο χαρούμενο από το προηγούμενο άρθρο σ’ ένα τετράδιο, πολύ ευχάριστο, με εικόνες από ασπρόμαυρες ταινίες, όπου φιλιούνται διάφοροι παλιοί πανέμορφοι ηθοποιοί.
Το κατάλληλο τετράδιο για να γράψεις ένα άρθρο για τον έρωτα.
Επίσης, είναι καλό καμιά φορά να γράφεις και στο χέρι, γυρνάς λίγο πίσω κι ίσως μπορέσεις να θυμηθείς πράγματα από το παρελθόν: πώς συναντιόσουν με τους φίλους σου πριν έρθουν τα κινητά-τυχαία; Είχαμε όλοι το κληρονομικό χάρισμα της ενόρασης; Δεν το καταλαβαίνω, τώρα γιατί πρέπει να μιλήσουμε 14 φορές πριν το ραντεβού;
Ξεφεύγω, όμως, και το θέμα μας είναι ο έρωτας. Ο έρωτας, που λέτε, φίλοι μου, πιστεύω, τον αλλάζει τον άνθρωπο. Τον κάνει πιο ήρεμο, προσηνή, γαλήνιο, ευχάριστο (σχετικά), να χαμογελά περισσότερο και να μιλά καλύτερα (τον φυσιολογικό άνθρωπο. Διότι τον βλαμμένο δεν τον σώζει ούτε ο έρωτας ούτε ο Δαλάι Λάμα ούτε τίποτα).
Και το λέω αυτό, διότι τελευταία βλέπω διάφορους έρωτες τριγύρω μου να γεννιούνται και να ανθίζουν και να κάνουν όλα αυτά που συνήθως κάνει ένας έρωτας. Και παράλληλα βλέπω διάφορους ερωτευμένους φίλους μου (ξέρουν αυτοί, δεν θα τους δώσω τώρα στεγνά) να παθαίνουν όλα τα προαναφερθέντα.
Εγώ; Α, εγώ είμαι μονίμως ερωτευμένη (με το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, πρέπει να ξέρετε, είναι σαν αυτούς τους παλιούς ηθοποιούς που σας έλεγα) και γι’ αυτό δεν παρατηρούνται αλλαγές επάνω μου: χαμογελάω ηλιθιωδώς και χαχανίζω αδιακρίτως, σαν τη Γιαδικιάρογλου, από γεννησιμιού μου, διότι και πριν το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, εγώ ερωτευόμουν σε εβδομαδιαία βάση.
Τέλοσπαντων, εντάξει, δεν ήταν όλα αυτά έρωτες, καθώς, ο πραγματικός έρωτας όταν έρθει, αντίθετα με ό, τι πιστεύεται, δεν τον καταλαβαίνεις, διότι σε βαράει κατακέφαλα, είτε σιγά σιγά και ύπουλα είτε άμεσα και δραστικά, δεν έχει σημασία, το κατακέφαλα παραμένει: σου διαλύει την αντίληψη, σου κόβει τα γόνατα και σου αλλάζει τον αδόξαστο γενικώς.
Και μετά, μένεις εκεί ξέπνοος, προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις το τσουνάμι που σε πέτυχε και να το διαχειριστείς. Σιγά. Άμα ξέρετε εσείς κανέναν που να το διαχειρίστηκε, να μου τον δείξετε.
Αδύνατον να διαχειριστείς ένα τσουνάμι. Δεν μπορείς να το αποφύγεις ούτε να του κρυφτείς, να το ξεγελάσεις, δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν (το χρόνο ή τον εαυτό σου). Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κάθεσαι σαν το βλάκα μπροστά στην οθόνη του 131 και να κοιτάς τη διεύθυνση και το τηλέφωνό του: τα έκανα αυτά όταν δούλευα εκεί, πατούσα το κουμπί που έλεγε ότι δεν δεχόμουν κλήσεις και για κάνα δεκάλεπτο κοιτούσα.
Τέλοσπαντων, όταν δεν κάνεις τέτοιες βλακείες κι όταν τα καταφέρνεις και συγκρατείσαι να μην κλάψεις με τη Μαρία την άσχημη επειδή βρίσκεις παραλληλισμούς ανάμεσα στη δική σου και τη δική της ερωτική ιστορία (βασικά, βρίσκεις παραλληλισμούς ανάμεσα στη δική σου και σε οποιαδήποτε ερωτική ιστορία και κυρίως στις τραγικές, Ρωμαίος κι Ιουλιέτα, Δάφνις και Χλόη κι άλλα τέτοια), το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον ζήσεις τον έρωτά σου.
Άλλωστε, και με τα κύματα πιο εύκολο είναι να βουλιάξεις μέσα τους παρά να τα αφήσεις να σπάσουν πάνω σου ή να τα δαμάσεις: είδατε ο Λαρς φον Τρίερ τι έπαθε. Και μετά, με όσο κουράγιο σου έχει απομείνει, να ξεκινήσεις για «νέες ήττες, για νέες συντριβές».
Το κατάλληλο τετράδιο για να γράψεις ένα άρθρο για τον έρωτα.
Επίσης, είναι καλό καμιά φορά να γράφεις και στο χέρι, γυρνάς λίγο πίσω κι ίσως μπορέσεις να θυμηθείς πράγματα από το παρελθόν: πώς συναντιόσουν με τους φίλους σου πριν έρθουν τα κινητά-τυχαία; Είχαμε όλοι το κληρονομικό χάρισμα της ενόρασης; Δεν το καταλαβαίνω, τώρα γιατί πρέπει να μιλήσουμε 14 φορές πριν το ραντεβού;
Ξεφεύγω, όμως, και το θέμα μας είναι ο έρωτας. Ο έρωτας, που λέτε, φίλοι μου, πιστεύω, τον αλλάζει τον άνθρωπο. Τον κάνει πιο ήρεμο, προσηνή, γαλήνιο, ευχάριστο (σχετικά), να χαμογελά περισσότερο και να μιλά καλύτερα (τον φυσιολογικό άνθρωπο. Διότι τον βλαμμένο δεν τον σώζει ούτε ο έρωτας ούτε ο Δαλάι Λάμα ούτε τίποτα).
Και το λέω αυτό, διότι τελευταία βλέπω διάφορους έρωτες τριγύρω μου να γεννιούνται και να ανθίζουν και να κάνουν όλα αυτά που συνήθως κάνει ένας έρωτας. Και παράλληλα βλέπω διάφορους ερωτευμένους φίλους μου (ξέρουν αυτοί, δεν θα τους δώσω τώρα στεγνά) να παθαίνουν όλα τα προαναφερθέντα.
Εγώ; Α, εγώ είμαι μονίμως ερωτευμένη (με το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, πρέπει να ξέρετε, είναι σαν αυτούς τους παλιούς ηθοποιούς που σας έλεγα) και γι’ αυτό δεν παρατηρούνται αλλαγές επάνω μου: χαμογελάω ηλιθιωδώς και χαχανίζω αδιακρίτως, σαν τη Γιαδικιάρογλου, από γεννησιμιού μου, διότι και πριν το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, εγώ ερωτευόμουν σε εβδομαδιαία βάση.
Τέλοσπαντων, εντάξει, δεν ήταν όλα αυτά έρωτες, καθώς, ο πραγματικός έρωτας όταν έρθει, αντίθετα με ό, τι πιστεύεται, δεν τον καταλαβαίνεις, διότι σε βαράει κατακέφαλα, είτε σιγά σιγά και ύπουλα είτε άμεσα και δραστικά, δεν έχει σημασία, το κατακέφαλα παραμένει: σου διαλύει την αντίληψη, σου κόβει τα γόνατα και σου αλλάζει τον αδόξαστο γενικώς.
Και μετά, μένεις εκεί ξέπνοος, προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις το τσουνάμι που σε πέτυχε και να το διαχειριστείς. Σιγά. Άμα ξέρετε εσείς κανέναν που να το διαχειρίστηκε, να μου τον δείξετε.
Αδύνατον να διαχειριστείς ένα τσουνάμι. Δεν μπορείς να το αποφύγεις ούτε να του κρυφτείς, να το ξεγελάσεις, δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν (το χρόνο ή τον εαυτό σου). Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κάθεσαι σαν το βλάκα μπροστά στην οθόνη του 131 και να κοιτάς τη διεύθυνση και το τηλέφωνό του: τα έκανα αυτά όταν δούλευα εκεί, πατούσα το κουμπί που έλεγε ότι δεν δεχόμουν κλήσεις και για κάνα δεκάλεπτο κοιτούσα.
Τέλοσπαντων, όταν δεν κάνεις τέτοιες βλακείες κι όταν τα καταφέρνεις και συγκρατείσαι να μην κλάψεις με τη Μαρία την άσχημη επειδή βρίσκεις παραλληλισμούς ανάμεσα στη δική σου και τη δική της ερωτική ιστορία (βασικά, βρίσκεις παραλληλισμούς ανάμεσα στη δική σου και σε οποιαδήποτε ερωτική ιστορία και κυρίως στις τραγικές, Ρωμαίος κι Ιουλιέτα, Δάφνις και Χλόη κι άλλα τέτοια), το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον ζήσεις τον έρωτά σου.
Άλλωστε, και με τα κύματα πιο εύκολο είναι να βουλιάξεις μέσα τους παρά να τα αφήσεις να σπάσουν πάνω σου ή να τα δαμάσεις: είδατε ο Λαρς φον Τρίερ τι έπαθε. Και μετά, με όσο κουράγιο σου έχει απομείνει, να ξεκινήσεις για «νέες ήττες, για νέες συντριβές».
Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010
Πίκρα.
Εντάξει, προσέξτε τώρα τι έχω πάθει: έχω ένα άρθρο στο τετράδιό μου έτοιμο, διότι δεν είμαι σπίτι κι εκεί που είμαι δεν έχω ίντερνετ, οπότε το έγραψα στο τετράδιό μου ταξιδεύοντας.
Πλην, όμως, τώρα έχουν γίνει πάρα πολλά πράγματα και είναι παντελώς άκυρο να ανεβάσω ένα άσχετο άρθρο, το οποίο είναι και για τον έρωτα (ακόμα πιο άσχετο θέμα). Λέω, λοιπόν, να γράψω τους διάφορους πόνους που έχω εγώ και οι γύρω μου και να είμαι μέσα στο κλίμα.
Καταρχήν, η Ρενάτα δίνει αύριο κάτι πολύ σημαντικές εξετάσεις και τώρα μάλλον τα 'χει παίξει από το άγχος εγώ δεν είμαι εκεί, καλά, γενικώς, υπάρχει αυτό το πρόβλημα: ποτέ δεν είμαι κάπου όταν πραγματικά πρέπει, είμαι μόνο όταν δεν χρειάζεται και πάρα πολύ, αλλά δεν θα το κάνω θέμα τώρα.
Επίσης, ήρθα στην πόλη μου μετά από 3 χρόνια περίπου και διαπίστωσα τα εξής εξαιρετικά απογοητευτικά πράγματα: 1. οι παλιοί μου φίλοι έχουν κάνει καινούργιους φίλους, τους οποίους εγώ δεν ξέρω. 2. ο κοινωνικός κύκλος μου έχει συρρικνωθεί έως έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. 3. η Δώρα αγχώθηκε διότι δεν της έχω εκθέσει τα σχέδιά μου για το μέλλον, με τα οποία έτσι κι αλλιώς δε νομίζω να συμφωνήσει.
Σε γενικές γραμμές, νιώθω για άλλη μια φορά ελαφρώς πρόσφυγας. Που είμαι, που θα επιστρέψω, από που θα φύγω και που θα καταλήξω τελικά; Έχω και το Γιάννη, ο οποίος παθαίνει κάτι παραπλήσιο σε υστερική κρίση όταν λέω τη φράση "σπίτι μας", τι θα κάνω, δεν ξέρω.
Να γράψω, λοιπόν, για όλα αυτά ή να ανεβάσω το έτοιμο, χαλαρό και χαριτωμένο άρθρο για τον έρωτα; Οέο;
Εν πάση περιπτώσει, θα το αφήσω φλου το θέμα. Υποθέτω πως όλα θα πάρουν μόνα τους το δρόμο τους. Θα συνεχίσω τώρα την εκδρομή μου στη Μακεδονία κι όταν γυρίσω, θα σας πω τι έγινε να γελάσετε.
Πλην, όμως, τώρα έχουν γίνει πάρα πολλά πράγματα και είναι παντελώς άκυρο να ανεβάσω ένα άσχετο άρθρο, το οποίο είναι και για τον έρωτα (ακόμα πιο άσχετο θέμα). Λέω, λοιπόν, να γράψω τους διάφορους πόνους που έχω εγώ και οι γύρω μου και να είμαι μέσα στο κλίμα.
Καταρχήν, η Ρενάτα δίνει αύριο κάτι πολύ σημαντικές εξετάσεις και τώρα μάλλον τα 'χει παίξει από το άγχος εγώ δεν είμαι εκεί, καλά, γενικώς, υπάρχει αυτό το πρόβλημα: ποτέ δεν είμαι κάπου όταν πραγματικά πρέπει, είμαι μόνο όταν δεν χρειάζεται και πάρα πολύ, αλλά δεν θα το κάνω θέμα τώρα.
Επίσης, ήρθα στην πόλη μου μετά από 3 χρόνια περίπου και διαπίστωσα τα εξής εξαιρετικά απογοητευτικά πράγματα: 1. οι παλιοί μου φίλοι έχουν κάνει καινούργιους φίλους, τους οποίους εγώ δεν ξέρω. 2. ο κοινωνικός κύκλος μου έχει συρρικνωθεί έως έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. 3. η Δώρα αγχώθηκε διότι δεν της έχω εκθέσει τα σχέδιά μου για το μέλλον, με τα οποία έτσι κι αλλιώς δε νομίζω να συμφωνήσει.
Σε γενικές γραμμές, νιώθω για άλλη μια φορά ελαφρώς πρόσφυγας. Που είμαι, που θα επιστρέψω, από που θα φύγω και που θα καταλήξω τελικά; Έχω και το Γιάννη, ο οποίος παθαίνει κάτι παραπλήσιο σε υστερική κρίση όταν λέω τη φράση "σπίτι μας", τι θα κάνω, δεν ξέρω.
Να γράψω, λοιπόν, για όλα αυτά ή να ανεβάσω το έτοιμο, χαλαρό και χαριτωμένο άρθρο για τον έρωτα; Οέο;
Εν πάση περιπτώσει, θα το αφήσω φλου το θέμα. Υποθέτω πως όλα θα πάρουν μόνα τους το δρόμο τους. Θα συνεχίσω τώρα την εκδρομή μου στη Μακεδονία κι όταν γυρίσω, θα σας πω τι έγινε να γελάσετε.
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Οι καλοί και οι φελλοί
Κυριακή πρωί, κάνει μαύρο ψόφο κι έχω ξετρυπώσει μια μάλλινη γκρι ζακέτα, υπέρκομψη, δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο ταιριάζει με τη φόρμα μου! Ενδεδυμένη καταλλήλως, λοιπόν, και εννοείται με μαλλιά σαν τον κήπο της τρελής, κάθομαι να μελετήσω Βυζαντινή Αρχαιολογία: αδύνατον.
Αγαπητή Ελένη, αν διαβάσεις την ανάρτηση, θα ξέρεις τι σε περιμένει αύριο. Αν όχι, τόσο το χειρότερο.(Η Ελένη είναι η καθηγήτριά μου της Βυζαντινής Αρχαιολογίας, που θα με εξετάσει αύριο, η δύσμοιρη).
Αδύνατον, παιδιά, να διαβάσω. Διότι, πρώτον, έχω βαρεθεί στη ζωή μου να διαβάζω και, δεύτερον, έχω ήδη το bloody πτυχίο της Αρχαιολογίας, το έχω, να μη σας νοιάζει πως το απέκτησα, το θέμα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μου το πάρει πίσω, για ποιο λόγο πρέπει να ξαναδώσω τις ίδιες εξετάσεις για να γίνω ξεναγός, ε;
Αλλά, βέβαια, που πάει ο ξεναγός άμα δεν ξέρει τι είναι το ημιχώνιο και τι είναι η ημικυλινδρική καμάρα, άσε πια το αυτονόητο του σύνθετου οκταγωνικού και της ογκηρής τεχνοτροπίας.
Εν πάση περιπτώσει, δε σας ενδιαφέρουν όλες αυτές οι άγνωστες λέξεις, που μερικοί ίσως τις περάσατε και για βρισιές (εγώ δε σε είπα ημιχώνιο ποτέ), απλά χρησιμοποιώ αυτό το αίσθημα της ματαιότητος που μου δημιουργούν εμένα αυτές οι εξετάσεις ως έναυσμα (αγαπημένη λέξη) για άλλο ένα παραλήρημα-άρθρο. Αυτή τη ματαιότητα, λοιπόν, προφανώς τη νιώθουν πάρα πολλοί άνθρωποι, νέοι ή όχι και τόσο νέοι, στην Ελλάδα και σε διάφορα επίπεδα ή εκφάνσεις της ζωής τους και γι’ αυτό παίρνουν των ομματιών τους και ξενιτεύονται.
Είχε, λέει, το προηγούμενο ΒΗΜagazino δημοσιεύσει τις ιστορίες 8 ελλήνων που έχουν βρει δουλειά και καταφύγιο στη Βαρκελώνη. Επίσης, έχει δημοσιευτεί έρευνα σχετική με τους γιατρούς στη Σουηδία: περισσότεροι από τους μισούς είναι μη Σουηδοί, με πάρα πολλούς από αυτούς να είναι Έλληνες. Για την ακρίβεια, οι Έλληνες γιατροί στη Σουηδία είναι όσοι και οι Γερμανοί γιατροί στη Σουηδία, τη στιγμή που η Ελλάδα έχει περί τα 11 εκ. πληθυσμό, ενώ η Γερμανία πόσο, δεν ξέρω, καμιά 7-8 φορές παραπάνω; Και, βέβαια, πέρα από τις δημοσιευμένες έρευνες και ιστορίες, εσείς οι ίδιοι πόσους γνωστούς έχετε που ζουν στα εξωτερικά ή που πολύ θα ήθελαν; Εγώ, πάντως, ανησυχητικά πολλούς. Όλοι αυτοί έφυγαν ή επιθυμούν διακαώς να φύγουν από αυτή την άθλια χώρα. Άριστα έπραξαν, μολονότι όπου και να πάνε, η Ελλάδα θα τους προδίδει, όπως είχε πει κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου.
Άριστα έπραξαν, διότι εκεί που πήγαν ζούνε καλύτερα, αν και τους λείπουν οι σκεπές της Ελλάδας, που λέει κι ο Μηνάς, παίρνουν τα λεφτά που τους αξίζουν, βοηθάνε όσο θα ήθελαν την οικογένειά τους, έχουν καλούς συνεργάτες, ωραίο περιβάλλον, ασφάλεια και πάρα πολλά άλλα πράγματα, αναγνώριση, επιβράβευση, και δεν ξέρω τι άλλο, διότι εγώ ουδέποτε έζησα στο εξωτερικό, πλην εκείνων των ημερών στο Τόκυο, όπου πράγματι τα είχα αυτά όλα.
Αυτή είναι η μία πλευρά.
Την άλλη πλευρά την εξέθεσε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης σε μια συνέντευξη στο 7 της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας: «Θα κάτσω εδώ, να δεχτώ το δώρο της ταπείνωσης (…) του ανθρώπου που, ενώ μικρός ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, στη δύσκολη στιγμή δεν μπορεί ούτε τη γειτονιά του να κάνει καλύτερη. Εδώ, λοιπόν, να με δω στην πράξη. Γιατί στα λόγια υπήρξα αρκετά καλός…», λέει ο Αλκίνοος. Εντάξει, μην αρχίσετε τη γκρίνια, ναι, άνθρωποι σαν αυτόν μιλάνε ελαφρώς εκ του ασφαλούς, αλλά εδώ θα με βρει σύμφωνη.
Κι εγώ εδώ θα κάτσω, φίλοι μου(όχι ότι μπορώ να κάνω κι αλλιώς δηλαδή, εκ του ασφαλούς κι εγώ, καμιά πρόταση δε μου έχει γίνει από τα εξωτερικά), να μας δω στην πράξη. Εδώ, να παίρνω τα ελάχιστα χρήματα για τη δουλειά μου, να ξεσκίζομαι στο διάβασμα για το τίποτα ίσως, να δουλεύω (αν δουλεύω) 42 ώρες το 24ωρο ίσα για να επιβιώνω, να τρέμω το σουπερμάρκετ, να μετράω ένσημα λες κι είναι λίρες. Αλλά, αν φύγουμε, ρε παιδιά, όλοι οι καλοί, τι θα γίνει; Θα βουλιάξει αυτή η χώρα, διότι πολλοί φελλοί μαζί κάνουν βάρος. Όχι, όχι, εγώ θα κάτσω εδώ, να δω τι μπορώ να κάνω κι αν το μόνο που θα μπορέσω είναι απλά να υπάρχω, θα το κάνω όσο καλύτερα γίνεται.
Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το μόνο που θα μπορέσω. Ξέρετε κάτι; Εντάξει, δε φταίμε εμείς για ότι έγινε και για το πόσο σκατά έχουνε πάει όλα στην Ελλάδα. Αλλά, αν όλα είχανε πάει άριστα και τώρα ήταν η Ελλάδα δίχως οικονομική κρίση, δίχως χρέη, δίχως προβλήματα, δίχως τίποτε, δε θα καθόμασταν εδώ να απολαμβάνουμε τους καρπούς; Έτσι και τώρα, να κάτσουμε εδώ, να βοηθήσουμε στη λύση. Όταν ζεις σε μια ομάδα, σε ένα σύνολο μέσα, δεν γίνεται να λες ότι εγώ θα είμαι μέλος μόνο τις καλές στιγμές. Αλλιώτικα, μην είσαι καθόλου μέλος. Κι αυτό θεμιτό. Το αθέμιτο είναι να είσαι μέλος όποτε σε βολεύει.
Κι αφού είπα αυτά τα βαρυσήμαντα, πάω τώρα να διαβάσω Βυζαντινή Αρχαιολογία και να γίνω μια καταπληκτική ξεναγός, που θα φέρει πολλούς τουρίστες στην Ελλάδα, γιατί την υπεραγαπά και δε θέλει με τίποτα να την αφήσει στη μοίρα της.
Αγαπητή Ελένη, αν διαβάσεις την ανάρτηση, θα ξέρεις τι σε περιμένει αύριο. Αν όχι, τόσο το χειρότερο.(Η Ελένη είναι η καθηγήτριά μου της Βυζαντινής Αρχαιολογίας, που θα με εξετάσει αύριο, η δύσμοιρη).
Αδύνατον, παιδιά, να διαβάσω. Διότι, πρώτον, έχω βαρεθεί στη ζωή μου να διαβάζω και, δεύτερον, έχω ήδη το bloody πτυχίο της Αρχαιολογίας, το έχω, να μη σας νοιάζει πως το απέκτησα, το θέμα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μου το πάρει πίσω, για ποιο λόγο πρέπει να ξαναδώσω τις ίδιες εξετάσεις για να γίνω ξεναγός, ε;
Αλλά, βέβαια, που πάει ο ξεναγός άμα δεν ξέρει τι είναι το ημιχώνιο και τι είναι η ημικυλινδρική καμάρα, άσε πια το αυτονόητο του σύνθετου οκταγωνικού και της ογκηρής τεχνοτροπίας.
Εν πάση περιπτώσει, δε σας ενδιαφέρουν όλες αυτές οι άγνωστες λέξεις, που μερικοί ίσως τις περάσατε και για βρισιές (εγώ δε σε είπα ημιχώνιο ποτέ), απλά χρησιμοποιώ αυτό το αίσθημα της ματαιότητος που μου δημιουργούν εμένα αυτές οι εξετάσεις ως έναυσμα (αγαπημένη λέξη) για άλλο ένα παραλήρημα-άρθρο. Αυτή τη ματαιότητα, λοιπόν, προφανώς τη νιώθουν πάρα πολλοί άνθρωποι, νέοι ή όχι και τόσο νέοι, στην Ελλάδα και σε διάφορα επίπεδα ή εκφάνσεις της ζωής τους και γι’ αυτό παίρνουν των ομματιών τους και ξενιτεύονται.
Είχε, λέει, το προηγούμενο ΒΗΜagazino δημοσιεύσει τις ιστορίες 8 ελλήνων που έχουν βρει δουλειά και καταφύγιο στη Βαρκελώνη. Επίσης, έχει δημοσιευτεί έρευνα σχετική με τους γιατρούς στη Σουηδία: περισσότεροι από τους μισούς είναι μη Σουηδοί, με πάρα πολλούς από αυτούς να είναι Έλληνες. Για την ακρίβεια, οι Έλληνες γιατροί στη Σουηδία είναι όσοι και οι Γερμανοί γιατροί στη Σουηδία, τη στιγμή που η Ελλάδα έχει περί τα 11 εκ. πληθυσμό, ενώ η Γερμανία πόσο, δεν ξέρω, καμιά 7-8 φορές παραπάνω; Και, βέβαια, πέρα από τις δημοσιευμένες έρευνες και ιστορίες, εσείς οι ίδιοι πόσους γνωστούς έχετε που ζουν στα εξωτερικά ή που πολύ θα ήθελαν; Εγώ, πάντως, ανησυχητικά πολλούς. Όλοι αυτοί έφυγαν ή επιθυμούν διακαώς να φύγουν από αυτή την άθλια χώρα. Άριστα έπραξαν, μολονότι όπου και να πάνε, η Ελλάδα θα τους προδίδει, όπως είχε πει κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου.
Άριστα έπραξαν, διότι εκεί που πήγαν ζούνε καλύτερα, αν και τους λείπουν οι σκεπές της Ελλάδας, που λέει κι ο Μηνάς, παίρνουν τα λεφτά που τους αξίζουν, βοηθάνε όσο θα ήθελαν την οικογένειά τους, έχουν καλούς συνεργάτες, ωραίο περιβάλλον, ασφάλεια και πάρα πολλά άλλα πράγματα, αναγνώριση, επιβράβευση, και δεν ξέρω τι άλλο, διότι εγώ ουδέποτε έζησα στο εξωτερικό, πλην εκείνων των ημερών στο Τόκυο, όπου πράγματι τα είχα αυτά όλα.
Αυτή είναι η μία πλευρά.
Την άλλη πλευρά την εξέθεσε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης σε μια συνέντευξη στο 7 της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας: «Θα κάτσω εδώ, να δεχτώ το δώρο της ταπείνωσης (…) του ανθρώπου που, ενώ μικρός ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, στη δύσκολη στιγμή δεν μπορεί ούτε τη γειτονιά του να κάνει καλύτερη. Εδώ, λοιπόν, να με δω στην πράξη. Γιατί στα λόγια υπήρξα αρκετά καλός…», λέει ο Αλκίνοος. Εντάξει, μην αρχίσετε τη γκρίνια, ναι, άνθρωποι σαν αυτόν μιλάνε ελαφρώς εκ του ασφαλούς, αλλά εδώ θα με βρει σύμφωνη.
Κι εγώ εδώ θα κάτσω, φίλοι μου(όχι ότι μπορώ να κάνω κι αλλιώς δηλαδή, εκ του ασφαλούς κι εγώ, καμιά πρόταση δε μου έχει γίνει από τα εξωτερικά), να μας δω στην πράξη. Εδώ, να παίρνω τα ελάχιστα χρήματα για τη δουλειά μου, να ξεσκίζομαι στο διάβασμα για το τίποτα ίσως, να δουλεύω (αν δουλεύω) 42 ώρες το 24ωρο ίσα για να επιβιώνω, να τρέμω το σουπερμάρκετ, να μετράω ένσημα λες κι είναι λίρες. Αλλά, αν φύγουμε, ρε παιδιά, όλοι οι καλοί, τι θα γίνει; Θα βουλιάξει αυτή η χώρα, διότι πολλοί φελλοί μαζί κάνουν βάρος. Όχι, όχι, εγώ θα κάτσω εδώ, να δω τι μπορώ να κάνω κι αν το μόνο που θα μπορέσω είναι απλά να υπάρχω, θα το κάνω όσο καλύτερα γίνεται.
Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το μόνο που θα μπορέσω. Ξέρετε κάτι; Εντάξει, δε φταίμε εμείς για ότι έγινε και για το πόσο σκατά έχουνε πάει όλα στην Ελλάδα. Αλλά, αν όλα είχανε πάει άριστα και τώρα ήταν η Ελλάδα δίχως οικονομική κρίση, δίχως χρέη, δίχως προβλήματα, δίχως τίποτε, δε θα καθόμασταν εδώ να απολαμβάνουμε τους καρπούς; Έτσι και τώρα, να κάτσουμε εδώ, να βοηθήσουμε στη λύση. Όταν ζεις σε μια ομάδα, σε ένα σύνολο μέσα, δεν γίνεται να λες ότι εγώ θα είμαι μέλος μόνο τις καλές στιγμές. Αλλιώτικα, μην είσαι καθόλου μέλος. Κι αυτό θεμιτό. Το αθέμιτο είναι να είσαι μέλος όποτε σε βολεύει.
Κι αφού είπα αυτά τα βαρυσήμαντα, πάω τώρα να διαβάσω Βυζαντινή Αρχαιολογία και να γίνω μια καταπληκτική ξεναγός, που θα φέρει πολλούς τουρίστες στην Ελλάδα, γιατί την υπεραγαπά και δε θέλει με τίποτα να την αφήσει στη μοίρα της.
Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010
Θεόφιλε, ζούμε για να σε δούμε!
Δεν ξέρω αν ψάχνατε την εβδομαδιαία μου ανάρτηση, ελπίζω να την ψάχνατε, διότι αλλιώς τι κάνουμε εδώ πέρα, πάντως έλειπα. Τώρα, λοιπόν, που γύρισα, μπορώ να αφιερωθώ ψυχή τε και σώματι στην αγαπημένη μου ενασχόληση: να γράφω στο blog μου και να χαζεύω πόσες φορές είδανε το προφίλ μου και να παλεύω να βάλω αυτή τη ρημάδα τη ροή διαδικτυακού τόπου, που, παρεμπιπτόντως, αν ξέρει κανείς πώς, ας μου πει.
Φυσικά, μαντεύετε που είχα πάει: εκδρομή με την αγαπημένη μου σχολή, ναι, ξέρω πόσο όλοι ανυπομονείτε για την περιγραφή των περιπετειών των ιπτάμενων ξεναγών! Κοιτάξτε όμως τι έχω πάθει: όλοι θέλουν να μπουν σ’ αυτό το blog, δεν ξέρω γιατί, εγώ δεν το έχω και για πολύ καλό κι όπως είπα και στην Ευδοκία, που θα γκρινιάξει τώρα γιατί δεν θέλει να τη λένε έτσι, ας μην ελπίζουν σε μένα για τα 15 λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούν, γιατί σωθήκανε.
Αυτή τη φορά πήγαμε στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, δηλαδή στη Λήμνο, τη Λέσβο και τη Χίο. Α, πάρα πολύ ωραία νησιά, με ευχάριστη ατμόσφαιρα και πράσινες πεδιάδες, με ούζα, μαστίχες, ποιήτριες, κλπ, αλλά πάνω απ’ όλα με το προνόμιο να είναι η κοιτίδα των λεγόμενων πολιτισμών του ΒΑ Αιγαίου, οι οποίοι υπήρξανε εκεί περί τις 3.000 χρόνια πριν από σήμερα. Αυτοί οι πολιτισμοί, που λέτε, καταπληκτικοί πολιτισμοί, πολύ ευφάνταστοι, από τους πρώτους στον ελλαδικό χώρο, εφευρετικοί άνθρωποι, με εμπορικό δαιμόνιο και άριστες σχέσεις με τους απέναντι, κάτι που επ’ ουδενί δεν ισχύει για τους σημερινούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Εντάξει, να σας πω, εκείνοι οι παλιοί κάτι παραπάνω θα ξέρανε, λέω εγώ με το φτωχό μου μυαλό, εμείς σήμερα για ποιόν λόγο ακριβώς τρωγόμαστε σαν τα σκυλιά;
Τέλοσπαντων, ας μην υπεισέλθω, διότι θα με βρείτε σε κάνα χαντάκι, ξεκινήσαμε, λοιπόν, από τη Λήμνο, πράγμα που σημαίνει ότι γλιτώσαμε την Αθήνα και τη διαδρομή του μαρτυρίου. Αντ’ αυτού, έπρεπε να πάμε στη Θεσσαλονίκη για να πάρουμε το καραβάκι για το νησί. Το οποίο καραβάκι λέγεται Θεόφιλος κι υπάρχει και πλέει από το σωτήριον έτος 1975. Επιπλέον, επειδή έχει την κακή συνήθεια να κοπανάει στα λιμάνια κατά το παρκάρισμα, έχει πάρει το παρατσούκλι Θεότυφλος. Συν το ότι θα ταξιδεύαμε μέσα στη μαύρη νύχτα, όλα αυτά μαζί μας έκαναν να νοσταλγήσουμε τις μπριζόλες της Αμφιλοχίας. Για να μην πεινάσουμε, λοιπόν, πάνω στο καράβι κι αναγκαστούμε να φάμε αυτά τα μαυρογκαγκανιασμένα καραβίσια τοστ κι επειδή είχαμε δικαίωμα φαγητού αξίας 9 ευρώ ανά άτομο, τα οποία έπρεπε να χαλάσουμε ΟΛΑ, μόλις φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η Βίβιαν κι εγώ πήγαμε να πάρουμε πίτσες και σάντουιτς, όπου, εντάξει, το παρακάναμε λίγο: 3 πίτσες και 3 σάντουιτς, μαζί με τα (κλεμμένα) κεκάκια από την καφετέρια και 3 κουτιά με τσουρέκια και τρίγωνα που μας είχε φέρει ο μπαμπάς της Νατάσας, κι όλα αυτά για 6 άτομα. Χμμ. Εντάξει, πόσο σίγουρες ήμασταν ότι δεν θα καταλήγαμε σε καμιά άγνωστη βραχονησίδα, όπου εκτός από διπλωματικό επεισόδιο, θα δημιουργούνταν κι ένα μεγάλο κενό στο στομάχι μας, ε, πόσο;(Περιττό να σας πω ότι τρώγαμε πίτσες και τσουρέκι για 4 μέρες.)
Τρώγοντας, λοιπόν, και κοιμώμενες στις πάρα πολύ βολικές πολυθρόνες του Θεόφιλου, εφτάσαμε στη Λήμνο, όπου πήγαμε καταρχήν στην Πολιόχνη, προϊστορικός οικισμός, μη με ρωτήσετε χρονολόγηση, ποτέ δεν την έμαθα, το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι χτισμένος σε έναν πανέμορφο λόφο με αέρα και θάλασσα (εμείς γιατί χτίζουμε τις πόλεις μας σε γούβες;) και ότι εκεί υπάρχει, λέει, το πρώτο κοινοβούλιο στην Ευρώπη, όπου κοινοβούλιο λένε τα υπολείμματα ενός κτιρίου μέσα στο οποίο υπάρχουν καθίσματα για τους βουλευόμενους, τι να πω, μεγάλη φαντασία έχουν αυτοί οι αρχαιολόγοι καμιά φορά. Έπειτα, και αφού κοντέψαμε να σκοτωθούμε για να μπούμε σε μια σπηλιά κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, ντε και καλά, λες και δεν είχαμε ξαναβουτήξει τα πόδια μας στη θάλασσα, πήγαμε να φάμε. Παιδιά μου, τι φαΐ ήταν εκείνο! Κάτι πιατέλες δυο στρέμματα με άπειρα ορεκτικά και μετά κάτι βουνά από καλαμαράκια και στο τέλος λουκουμάδες ζεστοί, έχουμε να το λέμε, έτσι δεν έχουμε ξαναφάει κι ας έχουμε γυρίσει όλη την Ελλάδα.
Είχαμε ήδη πάρει 2 κιλά έκαστος, όπως καταλαβαίνετε, και καλύτερα που φύγαμε από τη Λήμνο και πήγαμε στη Λέσβο, εννοείται πάλι με το Θεόφιλο, για να μη χαλαρώνουμε! Βέβαια, και στη Λέσβο που πήγαμε, ένα ουζάκι εδώ, ένα μεζεδάκι εκεί, καταστραφήκαμε πάλι. Εκεί είδαμε καταρχήν τη μαγευτική πόλη της Μυτιλήνης, όπου όλοι θέλαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι, διότι όλοι οι Μυτιληνιοί ήσαν καραβοκύρηδες κι έχτιζαν κάτι αρχοντικά, άλλο πράγμα! Κι επειδή ο γείτονας ήθελε να μπει στο μάτι του γειτόνου, το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο. Εγώ πήρα ένα απομακρυσμένο: η Ελένη γκρίνιαζε ότι πάλι γειτόνισσα θα με έχει. Επίσης, είδαμε τις ναΐφ ζωγραφιές του Θεόφιλου, με ψαράδες και ωραία χρώματα και απλές, κατανοητές και ευχάριστες, η χαρά της ζωής, βρε παιδί μου, φτάνει πια με τους μουρτζούφλικους πίνακες! Σε κάποιο σημείο του νησιού δε, σώζεται ακόμα πάνω στον τοίχο όπου τη ζωγράφισε μια εικόνα του Θεόφιλου κι εκεί ένας επίδοξος και φιλόδοξος ποιητής έχει γράψει τον ύμνο του για τον καλλιτέχνη. Δεν αντέχω να μη σας παραθέσω μια στροφή:
Θεόφιλε, μας έλειψες κι όλοι σ’ αναζητούμε,
μα είν’ αργά, πολύ αργά για να σε ξαναδούμε.
Υπήρχες κάποτε στη γη σα λαϊκός ζωγράφος,
δούλευες αμερόληπτα με ζήλο και με πάθος.
Τέλοσπαντων, έτσι πήγαινε όλο το ποίημα, είναι τα αγαπημένα μου αυτά με τις εμπνευσμένες ρίμες.
Πριν πάμε εκεί με τη ζωγραφιά και το ποίημα, ξέχασα να σας πω, επισκεφτήκαμε ένα γλυκό ορεινό χωριό, την Αγιάσσω, κι ήπιαμε ωραίο ελληνικό καφέ σε ζωγραφιστά φλιτζανάκια, τα οποία η Μαριλένα έβαζε στη σειρά και φωτογράφιζε το art de la table, τους έχω κολλήσει όλους με τις καλλιτεχνικές φωτογραφίες, χα!
Αφήσαμε τη Μυτιλήνη και το ωραιότατο ξενοδοχείο όπου μέναμε και στο οποίο η Βίβιαν ξαναβρήκε κατσαρίδες, α, δεν εξηγείται μόνο αυτή να βρίσκει, τις φέρνει μαζί της, μέσα στη βαλίτσα, και πλεύσαμε στη Χίο, φυσικά με το Θεόφιλο, τι χαζά είναι αυτά που ρωτάτε, έχει, βρε, άλλο καράβι σαν το Θεόφιλο; Τώρα, στη Χίο εγώ έχω περάσει μερικές από τις πιο ωραίες μέρες της ζωής μου, είχα και κάτι Χιώτες φίλους, την αγαπώ πολύ, αλλά η αλήθεια είναι πως μετά τη Μυτιλήνη δεν άρεσε η Χίος σε κανέναν. Ευτυχώς που μέναμε σε καλό ξενοδοχείο, με θέα και ανατολές κλπ, αλλιώτικα θα μας έσπαγαν στη γκρίνια. Εκεί, στη Χίο, έχει ένα χωριό, τα Μεστά, που είναι σα να έχει βγει από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, όλο πέτρινο, με καμάρες και καστροσπιτάκια και πλακόστρωτα για να τρέχουν τα αλογάκια των ιπποτών, κι εμείς κάναμε τις πυργοδέσποινες. Όταν, όμως, γυρίσαμε στο ξενοδοχείο κι ήρθε η ώρα να ξεκουράσουμε τα πονεμένα μας πόδια, ευχήθηκα να είχα ένα Ορκ μαζί μου: οι συγκάτοικοί μου ελύσσαξαν εκείνο το βράδυ, χαχάνιζαν και τσίριζαν, μου κρύβανε τα παπούτσια, με φωτογράφιζαν ενώ κοιμόμουν, όλο κάτι τέτοιες βλακείες. Αλλά αυτά παθαίνεις άμα δεν έχεις πάει ποτέ κατασκήνωση, ό,τι δεν έκανες τότε, τα κάνεις τώρα. Έπρεπε να το φωνάξω τελικά εκείνο το Ορκ.
Εν πάση περιπτώσει, τη γλίτωσαν και μετά φύγαμε, με αεροπλάνο! Να φανταστείτε, κάτι μούτσοι από το Θεόφιλο έπαιρναν τηλέφωνο διότι απόρησαν που είχαμε τόσες μέρες να φανούμε, εμείς όμως είμαστε, όπως έχω πει, ιπτάμενοι ξεναγοί, και σαν τέτοιοι, πετάξαμε μακριά για άλλες περιπέτειες…
Φυσικά, μαντεύετε που είχα πάει: εκδρομή με την αγαπημένη μου σχολή, ναι, ξέρω πόσο όλοι ανυπομονείτε για την περιγραφή των περιπετειών των ιπτάμενων ξεναγών! Κοιτάξτε όμως τι έχω πάθει: όλοι θέλουν να μπουν σ’ αυτό το blog, δεν ξέρω γιατί, εγώ δεν το έχω και για πολύ καλό κι όπως είπα και στην Ευδοκία, που θα γκρινιάξει τώρα γιατί δεν θέλει να τη λένε έτσι, ας μην ελπίζουν σε μένα για τα 15 λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούν, γιατί σωθήκανε.
Αυτή τη φορά πήγαμε στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, δηλαδή στη Λήμνο, τη Λέσβο και τη Χίο. Α, πάρα πολύ ωραία νησιά, με ευχάριστη ατμόσφαιρα και πράσινες πεδιάδες, με ούζα, μαστίχες, ποιήτριες, κλπ, αλλά πάνω απ’ όλα με το προνόμιο να είναι η κοιτίδα των λεγόμενων πολιτισμών του ΒΑ Αιγαίου, οι οποίοι υπήρξανε εκεί περί τις 3.000 χρόνια πριν από σήμερα. Αυτοί οι πολιτισμοί, που λέτε, καταπληκτικοί πολιτισμοί, πολύ ευφάνταστοι, από τους πρώτους στον ελλαδικό χώρο, εφευρετικοί άνθρωποι, με εμπορικό δαιμόνιο και άριστες σχέσεις με τους απέναντι, κάτι που επ’ ουδενί δεν ισχύει για τους σημερινούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Εντάξει, να σας πω, εκείνοι οι παλιοί κάτι παραπάνω θα ξέρανε, λέω εγώ με το φτωχό μου μυαλό, εμείς σήμερα για ποιόν λόγο ακριβώς τρωγόμαστε σαν τα σκυλιά;
Τέλοσπαντων, ας μην υπεισέλθω, διότι θα με βρείτε σε κάνα χαντάκι, ξεκινήσαμε, λοιπόν, από τη Λήμνο, πράγμα που σημαίνει ότι γλιτώσαμε την Αθήνα και τη διαδρομή του μαρτυρίου. Αντ’ αυτού, έπρεπε να πάμε στη Θεσσαλονίκη για να πάρουμε το καραβάκι για το νησί. Το οποίο καραβάκι λέγεται Θεόφιλος κι υπάρχει και πλέει από το σωτήριον έτος 1975. Επιπλέον, επειδή έχει την κακή συνήθεια να κοπανάει στα λιμάνια κατά το παρκάρισμα, έχει πάρει το παρατσούκλι Θεότυφλος. Συν το ότι θα ταξιδεύαμε μέσα στη μαύρη νύχτα, όλα αυτά μαζί μας έκαναν να νοσταλγήσουμε τις μπριζόλες της Αμφιλοχίας. Για να μην πεινάσουμε, λοιπόν, πάνω στο καράβι κι αναγκαστούμε να φάμε αυτά τα μαυρογκαγκανιασμένα καραβίσια τοστ κι επειδή είχαμε δικαίωμα φαγητού αξίας 9 ευρώ ανά άτομο, τα οποία έπρεπε να χαλάσουμε ΟΛΑ, μόλις φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η Βίβιαν κι εγώ πήγαμε να πάρουμε πίτσες και σάντουιτς, όπου, εντάξει, το παρακάναμε λίγο: 3 πίτσες και 3 σάντουιτς, μαζί με τα (κλεμμένα) κεκάκια από την καφετέρια και 3 κουτιά με τσουρέκια και τρίγωνα που μας είχε φέρει ο μπαμπάς της Νατάσας, κι όλα αυτά για 6 άτομα. Χμμ. Εντάξει, πόσο σίγουρες ήμασταν ότι δεν θα καταλήγαμε σε καμιά άγνωστη βραχονησίδα, όπου εκτός από διπλωματικό επεισόδιο, θα δημιουργούνταν κι ένα μεγάλο κενό στο στομάχι μας, ε, πόσο;(Περιττό να σας πω ότι τρώγαμε πίτσες και τσουρέκι για 4 μέρες.)
Τρώγοντας, λοιπόν, και κοιμώμενες στις πάρα πολύ βολικές πολυθρόνες του Θεόφιλου, εφτάσαμε στη Λήμνο, όπου πήγαμε καταρχήν στην Πολιόχνη, προϊστορικός οικισμός, μη με ρωτήσετε χρονολόγηση, ποτέ δεν την έμαθα, το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι χτισμένος σε έναν πανέμορφο λόφο με αέρα και θάλασσα (εμείς γιατί χτίζουμε τις πόλεις μας σε γούβες;) και ότι εκεί υπάρχει, λέει, το πρώτο κοινοβούλιο στην Ευρώπη, όπου κοινοβούλιο λένε τα υπολείμματα ενός κτιρίου μέσα στο οποίο υπάρχουν καθίσματα για τους βουλευόμενους, τι να πω, μεγάλη φαντασία έχουν αυτοί οι αρχαιολόγοι καμιά φορά. Έπειτα, και αφού κοντέψαμε να σκοτωθούμε για να μπούμε σε μια σπηλιά κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, ντε και καλά, λες και δεν είχαμε ξαναβουτήξει τα πόδια μας στη θάλασσα, πήγαμε να φάμε. Παιδιά μου, τι φαΐ ήταν εκείνο! Κάτι πιατέλες δυο στρέμματα με άπειρα ορεκτικά και μετά κάτι βουνά από καλαμαράκια και στο τέλος λουκουμάδες ζεστοί, έχουμε να το λέμε, έτσι δεν έχουμε ξαναφάει κι ας έχουμε γυρίσει όλη την Ελλάδα.
Είχαμε ήδη πάρει 2 κιλά έκαστος, όπως καταλαβαίνετε, και καλύτερα που φύγαμε από τη Λήμνο και πήγαμε στη Λέσβο, εννοείται πάλι με το Θεόφιλο, για να μη χαλαρώνουμε! Βέβαια, και στη Λέσβο που πήγαμε, ένα ουζάκι εδώ, ένα μεζεδάκι εκεί, καταστραφήκαμε πάλι. Εκεί είδαμε καταρχήν τη μαγευτική πόλη της Μυτιλήνης, όπου όλοι θέλαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι, διότι όλοι οι Μυτιληνιοί ήσαν καραβοκύρηδες κι έχτιζαν κάτι αρχοντικά, άλλο πράγμα! Κι επειδή ο γείτονας ήθελε να μπει στο μάτι του γειτόνου, το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο. Εγώ πήρα ένα απομακρυσμένο: η Ελένη γκρίνιαζε ότι πάλι γειτόνισσα θα με έχει. Επίσης, είδαμε τις ναΐφ ζωγραφιές του Θεόφιλου, με ψαράδες και ωραία χρώματα και απλές, κατανοητές και ευχάριστες, η χαρά της ζωής, βρε παιδί μου, φτάνει πια με τους μουρτζούφλικους πίνακες! Σε κάποιο σημείο του νησιού δε, σώζεται ακόμα πάνω στον τοίχο όπου τη ζωγράφισε μια εικόνα του Θεόφιλου κι εκεί ένας επίδοξος και φιλόδοξος ποιητής έχει γράψει τον ύμνο του για τον καλλιτέχνη. Δεν αντέχω να μη σας παραθέσω μια στροφή:
Θεόφιλε, μας έλειψες κι όλοι σ’ αναζητούμε,
μα είν’ αργά, πολύ αργά για να σε ξαναδούμε.
Υπήρχες κάποτε στη γη σα λαϊκός ζωγράφος,
δούλευες αμερόληπτα με ζήλο και με πάθος.
Τέλοσπαντων, έτσι πήγαινε όλο το ποίημα, είναι τα αγαπημένα μου αυτά με τις εμπνευσμένες ρίμες.
Πριν πάμε εκεί με τη ζωγραφιά και το ποίημα, ξέχασα να σας πω, επισκεφτήκαμε ένα γλυκό ορεινό χωριό, την Αγιάσσω, κι ήπιαμε ωραίο ελληνικό καφέ σε ζωγραφιστά φλιτζανάκια, τα οποία η Μαριλένα έβαζε στη σειρά και φωτογράφιζε το art de la table, τους έχω κολλήσει όλους με τις καλλιτεχνικές φωτογραφίες, χα!
Αφήσαμε τη Μυτιλήνη και το ωραιότατο ξενοδοχείο όπου μέναμε και στο οποίο η Βίβιαν ξαναβρήκε κατσαρίδες, α, δεν εξηγείται μόνο αυτή να βρίσκει, τις φέρνει μαζί της, μέσα στη βαλίτσα, και πλεύσαμε στη Χίο, φυσικά με το Θεόφιλο, τι χαζά είναι αυτά που ρωτάτε, έχει, βρε, άλλο καράβι σαν το Θεόφιλο; Τώρα, στη Χίο εγώ έχω περάσει μερικές από τις πιο ωραίες μέρες της ζωής μου, είχα και κάτι Χιώτες φίλους, την αγαπώ πολύ, αλλά η αλήθεια είναι πως μετά τη Μυτιλήνη δεν άρεσε η Χίος σε κανέναν. Ευτυχώς που μέναμε σε καλό ξενοδοχείο, με θέα και ανατολές κλπ, αλλιώτικα θα μας έσπαγαν στη γκρίνια. Εκεί, στη Χίο, έχει ένα χωριό, τα Μεστά, που είναι σα να έχει βγει από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, όλο πέτρινο, με καμάρες και καστροσπιτάκια και πλακόστρωτα για να τρέχουν τα αλογάκια των ιπποτών, κι εμείς κάναμε τις πυργοδέσποινες. Όταν, όμως, γυρίσαμε στο ξενοδοχείο κι ήρθε η ώρα να ξεκουράσουμε τα πονεμένα μας πόδια, ευχήθηκα να είχα ένα Ορκ μαζί μου: οι συγκάτοικοί μου ελύσσαξαν εκείνο το βράδυ, χαχάνιζαν και τσίριζαν, μου κρύβανε τα παπούτσια, με φωτογράφιζαν ενώ κοιμόμουν, όλο κάτι τέτοιες βλακείες. Αλλά αυτά παθαίνεις άμα δεν έχεις πάει ποτέ κατασκήνωση, ό,τι δεν έκανες τότε, τα κάνεις τώρα. Έπρεπε να το φωνάξω τελικά εκείνο το Ορκ.
Εν πάση περιπτώσει, τη γλίτωσαν και μετά φύγαμε, με αεροπλάνο! Να φανταστείτε, κάτι μούτσοι από το Θεόφιλο έπαιρναν τηλέφωνο διότι απόρησαν που είχαμε τόσες μέρες να φανούμε, εμείς όμως είμαστε, όπως έχω πει, ιπτάμενοι ξεναγοί, και σαν τέτοιοι, πετάξαμε μακριά για άλλες περιπέτειες…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)